Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οδυσσέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οδυσσέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15/9/16

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (χωροχρόνος) του Μαραμπού






Ξημερώνει Παρασκευή, πέρασε και αυτή η γεμάτη μέρα! Θυμάστε πότε αρχίσαμε να πρωτολέμε για τον Τζόυς; Πέρασαν σχεδόν 8 μήνες. Κι όμως, μοιάζει σαν να μην πέρασε μια μέρα. Αυτό συμβαίνει με τον Οδυσσέα – είναι η λογοτεχνική περιγραφή μιας συνηθισμένης μέρας που κατά περιόδους μοιάζει ατελείωτη αλλά στο τέλος νιώθεις σαν να μην πέρασε μια μέρα! Και μετά το πέρας αυτής, είναι σαν να κινείσαι σε ένα λογοτεχνικό χωροχρονικό συνεχές γεμάτο λέξεις, έννοιες και σκέψεις που κυνηγούν πλέον τις δικές σου κοινές και ανιαρές μέρες. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να διαβάσεις βιβλίο μετά τον Οδυσσέα και να μην το βρεις πληκτικό. Πόσο μάλλον να το βρεις εκπληκτικό. Είναι τόσο έντονη η συγγραφική δύναμη του Τζόυς (με την προϋπόθεση ότι σου αρέσει) που σε μουδιάζει για καιρό, θα αργήσεις να ξαναβρείς τα αναγνωστικά σου βήματα, όταν τα βρεις ωστόσο, το σίγουρο είναι ότι πλέον θα πατάς πιο στέρεα.

Ο Οδυσσέας είναι ένα βιβλίο που σε γραπώνει – όχι με την σαχλή έννοια που δίνουμε στα βιβλία που μας φαίνονται απλώς ενδιαφέροντα και ελκυστικά. “Με άρπαξε για τα καλά”, “Δε με άφησε να το αφήσω” και άλλες σαχλοκουβέντες. Οι λέξεις του Τζόυς πράγματι σε γραπώνουν με τρόπο που δεν γίνεται άμεσα αντιληπτός. Είτε εναρμονισμένες με το γενικό σύνολο είτε ευχαριστημένες με τον κοντινό λεκτικό τους περίγυρο, οι φράσεις του συγκροτούν μια ενότητα τόσο τέλεια και συμπαγή που φανερώνει όλη την ένδεια του αναγνώστη, την αδυναμία του να αναμετρηθεί μαζί τους – αν πάλι, είσαι και λίγο τσιμπημένος με την συγγραφή, τρέχεις καρφί προς το κουζινομάχαιρο, σίγουρος ότι μετά τον Τζόυς το μόνο που μπορείς να γράψεις είναι κάτι αιμάτινες ασυναρτησίες στα πλακάκια της κουζίνας!

Αυτό που με εντυπωσιάζει στον Τζόυς είναι η συγγραφική του συνέπεια και εξέλιξη. Αν δεις το έργο του από την αρχή, θα διαπιστώσεις μια καθόλα ανοδική πορεία που έφερνε στην επιφάνεια λαμπρά καλλιτεχνικά αποτελέσματα. Λίγοι συγγραφείς (ακόμα και από τους πλέον επιφανείς) μπορούν να ισχυριστούν ότι με κάθε νέο βιβλίο τους ξεπερνούσαν κατά πολύ το προηγούμενό τους. Βέβαια, οι αναγνώστες μπορούν να έχουν τις αντιρρήσεις τους (ας τις ονομάσουμε, προτιμήσεις) όμως αν μπορέσουν να το δουν αντικειμενικά, θα αντιληφθούν ότι η Αγρύπνια των Φίννεγκαν είναι πολύ πιο σπουδαία από τον Οδυσσέα που είναι πολύ πιο σπουδαίος από το Πορτρέτο του Καλλιτέχνη που είναι πολύ πιο σπουδαίο από τους Δουβλινέζους που είναι πολύ πιο σπουδαίοι από τον Στήβεν τον Ήρωα που είναι πολύ πιο σπουδαίος από τη Μουσική Δωματίου!

Η συγγραφική του πορεία είναι συνυφασμένη με την πραγματική του ζωή, κάθε έργο του έχει ψήγματα της πραγματικής του ζωής (και όπως είπα παραπάνω για τη μεταφορά της λέξης “γραπώνει”, και εδώ εννοώ κάτι παραπάνω από αυτό που εννοούμε συνήθως, ότι κάθε συγγραφέας βάζει κάτι από τη ζωή του στα βιβλία του), διαβάζουμε μία ομηρικών διαστάσεων, αυτοβιογραφία μιας μεγαλοφυΐας, και ακριβώς επειδή πρόκειται για μεγαλοφυΐα σχεδόν δεν αντιλαμβάνεσαι ότι διαβάζεις την αυτοβιογραφία της! Γι' αυτό και πιστεύω ότι είναι πολύ βοηθητική η ανάγνωση του βιβλίου του Ρίτσαρντ Έλμαν, “Βιογραφία του Τζέημς Τζόυς”. Όμως ακόμα και αν αρκεστείτε στα πρωτότυπα κείμενα του Τζόυς, δε θα βγείτε χαμένοι, ούτε απ' όσα υπέροχα περιστατικά θα μπορέσετε να αποκρυπτογραφήσετε από την πολυτάραχη ζωή του, ούτε φυσικά από την άντληση καθαρής απόλαυσης. Η ανάγνωση των βιβλίων του είναι εμπειρία από τις λίγες.




Το σίγουρο είναι ότι δεν μπορείς να αγνοήσεις το φαινόμενο Τζόυς. Θα φέρω ένα (ίσως και ατυχές) παράδειγμα από έναν εντελώς διαφορετικό χώρο. Το πόκερ γνώρισε μία αδιανόητη άνθηση και διαδικτυακά και σε ζωντανά τουρνουά όταν ένας ταπεινός λογιστής κατάφερε να κερδίσει το παγκόσμιο πρωτάθλημα πόκερ (WSOP 2003) κερδίζοντας την συμμετοχή του μέσα από online προκριματικά. Το όνομά του, πράγματι απίστευτο, ήταν Chris Moneymaker! Έκτοτε, το πόκερ άλλαξε οριστικά σελίδα, αποτίναξε τις προκαταλήψεις που το βάραιναν, προβιβάστηκε σε παιχνίδι ικανοτήτων, με λίγα λόγια, μια νέα γλώσσα γεννήθηκε για να το περιγράψει! Αυτό το φαινόμενο έμεινε γνωστό ως Moneymaker Effect και όλοι, επαγγελματίες παίκτες ή μη, συνεχίζουν να προσφέρουν τον ειλικρινή σεβασμό τους στον άνθρωπο που το προκάλεσε. Μπορεί ο Moneymaker να μην συγκαταλέγεται στους σπουδαίους παίκτες, μπορεί ακόμα και το παιχνίδι του να θεωρείται πια παρωχημένο, όμως όποιος ασχολείται με το πόκερ αναγνωρίζει αμέσως ότι αυτός είναι ένα εντυπωσιακό σημείο αναφοράς στην ιστορία του παιχνιδιού.



Κάτι αντίστοιχο συνέβη και με τον Τζόυς (χωρίς να προχωρήσουμε σε άλλες αναλογίες από το χώρο του πόκερ): όποιος ασχολείται με την λογοτεχνία με οποιονδήποτε τρόπο, αναγνωρίζει αμέσως ότι ο Τζόυς είναι ένα εντυπωσιακό σημείο αναφοράς στην ιστορία της λογοτεχνίας! Έχει επηρεάσει εκατοντάδες σπουδαίους συγγραφείς και αναρίθμητους μικρότερους, πηγαίνοντας την λογοτεχνία βήματα μπροστά. Μπορεί για πολλούς πλέον να θεωρείται παρωχημένο το γράψιμο του, ίσως μια άσκοπη επίδειξη συγγραφικών ικανοτήτων. Ωστόσο, η επιρροή του είναι αδιαμφισβήτητη, όποιος δεν το αντιλαμβάνεται είναι χαζός. Αν ρωτάτε εμένα, εκτός από την επιρροή, θεωρώ ότι το γράψιμο του παραμένει ακόμα σπινθηροβόλο και αξεπέραστο, και τουλάχιστον μέχρι το τέλος του αιώνα που διανύουμε, έχει εξασφαλισμένη την θέση του στην Αθανασία. Εκεί θα είμαστε να τα ξαναπούμε!

Νομίζω έγραψα αρκετά γι' αυτό το βιβλίο. Καλά, κακά, λογοκλοπιμαία... θα το δείξει ο καταραμένος εφιάλτης που λέγεται ιστορία! Εγώ τώρα στο τέλος, θέλω να στραφώ στην θρησκεία, και συμπληρώνοντας τα λόγια του Φώκνερ με τα οποία άνοιξα αυτή την σειρά των αναρτήσεων, να δηλώσω ευθαρσώς:


Μα τη πίστη μου, δεν έχω διαβάσει πιο ωραίο βιβλίο!


                                                                                                            Μαραμπού



"Οδυσσέας", Τζέημς Τζόυς, μετ. Ελευθέριος Ανευλαβής, εκδ. Κάκτος, 2014, σελ 1098

6/9/16

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (η μέρα με τη νύχτα) του Μαραμπού




Επιτέλους, ο Τζόυς βρήκε τον μεταφραστή του. Το γεγονός ότι βρέθηκε ο “ανευλαβής” εκείνος μεταφραστής που αποφάσισε να (προσπαθήσει να) μεταφέρει στην ελληνική γλώσσα την Αγρύπνια των Φίννεγκαν, αποτελεί από μόνο του αδιαμφισβήτητο διαπιστευτήριο για την τελειότητα της νέας μετάφρασης του Οδυσσέα. Ίσως, δεν χρειάζεται να πούμε τίποτα παραπάνω. Ωστόσο, θα πούμε. Γιατί ο Τζόυς έφτασε να θεωρείται ένα παγκόσμιο μνημείο λογοτεχνικής κληρονομιάς, και ο τρόπος που τον αντιμετωπίζουν οι αρμόδιοι της κάθε γλωσσικής εκδοχής του, λέει πολλά για τον σεβασμό που (θα έπρεπε να, όπου αυτό δεν συμβαίνει) του δείχνουν.

Στην μετάφραση του Καψάσκη διαβάζουμε το εξής απόσπασμα:

Ρούφηξε μια γουλιά τσάι από τη φλιτζάνα της που δεν την κρατούσε από τη λαβή και, αφού σκούπισε γρήγορα τα ακροδάχτυλά της στην κουβέρτα, άρχισε να ψάχνει το κείμενο με τη φουρκέτα, μέχρι που βρήκε τη λέξη.
- Με την ψυχή σου, τι; τη ρώτησε.
- Εδώ, είπε αυτή. Τι σημαίνει αυτό;
Έσκυψε προς τα κάτω και διάβασε πλάι στα βαμμένα νύχια της.
- Μετεμψύχωση, είπε αυτός, συνοφρυωμένος. Είναι ελληνικό· προέρχεται από τα ελληνικά. Σημαίνει την μετοίκηση των ψυχών.

