15/10/18

"Νόρμα", Sofi Oksanen




Διάβασα το προηγούμενο βιβλίο της Σόφι Οξάνεν που κυκλοφόρησε στα Ελληνικά, την «Κάθαρση», πριν αρκετά χρόνια, και παρ’ όλες τις -τότε- διθυραμβικές κριτικές, δεν είχα εντυπωσιαστεί. Το νέο της μυθιστόρημα, η «Νόρμα», πέρασε σχεδόν απαρατήρητο στην χώρα μας, αλλά για κάποιο λόγο εγώ ένιωθα να έλκομαι από αυτό, κάθε φορά που διάβαζα το οπισθόφυλλο, το ήθελα δικό μου. Κι αυτή τη φορά το ένστικτό μου δεν με εγκατέλειψε. 

Η Νόρμα είναι μια ιδιαίτερη κοπέλα, τα μαλλιά της μεγαλώνουν εξαιρετικά γρήγορα, γύρω στο ένα μέτρο τη μέρα, κι έχουν τη δική τους γνώμη για τα πράγματα, άλλοτε γίνονται φίδια και σε κυκλώνουν κι άλλες φορές αγκαλιά και σε κλείνουν. Η όσφρηση της Νόρμα είναι επίσης διαφορετική, το κορίτσι μπορεί να μυρίσει μαλλιά από μακριά, και να καταλάβει αν ο κάτοχός τους θα αρρωστήσει ή θα πεθάνει σύντομα. Όλα ξεκινούν, όταν η Ανίτα, η μαμά της Νόρμα, πέφτει στις γραμμές του τρένου. Στην κηδεία, ένας κομψευόμενος κύριος θα πλησιάσει την Νόρμα, θα της δώσει την κάρτα του, και σιγά σιγά θα την πλευρίσει όλη του η οικογένεια. Θα αποδειχτεί πως η Ανίτα δούλευε στο κομμωτήριο της κόρης, της Μάριον, και αρχίζει να ξετυλίγεται ένα κουβάρι που περιλαμβάνει τρίχες, εξτένσιονς, παρένθετες μητέρες και φάρμες μωρών, ανάκατα. 

Η Οξάνεν χειρίζεται αυτό το περίεργο θέμα υποδειγματικά. Δεν μένει στην εντυπωσιακή ιδιότητα των μαλλιών της Νόρμα, τη χρησιμοποιεί σαν όχημα για να μιλήσει για τη θέση την γυναίκας, για καυτά θέματα, όπως η υιοθεσία μωρών και οι παρένθετες μητέρες, για σχέσεις, για μητρότητα και πατρότητα. Μα πάνω από όλα για τη διαφορετικότητα, για το πόσο σκληρό είναι να μην ανήκεις πουθενά και να μην σε νοιάζεται κανείς, ίσως μόνο η μάνα σου, κι αυτή "με τον τρόπο της", για το πόσο ανατριχιαστικό, σχεδόν εμετικό μοιάζει να μην μπορείς να υπάρξεις ούτε χωρίς, αλλά ούτε με τους ανθρώπους. Η Νόρμα είναι ένα κορίτσι απελπιστικά μόνο, δεν μπορεί ώρες ώρες να αντέξει ούτε η ίδια την ευαισθησία της, και οχυρώνεται απέναντι στον κόσμο, στήνει τείχη. Που μπορεί να σπάσουν με τον πιο απρόσμενο, κι ίσως με τον πιο μη αναμενόμενο τρόπο. Η συγγραφέας έχει νιώσει στο πετσί της το πώς είναι να διαφέρεις, ξέρει να μιλά για αυτό, γιατί είναι δικό της κομμάτι. Κάτω από όλη αυτή τη μαυρίλα κρύβεται βέβαια κι ένα ιδιότυπο σκληρό και κάπως βάναυσο βορειοευρωπαϊκό χιούμορ, κυρίως όσον αφορά τη μεγάλη μπίζνα, τα εξτένσιονς. 

Η Νόρμα δεν είναι ένα μυθιστόρημα που θα ενθουσιάσει όσους ψάχνουν τη γρήγορη πλοκή, αντίθετα, είναι ένα ύπουλο κατασκεύασμα που μπαίνει κάτω από το δέρμα σου σιγά σιγά. Ούτε καν καταλαβαίνεις πότε αρχίζεις και ταυτίζεσαι με αυτό το κορίτσι που ζει ένα σχεδόν καφκικό δράμα, με γκάνγκστερς, μαλλιά, μωρά και έρωτες.  Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω τι να σκεφτώ για την Σόφι Οξάνεν, ακόμα θυμάμαι την «Κάθαρση» και ανατριχιάζω. Η "Νόρμα" όμως είναι ένα βιβλίο που το αγάπησα, έχει βάθος και ένταση, ενώ ταυτόχρονα αποδεικνύει πως η συγγραφέας του είναι εξαιρετική. Θα χρειαστεί μάλλον ένα ακόμα μυθιστόρημα για να εδραιώσω άποψη. 




                                                           Κατερίνα Μαλακατέ


"Νόρμα", Σόφι Οξάνεν, μετ. Μαρία Μαρτζούκου, εκδ. Πατάκη, 2018, σελ. 365 

11/10/18

"Η μοναδική ιστορία", Julian Barnes



Μετά τη μεγάλη απογοήτευση με τον Αχό της εποχής, δίσταζα κάπως να διαβάσω το νέο βιβλίο του Τζούλιαν Μπαρνς. Κακώς. Στη «Μοναδική ιστορία» ο Μπαρνς ξαναγυρνά στα γνώριμά του λημέρια, διερευνά την ανθρώπινη φύση, πιέζει την πλοκή στα άκρα για να φτάσει και τους χαρακτήρες του στα όρια. Εκκινεί από μια σχέση ερωτική, για να μιλήσει για τη ζωή, τον θάνατο και τη φθορά. 

Ο Πολ είναι ένας δεκαεννιάχρονος από πλούσια οικογένεια που γνωρίζει την 49χρονη Σούζαν στο τένις κλαμπ που γράφεται για να ικανοποιήσει τους γονείς του. Σύντομα ο Πολ και η Σούζαν γίνονται ζευγάρι, σχεδόν με την ανοχή τόσο του συζύγου της-ενός αδιάφορου, χοντρού, μέθυσου-, τόσο και των παιδιών της Σούζαν αλλά και των γονιών του Πολ. Όταν η σχέση τους σοβαρεύει όμως, τους διώχνουν από το τένις κλαμπ, κι αυτοί, αντί να χωρίσουν, όπως θα περίμενε κανείς για μια σχέση με τόσο μεγάλη διαφορά ηλικίας, αποφασίζουν να ζήσουν μαζί. Τα καταφέρνουν για αρκετό καιρό, μέχρι να αρχίσει η κατάρρευση της Σούζαν, η παράνοια, ο αλκοολισμός και η ασθένεια. 

Το βιβλίο δεν αντιμετωπίζει τον έρωτα μονόπλευρα, δεν μένει στον αρχικό ενθουσιασμό των εραστών, προχωρά πολύ γρήγορα στην επόμενη φάση. Κι όσο κι αν διατείνεται ο Πολ πως η Σούζαν ήταν η μοναδική του ιστορία, τελικά μετά από δέκα χρόνια, την «επιστρέφει πίσω» στην κόρη της, που τη φροντίζει και την αγαπάει, διαφορετικά, με άλλου τύπου αγάπη, χωρίς στιγμή να βαρυγκωμά. 

Η αφήγηση ξεκινά πρωτοπρόσωπη, όταν αφηγείται ο νεαρός Πολ, για να περάσει σύντομα στο δεύτερο πρόσωπο όταν τα πράγματα δυσκολεύουν και να καταλήξει στο τρίτο όταν ο εβδομηντάρης πια Πολ κάνει απολογισμό της ζωής του. Η σχεδόν τριάντα χρόνων διαφορά ανάμεσα στο ζευγάρι στην αρχή δεν έχει καμία σημασία, όσο όμως η Σούζαν πέφτει, βαραίνει. Ο Πολ της στέκεται ως εκεί που μπορεί, αλλά πια δεν νιώθει ερωτευμένος. Και τελικά την αφήνει στη μοίρα της, χαμένη και καμένη, να μην μπορεί καν να αναγνωρίσει τους οικείους της. 

