17/8/18

"Μέρες δίχως τέλος", Sebastian Barry








Έχω μεγάλη αδυναμία στον Σεμπάστιαν Μπάρι, στην καθαρή, λιτή και ταυτόχρονα κάπως ονειροπαρμένη κι αισθαντική γραφή του. Έχει την ικανότητα να τοποθετεί τους ήρωες του σε ένα ιστορικό πλαίσιο, αλλά να μην τους ξεχνά για χάρη της Ιστορίας, αντίθετα να τους απογειώνει. Οι "Μέρες Δίχως τέλος" είναι ίσως από τα καλύτερα μυθιστορήματά του· μοιάζει λιγάκι ως προς το ύφος με το αγαπημένο μου, τη «Μυστική γραφή». 

Εκεί γύρω στα 1850, ο Τόμας Μακ Νάλτι μεταναστεύει στην Αμερική. Είναι ένα παιδί κοντά στα δεκατρία που είδε την οικογένειά του να πεθαίνει από τον λιμό στην Ιρλανδία. Στη νέα Γη θα βρει σύντομα έναν σύντροφο, τον δεκαπεντάχρονο Τζον Κόουλ, και τα δύο ρημαγμένα αγόρια θα γίνουν αχώριστα. Στην αρχή θα δουλέψουν για τους χρυσοθήρες σε ένα σαλούν, φορώντας γυναικεία ρούχα και κάνοντας σόου. Αργότερα, όταν μεγαλώσουν και δεν είναι τόσο όμορφοι πια, θα καταταγούν. Θα σκοτώσουν Ινδιάνους- άντρες, γυναίκες και παιδιά. Και θα πάρουν μια μικρή για κόρη τους, αφού είναι ζευγάρι. Έπειτα θα μπλέξουν στον Εμφύλιο. 

Ο συγγραφέας χειρίζεται με μεγάλη τρυφερότητα το θέμα της ταυτότητας των ηρώων του. Ο Τόμας είναι ένας Ιρλανδός χωρίς πατρίδα αλλά κι ένας άντρας που είναι σίγουρος για τη σεξουαλικότητά του, αν και ξέρει πως δεν πρέπει να αποκαλυφθεί. Φαίνεται παράδοξο σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο ο συγγραφέας να επιλέγει ένα τόσο ευαίσθητο θέμα, όμως αν κανείς διαβάσει την ιστορία, δεν μένει με απορίες. Ο Μπάρι φτάνει τους ήρωες του στα άκρα σε σχέση με την πατρίδα, την οικογένεια, τον έρωτα και τον πόλεμο, για να μιλήσει τελικά για την ίδια τη ζωή και τον θάνατο. 


Το βιβλίο είναι εντυπωσιακό από όλες τις πλευρές- για το ύφος, για το θέμα, για την ψυχογράφηση των ηρώων. Ο ίδιος ο συγγραφέας λέει πως ο κεντρικός του ήρωας είναι αφιερωμένος στον μικρό του γιο που είναι ομοφυλόφιλος. Όμως ίδιον των σπουδαίων γραφιάδων είναι να μπορούν το προσωπικό βίωμα να το μετατρέψουν σε λογοτεχνία. Αυτό το μυθιστόρημα είναι ένα πραγματικό κομψοτέχνημα που δημιουργεί αναγνωστική ευφορία· κι ένα λιθαράκι ακόμα στη μεγάλη σάγκα των ΜακΝαλτι. 


                                                                                     Κατερίνα Μαλακατέ



"Μέρες δίχως τέλος", Σεμπάστιαν Μπάρι, μετ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Ίκαρος, σελ 296, 2018








Για τα υπόλοιπα βιβλία του συγγραφέα διαβάστε εδώ: http://diavazontas.blogspot.com/search/label/%CE%9C%CF%80%CE%AC%CF%81%CF%85%20%CE%A3%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B1%CE%BD

3/8/18

"Άρτεμις", Andy Weir





Διάβασα το "Άρτεμις" του Andy Weir με μεγάλο κέφι. Είναι ένα γρήγορο βιβλίο επιστημονικής φαντασίας, με πολύ ενδιαφέρουσα κεντρική ηρωίδα, που στηρίζεται στις γνώσεις του συγγραφέα για το φεγγάρι και το διάστημα, αλλά και στην ικανότητά του ως αφηγητή. Αν και έχει κάποια λογικά χάσματα στην πλοκή, απόλαυσα τη διαφυγή σε έναν άλλο, τελείως διαφορετικό κόσμο, ακόνισα τη φαντασία μου και πέρασα δύο τρία ευχάριστα απογεύματα. 

Η «Άρτεμις» είναι η αποικία των Γήινων στο Φεγγάρι. Είναι φτιαγμένη από ένα σύστημα «Φυσαλίδων», θόλων δηλαδή, που διασφαλίζουν τη ροή του οξυγόνου. Η Τζαζ Μπασάρα είναι  Σαουδαράβισσα, κι ήρθε στη Σελήνη πολύ μικρή, στα έξι της. Ήταν άγριο νιάτo στην εφηβεία της κι έτσι παρόλο που το μυαλό της είναι εξαιρετικά κοφτερό, έχει καταντήσει αχθοφόρος στο λιμάνι. Ζει σε μια τρύπα, όπου χωράει μόνο η κουκέτα της, κι ονειρεύεται να πλουτίσει. Είναι όμως επιπόλαιη και θερμοκέφαλη. Κάνει ένα μικρολαθρεμπόριο καπνού και άλλων ειδών και έτσι γνωρίζει έναν μεγιστάνα που έχει ένα σχέδιο. Κι από εκεί ξεκινά ο πανικός. 

Ο Weir έστησε εξαιρετικά την φεγγαροαποικία, χειρίστηκε πολύ πειστικά τους χαρακτήρες, χρησιμοποίησε στοιχεία από πραγματικές διαστημικές αποστολές, έφτιαξε δικά του. Κάποιες στιγμές έχεις την αίσθηση πως μερικές σκηνές γράφτηκαν μόνο για να γυριστούν σε ταινία, αλλά δεν μένει μόνο σε αυτές, τους αγαπάει τους χαρακτήρες του, κυρίως την ηρωίδα του, και τους φροντίζει. 

Έχω διαβάσει και το προηγούμενο βιβλίο του, αυτό που τον έκανε διάσημο και του επέτρεψε να παρατήσει τη δουλειά του και να είναι μόνο συγγραφέας, τον Άνθρωπο στον Άρη. Η Άρτεμις είναι πιο καταιγιστικό βιβλίο, εξίσου ενδιαφέρον, και υποπτεύομαι πως θα του φέρει ακόμα μεγαλύτερη φήμη και χρήματα. Και αυτό, στην περίπτωσή του, είναι καλό· ποτέ κανέναν δεν έβλαψε ένα καλογραμμένο best seller. 


                                                                                 Κατερίνα Μαλακατέ


"Άρτεμις", Andy Weir, μετ. Χριστόδουλος Λιθαρής, εκδ. Παπαδόπουλος, 2018, σελ. 365










Υ.Γ. 42 Για τον Άνθρωπο στον Άρη υπάρχουν στο Διαβάζοντας τρεις παρουσιάσεις (για κάποιον ακατάληπτο λόγο):



Κατερίνα Μαλακατέ: http://diavazontas.blogspot.com/2016/01/andy-weir.html



30/7/18

"Το Πλέγμα", Μιχάλης Μοδινός




Ο Μιχάλης Μοδινός μάς είχε συνηθίσει σε μυθιστορήματα με μεγάλα εντυπωσιακά θέματα, σε ιστορίες μέσα στην Ιστορία, την Επιστήμη, τη Γεωγραφία. Στο νέο του βιβλίο επιχειρεί κάτι διαφορετικό, τόσο από την πλευρά της αφήγησης, όσο και του θέματος. Πρόκειται για ένα "μυθιστόρημα σε είκοσι μονολόγους". Ο κάθε αφηγητής έχει χαλαρή σχέση με τους υπολοίπους, -μερικές φορές τη μαντεύεις, κι άλλες όχι. Διαβάζουμε καθημερινές ιστορίες, κάποιες τετριμμένες, ίσως και φτηνές, που ορίζουν όμως τη ζωή των πρωταγωνιστών και μοιάζουν τόσο με τους καθενός μας. Ώρες ώρες νομίζεις πως γράφει τη δική σου ιστορία. 

