Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σέντερμπεργκ Γιάλμαρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σέντερμπεργκ Γιάλμαρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

19/7/18

"Το σοβαρό παιχνίδι", Hjalmar Söderberg



Αγάπησα πολύ τον Δόκτωρα Γκλας του Σέντερμπεργκ κι ας μην είχα ακούσει τίποτα για αυτόν πριν τον διαβάσω. Ο Σέντερμπεργκ έγραψε στις αρχές του 20ου αιώνα, όμως οι ιδέες του μοιάζουν τόσο φρέσκες και σημερινές, σαν να μην έχουν περάσει εκατό και πλέον χρόνια. Ήμουν σίγουρη πως θα διαβάσω ο,τι δικό του βγει, με το που έκλεισα την τελευταία σελίδα του Δόκτωρος. 

«Το σοβαρό παιχνίδι» δεν μπορεί βεβαίως να συγκριθεί με τον Γκλας σε κανένα επίπεδο, μπορεί όμως να σταθεί ως ένα πολύ καλό ερωτικό μυθιστόρημα. Ήρωας είναι ο Άρβιντ Xουερνμπλούμ, ένας νεαρός επαρχιώτης που προσπαθεί να κάνει καριέρα ως δημοσιογράφος. Στα είκοσί του ερωτεύεται τη Λύντια, την κόρη ενός ήσσονος ζωγράφου. Παρόλο που τα αισθήματα είναι αμοιβαία, αρνείται να δεσμευτεί απέναντί της, δεν έχει την οικονομική ευχέρεια να παντρευτεί και θα ήθελε πρώτα «να ζήσει τη ζωή του». Λίγο καιρό αργότερα η Λύντια παντρεύεται έναν πολύ μεγαλύτερό της διανοούμενο, και ο Άρβιντ παντρεύεται μια κοπέλα της καλής κοινωνίας, την Ντάγκμαρ, που είναι όμορφη, αν και δεν την αγαπάει. Όλα φαίνονται να κυλούν ομαλά, ώσπου δέκα χρόνια μετά ο Άρβιντ και η Λύντια συναντιούνται ξανά και η φλόγα αναζωπυρώνεται. Η Λύντια αφήνει τον σύζυγο και την κορούλα της στην εξοχή και ζει τη ζωή μιας ζωντοχήρας σε ένα μικρό διαμέρισμα στη Στοκχόλμη, ενώ ο Άρβιντ παραμένει στον γάμο του, κάνοντας διπλή ζωή. Μόνο που κι η Λύντια, τον πληρώνει με το ίδιο νόμισμα. 

Έμειναν σιωπηλοί. Έξω, οι λάμπες του δρόμου τρεμόπαιζαν ανάμεσα στους γέρικους σκελετούς των δέντρων. Και εκεί πάνω στο παγωμένο μπλε του ουρανού, φλόγιζαν η Αφροδίτη και ο Άρης. 
Κι εκείνη είπε:
- Θυμάσαι τότε που σε ρώτησα, εκείνη τη φορά στο Κοντινένταλ: αγαπάς τη γυναίκα σου;
-Ναι...
- Και θυμάσαι που απάντησες: την αγαπώ, όπως αγαπούν οι Λουθηριανοί; 
[] 
Η Λύντια είχε χλωμιάσει, αλλά με μια χλωμάδα που άστραφτε.  
-Έλα, είπε. Εμένα, θα με αγαπήσεις όπως αγαπούν οι ειδωλολάτρες.


Ο χαρακτήρας της Λύντια- μιας γυναίκας που επιλέγει να ζει ελεύθερα, να ακολουθεί τα ένστικτά της, να μην δεσμεύεται, μιας γυναίκας που παράτησε το παιδί της στον πατέρα του- είναι φοβερά πρωτοποριακός για την εποχή· πιθανότατα και για την εποχή μας. Σπάει όλα τα στεγανά της γυναίκας μάνας και συζύγου και για αυτό προκάλεσε μεγάλο σκάνδαλο. Πόσο μάλλον αφού πρόκειται για ένα χαρακτήρα που στηρίζεται στην αληθινή ερωμένη του Σέντερμπεργκ, Μαρία φον Πλάτεν. 