«Θα προτιμούσες να αγαπάς πολύ και να υποφέρεις πολύ ή να αγαπάς λίγο και να υποφέρεις λίγο; Νομίζω πως αυτό είναι, τελικά, το μόνο ουσιαστικό ερώτημα» 

Πρόκειται για μια ιστορία ιδιόμορφη, που ο Μπαρνς τη χειρίζεται άλλοτε με κυνισμό κι άλλοτε με ευαισθησία, χωρίς να χαρίζεται σε κανέναν. Η τελική γεύση είναι γλυκόπικρη, έχει μέσα ρομαντισμό και ματαίωση αλλά και πραγματισμό. Η μνήμη, το παρελθόν και το παρόν, το τι χρωστάμε στον εαυτό μας και στους άλλους, τι είναι έρωτας, και σε ποιο βαθμό καθορίζει το ποιοι είμαστε, απασχολούν τον συγγραφέα σε πολλά από τα μυθιστορήματά του. "Η μοναδική ιστορία" είναι ίσως από τα καλύτερά του. Δεν κατάφερε βέβαια να αντικαταστήσει στην καρδιά μου το «Ένα κάποιο τέλος», όμως έφτασε κοντά. Γιατί το μίγμα, χιούμορ, έρωτας, ευαισθησία και μια ιδέα κυνισμός, είναι από τα αγαπημένα μου. 



                                                                          Κατερίνα Μαλακατέ



"Η μοναδική ιστορία", Τζούλιαν Μπαρνς, μετ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Μεταίχμιο, 2018, σελ. 309








Για τα βιβλία του Τζούλιαν Μπαρνς στο Διαβάζοντας:

«Ο αχός της εποχής», Julian Barnes

«Ιστορία του κόσμου σε 10 ½ κεφάλαια», Julian Barnes

Πριν εκείνη με γνωρίσει", Julian Barnes

"Τα τρία επίπεδα της ζωής", Julian Barnes

"Ένα κάποιο τέλος", Julian Barnes


8/10/18

«Το κόκκινο και το άσπρο», Ελένη Στελλάτου




Το βιβλίο της Ελένης Στελλάτου "Το κόκκινο και το άσπρο" αποτελείται από 19 μικρές ιστορίες, κάποιες πολύ μικρές, στα όρια του flash fiction, και κάποιες κάπως μεγαλύτερες. Ιστορίες χαμηλότονες κι ευγενικές, που εστιάζουν σε ένα καρέ της καθημερινότητας, αναλύουν, περιγράφουν, κάποτε εμβαθύνουν. Η συγγραφέας αντλεί από τα βιώματά της, οι ήρωες της είναι κάτοικοι μιας μικρής πόλης δίπλα στο νερό, ξέρουν ο ένας τον άλλον,αλλά στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουν την ουσία του άλλου, μόνο του εαυτού τους. Κεντρικά θέματα η παιδική ηλικία κι έπειτα η ασθένεια, η ματαίωση κι η φθορά.

Η Ελένη Στελλάτου είναι εξαιρετικός παρατηρητής, καταγράφει ανθρώπους, συμπεριφορές, με κάποιους μπορείς να ταυτιστείς γιατί μοιάζει ο χαρακτήρας σου. Από την άλλη, θα περίμενε κανείς σε τόσο μικρές ιστορίες, το νόημα να συμπυκνώνεται, να γίνεται μεστό και βαθύ, εδώ μοιάζει να απλώνεται, να αναλώνεται στην περιγραφή. Σαν να κρατάει η συγγραφέας απόσταση, σαν να μην μπορεί να βρει η ίδια τον πυρήνα τους.

Το σίγουρο είναι πως πρόκειται για ένα βιβλίο καλοδουλεμένο στη γλώσσα. Χωρίς υπερβολές, χωρίς εξάρσεις, τραβάει την προσοχή σου χωρίς να φωνάζει. Η ευαισθησία είναι το μεγαλύτερο ατού της συλλογής, αυτό που την ξεχωρίζει από όλες τις άλλες και την κάνει αξιομνημόνευτη. Αυτό, και η εμμονή με το νερό. Το υγρό στοιχείο παρεισφρέει ύπουλα σχεδόν σε όλα τα διηγήματα, τα μουσκεύει και τα κάνει άλλοτε ηδονικά κι αγαπησιάρικα, κι άλλοτε μια ιδέα τρομακτικά. Η τελική επίγευση είναι αυτή της ελπίδας. Σε όποιο στάδιο της ανθρώπινης ζωής κι αν είναι κανείς- μπορεί να είναι να είναι ένας μικρός σε μια μπανιέρα που τον τσίμπησε μια μέδουσα στο ποδαράκι, μπορεί να είναι ένας ηλικιωμένος που φέρνει λεμόνια για πεσκέσι, όπως του έφερε κι η ζωή- όλα είναι κομμάτι μας, όλα είναι μέρος μιας ευρύτερης τοιχογραφίας, που μας περικλείει αλλά δεν μας σκοτώνει.

Έπειτα από αυτή την πρώτη επαφή με τη γραφή της Ελένης Στελλάτου, ομολογώ πως έχω ελπίδες για το επόμενο βιβλίο. Δεν με νοιάζει αν θα είναι πάλι μικρές ιστορίες ή ένα μυθιστόρημα, χρειάζεται λίγη πυγμή, λίγη τόλμη, να βάλει το μαχαίρι λίγο πιο μέσα στην πληγή κι ας πονάει, για να γίνουν οι ιστορίες της πραγματικά συγκλονιστικές.


                                                                                              Κατερίνα Μαλακατέ



«Το κόκκινο και το άσπρο», Ελένη Στελλάτου, εκδ. Πόλις, 2018, σελ. 139








Υ. Γ. 42 Αν και μοιάζει κάπως σαν ύβρις, το παιχνίδι του τίτλου με το "Κόκκινο και το μαύρο" σε συνδυασμό με το "παιδικό" εξώφυλλο μου αρέσει.   

2/10/18

"Καταραμένες Πολιτείες", Έλενα Χουσνή



Η Έλενα Χουσνή είναι κυρίως συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας. Όσοι περιμένουν πάντως να διαβάσουν αστυνομικό, μπορεί και να απογοητευτούν με το νέο της μυθιστόρημα, τις «Καταραμένες πολιτείες», που πραγματεύεται ένα θέμα δύσκολο, αλλά ακόμα επίκαιρο, αυτό των λεπροκομείων στην Ελλάδα. Με αφετηρία τις αφηγήσεις πρώην Χανσενικών και την εικόνα των ερειπίων του λεπροκομείου Καρλοβασίου να την στοιχειώνει, η συγγραφέας στήνει μια ιστορία που μοιάζει αληθινή- μπορεί και να είναι. 

Ήρωες της οι τρόφιμοι του λεπροκομείου ή λωβοκομείου, παιδιά που γεννήθηκαν και έζησαν εκεί, ενήλικες που μεταφέρθηκαν εκεί ως μέσο σωφρονισμού, κι ας μην είχαν νοσήσει, γυναίκες που επέλεξαν να ζήσουν με τον άντρα που αγαπούσαν. Μια ολόκληρη ζωντανή πολιτεία, απόκληρη, με τους δικούς της κώδικες. Η έξω κοινωνία γεμάτη μικρόψυχες προκαταλήψεις, και χαιρεκακία. Βαριά η ιστορία, αλαφραίνει λιγάκι με το συγγραφικό ύφος που μοιάζει βγαλμένο από άλλη εποχή, στα κομμάτια τουλάχιστον που αναφέρονται στο τότε. 

Γιατί ταυτόχρονα υπάρχει και μια ιστορία του τώρα. Μια ιστορία εκδίκησης, και μνήμης. Βαραίνει το παρελθόν, οι άνθρωποι δεν μπορούν να ξεχάσουν αυτά που τους όρισαν, δεν μπορούν να συγχωρήσουν. Το πιο εύκολο θα ήταν να συνεχίσουν τη ζωή τους. Αλλά το ερώτημα είναι τι ζωή είναι αυτή, ποιος μπορεί να αφήσει πίσω του την αδικία που του έγινε; Ποιος να ξεχάσει και να προχωρήσει; Κι αν προχωρήσει μπορεί να μιλήσει, ή θα πάρει το μυστικό για πάντα στον τάφο. 

Το υλικό του μυθιστορήματος είναι πολύ, πυκνό. Αν έχω μία ένσταση είναι πως όλο αυτό έπρεπε να ξεδιπλωθεί σε περισσότερες σελίδες, να ανασάνει. Από την άλλη, διάβασα τις «Καταραμένες πολιτείες» μέσα σε ένα βράδυ, ξενύχτησα για χάρη τους. Σε κάθε περίπτωση το θέμα δεν εξαντλείται, θα εξάπτει συνέχεια την φαντασία των συγγραφέων, και θα μας δίνει ενδιαφέρουσα μυθοπλασία. Γιατί το Κακό και το Καλό, σε όλες του τις εκφάνσεις, θα μας απασχολεί στο διηνεκές. 