Άντρες και γυναίκες, οι περισσότεροι μιας κάποιας ηλικίας, που ασχολούνται με τον μικρόκοσμό τους, με τις ερωτικές τους περιπέτειες, κι ας είναι παντρεμένοι, με τις αρρώστιες, τη φθορά, το θάνατο, την πολιτική. Κάποτε μοιάζει σαν όλοι αυτοί να γίνονται ένα, να έχουν μία, συλλογική φωνή που εκφράζει τον συγγραφέα, μιλά για τις πίκρες, τις εμμονές, τις χαρές του. Άλλοτε είναι τελείως διακριτό πως μιλάει κάποιος άλλος, κάποιος με τελείως ξέχωρη ιδιοσυγκρασία. 

Κυρίαρχα θέματα είναι ο έρωτας, στην πιο ώριμη, θνητή και χωμάτινη μορφή του,- σεξουαλική με διαφορετικό τρόπο από των εφήβων-, πάντως πιο συνειδητοποιημένη και απτή. Κι ο χρόνος, που περνά αργά όταν πηγαίνεις 24ώρες βόλτες με την ερωμένη σου, και εξαιρετικά γρήγορα όταν δεν αναγνωρίζεις πια τον εαυτό σου στον καθρέφτη. Κι η φθορά, σε συναισθηματικό και σωματικό επίπεδο. Κι η ανάγκη για αποδοχή, και συντροφικότητα, αγάπη και ομορφιά. Κι η ανάγκη να ζήσεις, λίγο ακόμα. 

Το μυθιστόρημα αναδεικνύει τις ικανότητες του Μοδινού στην ψυχογράφηση των ηρώων. Αρχίζει πολύ εντυπωσιακά, κάπως σαν να επαναλαμβάνεται στη συνέχεια, όμως η τελική του γεύση είναι εξαιρετική. Μου αρέσει που ο συγγραφέας δοκίμασε κάτι που τον ξεβόλεψε, τον έβγαλε από τις ευκολίες του. Κι όχι μόνο προσπάθησε, αλλά τα κατάφερε, το Πλέγμα είναι ένα καλό βιβλίο που χαίρεσαι να το διαβάζεις. 



                                                                                      Κατερίνα Μαλακατέ



«Το Πλέγμα», Μιχάλης Μοδινός, εκδ. Καστανιώτη, 2018, σελ. 228

23/7/18

Με ένα kindle χάνομαι




Έχω υπάρξει ένθερμη οπαδός τους χαρτιού. Διαβάζω από τότε που έμαθα ανάγνωση ό,τι πέσει στα χέρια μου, έχω υπάρξει σαβουροαναγνώστρια, έχω διαβάσει πολύ για σχολείο, για πτυχίο, για μεταπτυχιακό, διαβάζω πολλές ώρες μέσα στην ημέρα και τώρα που μεγάλωσα, fiction και non-fiction, στο χαρτί και στην οθόνη. Με λίγα λόγια η ανάγνωση- και η γραφή- ορίζουν τη ζωή μου. Κι έχω υπάρξει ένθερμη οπαδός των υπολογιστών από τα μικράτα μου, από τότε που προγραμματίζαμε στη gwbasic να φτιάχνει χριστουγεννιάτικα δέντρα με αστεράκια σε λούπες, και δίναμε εντολές dir στο dos, μέχρι τώρα, που τα κοινωνικά δίκτυα τρώνε τη μισή ζωή μας. Γράφω σχεδόν πάντα στον υπολογιστή, δεν έχω γράψει ποτέ πεζό με το χέρι, έχω γράψει όμως ποίηση στην εφηβεία μου, και συνεχίζω να γράφω, αυστηρά σε χαρτί με μολύβι. 

Γιατί τα λέω όλα αυτά; Μα γιατί άργησα πολύ, με αυτά τα δεδομένα, να αποκτήσω e-reader. Στην Ελλάδα, που η κουλτούρα της ανάγνωσης δεν είναι εξαιρετικά διαδεδομένη, και οι εκδόσεις των βιβλίων είναι – οι περισσότερες- πανέμορφες και προσεγμένες, οι e-readers δεν έχουν μεγάλη πέραση. Για την ακρίβεια τους περισσότερους πρέπει να τους παραγγείλεις από το εξωτερικό, χωρίς να τους έχεις δει ποτέ, κάπως στα τυφλά, ρωτώντας γνώμες φίλων. Έτσι, πριν από δυο χρόνια πήρα ένα kindle paperwhite μετά από σχετική ερώτηση στο γκρουπ. Και θα σας πω την εμπειρία μου από αυτό το μαραφέτι. 

Διαβάζω λοιπόν στο εν λόγω γκατζετάκι όταν είμαι σε διακοπές ή μετακινούμαι, κυρίως Αγγλικά- σπανιότερα Γαλλικά και σχεδόν ποτέ στα Γερμανικά· στα Ελληνικά δε ακόμα λιγότερο. Διαβάζω μέσα στο σπίτι στο kindle στις εξής τρεις περιπτώσεις: 

1. Το βιβλίο δεν έχει μεταφραστεί ακόμα στα ελληνικά 

2. Το βιβλίο είναι πανάκριβο στα ελληνικά και τσιγκουνεύομαι 

3. Το βιβλίο έχει μεταφραστεί κακά στα ελληνικά και το ξέρω. Ή το μαθαίνω στην πορεία, οπότε το κατεβάζω για να μην χάσω την συνέχεια. 

Από αυτή την άποψη, συνεχίζω να διαβάζω κατά 90% χάρτινα, και το kindle έχει χάσει πανηγυρικά. Το βασικό μου πρόβλημα είναι πως τα ελληνικά e-books είναι είτε ανύπαρκτα είτε πανάκριβα, και μιας και η ελληνική γλώσσα είναι η μητρική μου, και επιθυμώ μάλιστα να συγγράφω σε αυτή, την προτιμώ όταν διαβάζω. 

Το kindle paperwhite δυσκολεύεται με τα pdf, τα διαβάζει μεν, αλλά τα σελιδοποιεί άσχημα και δεν σε αφήνει να αλλάξεις το μέγεθος της γραμματοσειρές, κι αυτό στην ώριμη πρεσβυωπική ηλικία που βρίσκομαι είναι αποτρεπτικό. Επίσης από e-books διαβάζει μόνο mobi, άρα αν το έχεις σε άλλο format πρέπει να το μετατρέπεις, κάτι που για κάποιους ελληνικούς εκδοτικούς οίκους θεωρείται παράνομο, ακόμα κι αν έχεις αγοράσει πλήρως νόμιμα το βιβλίο τους, οπότε απαιτεί μια – παράνομη- διαδικασία ακόμα. Κι εκεί αρχίζει το σιχτηρικλίκι, εμ πλήρωσα, εμ θα παρανομήσω. Βρε μπας και να παρανομήσω έτσι κι αλλιώς. Επίσης, η οθόνη του kindle δεν ισοδυναμεί με μια σελίδα τυπωμένου βιβλίου ακόμα κι αν τα γράμματα είναι πολύ μικρά. Που πρακτικά σημαίνει πως ψυχολογικά το βιβλίο φαίνεται μεγαλύτερο, πρέπει να γυρίσεις περισσότερες σελίδες, και για τον ψυχαναγκαστικό εαυτό μου είναι πρόβλημα. 