«Το σοβαρό παιχνίδι» είναι γραμμένο από την πλευρά του άντρα. Ο Άρβιντ μάς αφηγείται, αυτός είναι ο «αδικημένος» και «απατημένος» στη σχέση. Ο άλλος κεντρικός χαρακτήρας, η Λύντια, παραμένει στη σκιά, ποτέ δεν μαθαίνουμε τι σκέφτεται. Πόσο μάλλον η απατημένη του γυναίκα. Ακολουθούμε τις σκέψεις και τα συναισθήματα του Άρβιντ, που καταλαβαίνει τα λάθη του, αλλά έχει όλη αυτή την έκρηξη συναισθημάτων για τη γυναίκα που αγαπάει, που παντρεύτηκε χωρίς πάθος, και χωρίς συμφέρον- γιατί «δεν διαλέγεις»- που έζησε τη ζωή του σχεδόν σαν εξωτερικός παρατηρητής, μέχρι να τα παρατήσει όλα. 

Ο Σέντερμπεργκ δίνει γλαφυρά την ατμόσφαιρα μιας εφημερίδας της εποχής, μιλά για το πώς γράφεται μια κριτική, βάζει τους ήρωες να τραγουδούν και να παίζουν μουσική ενώ επικεντρώνεται και στη Στοκχόλμη, φτιάχνει ατμόσφαιρα. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως πρόκειται για ένα σπουδαίο ερωτικό μυθιστόρημα, χωρίς βέβαια να φτάνει μια Άννα Καρένινα ή μια Μαντάμ Μποβαρύ. Και δείχνει πως κακώς έχουμε ξεχάσει το είδος, ο έρωτας ήταν, είναι και θα είναι, ένα από τα βασικά θέματα της λογοτεχνίας. Χαίρομαι τόσο που μεταφράστηκε στα ελληνικά, και θα περιμένω και τα επόμενα. 


                                                                             Κατερίνα Μαλακατέ


"Το σοβαρό παιχνίδι", Γιαλμάρ Σέντερμπεργκ, μετ. Αγγελική Νάτση, εκδ. Printa, 2018, σελ. 350












Υ.Γ. Η μετάφραση είναι εξαιρετική και η έκδοση πλήρης, με κατατοπιστικότατο επίμετρο από τη μεταφράστρια. Μου έκανε μόνο εντύπωση αυτή τη φορά η κακή ποιότητα του χαρτιού. Δεν είχα συνηθίσει έτσι. 





16/2/18

"Δόκτωρ Γκλας", Hjalmar Söderberg



Εάν δεν είχα από την αρχή στον νου μου πως ο «Δόκτωρ Γκλας» του Γιάλμαρ Σέντερμπεργκ είναι ένα μυθιστόρημα γραμμένο το 1905, δεν θα δίσταζα να πιστέψω πως πρόκειται για ένα έργο της εποχής μας. Πρωτοποριακό, τόσο όσο προς την τεχνική της αφήγησης, όσο και ως προς τα θέματα που πραγματεύεται, ο «Δόκτωρ Γκλας» είναι ένα μυθιστόρημα που καταφέρνει δύο πράγματα ταυτόχρονα: να μιλήσει για όλα όσα απασχολούν τους ανθρώπους από καταβολής κόσμου, και να μην αφήσει τον αναγνώστη να το αφήσει από τα χέρια του. 

Ο Τύκο Γκλας είναι ένας τριαντάχρονος γιατρός. Εξωτερικά πρόκειται για έναν καλογυαλισμένο εστέτ που του αρέσουν τα ωραία ρούχα, το καλό φαγητό. Εσωτερικά έχουμε έναν άνθρωπο μάλλον σε κατάθλιψη, με μεγάλα ζόρια και αντικειμενική δυσκολία στις διαπροσωπικές σχέσεις- δεν είναι τυχαίο πως σε αυτή την ηλικία παραμένει παρθένος. Ο γιατρός τρέφει σφοδρότατη αντιπάθεια για κάθε τι άσχημο, αλλά κυρίως για τον ιερέα του χωριού, τον πάστορα Γκρεγκόριους,  που του είναι τόσο αντιπαθής ώστε δεν θέλει καν να τον χαιρετίσει στον δρόμο. Όταν η νεαρή όμορφη σύζυγος του πάστορα έρθει στο ιατρείο του και του ζητήσει τη βοήθειά του σε σχέση με τις σεξουαλικές ορμές του εν λόγω απεχθούς ιερέα, τότε ο Γκλας, θα τη βοηθήσει. Και θα μπει σε έναν κυκεώνα ηθικών διλημμάτων. 