                                                                              Κατερίνα Μαλακατέ 



«Καταραμένες πολιτείες», Έλενα Χουσνή, εκδ. Κύφαντα, 2018, σελ. 384 

29/9/18

«Η καλή τρομοκράτισσα», Doris Lessing







Είχα αγοράσει εδώ και καιρό την «Καλή τρομοκράτισσα» της Ντόρις Λέσινγκ, αλλά για κάποιο λόγο όλο παρέμενε στα αδιάβαστα. Κακώς. Είναι ίσως για το πιο δυνατό βιβλίο της – μετά το Χρυσό Σημειωματάριο- που έχω διαβάσει. Πρόκειται ταυτόχρονα για ένα πολιτικό αφήγημα, μια ανθρώπινη ιστορία και μια λοξή ματιά στη θέση της γυναίκας στα 80’s. 

Η Άλις -πολύ μου άρεσε ο συνειρμός με την Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων- είναι μια 36χρονη απόφοιτος Πανεπιστημίου που για πολλά χρόνια αρνείται να βρει δουλειά, ζει από το ένα κατειλημμένο σπίτι στο άλλο, είναι ερωτευμένη με τον ομοφυλόφιλο Τζάσπερ και δέχεται τα ψίχουλα της αγάπης του ενώ οραματίζεται πως θα αλλάξει τον κόσμο με έναν συγκεχυμένο και κάπως αφελή τρόπο. 

Η Άλις και ο Τζάσπερ μετακομίζουν στο νούμερο 43, ένα σπίτι που το Συμβούλιο προορίζει για κατεδάφιση κι έχει καταλάβει μια ομάδα ετερόκλητων ατόμων. Ο Μπερτ θέλει να συνεννοηθεί με τον IRA για να αναλάβουν δράση, αλλά ενδιαφέρεται μάλλον περισσότερο για τα γκομενικά του. Η Φείε και η Ρομπέρτα είναι ένα ζευγάρι λεσβιών που φαίνονται πολύ δυναμικές και ταυτόχρονα κατεστραμμένες και αλλοπρόσαλλες. Ο Τζιμ ένας έγχρωμος που έχει προβλήματα με τον νόμο. Η Άλις κατά την προσφιλή της συνήθεια θα ανασκουμπωθεί να φτιάξει το σπίτι, να ξαναφέρει το ηλεκτρικό και το νερό, να το γλιτώσει από την κατεδάφιση, να μαγειρέψει φαγητό για όλους, να τους γιατροπορέψει και να τους προστατεύσει. Η λατρεία της για τον Τζάσπερ φτάνει σε ακραία επίπεδα, ανέχεται να την κλέβει, να την παρατάει, να την αγνοεί, και σε αντάλλαγμα παίρνει ελάχιστες στιγμές. 

Το βιβλίο είναι γραμμένο σε τρίτο πρόσωπο, πάντα όμως από την πλευρά της Άλις. Η «καλή» τρομοκράτισσα είναι ταυτόχρονα μια μητρική φιγούρα- φροντίζει όλους αυτούς που δεν τους ξέρει- αλλά κι ένα κακομαθημένο παιδί- κλέβει από τους γονείς της, τους καταστρέφει, τους απεχθάνεται και τους αγαπά παθολογικά. Η «καλή» τρομοκράτισσα δεν καταλαβαίνει καλά τα ιδεολογικά, αλλά μπλέκεται χωρίς να το καταλάβει στην τρομοκρατία, ακολουθεί τους άντρες- ειδικά τον Τζάσπερ- σε μια ιδιόμορφη πατριαρχία που μοιάζει φαύλος κύκλος. Αποζητά την αποδοχή και φοβάται τόσο την απόρριψη που δεν μπορείς να μην νιώσεις οίκτο∙ εγώ το προχώρησα ένα βήμα παραπέρα και ταυτίστηκα μαζί της σε αυτό το σημείο. Όμως παραδόξως δέχεται να σκοτωθούν άνθρωποι, να κλέψει και να εξαπατήσει. 

Το μυθιστόρημα είναι γραμμένο στα μέσα της δεκαετίας του '80, αλλά έχω την αίσθηση πως αν κάποιος έγραφε την ιστορία της τρομοκρατίας στην Ελλάδα κάπως έτσι θα έμοιαζε, ερασιτεχνική, αφελής, συναισθηματικά φορτισμένη και μαζί φονική. Η Ντόρις Λέσινγκ ενδιαφερόταν πάντα για τα πολιτικά αλλά και τα φεμινιστικά θέματα. «Η καλή τρομοκράτισσα» παρόλο που πραγματεύεται ακριβώς αυτά, είναι κι ένα βιβλίο σημαντικό από λογοτεχνική άποψη. Η κεντρική ηρωίδα είναι ίσως ένας από τους πιο ζωντανούς χαρακτήρες, ενώ η πλοκή δεν αφήνει σε καμία στιγμή παραπονεμένο τον αναγνώστη. Συνηθίζω να λέω πως αγαπώ τη γιαγιά Ντόρις. Τώρα έχω έναν λόγο ακόμα. 


                                                                                Κατερίνα Μαλακατέ



«Η καλή τρομοκράτισσα», Ντόρις Λέσινγκ, μετ. Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, εκδ. Οδυσσέας, 2007, σελ. 427

23/9/18

5ή σεζόν ραδιοφωνικό Διαβάζοντας


Ήμουν ειλικρινά τρομοκρατημένη στην πρώτη ραδιοφωνική εκπομπή τον Σεπτέμβριο του 2014 με την Τίνα Μανδηλαρά, δεν είχα κοιμηθεί όλο το βράδυ, με φόβιζαν τα μικρόφωνα, οι κονσόλες, ο ήχος, όλα. Χρειάστηκε μόνο εκείνη η πρώτη εκπομπή για να καταλάβω πόσο καλά περνάω, τι ενέργεια μου δίνει το ραδιόφωνο, τι έκρηξη αδρεναλίνης μού χαρίζει.

Η αλήθεια είναι πως με τα χρόνια κάποιες εκπομπές έγιναν διεκπεραιωτικά, άλλες μέσα σε βαριά ατμόσφαιρα, κάποιες ενώ πάλευα για την υγεία μου, και προσπαθούσα πεισματικά, σχεδόν εμμονικά να μην παρατήσω την εκπομπή. Με βοήθησε πολύ η παρουσία του Άγη Αθανασιάδη πέρυσι, με αποφόρτισε. 

Λόγοι υγείας δεν επέτρεψαν ένα κανονικό τέλος της τέταρτης σεζόν και την άνοιξη. Όταν κάναμε την εκπομπή με τη Μαρία Ξυλούρη για το 4321 του Paul Auster, δεν υπολόγιζα πως θα είναι η τελευταία.

Επανέρχομαι πέντε μήνες μετά με κάποιο κράτημα, ίσως με τη λαχτάρα της αρχής κι ας πέρασαν τέσσερις σεζόν ήδη και περπατάμε στην 5η. Σήμερα 6-8μ.μ. πάντα στον www.amagi.gr θα δούμε αν ακόμα με κρατάει το σκοινί. 


                                                              Κατερίνα Μαλακατέ

Υ.Γ. 42 Αν θέλετε να λάβετε μέρος στην κλήρωση, πατήστε εδώ

Υ.Γ. 42-42 Όλες οι παλιότερες εκπομπές μαζεμένες, εδώ




20/9/18

"Η Κάρι μας", Theodore Dreiser



Ευχαριστήθηκα την ανάγνωση της Κάρις μας, του εμβληματικού μυθιστορήματος του Θιόντορ Ντράιζερ. Το βιβλίο είναι γραμμένο στην εκπνοή του 19ου αιώνα και για αυτό είναι ακόμα φανερή η επιρροή του Ντίκενς στην αφήγηση, όμως η λογοτεχνία ήδη είχε αρχίσει να αλλάζει∙ πρόκειται για ένα από τα πρώτα νατουραλιστικά μυθιστορήματα της Αμερικής. Η Κάρι θυμίζει πάρα πολύ τη Νανά του Ζολά- μυθιστόρημα που λατρεύω- αλλά ταυτόχρονα είναι διαφορετική από εκείνη, αμιγώς αμερικάνικη. 