Στην μετάφραση του Ανευλαβή, το ίδιο απόσπασμα αποδίδεται ως εξής:

Ήπιε μια γουλιά τσάι από το φλιτζάνι της που δεν το κρατούσε από το χερούλι και, έχοντας σκουπίσει σβέλτα τα χέρια της πάνω στην κουβέρτα, άρχισε να ψάχνει το κείμενο με μια φουρκέτα μέχρι που βρήκε τη λέξη.
- Μετ τι; ρώτησε αυτός.
- Εδώ, είπε αυτή. Τι σημαίνει αυτό;
Αυτός έσκυψε και διάβασε κοντά στο βαμμένο νύχι του αντίχειρά της.
- Μετεμψύχωσις;
- Ναι. Ποιος είν' αυτός όταν αυτός είναι σπίτι; *
- Μετεμψύχωσις, είπε αυτός ζαρώνοντας τα φρύδια. Είναι ελληνικό: από τα ελληνικά. Σημαίνει την μετενσάρκωση των ψυχών.

Ο (*) φέρει υποσημείωση από τον μεταφραστή: Η Μόλλυ παρανοεί τη λέξη metempsychosis ως met-him-pike-hoses και συνδέει προφανώς το hoses με το house is (σπίτι είναι).

Υπάρχει η παρανόηση της Μόλλυ στο κείμενο του Τζόυς ή την κατέβασε το κεφάλι του Ανευλαβή; Και αν υπάρχει, γιατί ο Καψάσκης την απαλείφει; Μήπως γιατί δεν μπορεί να την μεταφράσει; Διερωτώμενος και βαθιά εκνευρισμένος έψαξα το πρωτότυπο κείμενο που κυκλοφορεί ελεύθερο στο διαδίκτυο.

She swallowed a draught of tea from her cup held by nothandle and, having wiped her fingertips smartly on the blanket, began to search the text with the hairpin till she reached the word.
- Met him what? he asked.
- Here, she said. What does that mean?
He leaned downward and read near her polished thumbnail.
- Metempsychosis?
- Yes. Who' s he when he' s at home?
- Metempsychosis, he said, frowning. It' s Greek: from the Greek. That means the transmigration of souls.



Τέσσερα κεφάλαια παρακάτω, στο κεφάλαιο των “Λαιστρυγόνων” ο Μπλουμ στοχάζεται πάνω στην μετεμψύχωση με τα λόγια όμως που του είπε η Μόλλυ. Τι λέτε, ο Καψάσκης το αναφέρει αυτή τη φορά; Όχι, βρε κουτά, γιατί να σας μπερδέψει περισσότερο; Ο Τζόυς δεν είναι ήδη αρκετά πολύπλοκος; Αυτό το γλωσσικό παιχνίδι με την έννοια της λέξης “μετεμψύχωση” μεταφέρεται και σε επόμενα κεφάλαια, πότε από την σκοπιά του Μπλουμ και πότε από εκείνη της Μόλλυ, αλλά ήμουν ήδη αρκετά θυμωμένος για να ακολουθήσω τις διαδρομές του. Προς τι λοιπόν το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης 1992 (ωραίος τίτλος για να βαυκαλιζόμαστε!) για μια μετάφραση γεμάτη αβλεψίες, παραλείψεις και γλωσσικά εκτρώματα; Προς υπεράσπιση όμως του μεταφραστή, υπάρχει βέβαια μια ολιγοσέλιδη εισαγωγή που μας πληροφορεί για τις δυσκολίες που αντιμετώπισε με τη μετάφραση του πρωτοτύπου φέρνοντας μερικά παραδείγματα. Εντάξει τότε, συγχωρεμένος να είναι αφού παραδέχθηκε την ανικανότητά του! Δεν είναι να απορείς που γενιές αναγνωστών μεγαλώνουν με την πεποίθηση ότι ο Τζόυς είναι αμετάφραστος στα ελληνικά. Φυσικά και είναι αμετάφραστος αφού κανείς δεν επιχειρεί να τον μεταφράσει! Ο πλέον πολύσημος συγγραφέας της παγκόσμιας λογοτεχνίας αντιμετωπιζόταν (πριν τον Ανευλαβή) ως ένας συγγραφέας αλαμπουρνέζικης εκκεντρικότητας. Και ποιος αναγνώστης θα είχε την διάθεση να τον πάρει στα σοβαρά;

Παρατηρώντας σιγά σιγά την νέα μετάφραση αυτό που διαπιστώνεις πρώτο είναι οι χιλιάδες υποσημειώσεις του βιβλίου. Ένα παράπλευρο μεταφραστικό έργο που συναρπάζει από μόνο του. Αν μη τι άλλο, δείχνει ότι ο μεταφραστής κατάλαβε τι είναι αυτό που μεταφράζει, και αν όχι, πάντα θα υπάρχει μια υποσημείωση για το αμφισβητούμενο χωρίο γύρω από την οποία θα ζουζουνίσουν τυχόν ενστάσεις και διχόνοιες. Επίσης, σχεδόν καμία από τις σημειώσεις δεν είναι ιδιαίτερα προφανής και τρόπον τινά άχρηστη, όπως συχνά συμβαίνει με άλλα λογοτεχνικά βιβλία. Όλες βοηθούν στην κατανόηση, καμία στην παρανόηση του κειμένου! Χαρακτηριστικό παράδειγμα υποσημείωσης αποτελεί εκείνη με το γλωσσικό παιχνίδι της λέξης “μετεμψύχωση” που αναφέρω παραπάνω. Όσες φορές εμφανίζεται το γλωσσικό παιχνίδι, τόσες φορές και ο Ανευλαβής επαναλαμβάνει αυτούσια την υποσημείωσή του. Δεν σε παραπέμπει εκ νέου σε προηγούμενη παραπομπή (π.χ. βλέπε υποσημείωση στη σελίδα 100) αλλά την επαναλαμβάνει με σκόπο να σε αναγκάσει να την μάθεις, έτσι ώστε όταν ξανασυναντήσεις το γλωσσικό παιχνίδι να μην χρειάζεται καν να συμβουλευτείς την υποσημείωση. Συγκρίνετε τώρα μόνοι σας με την περίπτωση του Καψάσκη που, στην καλύτερη περίπτωση αγνοεί, και στην χειρότερη καταστρέφει, το γλωσσικό παιχνίδι του Τζόυς.





Και εδώ κρύβεται το μυστικό της νέας επιτυχημένης μετάφρασης – ο Ανευλαβής είναι διατεθειμένος να παίξει με την γλώσσα. Όχι απλώς να μας πληροφορήσει ότι ο Τζόυς παίζει με την γλώσσα (σιγά το νέο!) αλλά να αρνηθεί να παίξει και αυτός μαζί της, όπως κάνει σε ένα μεγάλο μέρος της μεταφρασής του ο Καψάσκης. Ο Ανευλαβής, εξαιρετικός γλωσσοπλάστης και ο ίδιος, ακολουθεί πιστά όλες τις εντυπωσιακές και παράτολμες γλωσσικές παρεκτροπές του Τζόυς. Όπου χρειάζεται αφήνει υποσημείωση με το τι επιδίωκε να πετύχει ο Τζόυς στην γλώσσα του και στην συνέχεια, προσπαθεί να το μεταφέρει στα ελληνικά διατηρώντας πάντα το πνεύμα της πρωτότυπης φράσης. Δεν αρκεί απλώς να φτάσει κάτι στα ελληνικά αν το πνεύμα μάς έχει εγκαταλείψει στα μισά της διαδρομής! Ο Ανευλαβής δεν προδίδει το ύφος του Τζόυς, δεν προδίδει την γλώσσα του, ούτε την σκέψη του. Και ξέρετε πώς το κατάλαβα αυτό; Όταν σε πολλά σημεία του Οδυσσέα δεν μπορούσα να κρατήσω το γέλιο μου! Ο Οδυσσέας είναι πρωτίστως ένα αστείο βιβλίο (καλά, το ξέρω, τρίβετε τα μάτια σας με αυτά που διαβάζετε!), ο ίδιος ο Τζόυς δήλωνε ότι σκοπεύει να γράψει ένα αστείο βιβλίο που τίποτα εκεί μέσα δεν είναι σοβαρό, και όταν ο Τζόυς μιλούσε για τα λογοτεχνικά του σχέδια δεν άφηνε σε κάνεναν σύγχρονο ή μεταγενέστερο αναγνώστη, περιθώρια αμφισβήτησης.  Σε μια άλλη περίπτωση είπε στον Μπάτζεν: «Είχαν έρθει κάτι φίλοι χτες βράδυ στο σπίτι μας και πιάσαμε κουβέντα για το ιρλανδέζικο πνεύμα και το χιούμορ. Και σήμερα το πρωί μου λέει η γυναίκα μου, “Τι ήταν όλα αυτά που λέγατε για το ιρλανδέζικο πνεύμα και το χιούμορ; Έχουμε κανένα βιβλίο στο σπίτι με κάτι από τα δυο, γιατί πολύ θα ήθελα να του ρίξω μια ματιά”». Η δηκτική απάντηση της Νόρα που αποστρεφόταν τα μεγαλεπήβολα λογοτεχνικά έργα του άντρα της, φανερώνει επίσης και μια κρυφή τρυφερότητα προς αυτά, μια βεβαιότητα ότι υπάρχει όντως ένα βιβλίο στο σπίτι τους γεμάτο ιρλανδέζικο πνεύμα και χιούμορ και το οποίο το έγραφε ο άντρας της, μια περηφάνια που την μοιραζόταν μαζί του. Ήταν ο Οδυσσέας.