Τώρα πάμε στα θετικά. Αν όλα πάνε καλά δηλαδή κι έχεις στο kindle σου ένα mobi αγορασμένο από το amazon. Η ανάγνωση είναι πολύ βολική, τα μάτια δεν κουράζονται, μπορείς να αγοράσεις επιτόπου το βιβλίο που θέλεις χωρίς καμία καθυστέρηση, διαβάζεις τη νύχτα χωρίς λάμπα και δεν ενοχλείς τον διπλανό σου, διαβάζεις χωρίς πρεσβυωπικά γυαλιά αφού η γραμματοσειρά προσαρμόζεται, δεν χρειάζεσαι σελιδοδείκτες, δεν χρειάζεσαι σημειωματάρια, δεν χρειάζεσαι λεξικό- είναι όλα ενσωματωμένα-, δεν κουβαλάς δέκα βιβλία στις διακοπές, ειδικά αν πηγαίνεις με αεροπλάνο, δεν γεμίζεις κι άλλο χαρτί στο σπίτι που έχει ήδη παντού ξέχειλες βιβλιοθήκες. 

Σε γενικές γραμμές το kindle μου πιάνει σκόνη, κι οι βιβλιοθήκες μου επεκτείνονται, κοντεύουν να μας καταβροχθίσουν. Δεν έχω κανένα σοβαρό φετίχ με το βιβλίο ως αντικείμενο, δεν το μυρίζω, δεν το κρατάω άθικτο, αντίθετα το τσακίζω, σημειώνω, το κάνω δικό μου. Μου αρέσει που το σπίτι μου είναι γεμάτο βιβλία, αλλά σιγά σιγά μπουκώνω, δεν θέλω να τα κρατάω όλα, δεν μπορώ με τόσες στοίβες τριγύρω. Βαριέμαι να απαντάω και στο πανέξυπνο ερώτημα «τα έχεις διαβάσει όλα αυτά;». Προς το παρόν όμως για μένα ο e-reader δεν είναι η λύση, δεν καταφέραμε να αγαπηθούμε. Ίσως στο επόμενο γκατζετάκι. 


                                                                      Κατερίνα Μαλακατέ


19/7/18

"Το σοβαρό παιχνίδι", Hjalmar Söderberg



Αγάπησα πολύ τον Δόκτωρα Γκλας του Σέντερμπεργκ κι ας μην είχα ακούσει τίποτα για αυτόν πριν τον διαβάσω. Ο Σέντερμπεργκ έγραψε στις αρχές του 20ου αιώνα, όμως οι ιδέες του μοιάζουν τόσο φρέσκες και σημερινές, σαν να μην έχουν περάσει εκατό και πλέον χρόνια. Ήμουν σίγουρη πως θα διαβάσω ο,τι δικό του βγει, με το που έκλεισα την τελευταία σελίδα του Δόκτωρος. 

«Το σοβαρό παιχνίδι» δεν μπορεί βεβαίως να συγκριθεί με τον Γκλας σε κανένα επίπεδο, μπορεί όμως να σταθεί ως ένα πολύ καλό ερωτικό μυθιστόρημα. Ήρωας είναι ο Άρβιντ Xουερνμπλούμ, ένας νεαρός επαρχιώτης που προσπαθεί να κάνει καριέρα ως δημοσιογράφος. Στα είκοσί του ερωτεύεται τη Λύντια, την κόρη ενός ήσσονος ζωγράφου. Παρόλο που τα αισθήματα είναι αμοιβαία, αρνείται να δεσμευτεί απέναντί της, δεν έχει την οικονομική ευχέρεια να παντρευτεί και θα ήθελε πρώτα «να ζήσει τη ζωή του». Λίγο καιρό αργότερα η Λύντια παντρεύεται έναν πολύ μεγαλύτερό της διανοούμενο, και ο Άρβιντ παντρεύεται μια κοπέλα της καλής κοινωνίας, την Ντάγκμαρ, που είναι όμορφη, αν και δεν την αγαπάει. Όλα φαίνονται να κυλούν ομαλά, ώσπου δέκα χρόνια μετά ο Άρβιντ και η Λύντια συναντιούνται ξανά και η φλόγα αναζωπυρώνεται. Η Λύντια αφήνει τον σύζυγο και την κορούλα της στην εξοχή και ζει τη ζωή μιας ζωντοχήρας σε ένα μικρό διαμέρισμα στη Στοκχόλμη, ενώ ο Άρβιντ παραμένει στον γάμο του, κάνοντας διπλή ζωή. Μόνο που κι η Λύντια, τον πληρώνει με το ίδιο νόμισμα. 

Έμειναν σιωπηλοί. Έξω, οι λάμπες του δρόμου τρεμόπαιζαν ανάμεσα στους γέρικους σκελετούς των δέντρων. Και εκεί πάνω στο παγωμένο μπλε του ουρανού, φλόγιζαν η Αφροδίτη και ο Άρης. 
Κι εκείνη είπε:
- Θυμάσαι τότε που σε ρώτησα, εκείνη τη φορά στο Κοντινένταλ: αγαπάς τη γυναίκα σου;
-Ναι...
- Και θυμάσαι που απάντησες: την αγαπώ, όπως αγαπούν οι Λουθηριανοί; 
[] 
Η Λύντια είχε χλωμιάσει, αλλά με μια χλωμάδα που άστραφτε.  
-Έλα, είπε. Εμένα, θα με αγαπήσεις όπως αγαπούν οι ειδωλολάτρες.


Ο χαρακτήρας της Λύντια- μιας γυναίκας που επιλέγει να ζει ελεύθερα, να ακολουθεί τα ένστικτά της, να μην δεσμεύεται, μιας γυναίκας που παράτησε το παιδί της στον πατέρα του- είναι φοβερά πρωτοποριακός για την εποχή· πιθανότατα και για την εποχή μας. Σπάει όλα τα στεγανά της γυναίκας μάνας και συζύγου και για αυτό προκάλεσε μεγάλο σκάνδαλο. Πόσο μάλλον αφού πρόκειται για ένα χαρακτήρα που στηρίζεται στην αληθινή ερωμένη του Σέντερμπεργκ, Μαρία φον Πλάτεν. 

«Το σοβαρό παιχνίδι» είναι γραμμένο από την πλευρά του άντρα. Ο Άρβιντ μάς αφηγείται, αυτός είναι ο «αδικημένος» και «απατημένος» στη σχέση. Ο άλλος κεντρικός χαρακτήρας, η Λύντια, παραμένει στη σκιά, ποτέ δεν μαθαίνουμε τι σκέφτεται. Πόσο μάλλον η απατημένη του γυναίκα. Ακολουθούμε τις σκέψεις και τα συναισθήματα του Άρβιντ, που καταλαβαίνει τα λάθη του, αλλά έχει όλη αυτή την έκρηξη συναισθημάτων για τη γυναίκα που αγαπάει, που παντρεύτηκε χωρίς πάθος, και χωρίς συμφέρον- γιατί «δεν διαλέγεις»- που έζησε τη ζωή του σχεδόν σαν εξωτερικός παρατηρητής, μέχρι να τα παρατήσει όλα. 

Ο Σέντερμπεργκ δίνει γλαφυρά την ατμόσφαιρα μιας εφημερίδας της εποχής, μιλά για το πώς γράφεται μια κριτική, βάζει τους ήρωες να τραγουδούν και να παίζουν μουσική ενώ επικεντρώνεται και στη Στοκχόλμη, φτιάχνει ατμόσφαιρα. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως πρόκειται για ένα σπουδαίο ερωτικό μυθιστόρημα, χωρίς βέβαια να φτάνει μια Άννα Καρένινα ή μια Μαντάμ Μποβαρύ. Και δείχνει πως κακώς έχουμε ξεχάσει το είδος, ο έρωτας ήταν, είναι και θα είναι, ένα από τα βασικά θέματα της λογοτεχνίας. Χαίρομαι τόσο που μεταφράστηκε στα ελληνικά, και θα περιμένω και τα επόμενα. 


                                                                             Κατερίνα Μαλακατέ


"Το σοβαρό παιχνίδι", Γιαλμάρ Σέντερμπεργκ, μετ. Αγγελική Νάτση, εκδ. Printa, 2018, σελ. 350












Υ.Γ. Η μετάφραση είναι εξαιρετική και η έκδοση πλήρης, με κατατοπιστικότατο επίμετρο από τη μεταφράστρια. Μου έκανε μόνο εντύπωση αυτή τη φορά η κακή ποιότητα του χαρτιού. Δεν είχα συνηθίσει έτσι. 