Η Κάρι είναι ένα κορίτσι που αφήνει το χωριό της για να μετακομίσει στη μεγάλη πόλη, το Σικάγο. Εκεί ζει αρχικά με την αδελφή της και τον γαμπρό της, πολύ φτωχικά. Βρίσκει γρήγορα δουλειά σε εργοστάσιο, όπου εργάζεται σκληρά για πενταροδεκάρες. Δίνει νοίκι στον γαμπρό της, και τελικά δεν μένει τίποτα για κείνην, όχι για να αγοράσει τα υπέροχα φορέματα που ονειρεύεται, αλλά ούτε καν μια φθινοπωρινή ζακέτα για να μην αρρωστήσει. Όταν τελικά πέφτει με πυρετό, την απολύουν και ο γαμπρός της τη διώχνει. Η Κάρι, αν και έχει την επιλογή να γυρίσει στο χωριό της, διαλέγει να μείνει. Θυμάται τον ευγενικό κύριο που της είχε μιλήσει στο τρένο του ερχομού, και πάει να τον βρει. 

Έτσι η Κάρι θα βρεθεί να συζεί με τον πλασιέ Ντρουέ. Η σχέση τους είναι αμοιβαίας ευχαρίστησης, αλλά όχι έρωτα. Η Κάρι έχει τα λούσα που επιθυμεί, κι αυτός ταυτόχρονα με την Κάρι, έχει την ελευθερία να κυνηγάει κι άλλα όμορφα κορίτσια. Ώσπου γνωρίζει την συμβία του στον φίλο του Χάρστγουντ κι αυτή γοητευμένη από τον πλούτο και την άνεση του μεσόκοπου διευθυντή μπαρ, αφήνεται στον θαυμασμό του. 

Ο συγγραφέας έχει μεγάλη αγάπη για τις πόλεις, το Σικάγο στην αρχή κι έπειτα τη Νέα Υόρκη, μοιάζει έκθαμβος μπροστά στο θαύμα που συντελέστηκε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα στην Αμερική. Ταυτόχρονα δείχνει τη μεγάλη σκληρότητα του καπιταλισμού: από τη μια άγρια εκμετάλλευση και μισθοί πείνας κι από την άλλη η δημιουργία του ονείρου- καταναλωτικά αγαθά που τα ονειρεύεσαι αλλά δεν μπορείς να τα έχεις. Η Κάρι συνέχεια λιμπίζεται καινούρια πράγματα, συνέχεια θέλει να είναι «όπως οι άλλες κοπέλες», αγαπάει τα μαγαζιά, τις βιτρίνες. Ακόμα κι όταν είναι ρακένδυτη. Και συνεχίζει να τα ποθεί κι όταν ακολουθεί τους θαυμαστές της, ακόμα κι όταν τελικά γίνεται μια σταρ. 

Η Κάρι δεν ερωτεύεται τους εραστές της αλλά θαμπώνεται από αυτούς. Όταν σταματούν να είναι τόσο γαλαντόμοι, τους αλλάζει δίχως μια σκέψη. Ενώ δίνει πάντα στους «φτωχούς» όταν πια τα καταφέρνει στη ζωή, δεν γυρίζει πίσω για να βοηθήσει την αδελφή της ή τον Χαρστγουντ όταν ξεπέφτει. Είναι ανήθικη η Κάρι; Αυτό είναι το ερώτημα. Κι η απάντηση είναι πως δεν είναι. Είναι δημιούργημα της εποχής της. Εξάλλου όταν αποκτά λεφτά κι ανήκει στην πολυπόθητη αστική τάξη, επιδιώκει να ραφιναριστεί, δεν σχετίζεται πια με εύπορους μεσόκοπους, την ελκύει εκείνος ο νεαρός που της μιλά για τη ματαιότητα του καταναλωτισμού και τα σπουδαία μυθιστορήματα της εποχής τους. 

Τραγική φιγούρα του μυθιστορήματος- και άτυπος πρωταγωνιστής- είναι ο Χάρστγουντ. Ένας άντρας με οικογένεια και παιδιά, που τα εγκαταλείπει όλα για την Κάρι, για να ανακαλύψει πως ο εαυτός του δεν μπορεί να οριστεί αν χάσει τη δύναμη, τις διασυνδέσεις και τα λεφτά του. Αυτό ήταν ο εαυτός του εξαρχής, κι η ρομαντική ιδέα πως τα τίναξε όλα στον αέρα για έναν έρωτα, μοιάζει σχεδόν γελοία. Αμέσως μόλις ζει με το αντικείμενο του πόθου, αυτό απομυθοποιείται. 

Η γραφή του Ντράιζερ είναι γρήγορη, η πλοκή εναλλάσσεται, η Κάρι μεγαλώνει και πολλές φορές μάς εκπλήσσει. Το μυθιστόρημα χαρακτηρίστηκε ανήθικο στην Αμερική- η Κάρι συζεί, κάνει έρωτα, πατάει επί πτωμάτων χωρίς ούτε μια τύψη, χωρίς καν να είναι αδήριτος ανάγκη- και για αυτό η πρώτη έκδοση του απέτυχε, την σαμποτάρισαν οι ίδιοι οι εκδότες της. Όμως η δύναμη του κειμένου παραμένει ακόμα και σήμερα. 

Είναι συμπαθητική η ηρωίδα; Ποιος νοιάζεται. Είναι ένα όμορφο κορίτσι του καιρού της, σηματοδοτεί κάτι νέο και πολιτικό που όρισε σχεδόν όλον τον 20ο αιώνα. Σαν ζωντανό μάθημα ιστορίας. 


                                                                              Κατερίνα Μαλακατέ



"Η Κάρι μας", Θίοντορ Ντράιζερ, μετ. Έλλη Φιλοκύπρου, εκδ. Gutenberg, 2018, σελ. 760

13/9/18

"Λούμπεν μυθιστορηματάκι", Roberto Bolaño




Τον τελευταίο καιρό γίνεται μεγάλη κουβέντα για τα γραπτά του Μπολάνιο που θα εκδοθούν ή εκδόθηκαν μετά θάνατον, το «Λούμπεν μυθιστορηματάκι» πάντως είναι το τελευταίο βιβλίο του που εκδόθηκε όσο εκείνος ήταν εν ζωή. Πρόκειται για μια νουβέλα που γράφτηκε κατά παραγγελία, με όρο να είναι η δράση επικεντρωμένη σε μια πόλη. Ο Μπολάνιο διάλεξε τη Ρώμη. Αν και μου φαίνεται πως η ιστορία θα μπορούσε να σταθεί παντού. 

Η Μπιάνκα και ο αδελφός της χάνουν τους γονείς τους σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και μένουν μόνοι. Όσο διαχειρίζονται το πένθος τους, πρέπει να αντιμετωπίσουν και τα πρακτικά της ζωής, η σύνταξη ορφάνιας που παίρνουν είναι ελάχιστη, κανένας ενήλικος δεν υπάρχει να τους αναλάβει. Βρίσκουν δουλειά, ο ένας σε ένα γυμναστήριο, η άλλη σε ένα κομμωτήριο, και σιγά σιγά παρατάνε το σχολείο. Μια μέρα ο αδελφός της θα φέρει δυο φίλους να μείνουν στο σπίτι, έναν Λίβυο κι έναν Μπολονέζο, που μοιάζουν σαν αδέλφια. 

Πρόκειται για μια σκοτεινή ιστορία ενηλικίωσης, αναζήτησης ταυτότητας- και σεξουαλικής-, για μια καταβύθιση στην εφηβική ψυχή, όταν όλα γύρω καταρρέουν και χάνονται. Οι δύο βασικοί χαρακτήρες, και ειδικά η πρωταγωνίστρια Μπιάνκα, ξετυλίγονται σε όλο το μπολανικό τους μεγαλείο. Η πλοκή είναι απλή, αλλά δεν είναι. Στον συγγραφέα αρέσει να διερευνά θέματα ηθικής, να βάζει τους ήρωες να διαλέγουν. Εδώ, στη μέση μπαίνει κι έρωτας. 

«Τώρα είμαι μητέρα κι είμαι επίσης παντρεμένη γυναίκα, αλλά δεν πάει πολύ καιρός που ήμουν εγκληματίας. Ο αδελφός μου κι εγώ είχαμε μείνει ορφανοί. Το γεγονός αυτό κατά κάποιο τρόπο τα δικαιολογεί όλα. Δεν είχαμε κανέναν. Κι όλα συνέβησαν στο άψε-σβήσε» 

Το «Λούμπεν μυθιστορηματάκι» είναι ένα βιβλίο που δεν το ξεχνάς. Διαβάζεται εύκολα, πιθανότατα οι 119 σελίδες του να βγουν σε μια ανάγνωση. Στην πραγματικότητα όμως λίγοι θα αντισταθούν στον πειρασμό να το ξαναδιαβάσουν αμέσως. Μοιάζει να μην περισσεύει ούτε μια λέξη∙ κι αυτό όσο κι αν φαίνεται εύκολο, δεν είναι. Έχει να κάνει με το γεγονός πως ο Μπολάνιο ήταν πρωτίστως ποιητής και διηγηματογράφος, κι ας έγινε γνωστός για δύο ογκωδέστατα μυθιστορήματα.