Όσον αφορά τα εξωτερικά σημεία της έκδοσης, παρατηρούμε ότι οι εκδόσεις Κάκτος σεβάστηκαν την επιθυμία του ίδιου του Τζόυς όπως την είχε εκφράσει στην εκδότριά του (αν και τα χρώματα είναι ανεστραμμένα, ο συμβολισμός παραμένει ισχυρός και είναι οφθαλμοφανής). Το εξώφυλλο είχε τα ελληνικά χρώματα – λευκά γράμματα σε γαλάζιο φόντο – αφενός γιατί ο Τζόυς τα θεωρούσε τυχερά του χρώματα, αφετέρου γιατί περέπεμπε στο μύθο της Ελλάδας και του Ομήρου, το λευκό νησί που αναδύεται από τη θάλασσα. Προς επιβεβαίωση, υπάρχει και μία σημείωση στο αυτί του οπισθοφύλλου. Επιπροσθέτως, η ποιότητα της έκδοσης είναι κάτι το πρωτόγνωρο – με ένα εξαιρετικής υφής ιλουστρασιόν χαρτί, βαρύ και στιβαρό, που κάνει μεν την έκδοση βαριά (δεν πειράζει και πολύ αυτό, εξάλλου ποιος παίρνει τον Οδυσσέα στην παραλία; Δε θα επεκταθώ άλλο στο θέμα γιατί νιώθω ήδη εκτεθειμένος!) αλλά προσδίδει με αυτό τον τρόπο και το ειδικό βάρος που αξίζει το περιεχόμενό της. Αναπόφευκτα δεν μπορείς να γλυτώσεις την σύγκριση με εκείνη του Κέδρου – ευτελές χαρτί, κακοεκτυπωμένες διάφεγγες σελίδες, ντελικάτο εξώφυλλο που δεν μπορεί να στηρίξει το βάρος του βιβλίου, και αν θέλουμε να τραβήξουμε την παραπάνω σύγκριση ως το τέλος... και με μία μετάφραση που ούτε εκείνη μπορεί να στηρίξει το ειδικό βάρος του πρωτοτύπου! Την ίδια περίπου χρονική περίοδο με την έκδοση της νέας μετάφρασης του Οδυσσέα, οι εκδόσεις Κέδρος αντικατέστησαν το χάρτινο εξώφυλλο με ένα σκληρόδετο, μια σπασμωδική κίνηση πανικού που πολύ δύσκολα μπορώ να την εκλάβω ως συμπαντική σύμπτωση, κίνηση όμως που δεν μπόρεσε να σώσει τα προσχήματα.

Ψάχνω ένα ελαφρυντικό για την άθλια μετάφραση του Καψάσκη αλλά γαμώτο, δεν βρίσκω κανένα. Να πούμε ότι όταν τον μετέφραζε δεν είχε ίντερνετ; Σωστό. Όμως, φαντάζομαι ότι είχαν εκδοθεί αρκετές μελέτες γύρω από το έργο του Τζόυς, και αν όχι, σίγουρα υπήρχε η Βιογραφία του Ρίτσαρντ Έλμαν (στην εισαγωγή του παραδέχεται ότι την είχε συμβουλευτεί, όμως μερικά κομμάτια της μετάφρασης, δυστυχώς δίνουν την αντίθετη εντύπωση) που φωτίζει αρκετά από τα πρόσωπα και τα γεγονότα του βιβλίου.  Σας παρακαλώ, μην μου πείτε ότι με τις σημειώσεις το βιβλίο θα έβγαινε πολύ μεγάλο και πολύ ακριβό για τον αναγνώστη. Δηλαδή τι, τώρα είναι καλύτερα που ο αναγνώστης έχει σχηματίσει μια στρεβλή άποψη για τον Τζόυς με λίγα λεφτά από το να σχημάτιζε την σωστή με περισσότερα; Τζόυς χωρίς σημειώσεις δεν νοείται, είναι σαν να κοιτάς έναν χάρτη χωρίς διαδρομές, κούφια ονόματα!



Μην καταδικάζετε ανοήτως στο αναγνωστικό σας θυμικό έναν σπουδαιότατο συγγραφέα όπως είναι ο Τζόυς, εξαιτίας μιας ανόητης μετάφρασης που ανοήτως την βράβευσαν. Και αυτό ακριβώς είναι το κακό, μαζεύτηκαν πολλές ανοησίες (κάποιοι ίσως συμπεριλάβουν και την δική μου που αριθμεί μέχρι στιγμής περίπου 1500 λέξεις)! Ενδεχομένως, η μετάφραση του Καψάσκη να αποτελούσε άθλο στην εποχή της – αλλά αυτό ουσιαστικά δεν σημαίνει τίποτα, είναι απλώς ένα ανόητο σχήμα λόγου. Από την άλλη, ο Κέδρος επέλεξε να την εκδώσει χωρίς υποσημειώσεις – και αυτό λέει πολλά, ουσιαστικά είναι μια πράξη ανοησίας. Αν προσθέσουμε και το βραβείο μετάφρασης – που εξ' ορισμού είναι κάτι ανόητο – έχουμε έτοιμο τον τόπο του εγκλήματος όπου κείται εγκεφαλικά νεκρός ο κάθε παραπλανημένος αναγνώστης! Δυστυχώς, η έκδοση του Κέδρου έχει εντυπωθεί σε ένα σεβαστού μεγέθους συλλογικό αναγνωστικό ασυνείδητο και θα χρειαστεί πολύς κόπος για να ξεριζωθεί. Οι τελευταίες εκτιμήσεις είναι τω όντι απογοητευτικές. Πριν από μερικούς μήνες έγινε δημόσια ανάγνωση του Οδυσσέα από αυτή την “εγκληματική” μετάφραση εδραιώντοντάς την ακόμα περισσότερο. Αυτό πια είναι πέρα και από τα όρια της ίδιας της ανοησίας! Όσοι ειδικοί του χώρου σπεύσετε να με λοιδωρήσετε θα σας πω μόνο ότι δεν κρίνω την μετάφραση με το μάτι του ειδικού αλλά με εκείνο του αναγνώστη (χωρίς αυτό ωστόσο να με καθιστά λιγότερο αξιόπιστο) και, δοθείσης της ευκαιρίας, θα σας παραπέμψω στην μετάφραση του Ανευλαβή, γιατί παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίζεστε, έφθασε ο καιρός να την διαβάσετε, δεν νομίζετε;


Λάθη, όμως, δεν είχε η μετάφραση του Ανευλαβή; Σαφώς και είχε. Όταν μεταφράζεις Τζόυς είναι απίθανο να μην κάνεις λάθη. Εγώ όμως δεν μπόρεσα να τα εντοπίσω γιατί είχα εντυπωσιαστεί από όσα θαυμαστά μπορούσα πλέον να κατανοώ από αυτό το λογοτεχνικό αριστούργημα. Σε ένα ποσοστό 95% η μετάφραση του Ανευλαβή ήταν άψογη, το υπόλοιπο 5% ίσως περιέχει λάθη που θα εντοπίσουν οι κριτικοί και οι μελετητές – πουθενά όμως δε θα βρουν εξόφθαλμα λάθη σχετικά με την κατανόηση του κειμένου ή γλωσσικά εκτρώματα. Όπως και να το κάνουμε, ακόμα και η (ασυνείδητη) ιεράρχηση των λαθών δείχνει πολλά για τον τρόπο που προσεγγίζει ένας μεταφραστής το κείμενο που έχει μπροστά του. Η έκδοση του Κάκτου είναι μια υπέροχη και αξιοζήλευτη έκδοση. Ξεχωρίζει εύκολα γιατί έκανε την υπέρβαση στον σημερινό εκδοτικό χώρο, μια υπέρβαση που σίγουρα δεν εκτιμήθηκε όσο της άξιζε. Δεν είναι αργά να την αναζητήσετε και να εκτιμήσετε τις αδιαμφισβήτητες αρετές της.

                                                                                                       Μαραμπού




"Οδυσσέας", Τζέημς Τζόυς, μετ. Ελευθέριος Ανευλαβής, εκδ. Κάκτος, 2014, σελ 1098

26/8/16

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (η ώρα της) του Μαραμπού




Ίσως το διασημότερο και πιο διαδεδομένο κεφάλαιο του βιβλίου, κυρίως στους κύκλους εκείνους των αναγνωστών που διατείνονται περήφανα ότι έχουν διαβάσει, χωρίς ωστόσο ισχυρές αποδείξεις, τον Οδυσσέα. Επίσης, το οργασμικό τέλος του που συμπτίπτει και με το τέλος του ίδιου του βιβλίου, αποτελεί το σήμα κατατεθέν του Οδυσσέα – ακόμα και εκείνοι που δε θέλουν να ξέρουν εκ των προτέρων την τελευταία φράση ενός βιβλίου, την ξέρουν ήδη!

Διαβάζοντας τις πρώτες φράσεις του χωρίς στίξη κεφαλαίου αμέσως σου έρχονται στο μυαλό όσα βιβλία θυμάσαι να έχεις διαβάσει ή δει γραμμένα με αυτόν τον τρόπο. Σίγουρα πρώτος στο μυαλό έρχεται ο Μπέκετ και το βιβλίο του Πώς είναι. Μετά ο Σαραμάγκου και ο Μπέρνχαρντ, που αμφότεροι ξεχνούν να βάλουν τελεία αλλά χρησιμοποιούν λίγα περισσότερα κόμματα. Σίγουρα και άλλοι. Ο Τζόυς δεν έστυψε ιδιαίτερα την φαντασία του για να σκεφτεί αυτόν τον τρόπο γραφής της Πηνελόπης. Η δικιά του Πηνελόπη, η Νόρα, του τον χάρισε απλόχερα και εκείνος φρόντισε μόνο να του εμφυσήσει λογοτεχνία! Στην εισαγωγή του βιβλίου “Γράμματα στη Νόρα” υπάρχει ένα γράμμα της Νόρα που είναι γραμμένο με αυτόν τον χειμαρρώδη και χαρακτηριστικό τρόπο που συναντάμε και στην Πηνελόπη.

«Αγαπημένε Τζιμ νιώθω τόσο κουρασμένη απόψε που δεν μπορώ να πω πολλά ευχαριστώ πολύ για το γλυκό σου γράμμα που έλαβα απροσδόκητα σήμερα το βράδυ ήμουν πολύ απασχολημένη όταν ήρθε ο Ταχυδρόμος έτρεξα και κλειδώθηκα σ' ένα δωμάτιο να διαβάσω το γράμμα σου με κάλεσαν πέντε φορές αλλά καμώθηκα πως δεν άκουσα τώρα είναι εντεκάμισι και δεν χρειάζεται να σου πω ότι με το ζόρι κρατάω τα μάτια μου ανοιχτά και είμαι κατευχαριστημένη που θα ξεραθώ στον ύπνο τώρα δεν μπορώ να σε σκεφτώ όσο θέλω όταν ξυπνήσω το πρωί δεν θα σκέφτομαι τίποτ' άλλο έξω από σένα αύριο το απόγευμα στις 7 μ.μ.».