13/7/18

«Η Εξαφάνιση του Γιόζεφ Μένγκελε», Olivier Guez





Ομολογώ πως έχω ένα-ίσως και κάπως διεστραμμένο- ενδιαφέρον για τον Γιόζεφ Μένγκελε. Η αγριότητα των εγκλημάτων του, ο τρόπος που διαστρέβλωσε την ιατρική ηθική, τα θέματα που βάζει η περίπτωσή του και άλλων αντίστοιχων σε όσους έχουν δουλέψει στον τομέα της βιολογίας, της φαρμακευτικής, της ιατρικής, της υγείας και της έρευνας με απασχολούσαν από πολύ μικρή· σίγουρα την εποχή που ήμουν στο Πανεπιστήμιο. 

Για αυτό όταν βγήκε «Η εξαφάνιση του Γιόζεφ Μένγκελε» πήρα το βιβλίο σχεδόν αμέσως. Πρόκειται για μια μυθιστορηματική καταγραφή των πεπραγμένων του αφού διέφυγε από την Γερμανία που κατέρρεε, των χρόνων του δηλαδή στη Λατινική Αμερική, όπου και πέθανε, χωρίς ποτέ να πληρώσει για τα εγκλήματά του. Στο βιβλίο παρακολουθούμε τον Μένγκελε σαν να ήταν ο οποιοσδήποτε φυγάς, άλλοτε να πρέπει να κρύβεται και να ζει σε άθλιες συνθήκες, κι άλλοτε σε φαντεζί δικτατορίες φιλικές προς τον Ναζισμό, που του επέτρεπαν να κάνει μπίζνες και να ζει πλουσιοπάροχα. Καθ' όλη τη διάρκεια της πολυετούς εξορίας του είχε την στήριξη της πάμπλουτης οικογένειάς του, σε κάποια φάση δε παντρεύτηκε και τη χήρα του αδελφού του και τόλμησε να έρθει και στην Ευρώπη. Στην πραγματικότητα όλα τα χρόνια φαίνεται σα να μην τον κυνηγούσε κανείς σοβαρά, ίσως μια φορά η Ισραηλινοί να το προσπάθησαν, και μόνο η παράνοιά του του δημιουργούσε προβλήματα. Παρέμεινε αμετανόητος ναζιστής, δεν αναλογίστηκε ποτέ όσα έκανε, δεν ζήτησε ποτέ συγγνώμη, ούτε κατανόησε τη σοβαρότητα τους. 

Το βιβλίο είναι μια ψυχρή καταγραφή της πορείας του, χωρίς αξιολογικές κρίσεις ή προσπάθεια να εμβαθύνει ο συγγραφέας στον χαρακτήρα. Είναι κάτι ανάμεσα σε δημοσιογραφική έρευνα- που της λείπει όμως η τεκμηρίωση- και μάλλον αποτυχημένη μυθιστορηματική βιογραφία. Καταγράφονται οι κινήσεις του Μένγκελε, οι μετακινήσεις του από χώρα σε χώρα, ο τρόπος που επικοινωνεί και με ποιους, αλλά ο Olivier Guez δεν φαίνεται να έχει βρει μια σαφή αφηγηματική φωνή και παραμένει στην επιφάνεια των πραγμάτων. Αυτό το υλικό, στα χέρια ενός στιβαρού λογοτέχνη, θα μπορούσε κυριολεκτικά να απογειωθεί. Τώρα το κείμενο μένει σε χαμηλές πτήσεις, αν και κανείς δεν θα μπορούσε να υποβιβάσει την αξία της έρευνας που κρύβεται από πίσω. Είναι φανερό πως όλο αυτό απαιτεί σκληρή δουλειά. Το αποτέλεσμα όμως παραμένει μέτριο, ενώ θα μπορούσε να είναι συγκλονιστικό.



                                                                                Κατερίνα Μαλακατέ




«Η Εξαφάνιση του Γιόζεφ Μένγκελε», Olivier Guez, μετ. Ευγενία Γραμματικοπούλου, εκδ. Κριτική, 2018, σελ. 304







Υ.Γ. 42 Ενώ μια μαρτυρία σαν κι αυτή, μπορεί να σε στείλει αδιάβαστο.






1/7/18

Το αναγνωστικό μπλοκάρισμα






Ξέρω πολλούς συγγραφείς που διατρανώνουν πως όταν γράφουν δεν διαβάζουν.
Δεν είμαι από αυτούς.

Ξέρω πολλές μαμάδες που λένε πως από τότε που έκαναν παιδιά δεν διαβάζουν.
Δεν είμαι από αυτές

Ξέρω πολλούς που διατείνονται πως διαβάζουν πολύ για τις σπουδές ή τη δουλειά τους και μετά δεν θέλουν άλλο. 
Δεν είμαι από αυτούς.

Ξέρω κι άλλους που λένε πως δεν έχουν χρήματα για βιβλία.
Ούτε από αυτούς είμαι. 

Είμαι από τους άλλους, που και στο μπουκάλι να τους κλείσεις, θα διαβάσουν την ετικέτα. 




Όμως εκ των πραγμάτων περνάω περιόδους που δεν διαβάζω, συσσωρεύονται τα βιβλία γύρω μου κι εγώ κολλάω στην ίδια σελίδα, του ίδιου βιβλίου που μπορεί να διαβάσω ξανά και ξανά πριν με πάρει ο ύπνος. Μερικές φορές φταίει το βιβλίο, δεν ήταν η στιγμή του κι η στιγμή μας. Άλλες φταίω εγώ. Δεν έχω όρεξη για διάβασμα και για αυτό «δεν βρίσκω χρόνο». Εγώ έχω όλη την καλή διάθεση να διαβάσω, αλλά με «παίρνει μπάλα η ζωή». Άσε που έχω κι ένα παζλ να τελειώσω και μια σειρά να δω, και μοιάζει τόσο δελεαστική αυτή η τετράωρη Κορεάτικη ταινία. 





Δικαιολογίες. Φυσικά. Απλά χρειάζεται το μυαλό να ξεμπουκώσει, να πετάξει αλλού χωρίς βοηθήματα. Για να επανέλθει μετά στη βολή της μυθοπλασίας, πιθανότατα με περισσότερη δύναμη και ορμή. Ή έτσι θέλω να πιστεύω. Γιατί συχνά με πιάνει ένας ενδόμυχος τρόμος. Κι αν δεν έχω ποτέ ξανά όρεξη για διάβασμα, τι θα απογίνω. Η ανάγνωση ήταν πάντοτε μια κάποια λύση.




19/6/18

"Η συνείδηση του Ζήνωνα", Italo Svevo




«Η συνείδηση του Ζήνωνα» του Ίταλο Σβέβο είναι ένα βιβλίο για το οποίο λέγονται πολλά βαρύγδουπα και σημαντικά: είναι ένα δείγμα του πρώιμου μοντερνισμού, ο Ίταλο Σβέβο ήταν καρδιακός φίλος του Τζέιμς Τζόυς, κι ήταν αυτός ο τελευταίος που προώθησε το μυθιστόρημα στη Γαλλία για να βρει τη θέση του στην παγκόσμια λογοτεχνία, ο Τζόυς είχε στον νου του τον Σβέβο όταν έγραφε τον Λέοπολντ Μπλουμ, κι άλλα τέτοια ηχηρά. Αυτό που ξεχνάνε πολύ συχνά να πουν είναι πως πρόκειται για απολαυστικό ανάγνωσμα. 