Το ενδιαφέρον μου για τον συγγραφέα παραμένει αμείωτο μέσα στα χρόνια. Ξεκίνησα να τον διαβάζω δειλά, το 2010 με το Μακρινό αστέρι, έπειτα διάβασα το Amulet (το Φυλακτό) μετά το 2666, ακολούθησαν Οι Άγριοι ντετέκτιβ, οι Πουτάνες φόνισσες, τα Τηλεφωνήματα, Η Ναζιστική λογοτεχνία στην Αμερική, το Παγοδρόμιο. Δεν μπορώ να σκεφτώ αυτά τα χρόνια άλλον συγγραφέα που να μου προκαλεί τέτοια αναγνωστική ευφορία, μου ταιριάζει η σκοτεινιά και η αλλόκοτη ματιά του, η διαστροφή και η ευστροφία του. Λυπάμαι όπως όλοι, που πέθανε νωρίς και τον ανακαλύψαμε αργά. Αλλά δεν έχω καμία αμφιβολία πως Ρομπέρτο Μπολάνιο θα διαβάζουν και τα παιδιά μας. 

                
                                                                                     Κατερίνα Μαλακατέ



"Λούμπεν μυθιστορηματάκι", Ρομπέρτο Μπολάνιο, μετ. Κρίτων Ηλιόπουλος, εκδ. Άγρα, 2018, σελ. 119


6/9/18

"The Sympathizer", Viet Thanh Nguyen

By Source, Fair use, https://en.wikipedia.org/w/index.php?curid=50590783


Ο Viet Thanh Nguyen είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, Αμερικανοβιετναμέζος που μετανάστευσε στην Αμερική πολύ μικρός, μιας και η οικογένειά του βρέθηκε στα προσφυγικούς καταυλισμούς το 1975 μετά την πτώση της Σαϊγκόν. Το πρώτο του βιβλίο, “The Sympathizer”, πήρε το Πούλιτζερ του 2016, ενώ σάρωσε σχεδόν σε όλα τα Αμερικάνικα βραβεία. 

Είναι δύσκολο να προσδιορίσεις το είδος του μυθιστορήματος που έγραψε ο Nguyen. Είναι ένα αντιπολεμικό μυθιστόρημα, ένα κατασκοπικό μυθιστόρημα, ένα πολιτικό θρίλερ, ένα βιβλίο για την αναζήτηση της ταυτότητας και της πατρίδας; Είναι όλα αυτά κι ίσως τίποτα μαζί. Ο ανώνυμος αφηγητής, και βασικός πρωταγωνιστής, γράφει σε πρώτο πρόσωπο την απολογία του. Πρόκειται για έναν διπλό πράκτορα, έναν άντρα μικτής καταγωγής- μισός Βιετναμέζος, μισός λευκός [ο καθολικός ιερέας πατέρας του αποπλάνησε την 13χρονη υπηρετριούλα του]- που είναι η ορντινάτσα ενός αξιωματικού του Βιετναμέζικου στρατού. Όταν η Σαϊγκόν πέφτει και η χώρα περνά στα χέρια των Βιετκόνγκ, διαφεύγει μαζί με τον ανώτερό του στην Αμερική. Ζει την προσφυγιά, την έλλειψη της αξιοπρέπειας, είναι μόνος παντού, δεν μπορεί να νιώσει πατρίδα του κανέναν τόπο. Γοητεύεται από τον δυτικό πολιτισμό, αγαπά την τέχνη, την άνεση, την κουλτούρα, παραμένει όμως ένας πιστός κομμουνιστής, στέλνει συνεχώς πληροφορίες στον καθοδηγητή του- και καλύτερό του φίλο- στους Βιετκόνγκ. 

Υπάρχει ένα ολόκληρο μέρος όπου ο ήρωας δουλεύει ως «σύμβουλος» ενός κινηματογραφιστή για μια ταινία. Κι εκεί επιμένει να υπάρχουν στο καστ κανονικοί Βιετναμέζοι- όχι απλά άτομα της κίτρινης φυλής, Κινέζοι ή Φιλιππινέζοι ας πούμε- και να έχουν ατάκες πού και πού. Η κριτική για το «Αποκάλυψη τώρα» αλλά και το «Πλατούν» είναι σαφής. Οι Αμερικάνοι σκηνοθέτες, αν και έφτιαξαν αριστουργηματικές ταινίες για το θέμα, το είδαν τελείως αμερικανοκεντρικά- οι Βιετναμέζοι στις ταινίες τους ή ανατινάσσονται και πεθαίνουν ή βιάζουν και σκοτώνουν, χωρίς ποτέ να μιλάνε. 

Ο ήρωας είναι μιγάς. Δεν ανήκει σε καμία από τις δύο χώρες, σε καμιά από τις δύο φυλές, καταλαβαίνει- και δεν καταλαβαίνει- καμία από τις δύο κουλτούρες. Δεν θα τον παντρευόταν καμία, ούτε Αμερικάνα, ούτε Ανατολίτισσα. Είναι βαθιά μοναχικός, με μόνο σημείο αναφοράς τη μάνα του, που πέθανε στα τριάντα τέσσερά της, αφού έζησε μια φρικτή ζωή γεμάτη στερήσεις. Κι αυτός αφιερώνει τη ζωή του στην κατασκοπεία, μόνο για να συνειδητοποιήσει κάποτε πως όποιος έχει δύναμη την καταχράται. Όταν ξαναγυρνά στην πατρίδα του καταλαβαίνει καλά αυτή την απλή αλήθεια.

Το σίγουρο είναι πως πρόκειται για μια εκπληκτική καταγραφή, για μια άλλη οπτική γωνία για τον πόλεμο στο Βιετνάμ, για τον οποίο έχουν χυθεί τόνοι μελάνι στην Αμερική, ποτέ όμως με αυτόν τον τρόπο. Η γραφή του Nguyen έχει εξαιρετικό ρυθμό, σε συνεπαίρνει, ώρες ώρες θέλεις να διαβάσεις αράδες φωναχτά για να καταλάβεις τη μουσικότητά τους. Κάποιες άλλες το ύφος του μοιάζει κάπως ακαδημαϊκό και διδακτικό. Πάντως μιλάμε για ένα βιβλίο βαθύ, σπαρακτικό, που ασχολείται με θέματα καυτά και πανανθρώπινα ενώ ταυτόχρονα διηγείται μια συγκλονιστική ιστορία.  




                                                                   Κατερίνα Μαλακατέ



"The Sympathizer", Viet Thanh Nguyen, Grove Press, 2015, pg.371


Υ.Γ. 42 Στα Ελληνικά "Ο συνοδοιπόρος" κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Utopia σε μετάφραση Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη





30/8/18

"Η έβδομη λειτουργία της γλώσσας", Laurent Binet



Ξεκίνησα την 7η λειτουργία της γλώσσας με την καλύτερη διάθεση. Το προηγούμενο βιβλίο του Λοράν Μπινέ που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα, το HHhH, το αγάπησα πολύ, πρόκειται για ένα νέο είδος ιστορικού μυθιστορήματος. Στο HHhH, ο συγγραφέας, αν και μας κάνει συνέχεια σαφές πως γράφει μυθιστόρημα, ενδιαφέρεται πολύ για την ακρίβεια των ιστορικών στοιχείων. Εδώ, στην έβδομη λειτουργία, παρόλο που ξεκινά από ένα πραγματικό γεγονός και μιλά για υπαρκτούς ανθρώπους, αφήνει τη φαντασία του πραγματικά να οργιάσει. 

Το βιβλίο ξεκινά με τον θάνατο του Ρολάν Μπαρτ σε αυτοκινητιστικό ατύχημα, την ώρα που ο σημειολόγος και κριτικός αναλογίζεται αν ήρθε πια η ώρα να γράψει το σπουδαίο μυθιστόρημα που θεωρούν όλοι πως χρωστάει στον εαυτό του. Όμως, αντίθετα με ο,τι πραγματικά συνέβη, η αστυνομία υποψιάζεται πως ο Μπαρτ δολοφονήθηκε, κι έτσι ένας επιθεωρητής ξεκινά να ερευνά την υπόθεση και μπλέκει με τους σημειολόγους. Σύντομα καταλαβαίνει πως από μόνος του δεν θα καταλάβει λέξη από ο,τι λένε και στρατολογεί έναν νεαρό Πανεπιστημιακό να τον βοηθήσει. 