Σ' αυτό το δείγμα γραφής, μπορούμε με σχετική ασφάλεια να μαντέψουμε σε ποιο σημείο γίνονται οι παύσεις ή πού μπαίνουν τα κόμματα. Ωστόσο υπάρχουν μερικά σημεία που σου προκαλούν σύγχυση καθώς τα διαβάζεις με μια ανάσα. Όπως η λέξη “ευχαριστώ” που για μια στιγμή πιστεύεις ότι κολλάει θαυμάσια στην προηγούμενή της, πριν διαπιστώσεις ότι το σωστό είναι να την ταιριάξεις με την επόμενη! Ή, ανάμεσα στις λέξεις “πέντε φορές” και “καμώθηκα”, αν λείψει το “αλλά” τότε το νόημα θα γίνει κάπως πιο δυσνόητο και πιο ελκυστικό ταυτόχρονα. Τέτοιες επεμβάσεις κάνει πάρα πολλές ο Τζόυς, στον μονόλογο της Μόλλυ, μετατρέποντάς τον σε ένα αρκετά δύσκολο κεφάλαιο. Γι' αυτό και δεν θα προσπαθήσω να βάλω κάποιο απόσπασμα από τον μονόλογο, θα ήταν απλώς ξεκρέμαστες λέξεις. Αυτός ο χωρίς στίξη και ειρμό λόγος μοιάζει επιπροσθέτως να συμβαδίζει με το στερεότυπο που θέλει τον εσωτερικό κόσμο μιας γυναίκας χειμαρρώδη και αλλοπρόσαλλο.

Η σπανιότητα κεφαλαίων γραμμάτων και οι σχοινοτενείς προτάσεις του μονολόγου της Μόλλυ είναι, βεβαίως, άμεσα συνδεδεμένες με τη θεωρία του Τζόυς για τον τρόπο σκέψης της (και για τον γυναικείο τρόπο σκέψης εν γένει) ως πλημμυρίδας, σε αντίθεση προς τη σειρά των μικρών αλμάτων του Μπλουμ και των κάπως μεγαλύτερων του Στήβεν. 




Ακούμε για πρώτη φορά τη φωνή της Μόλλυ μόλις στο τελευταίο κεφάλαιο. Επειδή τα πρώτα λόγια της Μόλλυ είναι και τα τελευταία της, νομίζω ότι η επιλογή της δομής του κεφαλαίου από τον Τζόυς είναι η καλύτερη δυνατή. Αν ο Τζόυς ήθελε να γνωρίσουμε τις σκέψεις της Μόλλυ καλύτερα, θα τις έφερνε στο προσκήνιο πιο νωρίς και μέσω πιο στρωτών αφηγήσεων. Ό,τι μαθαίνουμε σποραδικά για κείνη, είναι μέσω του Μπλουμ. Ένω σε όλη τη διάρκεια του βιβλίου σαρωνόμαστε από τις σκέψεις του Μπλουμ και του Στέφανου, ξαφνικά καλούμαστε να γνωρίσουμε τις σκέψεις της Μόλλυ σε μια σπιντάτη αφήγηση που δεν μας επιπρέπει αναστοχασμούς και παρατηρήσεις.

Πέραν των προτύπων της, η Μόλλυ είναι μια γυναίκα που έχει παρεξηγηθεί πολύ. Ο διάσημος μονόλογος στον οποίο “η σάρκα γίνεται λόγος” αδικείται από τη φήμη που έχει ως το αποκορύφωμα της σεξουαλικής ελευθεριότητας, ούτε ανταποκρίνεται στην περιγραφή από μερικούς συγγραφείς ως το αποκορύφωμα της απάνθρωπης, άδικης και αντιφεμινιστικής ανάλυσης. Αν η Μόλλυ ήταν πράγματι ελευθεριάζουσα στη συμπεριφορά της, ο Τζόυς δεν θα την είχε κάνει ηρωίδα του, διότι του χρειαζόταν μια συνηθισμένη γυναίκα για να αντισταθμίσει τις ιδιορρυθμίες του Μπλουμ.

Μόλις λίγα λεπτά πριν, στην προσπάθειά του να κοιμηθεί, ο “ιδιόρρυθμος” Μπλουμ είχε μετρήσει 25 (συν 1) εραστές της Μόλλυ, ανάμεσά τους δύο ιερωμένους, έναν δήμαρχο, έναν δημοτικό σύμβουλο, έναν γυναικολόγο, έναν λούστρο και έναν καθηγητή. Στο βιβλίο είναι σαφές ότι η Μόλλυ εξομολογήθηκε στους δύο ιερωμένους, συμβουλέυτηκε τον γυναικολόγο και χαριεντίστηκε με όλους τους άλλους. Η Μόλλυ αναθυμάται όλες τις ερωτικές της περιπέτειες, με έναν τρόπο όμως αρκετά μπερδεμένο που προκαλεί σύγχυση στον αναγνώστη, ο οποίος καταφέρνει να εντοπίσει κυρίως τα αποσπάσματα που αφορούν τον Μπλουμ, παρόλο που ποτέ δεν κατονομάζεται. Σε όλο τον μονόλογό της ο Τζόυς της επιτρέπει να αναφέρεται στους διάφορους άντρες που έχει γνωρίσει, κυρίως με το “αυτός” και με κάποια τυχαία ένδειξη ότι αλλάζει κάπου-κάπου το πρόσωπο. Οι σκέψεις της Μόλλυ είναι σαφώς αρκετά αντρικές, σε σημείο να εγείρουν μέχρι και φεμινιστικές αντιδράσεις. Ο ίδιος ο Τζόυς όμως, με τον ενθουσιασμό που τον διακατείχε όταν μιλούσε για το βιβλίο του, περιγράφει την δομή της Πηνελόπης, σε κάποιον φίλο του, ως εξής:

[...] η Πηνελόπη είναι η αποθέωση του βιβλίου. Η πρώτη πρόταση περιέχει 2500 λέξεις. Υπάρχουν οκτώ προτάσεις στο επεισόδιο. Αρχίζει και τελειώνει με τη θηλυκή λέξη ναι. Περιστρέφεται σαν την τεράστια γήινη σφαίρα αργά, σίγουρα και ήρεμα, στροβιλίζεται γύρω-γύρω, τα τέσσερα σημεία του ορίζοντός της που είναι τα γυναικεία στήθη, ο πισινός, η μήτρα και το μουνί εκφράζονται με τις λέξεις επειδή, πάτος (σε όλες τις έννοιες, κάτω κουμπί, πάτος της τάξης, πυθμένας της θάλασσας, βάθη της καρδιάς του), γυναίκα, ναι. Αν και ίσως το πιο άσεμνο από όλα τα προηγούμενα επεισόδια εμένα μου φαίνεται απόλυτα εχέφρων χορτασμένη αμοραλιστική, γονιμοποιήσιμη αναξιόπιστη θελκτική δαιμόνια περιορισμένη γνωστική αδιάφορη Weib. Ich bin der [sic] Fleish der stets bejaht.




Ο ίδιος ο Έλμαν επεξηγεί το νόημα της φράσης. “Γυναίκα. Εγώ είμαι το κρέας που λέει πάντα ναι”. Ο Τζόυς παίζει με τον χαρακτηρισμό του Μεφιστοφελή για τον εαυτό του, στον Φάουστ του Γκαίτε, πράξη 1η: “Είμαι το πνεύμα που πάντα αρνείται”. Πέρα από τα όποια αντιφατικά αισθήματα προκαλεί η ανάγνωση της Πηνελόπης, πρόκειται για ένα κεφάλαιο που ολοκληρώνει υπέροχα τον Οδυσσέα. Ο Τζόυς μυθοποιεί την γυναίκα του Νόρα και την εδραιώνει μέσα στα στενά όρια της αιωνιότητας! Η γυναίκα που αρνιόταν πεισματικά ναι σε όλη της την ζωή να διαβάσει τον Οδυσσέα παρά τις πιέσεις του Τζόυς εκείνη που διάβασε μόνο την Μουσική Δωματίου ναι και μερικά διηγήματα των Δουβλινέζων εκείνη που αδιαφορούσε για την διανόηση και το πνεύμα ναι αλλά με τον τρόπο της ναι το αναγνώριζε και το εκτιμούσε δεν ξέρω αν ο άντρας μου είναι μεγαλοφυία για ένα πράγμα όμως είμαι σίγουρη πως σαν κι αυτόν δεν υπάρχει άλλος εκείνη ναι που παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε στην συμβιωσή με μια μεγαλοφυία ναι τον ακολουθούσε πιστά σε όλες τις διαδρομές έξω από και μέσα στο μυαλό του εκείνη ναι έλεγε ναι θέλει Ναι. 


                                                                                       Μαραμπού 




"Οδυσσέας", Τζέημς Τζόυς, μετ. Ελευθέριος Ανευλαβής, εκδ. Κάκτος, 2014, σελ 1098



4/8/16

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (2 π.μ.) του Μαραμπού



Σχεδόν κάθε κεφάλαιο του Οδυσσέα έχει μια δική του ιδιάζουσα τεχνική που αξίζει να μελετηθεί και να αναλυθεί. Ξεχώρισα χονδρικά δύο είδη τεχνικής που με εντυπωσίασαν βαθιά. Το πρώτο είναι όταν η γλώσσα υποβόσκει κάτω από την επιφάνεια όλου του κεφαλαίου και γίνεται αντιληπτή από τον αναγνώστη μόνο ανεπαίσθητα, συνωμοτικά – τέτοια κεφάλαια είναι οι Σειρήνες (με την μουσικότητά τους), τα Βόδια του Ήλιου (με την προϊούσα διάλυση και αναδιάταξη της γλώσσας), ο Εύμαιος (με την νυσταλέα γλώσσα του). Το άλλο είδος περιλαμβάνει κεφάλαια που χρησιμοποιούν την γλώσσα ως εξωτερικό δομικό υλικό, κάτι που χτυπάει αμέσα στο μάτι, μια ωραία πρόσοψη – παραδείγματα αυτού του είδους είναι ο Αίολος (που είναι γραμμένος με τον τρόπο και την ρητορική που θα ήταν γραμμένη και μια εφημερίδα) και η Ιθάκη (που είναι γραμμένη... αλλά μην βιάζεστε, θα τα πούμε παρακάτω).  Δεν ξέρω κατά πόσο εκφράζω ορθά αυτή την διάκριση, στο μυαλό μου είναι σαφώς πιο ξεκάθαρη! Και τα υπόλοιπα κεφάλαια έχουν πάμπολλες ιδιαιτερότητες και εκπλήξεις που δεν περνούν απαρατήρητες, αλλά αυτές οι δύο “κατηγορίες” με εξέπληξαν περισσότερο.