Ο Ζήνων ξεκινά να γράφει πρωτοπρόσωπα για τη ζωή του γιατί του το ζητά ο ψυχαναλυτής του. Κάποια στιγμή αποφασίζει πως η θεραπεία δεν τον βοηθά και την παρατάει. Ο γιατρός για να τον εκδικηθεί δημοσιοποιεί το πόνημά του. Έτσι παρακολουθούμε έναν αναξιόπιστο αφηγητή, που μας λέει ό,τι τον βολεύει και δικαιολογεί τον εαυτό του τόσο ώστε ώρες ώρες δεν μπορεί ούτε ο ίδιος να διαχωρίσει τι είναι αλήθεια και τι όχι. 

Ο Ζήνων κληρονόμησε από τον πατέρα του μια ακμαία εμπορική επιχείρηση, με τον όρο να μην τη διευθύνει ποτέ αυτός. Ο διαχειριστής του είναι ικανός, κι έτσι ο Ζήνων μένει άεργος. Σε σχετικά ώριμη ηλικία γνωρίζει τον Μαλφέντι, έναν γοητευτικό έμπορο, κι αποφασίζει να παντρευτεί μια από τις κόρες του χωρίς να τις γνωρίζει. Στην σκηνή που επιτέλους συστήνονται, αυτός γοητεύεται από την όμορφη Άντα, αλλά φυσικά όλοι ξέρουμε πως θα πάρει τελικά την αλλήθωρη Αυγούστα. Ο Ζήνων φαντασιώνεται πως ίσως θα είχε ταλέντο στο εμπόριο, αλλά ούτε ο ίδιος τολμά να αναλάβει τις επιχειρήσεις του, παρά μόνον να βοηθά στις επιχειρήσεις του άντρα που παντρεύεται τελικά η Άντα- και αντίζηλού του- χωρίς καμία ευθύνη

Αυτό που ξεχωρίζει το βιβλίο είναι το απίστευτο χιούμορ- σε ολόκληρα κεφάλαια, όπως αυτό για το κάπνισμα, σε απλές ατάκες, στο σύνολο της πλοκής. Ο συγγραφέας κλείνει το μάτι στον αναγνώστη, τον βάζει βαθιά στο παράδοξο της ίδιας της ύπαρξης, γράφει ένα μυθιστόρημα stream of consciousness, αλλά δεν αφήνει ποτέ να βαρεθείς. Ο Ζήνων είναι κατά φαντασίαν ασθενής, ζει πάντα με φανταστικούς πόνους από φανταστικές ασθένειες, είναι τόσο αποξενωμένος από τα ίδια του τα αισθήματα που δεν μπορεί να τα ορίσει. Αν και παντρεύεται την Αυγούστα από ένα καπρίτσιο της στιγμής, είναι φαινομενικά πολύ καλός σύζυγος, πολύ καλύτερος από τον Γκουίντο που πήρε  η Άντα. Βεβαίως την Αυγούστα την απατάει, ντρέπεται ακόμα και να τη δείξει στην ερωμένη του, αδιαφορεί για τα παιδιά τους, αλλά τα πεθερικά του τον αγαπούν κι η γυναίκα του μοιάζει ευτυχής. 

Ο Σβέβο είχε, λένε, πολλά εξωτερικά χαρακτηριστικά όμοια με τον Ζήνωνα, ήταν φαλακρός, πλούσιος, μιλούσε τη διάλεκτο της Τεργέστης κι όχι τα επίσημα Ιταλικά κι ήταν εξαρτημένος από το τσιγάρο. Είμαι σίγουρη πως χρησιμοποίησε αυτά τα αυτοβιογραφικά στοιχεία ως μέρος της φάρσας, για να διασκεδάσει ο ίδιος. Γιατί ενώ πρόκειται για ένα εξαιρετικά σημαντικό βιβλίο, σε καμία στιγμή δεν παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό του· ούτε όταν μιλάει για τον θάνατο, τον έρωτα, τον πόλεμο. Κι αυτό είναι το μεγαλύτερο πλεονέκτημά του. 



                                                                                   Κατερίνα Μαλακατέ 




"Η συνείδηση του Ζήνωνα", Ίταλο Σβέβο, μετ. Έφη Καλλιφατίδη, εκδ. Αντίποδες, 2018, σελ. 597 




Υ.Γ. 42 Η συγκεκριμένη μετάφραση της Συνείδησης του Ζήνωνα, έχει για μένα μεγάλη συναισθηματική αξία. Πριν κάποιον καιρό ανέβηκε στο γκρουπ Διαβάζοντας μια ανάρτηση. Έλεγε πόσο υπέροχο βιβλίο είναι αυτό, αλλά και πόσο παραμελημένο: η έκδοση του Εξάντα ήταν εξαντλημένη και η μετάφραση κακή. Η Έφη Καλλιφατίδη που παρακολουθούσε συστηματικά το γκρουπ έγραψε στα σχόλια πως είχε κάνει κάποτε για τον εαυτό της μια μετάφραση του βιβλίου, για δική της ευχαρίστηση, που βρισκόταν σε τετράδια, ούτε καν σε αρχείο υπολογιστή. Κάποια μέλη του γκρουπ δέχτηκαν να μεταγράψουν τα τετράδια, η Έφη άρχισε να δουλεύει ξανά εντατικά τη μετάφραση- μαζί με τις κανονικές δουλειές της. Και δεν άργησε να βρεθεί εκδότης με ανοιχτές κεραίες, οι Αντίποδες. Στο μεταξύ εγώ έγινα φίλη με αυτή τη σπουδαία κυρία, που πάλευε με μια δυστυχώς ανίατη ασθένεια, αλλά δεν έχανε το χιούμορ της στιγμή. Όταν πια η Συνείδηση του Ζήνωνα βγήκε στα βιβλιοπωλεία, η Έφη Καλλιφατίδη δεν υπήρχε πια. Λυπήθηκα σαν να έχασα δικό μου άνθρωπο, όμως είμαι σίγουρη πως θα είναι πολύ περήφανη για το κύκνειο άσμα της. 

8/6/18

«Τρυφερή είναι η νύχτα», Francis Scott Fitzgerald



Βιβλίο αισθαντικό, το «Τρυφερή είναι η νύχτα», το κύκνειο άσμα του Φ.Σ. Φιτζέραλντ, είναι ένα μυθιστόρημα που δεν χορταίνεις να διαβάζεις. Έχει όλα εκείνα τα στοιχεία που συναρπάζουν τον αναγνώστη στον Μεγάλο Γκάτσμπυ, αλλά με μια διαφορετική, λιγότερο πυρετική και πιο ουσιαστική ματιά. Ξέρω πως ακούγεται περίεργο, μα νομίζω πως προτιμώ τη Νύχτα από τον Γκάτσμπυ

Το βιβλίο έχει εκδοθεί σε διάφορες εκδοχές και η ελληνική μετάφραση ακολουθεί την τελευταία, που μας ενημερώνει από την αρχή για την αρρώστια της πρωταγωνίστριας κι ακολουθεί μια πιο γραμμική πλοκή. Παρ’ όλα αυτά δεν χάνεται τίποτα από την δύναμή του, δεν είναι ένα βιβλίο που στηρίζεται στην έκπληξη ή στα μοντερνιστικά παιχνίδια, αλλά στο αφηγηματικό βάθος. 

Ο Ντικ Ντάιβερ είναι ένας νεαρός ψυχίατρος που γνωρίζει τη Νικόλ όσο εκείνη νοσηλεύεται στην κλινική ενός φίλους του γιατί είχε μια κρίση παράνοιας. Αν και στην αρχή αντιστέκεται, τελικά ερωτεύεται και παντρεύεται την ασθενή του που είναι πανέμορφη και συνάμα πάμπλουτη. Λίγα χρόνια αργότερα κι ενώ κάνουν μπάνιο με τους φίλους τους κάπου στη Γαλλική Ριβιέρα, το ζευγάρι θα γνωρίσει τη νεαρή ηθοποιό Ρόζμαρι. Το κορίτσι θα γοητευτεί από τον Ντικ και θα τον ερωτευτεί. 