Το κείμενο αρχίζει εξαιρετικά, με πολύ μεγάλες δόσεις χιούμορ για τη διανόηση της Γαλλικής Σχολής του '80- είναι επική ας πούμε η κατάθεση του Φουκώ για το θέμα μέσα σε ένα τούρκικο λουτρό κι ενώ ένας νεαρός τον «περιποιείται». Πολύ γνωστές φιγούρες περνούν από τις σελίδες του μυθιστορήματος, ο Φουκώ, ο Ντελέζ, ο Έκο, ο Αλτουσέρ, ο Λακάν, ο Σολέρς, ο Μιτεράν, ο ντε Εστέν, και πολλοί πολλοί άλλοι, όλοι όσοι συμμετείχαν έστω με κάποιο τρόπο στην κουλτούρα της Παρισινής σκηνής της εποχής. 

Από ένα σημείο και μετά όμως, ο Μπινέ χάνει τη μπάλα. Ξεκινά ένα συνωμοσιολογικό ταξίδι που μοιάζει πιο πολύ με Νταν Μπράουν – τον οποίο πιθανώς προσπαθεί να σατιρίσει. Πάντως το βιβλίο γίνεται αργό και χάνει τη σπιρτάδα του, τόσο που φαίνεται αγγαρεία να το συνεχίσει κανείς. Η, ομολογουμένως μεγάλη, ευφυΐα του συγγραφέα φαίνεται στις στιγμές διαύγειας, στις συζητήσεις μεταξύ των σημειολόγων, των πολιτικών στην προσωπικότητα του επιθεωρητή της αστυνομίας. Όμως εμμονή του με τις σεξουαλικές σκηνές, με αποκορύφωμα αυτό που βάζει να συμβαίνει στον Σολέρς, με κούρασαν. Η τελική μου αίσθηση είναι ανάμικτη, είχε πλάκα όσο κράτησε η έκπληξη, κι έπειτα σαν να ξέπεσε σε φτηνούς εντυπωσιασμούς. 

Η αλήθεια είναι πως θα συνεχίσω να διαβάζω τα μυθιστορήματα του Λοράν Μπινέ, έχει έναν τρόπο το παλιό να το ανανεώνει, το πραγματικό να το κάνει φανταστικό, το μυθιστόρημα να το μετουσιώνει σε μαρτυρία, τη μαρτυρία σε μύθο. Κι αυτό έχει μεγάλο λογοτεχνικό ενδιαφέρον. Αν μη τι άλλο, με την 7η λειτουργία, με έβαλε στα αίματα να ασχοληθώ ξανά με κείμενα που είχα σχεδόν ξεχάσει την ύπαρξή τους στη βιβλιοθήκη μου. 


                                                     Κατερίνα Μαλακατέ



«Η έβδομη λειτουργία της γλώσσας», Λοράν Μπινέ, μετ. Γιώργος Ξενάριος, εκδ. Opera, 2018, σελ. 513 











Υ.Γ. 42 Φαντάζομαι πως το βιβλίο έτσι όπως μπλέκει το φανταστικό με το πραγματικό θα είναι ένας πραγματικός μεταφραστικός εφιάλτης. Πάντως η μετάφραση μου φάνηκε εξαιρετική. 

24/8/18

«Περιφερειακό», William Gibson





Ακούγεται περίεργο για κάποιον που διαβάζει επιστημονική φαντασία όπως εγώ, όμως δεν είχα διαβάσει ποτέ William Gibson (ναι, ούτε το Neuromancer). Ο Gibson θεωρείται ο πατέρας του κυβερνοπανκ, του υποείδους της επιστημονικής φαντασίας που σε ένα φουτουριστικό περιβάλλον ασχολείται τόσο με τις ζωές των ανθρώπων, όσο και με τις τεχνολογικές εξελίξεις- το δίκτυο, την τεχνητή νοημοσύνη, το ταξίδι στον χρόνο. Ο Gibson εξάλλου ευθύνεται για τον νεολογισμό "κυβερνοχώρος", "cyberspace", που καθιερώθηκε σε όλες τις γλώσσες.

Το «Περιφερειακό» είναι από τα τελευταία του μυθιστορήματα και χαρακτηριστικό δείγμα. Ξεκινά μάλλον χαλαρά, χτίζοντας τον κόσμο και τους χαρακτήρες, κι έπειτα, από το ένα τρίτο και μετά, γκαζώνει στην πλοκή. Πρωταγωνίστρια είναι η Φλιν, ένα κορίτσι που ζει στα τέλη της δεκαετίας του 2030, μια οριακή εποχή που όλα έχουν αρχίσει να καταρρέουν, εκτός από την τεχνολογία που τρέχει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Μια μέρα ο βετεράνος αδελφός της θα της ζητήσει να τον αντικαταστήσει στην -πληρωμένη- βάρδια του, σε ένα ονλάιν παιχνίδι. Η Φλιν θα δει κάτι που δεν πρέπει, και σιγά σιγά θα συνειδητοποιήσει πως έμπλεξε σε κάτι πολύ μεγάλο, που μπορεί να αλλάξει τον κόσμο (της). 

Ο συγγραφέας παίζει πολύ ωραία με τον χρόνο, με το ταξίδι στο παρελθόν και το μέλλον, αφήνει πολλές πολιτικές αιχμές, στήνει μια ευφάνταστη ιστορία κι έναν εξαιρετικό πρωταγωνιστικό χαρακτήρα, τη Φλιν. Το μυθιστόρημα κρατά συνεχώς το ενδιαφέρον, τουλάχιστον αν ξεπεράσεις τις πρώτες άχαρες σελίδες της εισαγωγής. Όμως χωλαίνει κάπως στην κορύφωση και στη λύση, σαν να έγινε βιαστικά το κλείσιμο του βιβλίου, σαν να λείψαν σελίδες. 

Ήμουν από την εφηβεία μου- και μάλλον θα παραμείνω για πάντα- αναγνώστρια επιστημονικής φαντασίας, δεν τα πάω τόσο καλά με το φάντασι, αν εξαιρέσει κανείς τον Άρχοντα. Υποψιάζομαι, αν και το «Περιφερειακό» είναι απλά ένα καλό βιβλίο κι όχι αριστούργημα, πως θα διαβάσω κι άλλα βιβλία του Γκίμπσον· στο Μέλλον. 



                                                            Κατερίνα Μαλακατέ 





«Περιφερειακό», Ουίλιαμ Γκίμπσον, μετ. Γιώργος Μπαρουξής, εκδ. Αίολος, σελ. 571, 2018

17/8/18

"Μέρες δίχως τέλος", Sebastian Barry








Έχω μεγάλη αδυναμία στον Σεμπάστιαν Μπάρι, στην καθαρή, λιτή και ταυτόχρονα κάπως ονειροπαρμένη κι αισθαντική γραφή του. Έχει την ικανότητα να τοποθετεί τους ήρωες του σε ένα ιστορικό πλαίσιο, αλλά να μην τους ξεχνά για χάρη της Ιστορίας, αντίθετα να τους απογειώνει. Οι "Μέρες Δίχως τέλος" είναι ίσως από τα καλύτερα μυθιστορήματά του· μοιάζει λιγάκι ως προς το ύφος με το αγαπημένο μου, τη «Μυστική γραφή». 

Εκεί γύρω στα 1850, ο Τόμας Μακ Νάλτι μεταναστεύει στην Αμερική. Είναι ένα παιδί κοντά στα δεκατρία που είδε την οικογένειά του να πεθαίνει από τον λιμό στην Ιρλανδία. Στη νέα Γη θα βρει σύντομα έναν σύντροφο, τον δεκαπεντάχρονο Τζον Κόουλ, και τα δύο ρημαγμένα αγόρια θα γίνουν αχώριστα. Στην αρχή θα δουλέψουν για τους χρυσοθήρες σε ένα σαλούν, φορώντας γυναικεία ρούχα και κάνοντας σόου. Αργότερα, όταν μεγαλώσουν και δεν είναι τόσο όμορφοι πια, θα καταταγούν. Θα σκοτώσουν Ινδιάνους- άντρες, γυναίκες και παιδιά. Και θα πάρουν μια μικρή για κόρη τους, αφού είναι ζευγάρι. Έπειτα θα μπλέξουν στον Εμφύλιο. 