Η Ιθάκη, λοιπόν, είναι ένα κεφάλαιο γραμμένο με επιστημονική ακρίβεια (όχι μόνο με την μεταφορική έννοια αλλά και με την κυριολεκτική). Και όπου υπάρχει επιστήμη απουσιάζει το συναίσθημα! Μοιάζει να αποτελεί ένα διάλειμμα ανάμεσα στον συναισθηματισμό του Εύμαιου και την συναισθηματική έκρηξη της Πηνελόπης. Είναι όλο γραμμένο σε στυλ ερωταπαντήσεων, σαν να πρόκειται για τα λήμματα μιας εκλαϊκευμένης επιστημονικής εγκυκλοπαίδειας ή ενός σχολικού εγχειριδίου φυσικής. Τα γεγονότα παρουσιάζονται με την ψυχρή ματιά ενός αστυνομικού ερευνητή που μελετά την σκηνή ενός εγκλήματος και στοχάζεται πάνω στα υποτιθέμενα κίνητρα του δολοφόνου!

Ο Μπλουμ και ο Στέφανος βρίσκονται στο σπίτι της οδού Εκκλς 7 και συζητούν για διάφορα θέματα, μια συζήτηση που ξεκίνησαν μετά την αποχώρησή τους από το καπηλειό.

Ποια ήταν η ακουστική αίσθηση του Στέφανου;
Άκουσε σε μια εμβριθή αρχαία ανδρική άγνωστη μελωδία τη συσσώρευση του παρελθόντος.

Ποια ήταν του Μπλουμ η οπτική αίσθηση;
Αυτός είδε σε μια έξυπνη νεαρή ανδρική οικεία μορφή το πεπρωμένο του μέλλοντος.
Το παραπάνω απόσπασμα συνοψίζει όλη την σχέση μεταξύ Μπλουμ και Στέφανου, όλες τις ανομοιότητες του χαρακτήρα τους, αλλά και εκείνες τις καλά κρυμμένες ομοιότητες. Είναι η τελευταία φορά που συναντάμε τον Στέφανο, ετοιμαζόμαστε να τον αποχαιρετήσουμε και ο Τζόυς μας επιφυλάσσει μια θεαματική έξοδό του. Αφού αρνηθεί την πρόταση του Μπλουμ να κοιμηθεί στο σπίτι του, βγαίνουν για λίγο στην πίσω αυλή για να θαυμάσουν τον έναστρο ουρανό (Το ουρανόδεντρο των άστρων κρεμόταν με υγρό νυχτογάλαζο φρούτο), και με πρόταση του Στέφανου ο ένας μετά τον άλλον αρχίζουν να κατουρούν ατενίζοντας τα άστρα. Ο επιστημονικός λόγος του Τζόυς, δεν ξεχνά να μας δώσει και την λεπτομερή τροχιά των ουρήσεών τους!

Και μόνο οι ερωτήσεις των ερωταπαντήσεων μπορούν να αποτελέσουν μία επαρκή περίληψη του κεφαλαίου. Αν τις διαβάσεις μεμονωμένα, αυτές τις ποιητικές διατυπώσεις, μπαίνεις στο πειρασμό να δώσεις και δικές σου απαντήσεις, κάτι με το οποίο ίσως συμφωνούσε και ο ίδιος ο Τζόυς. Ανακάλυψε ο Μπλουμ κοινούς παράγοντες ομοιότητας μεταξύ των αντιστοίχων ομοίων και ανομοίων αντιδράσεών τους στην εμπειρία; Γιατί η απουσία φωτός τον ενοχλούσε λιγότερο από την παρουσία θορύβου; Γιατί μπορούσε αυτός τότε να ανέχεται αυτό το χάσιμο χρόνου του με τη μεγαλύτερη αταραξία; Ποιο παράδειγμα επικαλέστηκε για να πείσει τον Στέφανο ότι η πρωτοτυπία, αν και μπορεί να αποφέρει ανταμοιβή αφ' εαυτήν, δεν συντείνει πάντοτε στην επιτυχία; Πώς είχε αυτός προσπαθήσει να θεραπεύσει αυτή την κατάσταση συγκριτικής άγνοιας; Γιατί απέφευγε την εικοτολογία; Τι ανακούφισε την παρανόησή του; Για ποιο πλάσμα η πόρτα εξόδου ήταν πόρτα εισόδου; Ποιες ειδικές συγγένειες του φαινόταν ότι υπήρχαν μεταξύ της σελήνης και της γυναίκας; Για ποιο λόγο αυτός σκεφτόταν σχέδια τόσο δύσκολα να πραγματοποιηθούν; Με ποιες σκέψεις αυτός, ένας συνειδητός αντιδρών εναντίον του κενού της αβεβαιότητας, αιτιολόγησε στον εαυτό του τα συναισθήματά του;



Στο κεφάλαιο Άδης, είχα εντοπίσει θυμάμαι μια αναφορά του Τζόυς που μου είχε φανεί πολύ παράταιρη και είχα υποψιαστεί ότι δύσκολα θα ξανακάνει εμφάνιση ανάλογη σκέψη στο υπόλοιπο κείμενο. Ο Μπλουμ τότε είχε αναρωτηθεί, γιατί δεν βρίσκουν κάποιον αυτοματισμό για να αντικαταστήσουν έναν χειροκίνητο χειρισμό στις γραμμές του τραμ. Στην “επιστημονική” Ιθάκη, αρκετές σελίδες μετά, ο Μπλουμ αφού πρώτα κάνει διαμοιρασμό ιδιοσυγκρασιών (Ποιες δύο διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες αντιπροσώπευαν αυτοί; Την επιστημονική. Την καλλιτεχνική.), αποκαλύπτει την επιστημονική του κλίση, κυρίως προς την εφαρμοσμένη επιστήμη:

Ποιες αποδείξεις επικαλέστηκε ο Μπλουμ για να αποδείξει πως η τάση του ήταν μάλλον προς την εφαρμοσμένη, παρά τη θεωρητική, επιστήμη;
Ορισμένες πιθανές εφευρέσεις τις οποίες στοχάστηκε όταν ήταν ξαπλωμένος σε μια κατάσταση ύπτιας πλησμονής για να βοηθήσει την πέψη, παρακινημένος από την εκτίμησή του για τη σπουδαιότητα των εφευρέσεων που τώρα είναι κοινές αλλά κάποτε επαναστατικές, για παράδειγμα, το αεροναυτικό αλεξίπτωτο, το κατοπτρικό τηλεσκόπιο, ο σπειροειδής εκπωματιστήρας, η παραμάνα, το σιφώνιο μεταλλικού νερού, η δεξαμενή ρύθμισης στάθμης με βαρούλκο και υδατοφράκτη, η αντλία αναρροφήσεως.

Μόλις φεύγει ο Στέφανος και ο Μπλουμ μένει μόνος του στο σπίτι, αρχίζει μία περιγραφή και καταγραφή (με επιστημονική ακρίβεια, πάντα) διαφόρων αντικειμένων, των επίπλων, των συρταριών μετά των περιεχομένων τους, των βιβλίων της βιβλιοθήκης, και πολλών άλλων. Όποιος έχει διαβάσει το αριστούργημα του Ζορζ Περέκ “Ζωή, οδηγίες χρήσεως” μοιραία θα αναγνωρίσει στην Ιθάκη τον πλέον χαρακτηριστικό πρόγονό του! Ο Περέκ βέβαια πήγε αυτήν την “τέχνη των πραγμάτων” πολύ μακρύτερα, αλλά δεν μπορείς να μην εντυπωσιαστείς στιγμιαία από την βαθιά επίδραση που είχε το έργο του Τζόυς στους επιγόνους του. Λιγότερο εμφανή επιρροή έχει ασκηθεί και σε τόσους άλλους συγγραφείς. Για να την ανακαλύψετε όμως απαιτείται και μια χρονική συγκυρία που θα την αναδείξει. Είχα διαβάσει πριν χρόνια τους Παλιούς Δασκάλους του Τόμας Μπέρνχαρντ. Κάποια τυχαία στιγμή, μια συναναγνώστρια του Οδυσσέα που τότε διάβαζε την Ιθάκη, μου υπέδειξε να διαβάσω  ένα υπέροχο απόσπασμα του μεγάλου Αυστριακού που είχε ποστάρει στο προφίλ του ένας διαδικτυακός μας φίλος. Πιστεύουμε ότι μπορούμε μετά να προσκολληθούμε στον Σαίξπηρ ή στον Καντ, μα αυτό είναι πλάνη, ο Σαίξπηρ και ο Καντ και όλοι οι άλλοι, που τους έχουμε αναγορεύσει στο διάβα της ζωής μας σε κατά τη γνώμη μας μεγάλους, μας αφήνουν σύξυλους ακριβώς τη στιγμή που τους έχουμε μεγάλη ανάγκη, είπε ο Ρέγκερ, δεν είναι για μας λύση και δεν είναι για μας παρηγοριά, ξαφνικά είναι για μας μόνο σιχαμεροί και ξένοι, όλα όσα σκέφτηκαν και έπειτα έγραψαν κιόλας αυτοί οι λεγόμενοι μεγάλοι και σπουδαίοι μας αφήνουν ανέγγιχτους, είπε ο Ρέγκερ. Πιστεύουμε πάντοτε ότι μπορούμε να στηριχτούμε την αποφασιστική στιγμή, συνεπώς τη στιγμή την αποφασιστική για τη ζωή, σ'αυτούς τους λεγόμενους μεγάλους και σπουδαίους, όπως πάντοτε, μα αυτό είναι σφάλμα, ακριβώς τη στιγμή την αποφασιστική για τη ζωή μάς παρατούν μονάχους όλοι αυτοί οι σπουδαίοι και μεγάλοι και αθάνατοι, όπως θα λέγαμε, δεν μας δίνουν τίποτα περισσότερο σε μια τέτοια στιγμή αποφασιστική για τη ζωή, μας δίνουν μόνο να καταλάβουμε ότι και ανάμεσά τους είμαστε μονάχοι, είμαστε παρατημένοι μονάχοι μας με μια πέρα για πέρα φοβερή έννοια, είπε ο Ρέγκερ. Κατόπιν με προέτρεψε να διαβάσω ένα απόσπασμα της Ιθάκης σε συνάρτηση με εκείνο του Μπέρνχαρντ. Και εγώ τα διάβασα μαζί, τα συνδύασα και  θαύμασα πόσο σπουδαία μπορεί να γίνει ώρες ώρες η λογοτεχνία, ακόμα και αν δεν μας δίνει (η ρουφιάνα) όλες τις απαντήσεις!




Ποια εγκεφαλική δραστηριότητα συνόδευε αυτή τη συχνά επαναλαμβανόμενη ενέργεια;
Συμπεραίνοντας δι' επισκοπήσεως αλλά εσφαλμένα ότι αυτός ο σιωπηλός του σύντροφος είχε εμπλακεί σε διανοητική σύνθεση συλλογίστηκε τις χαρές που αποκομίζει κανείς από την διδακτική λογοτεχνία παρά από την ψυχαγωγική καθώς ο ίδιος είχε προσφύγει στα έργα του Γουίλλιαμ Σαίξπηρ περισσότερες από μια φορές για την επίλυση δύσκολων προβλημάτων της φανταστικής ή της πραγματικής ζωής.