Οι Ντάιβερς ζουν μια ζωή μέσα στα πλούτη, με φίλους, πάρτυ, ταξίδια, είναι γοητευτικοί και έξυπνοι και οι δύο. Έχουν και δυο παιδιά που δεν τους ανησυχούν ιδιαίτερα, τα προσέχουν οι νταντάδες. Φαινομενικά τα έχουν όλα. Μόνο που εκείνη δεν μπορεί να ξεφύγει από το παρελθόν κι εκείνος δεν μπορεί να ξεφύγει από το παρόν. 

Το βιβλίο παρακολουθεί την πτώση τους, που είναι σαφής αλλά ανεπαίσθητη, ένα βήμα τη φορά. Ο Φιτζέραλντ κεντάει τους χαρακτήρες, αφήνει να φανεί όλη η ευαισθησία κι ο πόνος του. Δεν είναι κρυφό πως η Νικόλ- και οι κρίσεις της- είναι στηριγμένη πάνω στη γυναίκα του Ζέλντα. Και πως ο Ντικ- και ο αλκοολισμός του- είναι στηριγμένος στον ίδιο τον συγγραφέα. Πρόκειται για ένα γλυκό βιβλίο, για ένα πικρό βιβλίο, για ένα ίσως από τα πιο αληθινά μυθιστορήματα που γράφτηκαν ποτέ. Και θα άξιζε από μόνο του για να δώσει στον Φιτζέραλντ μια θέση στην αιωνιότητα. 



                                                                              Κατερίνα Μαλακατέ 



«Τρυφερή είναι η νύχτα», Φ.Σ. Φιτζέραλντ, μετ. Μιχάλης Μακρόπουλος, εκδ. Μεταίχμιο, 2013, σελ 476











Ode to a Nightingale

My heart aches, and a drowsy numbness pains 
         My sense, as though of hemlock I had drunk, 
Or emptied some dull opiate to the drains 
         One minute past, and Lethe-wards had sunk: 
'Tis not through envy of thy happy lot, 
         But being too happy in thine happiness,— 
                That thou, light-winged Dryad of the trees 
                        In some melodious plot 
         Of beechen green, and shadows numberless, 
                Singest of summer in full-throated ease. 

O, for a draught of vintage! that hath been 
         Cool'd a long age in the deep-delved earth, 
Tasting of Flora and the country green, 
         Dance, and Provençal song, and sunburnt mirth! 
O for a beaker full of the warm South, 
         Full of the true, the blushful Hippocrene, 
                With beaded bubbles winking at the brim, 
                        And purple-stained mouth; 
         That I might drink, and leave the world unseen, 
                And with thee fade away into the forest dim: 

Fade far away, dissolve, and quite forget 
         What thou among the leaves hast never known, 
The weariness, the fever, and the fret 
         Here, where men sit and hear each other groan; 
Where palsy shakes a few, sad, last gray hairs, 
         Where youth grows pale, and spectre-thin, and dies; 
                Where but to think is to be full of sorrow 
                        And leaden-eyed despairs, 
         Where Beauty cannot keep her lustrous eyes, 
                Or new Love pine at them beyond to-morrow. 

Away! away! for I will fly to thee, 
         Not charioted by Bacchus and his pards, 
But on the viewless wings of Poesy, 
         Though the dull brain perplexes and retards: 
Already with thee! tender is the night, 
         And haply the Queen-Moon is on her throne, 
                Cluster'd around by all her starry Fays; 
                        But here there is no light, 
         Save what from heaven is with the breezes blown 
                Through verdurous glooms and winding mossy ways. 

I cannot see what flowers are at my feet, 
         Nor what soft incense hangs upon the boughs, 
But, in embalmed darkness, guess each sweet 
         Wherewith the seasonable month endows 
The grass, the thicket, and the fruit-tree wild; 
         White hawthorn, and the pastoral eglantine; 
                Fast fading violets cover'd up in leaves; 
                        And mid-May's eldest child, 
         The coming musk-rose, full of dewy wine, 
                The murmurous haunt of flies on summer eves. 

Darkling I listen; and, for many a time 
         I have been half in love with easeful Death, 
Call'd him soft names in many a mused rhyme, 
         To take into the air my quiet breath; 
                Now more than ever seems it rich to die, 
         To cease upon the midnight with no pain, 
                While thou art pouring forth thy soul abroad 
                        In such an ecstasy! 
         Still wouldst thou sing, and I have ears in vain— 
                   To thy high requiem become a sod. 

Thou wast not born for death, immortal Bird! 
         No hungry generations tread thee down; 
The voice I hear this passing night was heard 
         In ancient days by emperor and clown: 
Perhaps the self-same song that found a path 
         Through the sad heart of Ruth, when, sick for home, 
                She stood in tears amid the alien corn; 
                        The same that oft-times hath 
         Charm'd magic casements, opening on the foam 
                Of perilous seas, in faery lands forlorn. 

Forlorn! the very word is like a bell 
         To toll me back from thee to my sole self! 
Adieu! the fancy cannot cheat so well 
         As she is fam'd to do, deceiving elf. 
Adieu! adieu! thy plaintive anthem fades 
         Past the near meadows, over the still stream, 
                Up the hill-side; and now 'tis buried deep 
                        In the next valley-glades: 
         Was it a vision, or a waking dream? 
                Fled is that music:—Do I wake or sleep? 


30/5/18

"Καλοί Οιωνοί", Neil Gaiman & Terry Pratchett





        «Για φαντάσου», είπε η αδελφή Μαίρη. «Κρατάω στα χέρια μου τον ίδιο τον Αντίχριστο. Και κάνω μπανάκι τον Αντίχριστο. Και μετράω τα μικρά του δαχτυλάκια…»
Τώρα μιλούσε απευθείας το μωρό, χαμένη σ’ έναν δικό της κόσμο. Ο Κρόουλυ κούνησε το χέρι του μπροστά στο πρόσωπό της.
«Αδελφή Μαίρη; Ναι; Αδελφή Μαίρη, μ’ ακούς;»
«Α, με συγχωρείτε. Σκέτη γλύκα είναι, πάντως. Στον μπαμπά του μοιάζει; Πάω στοίχημα ότι του μοιάζει. Στον μπαμπακούλη του μοιάζει μωρέ…;»
«Όχι» είπε ξερά ο Κρόουλυ. 


Ένα βιβλίο που έγραψαν το 1990 ο Τέρυ Πράτσετ με τον Νιλ Γκάιμαν μαζί, ανταλλάσσοντας δισκέτες με το ταχυδρομείο, δεν μπορεί παρά να είναι αστείο. Για αυτό δεν είχα καμία αμφιβολία. Υπάρχει όμως σε αυτό και κάτι παραπάνω που θα σε τραβήξει να συνεχίσεις την ανάγνωση και να μην το παρατήσεις; Η αλήθεια είναι πως το βιβλίο είναι περισσότερο Πράτσετ από ό,τι Γκάιμαν, σατιρίζει τους πάντες και τα πάντα, δεν κολλάει πουθενά, στιγμές στιγμές η πλάκα χοντραίνει και φτάνει σε λυκειακά επίπεδα. 


Ο Αντίχριστος γεννιέται, η Αποκάλυψη είναι κοντά, αλλά λόγω ενός λάθους σε ένα σατανιστικό μοναστήρι, καταλήγει να ανατραφεί από μια κανονική οικογένεια, ενώ το παιδί που νομίζουν για Αντίχριστο μεγαλώνει σατανιστικά. Ένας άγγελος κι ένας διάβολος που πολύ γουστάρουν τη ζωή τους στη Γη και δεν θα ήθελαν να αλλάξει επιτηρούν. Ενώ ο Θάνατος, ο Λοιμός, ο Πόλεμος και η Μόλυνση καραδοκούν. 