Ο συγγραφέας χειρίζεται με μεγάλη τρυφερότητα το θέμα της ταυτότητας των ηρώων του. Ο Τόμας είναι ένας Ιρλανδός χωρίς πατρίδα αλλά κι ένας άντρας που είναι σίγουρος για τη σεξουαλικότητά του, αν και ξέρει πως δεν πρέπει να αποκαλυφθεί. Φαίνεται παράδοξο σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο ο συγγραφέας να επιλέγει ένα τόσο ευαίσθητο θέμα, όμως αν κανείς διαβάσει την ιστορία, δεν μένει με απορίες. Ο Μπάρι φτάνει τους ήρωες του στα άκρα σε σχέση με την πατρίδα, την οικογένεια, τον έρωτα και τον πόλεμο, για να μιλήσει τελικά για την ίδια τη ζωή και τον θάνατο. 


Το βιβλίο είναι εντυπωσιακό από όλες τις πλευρές- για το ύφος, για το θέμα, για την ψυχογράφηση των ηρώων. Ο ίδιος ο συγγραφέας λέει πως ο κεντρικός του ήρωας είναι αφιερωμένος στον μικρό του γιο που είναι ομοφυλόφιλος. Όμως ίδιον των σπουδαίων γραφιάδων είναι να μπορούν το προσωπικό βίωμα να το μετατρέψουν σε λογοτεχνία. Αυτό το μυθιστόρημα είναι ένα πραγματικό κομψοτέχνημα που δημιουργεί αναγνωστική ευφορία· κι ένα λιθαράκι ακόμα στη μεγάλη σάγκα των ΜακΝαλτι. 


                                                                                     Κατερίνα Μαλακατέ



"Μέρες δίχως τέλος", Σεμπάστιαν Μπάρι, μετ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Ίκαρος, σελ 296, 2018








Για τα υπόλοιπα βιβλία του συγγραφέα διαβάστε εδώ: http://diavazontas.blogspot.com/search/label/%CE%9C%CF%80%CE%AC%CF%81%CF%85%20%CE%A3%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B1%CE%BD

3/8/18

"Άρτεμις", Andy Weir





Διάβασα το "Άρτεμις" του Andy Weir με μεγάλο κέφι. Είναι ένα γρήγορο βιβλίο επιστημονικής φαντασίας, με πολύ ενδιαφέρουσα κεντρική ηρωίδα, που στηρίζεται στις γνώσεις του συγγραφέα για το φεγγάρι και το διάστημα, αλλά και στην ικανότητά του ως αφηγητή. Αν και έχει κάποια λογικά χάσματα στην πλοκή, απόλαυσα τη διαφυγή σε έναν άλλο, τελείως διαφορετικό κόσμο, ακόνισα τη φαντασία μου και πέρασα δύο τρία ευχάριστα απογεύματα. 

Η «Άρτεμις» είναι η αποικία των Γήινων στο Φεγγάρι. Είναι φτιαγμένη από ένα σύστημα «Φυσαλίδων», θόλων δηλαδή, που διασφαλίζουν τη ροή του οξυγόνου. Η Τζαζ Μπασάρα είναι  Σαουδαράβισσα, κι ήρθε στη Σελήνη πολύ μικρή, στα έξι της. Ήταν άγριο νιάτo στην εφηβεία της κι έτσι παρόλο που το μυαλό της είναι εξαιρετικά κοφτερό, έχει καταντήσει αχθοφόρος στο λιμάνι. Ζει σε μια τρύπα, όπου χωράει μόνο η κουκέτα της, κι ονειρεύεται να πλουτίσει. Είναι όμως επιπόλαιη και θερμοκέφαλη. Κάνει ένα μικρολαθρεμπόριο καπνού και άλλων ειδών και έτσι γνωρίζει έναν μεγιστάνα που έχει ένα σχέδιο. Κι από εκεί ξεκινά ο πανικός. 

Ο Weir έστησε εξαιρετικά την φεγγαροαποικία, χειρίστηκε πολύ πειστικά τους χαρακτήρες, χρησιμοποίησε στοιχεία από πραγματικές διαστημικές αποστολές, έφτιαξε δικά του. Κάποιες στιγμές έχεις την αίσθηση πως μερικές σκηνές γράφτηκαν μόνο για να γυριστούν σε ταινία, αλλά δεν μένει μόνο σε αυτές, τους αγαπάει τους χαρακτήρες του, κυρίως την ηρωίδα του, και τους φροντίζει. 

Έχω διαβάσει και το προηγούμενο βιβλίο του, αυτό που τον έκανε διάσημο και του επέτρεψε να παρατήσει τη δουλειά του και να είναι μόνο συγγραφέας, τον Άνθρωπο στον Άρη. Η Άρτεμις είναι πιο καταιγιστικό βιβλίο, εξίσου ενδιαφέρον, και υποπτεύομαι πως θα του φέρει ακόμα μεγαλύτερη φήμη και χρήματα. Και αυτό, στην περίπτωσή του, είναι καλό· ποτέ κανέναν δεν έβλαψε ένα καλογραμμένο best seller. 


                                                                                 Κατερίνα Μαλακατέ


"Άρτεμις", Andy Weir, μετ. Χριστόδουλος Λιθαρής, εκδ. Παπαδόπουλος, 2018, σελ. 365










Υ.Γ. 42 Για τον Άνθρωπο στον Άρη υπάρχουν στο Διαβάζοντας τρεις παρουσιάσεις (για κάποιον ακατάληπτο λόγο):



Κατερίνα Μαλακατέ: http://diavazontas.blogspot.com/2016/01/andy-weir.html



30/7/18

"Το Πλέγμα", Μιχάλης Μοδινός




Ο Μιχάλης Μοδινός μάς είχε συνηθίσει σε μυθιστορήματα με μεγάλα εντυπωσιακά θέματα, σε ιστορίες μέσα στην Ιστορία, την Επιστήμη, τη Γεωγραφία. Στο νέο του βιβλίο επιχειρεί κάτι διαφορετικό, τόσο από την πλευρά της αφήγησης, όσο και του θέματος. Πρόκειται για ένα "μυθιστόρημα σε είκοσι μονολόγους". Ο κάθε αφηγητής έχει χαλαρή σχέση με τους υπολοίπους, -μερικές φορές τη μαντεύεις, κι άλλες όχι. Διαβάζουμε καθημερινές ιστορίες, κάποιες τετριμμένες, ίσως και φτηνές, που ορίζουν όμως τη ζωή των πρωταγωνιστών και μοιάζουν τόσο με τους καθενός μας. Ώρες ώρες νομίζεις πως γράφει τη δική σου ιστορία. 

Άντρες και γυναίκες, οι περισσότεροι μιας κάποιας ηλικίας, που ασχολούνται με τον μικρόκοσμό τους, με τις ερωτικές τους περιπέτειες, κι ας είναι παντρεμένοι, με τις αρρώστιες, τη φθορά, το θάνατο, την πολιτική. Κάποτε μοιάζει σαν όλοι αυτοί να γίνονται ένα, να έχουν μία, συλλογική φωνή που εκφράζει τον συγγραφέα, μιλά για τις πίκρες, τις εμμονές, τις χαρές του. Άλλοτε είναι τελείως διακριτό πως μιλάει κάποιος άλλος, κάποιος με τελείως ξέχωρη ιδιοσυγκρασία. 

Κυρίαρχα θέματα είναι ο έρωτας, στην πιο ώριμη, θνητή και χωμάτινη μορφή του,- σεξουαλική με διαφορετικό τρόπο από των εφήβων-, πάντως πιο συνειδητοποιημένη και απτή. Κι ο χρόνος, που περνά αργά όταν πηγαίνεις 24ώρες βόλτες με την ερωμένη σου, και εξαιρετικά γρήγορα όταν δεν αναγνωρίζεις πια τον εαυτό σου στον καθρέφτη. Κι η φθορά, σε συναισθηματικό και σωματικό επίπεδο. Κι η ανάγκη για αποδοχή, και συντροφικότητα, αγάπη και ομορφιά. Κι η ανάγκη να ζήσεις, λίγο ακόμα. 

Το μυθιστόρημα αναδεικνύει τις ικανότητες του Μοδινού στην ψυχογράφηση των ηρώων. Αρχίζει πολύ εντυπωσιακά, κάπως σαν να επαναλαμβάνεται στη συνέχεια, όμως η τελική του γεύση είναι εξαιρετική. Μου αρέσει που ο συγγραφέας δοκίμασε κάτι που τον ξεβόλεψε, τον έβγαλε από τις ευκολίες του. Κι όχι μόνο προσπάθησε, αλλά τα κατάφερε, το Πλέγμα είναι ένα καλό βιβλίο που χαίρεσαι να το διαβάζεις. 