Είχε βρει τις λύσεις τους;
Παρά το προσεκτικό και επανειλημμένο διάβασμα ορισμένων κλασικών αποσπασμάτων, βοηθούμενος από λεξιλόγιο, είχε αποκομίσει ατελή πεποίθηση από το κείμενο, με τις απαντήσεις να μην αποφέρουν σε όλα τα σημεία.



Αποκαμωμένος από την κουραστική πολυσέλιδη μέρα του, ο Λεοπόλδος Μπλουμ ξαπλώνει στο κρεβάτι του, σε ανεστραμμένη κατεύθυνση σε σχέση με το σώμα της Μόλλυ. Λίγο πριν κοιμηθεί, αντί προβάτων, θα μετρήσει έναν έναν τους 25 εραστές της Μόλλυ (και 26ο τον Μπόυλαν) και θα κλείσει τα μάτια του, για να δώσει την σκυτάλη στην χειμαρρώδη φωνή της Μόλλυ που εντός ολίγου πρόκειται να ξυπνήσει. Καθένας ή Κανένας, έχει πια κοιμηθεί.

Ποιες γενικές διωνυμικές ονομασίες θα του ανήκαν ως οντότητα και μη οντότητα;

Εικαζόμενος από όλους ή γνωστός σε κανέναν. Καθένας ή Κανένας.



                                                                                               Μαραμπού




"Οδυσσέας", Τζέημς Τζόυς, μετ. Ελευθέριος Ανευλαβής, εκδ. Κάκτος, 2014, σελ 1098





26/7/16

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (1 π.μ.) του Μαραμπού



Το κεφάλαιο Εύμαιος είναι το πλέον συγκινητικό του Οδυσσέα. Τζόυς εναντίον Τζόυς! Μια σχέση όμως καθόλου συγκρουσιακή και δηλητηριώδης αλλά τρυφερή που λειαίνει τις διαφορές και συμπληρώνει τα δύο μέρη. Οι δύο εκδοχές του Τζόυς, Στέφανος και Μπλουμ, συναντώνται στο δέκατο έκτο κεφάλαιο του Οδυσσέα και σκιαγραφούν μπροστά στα μάτια μας το εσωτερικό πορτρέτο αυτού του μυθικού συγγραφέα! Ό,τι υπέροχο διαβάσαμε στην Βιογραφία του Έλμαν για την συναρπαστική ζωή του Τζέημς Τζόυς, εδώ παίρνει την λογοτεχνική θεία πνοή του. Ο Στέφανος, ο οποίος δικαιωματικά είχε αποκτήσει το προσωπικό του πορτρέτο λίγα χρόνια πριν, σε αυτό το κεφάλαιο παραμένει χαμηλών τόνων και εν πολλοίς σιωπηλός, δίνοντας φωνή στον γηραιότερο εαυτό, τον Λεοπόλδο Μπλουμ.

Μετά την έντονη νύχτα στο άντρο της Κίρκης, οι δύο άντρες βρίσκουν καταφύγιο στο Καταφύγιο του Αμαξά, ένα καπηλειό για τους ξενύχτηδες και τους απόκληρους. Εκεί ο Μπλουμ προσπαθεί να πείσει τον Στέφανο να πιει έναν καφέ και να φάει κάτι. Γρήγορα, γίνονται αντικείμενο παρατήρησης από τους υπόλοιπους πελάτες και ένας παράξενος ναυτικός τους πλησιάζει και αρχίζει να τους λέει ναυτικές ιστορίες. Οι ιστορίες του κινούνται δυσδιάκριτα ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα, όμως όταν οι διηγήσεις φτάνουν στην Ισπανία, ο Μπλουμ δεν μπορεί παρά να ρωτήσει με ενδιαφέρον, Είδες τον βράχο του Γιβραλτάρ;, αναφερόμενος στην καταγωγή της γυναίκας του Μόλλυ.


Όταν η ατμόσφαιρα ζεσταίνει και οι δυο παράξενοι θαμώνες γίνονται αποδεκτοί από τους συνήθεις νυχτερινούς πελάτες, η συζήτηση μεταξύ Μπλουμ και Στέφανου αρχίζει να φουντώνει, με αφορμή την διακριτική είσοδο μιας πόρνης με σκοπό να ψαρέψει πελάτες. Ο Μπλουμ θεωρεί κίνηση θράσους την είσοδο της εξαθλιωμένης και άρρωστης πόρνης (χωρίς να αγνοεί το γεγονός ότι ίσως κάποιος άντρας την έφερε σε αυτό το σημείο), με τον Στέφανο να απαντά:

- Σ' αυτή τη χώρα οι άνθρωποι πουλάνε πολύ περισσότερα απ' όσα είχε ποτέ αυτή και κάνουν και χρυσές δουλειές. Μη φοβάσαι αυτούς που πουλάνε το σώμα αλλά δεν έχουν δύναμη να αγοράσουν την ψυχή. Αυτή είναι ένας κακός έμπορος. Αγοράζει ακριβά και πουλάει φθηνά.

Αμέσως ξεκινά μια διαμάχη περί ψυχής, η οποία καταλήγει στην σκέψη του Μπλουμ για το χάσμα γενεών ανάμεσα στους δύο συνομιλητές. Σε αυτό το ακανθώδες σημείο εντούτοις οι απόψεις του ζεύγους, καθώς βρίσκονταν στους αντίποδες από άποψη παιδείας και οτιδήποτε άλλο, με σημαντική διαφορά στην ηλικία, ήρθαν σε σύγκρουση. Εδώ, ο Τζόυς επιλέγει πλευρά, τάσσεται απερίφραστα υπέρ του Μπλουμ, της ώριμης εκδοχής, την στιγμή κιόλας που και ο ίδιος ο συγγραφέας ηλικιακά νιώθει πιο κοντά προς αυτόν. Αυτό φαίνεται και από την μονοπώληση της κουβέντας από τον Μπλουμ που παρουσιάζει σταθερά και με κάθε ευκαιρία την κοσμοθεωρία του, και παρά το μεθύσι του Στέφανου το οποίο θα μπορούσε να αποτελεί μια δικαιολογία για την σιωπή του. Όπως δείχνει και το προσχέδιο στην αρχή του βιβλίου, το πρώτο κεφάλαιο είχε την τεχνική της αφήγησης από την πλευρά του νεαρού αφηγητή ενώ το δέκατο έκτο από την πλευρά του ώριμου. Ο Στέφανος διατηρεί μια απαράμιλλη γοητεία ως χαρακτήρας του βιβλίου, όμως για τον Τζόυς μοιάζει να αποτελεί μια ρομαντική εικόνα του εαυτού του την οποία έχει αφήσει πια στο παρελθόν.



Στο καπηλειό δεν αργούν να αναπτύξουν και πολιτικά θέματα. Ο ιδιοκτήτης του Καταφυγίου είναι ή υποτίθεται ότι είναι ο διαβόητος Κατσικογδάρτης της εθνικιστικής ομάδας οι Ανίκητοι που δολοφόνησε Άγγλους αξιωματούχους στο Πάρκο του Φοίνικα στο Δουβλίνο. Καθώς η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από την Ιρλανδία και την Αγγλία, ο Κατσικογδάρτης λέει, Αλλά η μέρα της απόδοσης λογαριασμού, (...) ήταν επικείμενη για την τρανή Αγγλία, παρά τη δύναμή της του άνομου κέρδους λόγω των εγκλημάτων της. Θα υπάρξει μια πτώση και θα είναι η μεγαλύτερη πτώση στην ιστορία. Είναι σχεδόν αδύνατο να μην φέρεις στο μυαλό σου το πρόσφατο Brexit, διαβάζοντας την παραπάνω φράση. Η πορεία της συζήτησης κάνει τον Μπλουμ να θυμηθεί και να πει του Στέφανου, για την προσβολή του Πολίτη και πώς εκείνος την απέκρουσε λέγοντας πως και ο Θεός, ο Χριστός, είναι Εβραίος. Με την αφορμή αυτή, ο Τζόυς παρουσιάζει ξανά, πιο φανερά από κάθε άλλη φορά, όλη την ουσία του βιβλίου, όλη την γοητεία του σύγχρονου Οδυσσέα του:

[...] Είναι δύσκολο να τεθούν σκληροί και σταθεροί κανόνες για το σωστό ή το λάθος, όμως χώρος για βελτίωση σίγουρα υπάρχει αν και κάθε χώρα, συμπεριλαμβανομένης και της βασανισμένης δικής μας, έχει την κυβέρνηση που της αξίζει. Αλλά με λίγη καλή θέληση απ' όλες τις μεριές. Είναι πολύ ωραίο να καμαρώνεις για αμοιβαία υπεροχή αλλά τι γίνεται με την αμοιβαία ισότητα; Απεχθάνομαι τη βία και τη μισαλλοδοξία οποιουδήποτε σχήματος και μορφής. Ποτέ δεν οδηγεί πουθενά ούτε σταματά τίποτα. Μια επανάσταση πρέπει να γίνει με δόσεις. Είναι αδιαμφισβήτητος παραλογισμός καταπώς φαίνεται να μισείς ανθρώπους επειδή ζουν από την άλλη μεριά του δρόμου και μιλούν μια άλλη ντοπιολαλιά, στο διπλανό σπίτι ούτως ειπείν.