Το βιβλίο είναι καλογραμμένο, το ύφος είναι ξεκάθαρα του Πράτσετ, οι ιδέες όμως μοιάζουν φρέσκες, σαν να τις είχε ο Γκάιμαν. Η συνύπαρξή τους είναι αρμονική, το τελικό αποτέλεσμα σε κάνει να γελάς και διαβάζεται εύκολα. Δεν είναι βέβαια το σπουδαιότερο βιβλίο που γράφτηκε επί γης, κι ούτε θα ήθελαν να είναι. Λέει χιουμοριστικά κάποιες σκληρές αλήθειες, επιδίδεται σε ανελέητα λογοπαίγνια, ενδεικνύεται για να περάσεις εποικοδομητικά την ώρα σου. Το ξεκίνησα στα Ελληνικά αλλά το τελείωσα στο kindle στα Αγγλικά σε ένα ταξίδι. Είμαι ευχαριστημένη κι από τις δυο εκδοχές κι ενάλλασσα με άνεση το αγγλικό με το ελληνικό κείμενο παρά τους νεολογισμούς. Αν πάντως ψάχνετε την απάντηση στην ερώτηση για το νόημα της ζωής, δεν θα τη βρείτε εδώ. Θα τη βρείτε αλλού. 



                                                                                           Κατερίνα Μαλακατέ



"Καλοί Οιωνοί", Neil Gaiman & Terry Pratchett, μετ. Θάνος Καραγιαννόπουλος, εκδ. SEΛΙΝΙ, 2016, σελ. 405


Υ.Γ. 42 Μην παραλείψετε να διαβάσετε τις υποσημειώσεις. Α, και τα πράγματα έχουν πάντα και μια κακή πλευρά. Ουπς. 




25/5/18

"Η κομπάρσα", A. B. Yehoshua



Η σχέση μου με τους Ισραηλινούς συγγραφείς είναι μάλλον μικρή. Από όσους έχω διαβάσει – Οζ, Γκρόσμαν, Κέρετ, Σίνγκερ, Γεοσούα- νομίζω πως οι δυο τελευταίοι μού ταιριάζουν πιο πολύ. «Η Κομπάρσα» πάντως, το μυθιστόρημα του Αβραάμ Γεοσούα, που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά, με ενθουσίασε. Πρόκειται για ένα βιβλίο που καταφέρνει να καταδυθεί στα μύχια της ανθρώπινης ψυχής, να διερευνήσει τις αντιθέσεις της, να αναμετρηθεί με το ατομικό και το συλλογικό μαζί με τέτοια ένταση και ευαισθησία που λυπάσαι όταν αναγκάζεσαι να το αφήσεις από τα χέρια σου. 

Η Νόγκα είναι μια 42χρονη όμορφη αρπίστρια που ζει μόνιμα στην Ολλανδία και παίζει στην ορχήστρα του Αρνχάιμ. Δέχεται να γυρίσει στην Ιερουσαλήμ για τρεις μήνες, για να φυλάει το διαμέρισμα της μητέρας της, όσο εκείνη θα τεστάρει στο Τελ Αβιβ τον οίκο ευγηρίας που πρότεινε ο αδελφός της. Η οικογένεια της Νόγκα είναι πολύ δεμένη, η μαμά της μια κυρία με φοβερό χιούμορ, κι ο Χόνι, ο αδελφός της, αγαπά πολύ και τις δύο γυναίκες, κι αν και τις καταπιέζει με αυτό το «πείραμα», το κάνει καθαρά από αγάπη. 

Η Νόγκα, που δεν θέλει να κάνει παιδιά- για αυτό άλλωστε άφησε τον πρώην άντρα της στο Ισραήλ κι έφυγε για την Ευρώπη ακολουθώντας την άρπα-, ξαναμπαίνει γρήγορα στους ρυθμούς της πόλης, αντιλαμβάνεται σχεδόν αμέσως τη συντηρητικοποίησή της, πως γύρω της συγκεντρώνονται υπερορθόδοξοι Εβραίοι φανατικοί κι αυτό θα μπορούσε να είναι απειλή για την ηλικιωμένη και άθρησκη μαμά της. Για να περνά τον χρόνο της, μιας και άρπα δεν βρίσκεται στο Ισραήλ για να παίζει, ο αδελφός της της κανονίζει κάποια κομπαρσιλίκια, σε σήριαλ, σε όπερες, σε διαφημίσεις. 

Ο Αβραάμ Γεοσούα, στα 80 τόσα του, τολμά να τα «βάλει» με μια γυναίκα αφηγήτρια, και τα καταφέρνει. Μπαίνει πλήρως στην ψυχοσύνθεση της σαραντάχρονης Νόγκα που δεν επιθυμεί να γίνει μάνα, που αγαπά την ελευθερία της στην Ολλανδία, αλλά παραμένει πάντα Ισραηλινή, που θέλει να απελευθερωθεί από τις κοινωνικές δεσμεύσεις, ενώ ταυτόχρονα φοβάται μη χάσει την αγάπη- της μαμάς, του αδελφού, ακόμα και του πρώην συζύγου. 

Το σκηνικό είναι η Ιερουσαλήμ, πόλη με ιστορία αιώνων, συνεχές σταυροδρόμι πολιτισμών, ένας τόπος διαρκούς αιματοκυλίσματος. Η θρησκεία αναλαμβάνει έναν ύπουλο ρόλο καθορισμού της ταυτότητας, ακόμα και για οικογένειες άθρησκες όπως αυτή της Νόγκα. Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες υποπλοκές εξάλλου, είναι η εισβολή δυο πιτσιρίκων στο διαμέρισμα της Ιερουσαλήμ για να δουν τηλεόραση. Ο ένας είναι μάλλον πνευματικά καθυστερημένος, πανέμορφος, προερχόμενος από οικογένεια ιερή, που τον προορίζει για χασίντ. Ηρεμεί μόνο όταν βλέπει το χαζοκούτι, και τέτοιο στην οικογένειά του δεν υπάρχει. Ο άλλος είναι ένας προέφηβος, που φροντίζει τον μικρό- έχει συνηθίσει γιατί έχει δέκα αδέλφια. Η Νόγκα βρίσκεται σε υποχρεωτική αργία στο Ισραήλ, δεν μπορεί να προωθήσει τη δουλειά της, και  μπαίνει σε μια διαδικασία ενδοσκόπησης χωρίς να το καταλάβει. Η συνάντηση με τον πρώην σύζυγο, που τώρα πια έχει μια καινούργια σύζυγο που της μοιάζει και δύο παιδιά, βοηθά για να κατανοήσει ακόμα καλύτερα τον εαυτό της. 

Ο Α.Β. Γεοσούα μιλάει για οικογένεια, θρησκεία, πατρίδα, μοναξιά, γηρατειά, μητρότητα, όλα ανάκατα, το ίδιο σημαντικά, σε ένα βιβλίο που φαινομενικά έχει μια απλή ιστορία. Ο τρόπος του, που στη Ρετροσπεκτίβα αρκετές φορές με κούρασε, τώρα μου άρεσε πολύ. Απόλαυσα την ανάγνωση, ταυτίστηκα με την ηρωίδα, ένιωσα στο πετσί μου το αίτημά της για ελευθερία και ασφάλεια ταυτόχρονα. Και κατέληξα πως είναι για αυτά τα βιβλία, που σκάνε ξαφνικά μέσα σου και πυροδοτούν τόσα αισθήματα, που αξίζει η μακρόχρονη ενασχόληση με την ανάγνωση. 

                                                              
                                                                                               Κατερίνα Μαλακατέ





"Η κομπάρσα», Αβραάμ Γεοσούα, μετ. Μάγκυ Κοέν, εκδ. Καστανιώτης, 2018, σελ.342









18/5/18

"Το Τούνελ", Ερνέστο Σάμπατο



Αρκεί να πω ότι είμαι ο Χουάν Πάμπλο Καστέλ, ο ζωγράφος που σκότωσε τη Μαρία Ιριμπάρνε· υποθέτω πως όλοι θυμούνται τη δίκη και πως δεν χρειάζονται περισσότερες εξηγήσεις σχετικά με το πρόσωπό μου. 