Κάθομαι μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο και γράφω- για ποιον όμως; Όχι για κάποιον φίλο ή φίλη, ούτε καν για τον εαυτό μου, αφού δεν διαβάζω σήμερα αυτό που έγραψα χθες και ούτε πρόκειται να το διαβάσω αύριο. Γράφω για να κουνάω το χέρι μου, η σκέψη μου κινείται μόνη της· γράφω για να σκοτώσω τις ώρες της αγρύπνιας μου. Μα γιατί δεν μπορώ να κοιμηθώ; Δεν έχω κάνει τίποτα κακό. 

Το μυθιστόρημα είναι γραμμένο σε μορφή ημερολογιακών καταγραφών του Γκλας, πράγμα που βοηθάει να διεισδύσουμε στη σκέψη του, αλλά κρατάει τον ρυθμό και την ατμόσφαιρα του νουάρ. Ο Δόκτωρ Γκλας αναρωτιέται για την ηθική, για τον έρωτα- τον αηδιάζει η ιδέα της σωματικότητας, πως κάνουμε έρωτα με τα ίδια περίπου όργανα που ουρούμε-, αλλά έχει εμμονή με την αγνή μορφή του- ερωτεύεται κυρίως την λάμψη των γυναικών που είναι ερωτευμένες με έναν άλλο άντρα. Για τη ζωή και το θάνατο· την ευθανασία, την έκτρωση, την αυτοκτονία. Στο πρόσωπο του Γκρεγκόριους βλέπει τόσο μια μισητή πατρική φιγούρα, όσο και όλα όσα σιχαίνεται από αρχή. Όμως αυτό του δίνει το δικαίωμα να πράξει ανήθικα; Του δίνει το δικαίωμα να έχει λόγο στη ζωή και τον θάνατο;

Ποια σκέψη είχα άραγε πιο έντονη στο μυαλό μου όταν έφτιαχνα αυτά τα μικρά μαύρα χάπια για μένα; Να αυτοκτονήσω εξαιτίας ενός άτυχου έρωτα είναι κάτι που δεν θα μου περνούσε από το μυαλό. Πιο πιθανό θα ήταν να το έκανα εξαιτίας της φτώχειας. Η φτώχεια είναι φριχτή. Από όλα τα κακά που εντάσσονται στην κατηγορία της επιφανειακής δυστυχίας, η φτώχεια είναι αυτή που περισσότερο από όλα τα άλλα σου τρώει τα σωθικά.

Ο  Γκλας είναι ένας γιατρός που σιχαίνεται το σώμα, είναι ένας γιατρός που αναρωτιέται για τον όρκο του Ιπποκράτη, για το τι είναι κακό και τι όχι. Είναι ένας άνθρωπος που έχει διαμορφώσει το δικό του αξιακό σύστημα · παράλληλα είναι ένας αντικοινωνικός παρίας παρά το καλογυαλισμένο παρουσιαστικό του. Το πιο σοκαριστικό είναι πως ταυτίστηκα σε τόσα σημεία με τη σκέψη του που όταν έρχεται η ανατροπή του βιβλίου ένιωσα σαν να υπήρχε πιθανότητα να πράξω κι εγώ όπως αυτός. Αυτό φυσικά είναι η ηθική δύναμη του κειμένου, είναι ο λόγος που ο «Δόκτωρ Γκλας» θεωρείται κλασικό αριστούργημα. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα ιδεών που όμως επιβάλλεται στον αναγνώστη, δεν τον αφήνει χαλαρό, τον κάνει μέτοχο των πράξεων. Και δεν θα σταματήσει να με εντυπωσιάζει πως όλα αυτά που μοιάζουν τόσο επίκαιρα σήμερα, τα σκέφτονταν οι άνθρωποι εκατό και βάλε χρόνια πριν -και μπορούσαν να τα εκφράσουν με τέτοιο τρόπο που να μας ταρακουνήσουν τώρα.

Όλοι μας θέλουμε να μας αγαπούν· εάν αυτό δεν γίνεται, τότε έστω ας μας θαυμάζουν· εάν κι αυτό δεν γίνεται, τότε να μας φοβούνται· εάν ούτε αυτό γίνεται, τότε να μας μισούν και να μας περιφρονούν. Θέλουμε οι άλλοι να νιώθουν κάτι για μaς. Η ψυχή μας τρέμει το κενό. Θέλει την επαφή, χωρίς να λογαριάζει το τίμημα.


                                                                            Κατερίνα Μαλακατέ



"Δόκτωρ Γκλας", Σέντερμπεργκ, μετ. Αγγελική Νάτση, εκδ. Printa, 2017, σελ. 250