Είναι αστείο και συνάμα συγκινητικό το παιχνίδισμα που κάνει ο Τζόυς με τις δύο εκδοχές. Βάζει τον Μπλουμ να κάνει τρυφερές σκέψεις για τον νεαρό και πολλά υποσχόμενο Στέφανο (Έχετε κάθε δικαίωμα να ζήσετε με την πένα σας σε αναζήτηση της φιλοσοφίας σας όπως έχει και ένας χωρικός. Γιατί; Και οι δυο ανήκετε στην Ιρλανδία, το μυαλό και η σωματική ρώμη, το καθένα είναι εξίσου σπουδαίο), χωρίς ωστόσο ο υπερόπτης και αδιάλλακτος νεαρός να μην απαντήσει για ακόμα μια φορά (...η Ιρλανδία είναι σπουδαία επειδή αυτή ανήκει σε μένα). Να ελπίζει ότι ο άστατος χαρακτήρας του δε θα σταθεί εμπόδιο στην καλλιτεχνική του πορεία (...παρ' όλα αυτά, έφερε στο μυαλό του περιπτώσεις καλλιεργημένων ανθρώπων λαμπρά υποσχόμενων που μαράθηκαν στο μπουμπούκιασμα από πρώιμο σάπισμα και κανείς άλλος δεν φταίει παρά αυτοί οι ίδιοι). Ή να τον φαντάζεται ότι διαπρέπει στην μουσική (Ένα ξεκίνημα όλο κι όλο ήταν αυτό που χρειαζόταν. Επειδή ήταν σχεδόν σίγουρος πως αυτός είχε τη φωνή του πατέρα του για να στηρίξει τις ελπίδες του...). Δηλαδή, όπως ο ίδιος ο Τζόυς που αν δεν γινόταν τελικά ένας σπουδαίος συγγραφέας θα γινόταν σίγουρα ένας σπουδαίος τενόρος! Όλη αυτή η αλυσίδα των σκέψεων συμπνυκνώνεται εντυπωσιακά σε μία συνισταμένη (Αν και δεν συμφωνούσαν σε όλα, υπήρχε μια ορισμένη αναλογία σαν ο νους και των δυο τους να ταξίδευε, ούτως ειπείν, στο ίδιο τρένο σκέψης) που εκτός από το ειρωνικό κλείσιμο του ματιού (αφού το άλλο είχε καλύπτρα!) του ίδιου του Τζόυς για τις δύο εκδοχές του, αποτελεί επίσης και μια όμορφη μεταφορά (μιας και μιλάμε για τρένο!) από την νεότητα στην ωριμότητα.

Από άποψη τεχνικής το κεφάλαιο Εύμαιος εντυπωσιάζει με την ευρηματικότητά του, όπως και κάθε άλλο κεφάλαιο που επιχείρησε να γράψει ο Τζόυς. Βρισκόμαστε στη μία η ώρα μετά τα μεσάνυχτα σε έναν χώρο μεθυσμένων ξενύχτηδων. Η γλώσσα λοιπόν, προσλαμβάνει νυσταλέα χαρακτηριστικά, σαν να προσπαθείς να συνομιλήσεις με την παρέα σου, ύστερα από ένα εξαντλητικά διασκεδαστικό βράδυ. Η αφήγηση πλατειάζει λίγο προσπαθώντας να κυκλώσει τα νοήματά της και η σύνταξη παλινδρομεί κουρασμένη σέρνοντας τα λεκτικά βήματά της. Συχνά σκέφτομαι αυτές τις ελευθερίες που έπαιρνε ο Τζόυς με την γλώσσα. Ένας εκδότης ή επιμελητής κειμένων ίσως να διόρθωνε έναν συγγραφέα που σκιαγράφησε έναν άνθρωπο της νύχτας να μιλάει σαν άγιος, ή θα δεχόταν με επιφύλαξη έναν μεθυσμένο χαρακτήρα βιβλίου να μιλάει με μπερδεμένα λόγια. Σχεδόν σίγουρα όμως, δεν θα δεχόταν ένα κεφάλαιο να μιλάει με μεθυσμένη κουρασμένη γλώσσα! Ίσως να κάνω λάθος, αλλά ο  Μπέντζι δε θα έβρισκε εύκολα φωνή στην σύγχρονη λογοτεχνία! Τώρα πια, οι εκδότες παρασυρόμενοι από τους ανυπόμονους αναγνώστες, δυσανασχετούν σε τέτοιες λεκτικές κατασκευές και τις θεωρούν απλώς κακότεχνες που δύσκολα θα πάρουν άδεια οικοδόμησης. Βέβαια, ο Τζόυς είναι μια μεγαλοφυία (όπως και ο Φώκνερ που μνημονεύω παραπάνω) και η γλώσσα του είναι τόσο καλοδουλεμένη που δεν μπορείς παρά να την αποδεχθείς ως έχει.

Ο Μπλουμ αποφασίζει να φιλοξενήσει τον Στέφανο στο σπίτι του και οι δυο τραβούν αγκαλιασμένοι, τραγουδώντας και συζητώντας προς την οδό Εκκλς. Στην αρχή του κεφαλαίου ο Μπλουμ τον είχε ρωτήσει:

Δεν θέλω να σας πιέσω στο παραμικρό, αλλά γιατί φύγατε από το πατρικό σας σπίτι;
- Για να αναζητήσω κακοτυχία, ήταν η απάντηση του Στέφανου.


Τώρα, καθώς ο Στέφανος κινείται προς το “πνευματικό” του πατρικό, ο Μπλουμ ίσως πιστεύει για εκείνον ότι μπορεί να του προσφέρει ένα μερίδιο καλοτυχίας το οποίο σίγουρα και αξίζει.

                                                               
                                                                                                       Μαραμπού



"Οδυσσέας", Τζέημς Τζόυς, μετ. Ελευθέριος Ανευλαβής, εκδ. Κάκτος, 2014, σελ 1098

14/7/16

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (12 τα μεσάνυχτα) του Μαραμπού





Η Κίρκη είναι το εκτενέστερο κεφάλαιο του Οδυσσέα. Περίπου 180 σελίδες. Το κεφάλαιο είναι γραμμένο σε θεατρική μορφή και αυτό έχει τα καλά του και τα κακά του. Το θετικό είναι ότι ύστερα από την συμπύκνωση του λόγου που συναντήσαμε στα Βόδια του Ήλιου, κάθε λευκό κομμάτι σελίδας μοιάζει να είναι σαν καλοκαιρινές διακοπές για το μυαλό! Επίσης, η παιγνιώδης και ερεθιστική διάθεση της πλοκής, ενισχύει αυτήν την εντύπωση. Το αρνητικό (για μένα, μακάρι να βρω και υποστηρικτές) είναι ότι δεν συμπαθώ καθόλου τα θεατρικά κείμενα, νιώθω μια δυσανεξία προς αυτά, τα θεωρώ ατελείς μορφές λόγου. Κυρίως με ενοχλούν οι ατελείωτες παρενθέσεις που μοιάζουν να προοικονομούν την συμπεριφορά και την στάση του ήρωα, μια τεχνική που δεν εκτιμώ διόλου στον γραπτό λόγο. Βέβαια, ο Τζόυς είναι η μεγαλειώδης εξαίρεση που επιβεβαιώνει περίτρανα τον κανόνα (μου).

Εδώ ο Τζόυς πυροδοτεί έναν ανεξέλεγκτο κόσμο φαντασίας με ένα κόντό φιτίλι πραγματικότητας. Βρισκόμαστε στην Νυχτερινή Πόλη, την περιοχή με τους οίκους ανοχής, όπου ο Μπλουμ καθώς την διασχίζει επιστρέφοντας στο σπίτι, βλέπει τον Στέφανο να κινείται στην περιοχή και σχεδόν αθέλητα τον ακολουθεί. Θα τον χάσω. Τρέχα. Γρήγορα. Καλύτερα να περάσω απέναντι εδώ. Μετά τις πρώτες 4-5 σελίδες που παρουσιάζεται το σκηνικό με τους οίκους ανοχής, τις πόρνες στις πόρτες και τους διάφορους πελάτες τους, ο Μπλουμ κυριαρχείται απόλυτα από το υποσυνείδητό του και γίνεται το υποχείριο μιας αλλοπρόσαλλης παραισθητικής ένωσης, σαν να είναι το θύμα μιας διανοητικής σαδομαζοχιστικής σχέσης. Και φυσικά, υποσυνείδητο χωρίς σεξ, τι σόι υποσυνείδητο είναι! Ο Έλμαν ερμηνεύει την απόφαση του Τζόυς να επιλέξει το συγκεκριμένο σκηνικό, ως εξής: Ακολουθώντας την μακρά σειρά των ομηρικών σχολιαστών, οι οποίοι ερμήνευσαν με ηθικούς όρους το άντρο της Κίρκης σαν χώρο πειρασμού, όπου αναδύονται τα ζωώδη ένστικτα των ανδρών, ο Τζόυς αποφάσισε να χρησιμοποιήσει ως σκηνικό του την περιοχή του Δουβλίνου με τα κόκκινα φανάρια.




Σε ένα υποσυνείδητο έχει λόγο το καθετί. Μιλούν οι καρέκλες, το σαπούνι, οι γλάροι, το πιάνο, οι καμπάνες, τα πάντα. Κυρίως όμως μιλάει ο άνθρωπος που κυριαρχείται από αυτό, δεν μπορεί να κρύψει τίποτα, δεν μπορεί να του επιβληθεί, αυτή τη φορά νιώθει ευάλωτος και αδύναμος. Ο Μπλουμ των έντεκα προηγούμενων κεφαλαίων, ο κυρίαρχος και συνειδητοποιημένος Μπλουμ, σε αυτό το κεφάλαιο διαλύεται και σκορπίζεται, και ο αναγνώστης με υπομονή μαζεύει τα κομμάτια του για να προσθέσει ένα ακόμα ψηφιδωτό στην εικόνα του αγαπημένου του ήρωα! Η αθώα Ναυσικά του 13ου κεφαλαίου γίνεται εδώ πόρνη εξαιτίας του Μπλουμ και παρά τις αρνήσεις του τελευταίου.

ΓΚΕΡΤΥ: Με ό,τι έχω και δεν έχω σε σένα κι εσύ. (Μουρμουρίζει) Εσύ το έκανες αυτό. Σε μισώ.

ΜΠΛΟΥΜ: Εγώ; Πότε; Ονειρεύεσαι. Ποτέ δε σε είδα.

ΓΚΕΡΤΥ: (Στον Μπλουμ) Όταν είδες όλα τα μυστικά του βρακιού του πισινού μου. (Πιάνει το μανίκι του, μυξοκλαίγοντας) Βρομερέ παντρεμένε άνρθωπε! Σε αγαπώ που μου το έκανες αυτό.
 
 Το υποσυνείδητο του Μπλουμ διαστρεβλώνει και αναπλάθει κάθε μία σκέψη του που ξέραμε από τα προηγούμενα κεφάλαια, που τίποτα όμως δεν μας επιτρέπει να αμφιβάλλουμε για την γνησιότητά τους (Το ένστικτο κυβερνά τον κόσμο. Στη ζωή. Στο θάνατο). Στην ουσία αυτές οι σκέψεις είναι περισσότερο αληθινές από τις “αληθινές”, δίνουν όλη την ανθρώπινη ουσία και προετοιμάζουν τον Οδυσσέα-Μπλουμ για την επιστροφή του στην Ιθάκη, όπως ονομάζεται το τρίτο μέρος του βιβλίου που ξεκινάει αμέσως μετά. Στο κεφάλαιο Κίρκη, συναντούμε λοιπόν τον Μπλουμ να κυριαρχείται από κρίσεις μεγαλείου και λίγο μετά να αυτοταπεινώται, με την μορφή ενός λαικού δικαστηρίου της συνείδησης που στήνεται εναντίον του. Την ταπείνωση θα γνωρίσει και στα χέρια της Μπέλλα Κοέν (μιας αρχιπουτάνας, υπαρκτό πρόσωπο της Νυχτερινής Πόλης) μέσω μιας σαδομαζοχιστικής σχέσης που θα υποστεί στα χέρια της (του). Ο Τζόυς βάζει τον ανδρόγυνο Μπλουμ να γίνεται υποχείριο στα χέρια της Μπέλλα η οποία σιγά σιγά αποκτά ανδρική υπόσταση και μετατρέπεται σε Μπέλλο.