Αυτή είναι η εναρκτήρια παράγραφος στο Τούνελ του Ερνέστο Σάμπατο, που μας λέει χωρίς περιστροφές τι θα διαβάσουμε. Ο ζωγράφος Χουάν Πάμπλο Καστέλ, αφηγητής και πρωταγωνιστής, μας αφηγείται πώς γνώρισε τη Μαρία Ιριμπάρνε- ήταν η μόνη που πρόσεξε τη λεπτομέρεια που τον ενδιέφερε στον πίνακά του- πώς την ξανασυνάντησε τυχαία, πώς την ερωτεύτηκε και τη ζήλεψε παράφορα και τελικά τη σκότωσε. 

Ο Καστέλ είναι ένας ορμητικός αφηγητής, ένας μοναχικός και ιδιότροπος άνθρωπος, ένας παράφορα ζηλιάρης εραστής. Για τον Καστέλ "η κόλαση είναι οι άλλοι", δεν μπορεί να βρει διαφυγή πουθενά, ούτε παρηγοριά. Δεν μπορεί να καταλάβει τον εαυτό του, ενώ αυτή η κατανόηση είναι που τον καίει πιο πολύ. Αδυνατεί να υπάρξει αν δεν ορίσει τι είναι ο ίδιος, ενώ ταυτόχρονα δυσκολεύεται να ορίσει τα βασικά. Πρόκειται για έναν αναξιόπιστο αφηγητή, με στιγμές τρομερής ενάργειας, που συχνά καταβυθίζεται σε τέτοια βάθη που φτάνει την παράνοια.

Υπήρξε μόνο ένας άνθρωπος που μπορούσε να με καταλάβει. Όμως ήταν ακριβώς ο άνθρωπος που σκότωσα. 

Η γλώσσα του Σάμπατο είναι λιτή και απέριττη, οι προτάσεις έχουν όλες νόημα, το βιβλίο δεν πλατειάζει πουθενά, διαβάζεται μονορούφι. Πρόκειται για ένα αριστούργημα που συμπυκνώνει στις 174 σελίδες του όσα ένας στοχαστής όπως ο Σάμπατο θέλει να πει· μιλάει για την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου, τον παραλογισμό της ανθρώπινης ύπαρξης, το τούνελ στο οποίο μπαίνουμε για να βρούμε τον εαυτό μας κι είναι αμφίβολο αν θα τον βρούμε στην άλλη πλευρά. 

Το Τούνελ (1948) είναι το πρώτο λογοτεχνικό κείμενο του Ερνέστο Σάμπατο που εκδόθηκε και καθιέρωσε το συγγραφέα του σχεδόν αμέσως. Δεν είναι τυχαίο πως το ανακάλυψε ο Καμύ, μιας και πρόκειται για ένα έργο του υπαρξισμού και έχει αρκετές ομοιότητες με τον Ξένο (1942). Ο Σάμπατο σπούδασε Φυσική, δούλεψε στο Ινστιτούτο Κιουρί, όμως μετά τον Δεύτερο Πόλεμο αποφάσισε να αφοσιωθεί στο γράψιμο. Αν και έζησε σχεδόν εκατό χρόνια, έγραψε μόνον τρία μυθιστορήματα,: αυτό, το «Περί Ηρώων και τάφων» και το «Αβαδδών ο εξολοθρευτής» που αποτελούν και μια άτυπη τριλογία. 

Το Τούνελ είναι το πιο πυκνό, δεν αφήνει καμία από τις εμμονές του απέξω, ούτε καν αυτή με τους τυφλούς. Είναι ένα βιβλίο που μπορεί να διαβάζεται ξανά και ξανά και κάθε φορά να αφήνει άλλη αίσθηση, ανάλογα τη φάση ζωής του αναγνώστη. Και η μετάφραση της Κλαίτης Σωτηριάδου τού έδωσε τη νέα πνοή που χρειαζόταν. 



                                                                           Κατερίνα Μαλακατέ




"Το Τούνελ", Ερνέστο Σάμπατο, μετ. Κλαίτη Σωτηριάδου, εκδ. Μεταίχμιο, 2018, σελ174

15/5/18

«Μακριά από πού», Edgardo Cozarinsky



Ξεκίνησα να διαβάζω το «Μακριά από πού» του Εδγάρδο Κοζαρίνσκι γιατί ο συνέταιρός μου και συν-συντονιστής της Λέσχης ανάγνωσης του Booktalks, Librofilo, επέμενε να κάνουμε την ιεροσυλία και να το βάλουμε στην ίδια συνάντηση της Λέσχης με το “Τούνελ” του Ερνέστο Σάμπατο. Ο συνδετικός κρίκος είναι προφανής, μιλάμε για δύο Αργεντίνους συγγραφείς διαφορετικής γενιάς και υψηλής λογοτεχνικής αξίας. Όμως οι ομοιότητες θεωρώ πως λήγουν εδώ. 

Στο βιβλίο πρωταγωνιστεί μια Γερμανίδα, που έκανε γραφική δουλειά σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης και βλέποντας το Ράιχ να καταρρέει, βουτάει το διαβατήριο μιας Εβραίας που είχε βρεθεί την προηγούμενη μέρα στα κρεματόρια και 20 κιλά χρυσά δόντια Εβραίων και φεύγει. Με κάποιον τρόπο καταφέρνει να βρεθεί στην Αργεντινή, όπου στήνει τη σκιά μιας νέας ζωής. Δεν παντρεύεται ποτέ, μένει σε μια πανσιόν με άλλους χαμένους μετανάστες. Από έναν τυχαίο ομαδικό βιασμό αποκτά έναν γιο που τον μεγαλώνει με αγάπη. Αν και στην πραγματικότητα θα προτιμούσε να μεγαλώσει το ξανθομάλλικο κοριτσάκι που είχε κάνει στη Γερμανία κατά τη διάρκεια του πολέμου κι όχι τον μαυριδερό Φεδερίκο. Ύστερα από τον ύποπτο θάνατο της, ο γιος της κάνει την αντίστροφη πορεία, γυρίζει στην Ευρώπη, χωρίς να ριζώνει πουθενά. 

Το μυθιστόρημα πραγματεύεται τη μοίρα του μετανάστη, την έννοια της πατρίδας, της ταυτότητας, της επιβολής της Πολιτικής και της Ιστορίας πάνω στην προσωπική μοίρα των ανθρώπων. Το πραγματικό όνομα της πρωταγωνίστριας δεν το μαθαίνουμε ποτέ. Όπως δεν κατανοεί ποτέ την ιστορία της μητέρας του ο γιος της. Η πρωταγωνίστρια είναι μια μάλλον αμόρφωτη και ακαλλιέργητη γυναίκα που μπλέκει στην παγίδα της Ιστορίας, περνά μια ανώνυμη ζωή, δίνει πόνο, δέχεται πόνο, σχεδόν μοιρολατρικά, δεν καταλαβαίνει καν πως με κάποιο τρόπο είναι η ενσάρκωση του Κακού, δεν έχει τίποτα για να μετανιώσει. Μαθαίνει πως ως άτομο δεν έχει καμία σημασία, και τελικά δεν αφήνει το στίγμα της στον γιο της. Κι εκείνος, χωρίς ρίζες, χωρίς ταυτότητα, χάνει στο τέλος και τη μοναδική ευκαιρία να βρει μια οικογένεια και μια πατρίδα. 

Πρόκειται για ένα βιβλίο αρκούντως κινηματογραφικό, λιτό στη γλώσσα και τη δομή, που περιγράφει όμως μια συγκλονιστική ιστορία. Ο συγγραφέας έχει μοναδική ικανότητα να στήνει ατμόσφαιρα, έχει ασχοληθεί πολύ με τον κινηματογράφο, και μόνο τα τελευταία χρόνια αφοσιώθηκε στο γράψιμο. Αν κρίνω από αυτό το διαμαντάκι, πολύ θα ήθελα να διαβάσω και το άλλο μυθιστόρημά του που έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, τον «Μολδαβό σωματέμπορα». 


                                                             Κατερίνα Μαλακατέ



«Μακριά από πού», Εδγάρδο Κοζαρίνσκι, μετ. Τάσος Ψάρρης, εκδ. Καστανιώτης, σελ. 141, 2011