ΜΠΛΟΥΜ: Μη γίνεσαι σκληρή, νοσοκόμα! Όχι!

ΜΠΕΛΛΟ: (Στραμπουλώντας) Ακόμη μια φορά!

ΜΠΛΟΥΜ: (Ουρλιάζει) Ω, η κόλαση η ίδια! Κάθε νεύρο στο κορμί μου πονάει σαν τρελό!

ΜΠΕΛΛΟ: (Φωνάζει) Ωραία, μα τον πισωγλέντη στρατηγό! Αυτά είναι τα καλύτερα νέα που άκουσα αυτές τις έξι βδομάδες. Άρπα τη, μη με κάνεις να περιμένω, π' ανάθεμά σε! (Τη χαστουκίζει στο πρόσωπο).

ΜΠΛΟΥΜ: (Κλαψουρίζοντας) Με χτυπάς. Θα το πω...

ΜΠΕΛΛΟ: Κρατάτε τον, κορίτσια, μέχρι να κάτσω οκλαδόν επάνω του.




Αυτό το επειδόσιο απηχεί τον Σάχερ Μαζόχ και το βιβλίο του “Η Αφροδίτη με την γούνα” που ο Τζόυς γνώριζε καλά. Παρότι ο Τζόυς ακολούθησε την πηγή εκ του σύνεγγυς, προχώρησε σε δυο βασικές τροποποιήσεις. Κατ' αρχάς η δική του εκδοχή του Σάχερ Μαζόχ παραπέμπει στο βαριετέ. Και δεύτερον, οι μαζοχιστικές φαντασιώσεις του Μπλουμ εξελίσσονται στο υποσυνείδητό του: μέμφεται τον εαυτό του και τον παρουσιάζει χειρότερο απ' ό,τι είναι, διότι έχει πλήρη συνείδηση ότι στην πραγματικότητα έχει κάνει υπερβολικά πολλές υποχωρήσεις.

Ο Μπλουμ μέσα στο υποσυνείδητό του φέρεται προστατευτικά απέναντι στον επαναστατημένο νεαρό, τον Στέφανο. Αν και στην αρχή του κεφαλαίου, μια νεαρή πόρνη, η Ζωή, τον ρωτά:

ΖΩΗ: (Καχύποπτα) Δεν είστε ο πατέρας, έτσι;

ΜΠΛΟΥΜ: Όχι εγώ.

...στην συνέχεια “αναιρεί” αυτή του την δήλωση μέσω των προστατευτικών κινήσεων απέναντι στον Στέφανο (τον παροτρύνει να μην πίνει πολυ, να φάει κάτι, κτλ). Αυτή η προστασία φθάνει στην κορύφωσή της μαζί με την κορύφωση του κεφαλαίου, όπου ο Στέφανος απειλείται από έναν στρατιώτη ο οποίος πιστεύει ότι πρόσβαλε την κοπέλα του. Ο  Τζόυς χρησιμοποιεί υπέροχα και το γεγονός ότι μετά τον Πόλεμο των Μπόερς διάφοροι στρατιώτες έβρισκαν παρηγοριά στις αγκάλες της Νυχτερινής Πόλης. Μάλιστα, εκείνη την εποχή ο Γκόγκαρτι (ο Μπακ Μάλλιγκαν του Οδυσσέα) είχε δημοσιεύσει ένα ποίημα γεμάτο συναισθηματισμό για τους ήρωες του πολέμου, που οι πρώτες λέξεις κάθε στίχου όμως σχημάτιζαν την ακροστιχίδα “Θα βρουν δουλειά οι πόρνες”, πράγμα που ήταν αρκετό για να κλείσει η εφημερίδα, όπως μας πληροφορεί ο Έλμαν. Μαζί με την μετέωρη προσβολή προς την κοπέλα του, ο στρατιώτης θίγεται για την ακόμα μεγαλύτερη προσβολή προς τον βασιλιά του.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: [...] (Χτυπάει ελαφρά το κούτελό του) Αλλά μέσα εδώ είναι που πρέπει να σκοτώσω τον ιερέα και τον βασιλιά.

[...]

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΚΑΡ: (Ελευθερώνεται και βγαίνει μπροστά) Τι είναι αυτά που λες για τον βασιλιά μου;

[...]

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: [...] Καταλαβαίνω την άποψή σου, αν και εγώ δεν έχω ο ίδιος βασιλιά προς το παρόν. [...] Εσύ πεθαίνεις για την πατρίδα σου. [...] Όχι ότι σου το εύχομαι. Αλλά εγώ λέω: Ας πεθάνει η πατρίδα μου για μένα.

[...]

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΚΑΡ: [...] Θα του τσακίσω το σβέρκο οποιανού γαμιά πει μια λέξη για τον γαμημένο μου βασιλιά.

Σ' αυτό το σημείο ο Τζόυς ανακαλεί ένα αληθινό περιστατικό όπου ο Μπλέηκ έδιωξε δυο στρατιώτες από τον κήπο του παρ' όλες τις διαμαρτυρίες τους ότι ως στρατιώτες του βασιλιά δεν έπρεπε να έχουν τέτοια μεταχείριση. Τους αποκρίθηκε ή φέρεται ότι τους αποκρίθηκε, “Ο διάβολος να τον πάρει τον βασιλιά”. Μπλουμ και Στέφανος αντιτάσσονται στην σκληρότητα με την καλοσύνη, ο Στέφανος με την διανοητική του υπεροχή (Αυτός προσβάλλει την νοημοσύνη μου) και ο Μπλουμ με την σθεναρή απόρριψη της σκληρότητας και της βίας (βλέπε Κύκλωπες). Αυτό είναι σταθερό μοτίβο στο βιβλίο του Τζόυς και έχει σαφώς την πηγή του στον Μπλέηκ (Αυτή είναι η κεντρική ιδέα του Μπλέηκ για την άλωση της τυραννίας με όπλο τη φαντασία). Σύμφωνα με τα λόγια του Έλμαν, ο Τζόυς, ο Στήβεν και ο Μπλουμ συμμερίζονται τη φιλοσοφία της παθητικότητας στην δράση, της ενεργητικότητας στη σκέψη και της εμμονής στις πεποιθήσεις.




Κάπου το έχω ξαναπεί αυτό αλλά δεν βλάπτει μια επανάληψη. Η καλύτερη ανάγνωση του Οδυσσέα είναι πάντα η δεύτερη! Τα περισσότερα κεφάλαια του Οδυσσέα τα διάβασα δύο φόρες και πάντα ένιωθα μια μικρή αποκάλυψη. Μια αίσθηση ότι η λογοτεχνία του Τζόυς ξεδιπλώνει τα θέλγητρά της πολύ καλύτερα έτσι. Μια συνωμοσία, ένα μασονικό νεύμα ανάμεσα σε μένα (τον αναγνώστη) και στο μεγάλο Διδάσκαλο που επιβεβαιώνει την βαθιά μας ένωση και αφήνει όλους εκείνους τους τεμπέληδες της μιας φοράς, έξω από τη μέθεξη. Η δεύτερη ανάγνωση κάνει τις συνδέσεις καθαρότερες, την ενόραση βαθύτερη και την διασκέδαση απόλυτη! Σε ένα πισωξεφύλλισμα της Κίρκης, ο Μπλουμ φαντάζεται τον πατέρα του να του λέει:

ΡΟΥΝΤΟΛΦ: (Αυστηρά) Κάποια νύχτα θα σε κουβαλάνε σπίτι μεθυσμένο σαν σκυλί έτσι που ξοδεύεις τα ωραία σου λεφτά.

Αυτό το απόσπασμα ήταν πολύ στην αρχή και ήταν σχεδόν αδύνατο να το θυμάμαι μετά από 180 σελίδες ψυχεδελικών φαντασιώσεων. Όταν όμως στο τέλος του κεφαλαίου, ο μεθυσμένος Στέφανος εμπλέκεται σε καβγά με τους στρατιώτες για τις προσβολές στην νεαρή πόρνη και τον βασιλιά, ο Μπλουμ βρίσκεται εκεί σαν στοργικός πατέρας που θέλει να τον προστατεύσει.

ΜΠΛΟΥΜ: (Τρέχει στον Στέφανο) Έλα μαζί μου τώρα πριν συμβεί κάτι χειρότερο. Να το μπαστούνι σου.


Ο Στέφανος δέχεται τελικά μερικές γροθιές και κείτεται στο δρόμο μεθυσμένος, με τον Μπλουμ να τον φροντίζει και να ετοιμάζεται να τον πάει σπίτι. Ακριβώς εκείνη την στιγμή, η τελευταία φαντασίωση που περνά από το μυαλό του Μπλουμ είναι ο νεκρός (μόλις 11 ημερών) γιος του Ρούντυ, ο γιος που δεν απέκτησε ποτέ και μοιάζει να αντικαθιστά αυτόν τον ρόλο ο νεαρός Δαίδαλος.

Η Κίρκη είναι ένα θεσπέσιο κεφάλαιο που σε πολλούς ενδεχομένως να φανεί και γελοίο. Άλλωστε, από το θεσπέσιο μέχρι το γελοίο δεν είναι παρά ένα βήμα. Σίγουρα όμως μέσα στα πάμπολλα ετερόκλητα περιστατικά του, γεννάται η ίδια η ουσία του Οδυσσέα, η αποτίναξη της σκληρότητας και η νίκη της καλοσύνης. Η συνειδητοποίηση του ανθρώπου. Η συνειδητοποίηση του εαυτού μας.


ΣΤΕΦΑΝΟΣ: (Απότομα) Αυτό που πήγε μέχρι το τέλος του κόσμου για να μη διασχίσει τον εαυτό του. Θεός, ήλιος, Σαίξπηρ, ένας περιοδεύων εμπορικός αντιπρόσωπος, έχοντας αυτός ο ίδιος διασχίσει στην πραγματικότητα τον εαυτό του, καθίσταται ο ίδιος ο εαυτός.



                                                                     Μαραμπού





"Οδυσσέας", Τζέημς Τζόυς, μετ. Ελευθέριος Ανευλαβής, εκδ. Κάκτος, 2014, σελ 1098