                                                                                      Κατερίνα Μαλακατέ



«Το Πλέγμα», Μιχάλης Μοδινός, εκδ. Καστανιώτη, 2018, σελ. 228

23/7/18

Με ένα kindle χάνομαι




Έχω υπάρξει ένθερμη οπαδός τους χαρτιού. Διαβάζω από τότε που έμαθα ανάγνωση ό,τι πέσει στα χέρια μου, έχω υπάρξει σαβουροαναγνώστρια, έχω διαβάσει πολύ για σχολείο, για πτυχίο, για μεταπτυχιακό, διαβάζω πολλές ώρες μέσα στην ημέρα και τώρα που μεγάλωσα, fiction και non-fiction, στο χαρτί και στην οθόνη. Με λίγα λόγια η ανάγνωση- και η γραφή- ορίζουν τη ζωή μου. Κι έχω υπάρξει ένθερμη οπαδός των υπολογιστών από τα μικράτα μου, από τότε που προγραμματίζαμε στη gwbasic να φτιάχνει χριστουγεννιάτικα δέντρα με αστεράκια σε λούπες, και δίναμε εντολές dir στο dos, μέχρι τώρα, που τα κοινωνικά δίκτυα τρώνε τη μισή ζωή μας. Γράφω σχεδόν πάντα στον υπολογιστή, δεν έχω γράψει ποτέ πεζό με το χέρι, έχω γράψει όμως ποίηση στην εφηβεία μου, και συνεχίζω να γράφω, αυστηρά σε χαρτί με μολύβι. 

Γιατί τα λέω όλα αυτά; Μα γιατί άργησα πολύ, με αυτά τα δεδομένα, να αποκτήσω e-reader. Στην Ελλάδα, που η κουλτούρα της ανάγνωσης δεν είναι εξαιρετικά διαδεδομένη, και οι εκδόσεις των βιβλίων είναι – οι περισσότερες- πανέμορφες και προσεγμένες, οι e-readers δεν έχουν μεγάλη πέραση. Για την ακρίβεια τους περισσότερους πρέπει να τους παραγγείλεις από το εξωτερικό, χωρίς να τους έχεις δει ποτέ, κάπως στα τυφλά, ρωτώντας γνώμες φίλων. Έτσι, πριν από δυο χρόνια πήρα ένα kindle paperwhite μετά από σχετική ερώτηση στο γκρουπ. Και θα σας πω την εμπειρία μου από αυτό το μαραφέτι. 

Διαβάζω λοιπόν στο εν λόγω γκατζετάκι όταν είμαι σε διακοπές ή μετακινούμαι, κυρίως Αγγλικά- σπανιότερα Γαλλικά και σχεδόν ποτέ στα Γερμανικά· στα Ελληνικά δε ακόμα λιγότερο. Διαβάζω μέσα στο σπίτι στο kindle στις εξής τρεις περιπτώσεις: 

1. Το βιβλίο δεν έχει μεταφραστεί ακόμα στα ελληνικά 

2. Το βιβλίο είναι πανάκριβο στα ελληνικά και τσιγκουνεύομαι 

3. Το βιβλίο έχει μεταφραστεί κακά στα ελληνικά και το ξέρω. Ή το μαθαίνω στην πορεία, οπότε το κατεβάζω για να μην χάσω την συνέχεια. 

Από αυτή την άποψη, συνεχίζω να διαβάζω κατά 90% χάρτινα, και το kindle έχει χάσει πανηγυρικά. Το βασικό μου πρόβλημα είναι πως τα ελληνικά e-books είναι είτε ανύπαρκτα είτε πανάκριβα, και μιας και η ελληνική γλώσσα είναι η μητρική μου, και επιθυμώ μάλιστα να συγγράφω σε αυτή, την προτιμώ όταν διαβάζω. 

Το kindle paperwhite δυσκολεύεται με τα pdf, τα διαβάζει μεν, αλλά τα σελιδοποιεί άσχημα και δεν σε αφήνει να αλλάξεις το μέγεθος της γραμματοσειρές, κι αυτό στην ώριμη πρεσβυωπική ηλικία που βρίσκομαι είναι αποτρεπτικό. Επίσης από e-books διαβάζει μόνο mobi, άρα αν το έχεις σε άλλο format πρέπει να το μετατρέπεις, κάτι που για κάποιους ελληνικούς εκδοτικούς οίκους θεωρείται παράνομο, ακόμα κι αν έχεις αγοράσει πλήρως νόμιμα το βιβλίο τους, οπότε απαιτεί μια – παράνομη- διαδικασία ακόμα. Κι εκεί αρχίζει το σιχτηρικλίκι, εμ πλήρωσα, εμ θα παρανομήσω. Βρε μπας και να παρανομήσω έτσι κι αλλιώς. Επίσης, η οθόνη του kindle δεν ισοδυναμεί με μια σελίδα τυπωμένου βιβλίου ακόμα κι αν τα γράμματα είναι πολύ μικρά. Που πρακτικά σημαίνει πως ψυχολογικά το βιβλίο φαίνεται μεγαλύτερο, πρέπει να γυρίσεις περισσότερες σελίδες, και για τον ψυχαναγκαστικό εαυτό μου είναι πρόβλημα. 

Τώρα πάμε στα θετικά. Αν όλα πάνε καλά δηλαδή κι έχεις στο kindle σου ένα mobi αγορασμένο από το amazon. Η ανάγνωση είναι πολύ βολική, τα μάτια δεν κουράζονται, μπορείς να αγοράσεις επιτόπου το βιβλίο που θέλεις χωρίς καμία καθυστέρηση, διαβάζεις τη νύχτα χωρίς λάμπα και δεν ενοχλείς τον διπλανό σου, διαβάζεις χωρίς πρεσβυωπικά γυαλιά αφού η γραμματοσειρά προσαρμόζεται, δεν χρειάζεσαι σελιδοδείκτες, δεν χρειάζεσαι σημειωματάρια, δεν χρειάζεσαι λεξικό- είναι όλα ενσωματωμένα-, δεν κουβαλάς δέκα βιβλία στις διακοπές, ειδικά αν πηγαίνεις με αεροπλάνο, δεν γεμίζεις κι άλλο χαρτί στο σπίτι που έχει ήδη παντού ξέχειλες βιβλιοθήκες. 

Σε γενικές γραμμές το kindle μου πιάνει σκόνη, κι οι βιβλιοθήκες μου επεκτείνονται, κοντεύουν να μας καταβροχθίσουν. Δεν έχω κανένα σοβαρό φετίχ με το βιβλίο ως αντικείμενο, δεν το μυρίζω, δεν το κρατάω άθικτο, αντίθετα το τσακίζω, σημειώνω, το κάνω δικό μου. Μου αρέσει που το σπίτι μου είναι γεμάτο βιβλία, αλλά σιγά σιγά μπουκώνω, δεν θέλω να τα κρατάω όλα, δεν μπορώ με τόσες στοίβες τριγύρω. Βαριέμαι να απαντάω και στο πανέξυπνο ερώτημα «τα έχεις διαβάσει όλα αυτά;». Προς το παρόν όμως για μένα ο e-reader δεν είναι η λύση, δεν καταφέραμε να αγαπηθούμε. Ίσως στο επόμενο γκατζετάκι. 


                                                                      Κατερίνα Μαλακατέ


19/7/18

"Το σοβαρό παιχνίδι", Hjalmar Söderberg



Αγάπησα πολύ τον Δόκτωρα Γκλας του Σέντερμπεργκ κι ας μην είχα ακούσει τίποτα για αυτόν πριν τον διαβάσω. Ο Σέντερμπεργκ έγραψε στις αρχές του 20ου αιώνα, όμως οι ιδέες του μοιάζουν τόσο φρέσκες και σημερινές, σαν να μην έχουν περάσει εκατό και πλέον χρόνια. Ήμουν σίγουρη πως θα διαβάσω ο,τι δικό του βγει, με το που έκλεισα την τελευταία σελίδα του Δόκτωρος. 

«Το σοβαρό παιχνίδι» δεν μπορεί βεβαίως να συγκριθεί με τον Γκλας σε κανένα επίπεδο, μπορεί όμως να σταθεί ως ένα πολύ καλό ερωτικό μυθιστόρημα. Ήρωας είναι ο Άρβιντ Xουερνμπλούμ, ένας νεαρός επαρχιώτης που προσπαθεί να κάνει καριέρα ως δημοσιογράφος. Στα είκοσί του ερωτεύεται τη Λύντια, την κόρη ενός ήσσονος ζωγράφου. Παρόλο που τα αισθήματα είναι αμοιβαία, αρνείται να δεσμευτεί απέναντί της, δεν έχει την οικονομική ευχέρεια να παντρευτεί και θα ήθελε πρώτα «να ζήσει τη ζωή του». Λίγο καιρό αργότερα η Λύντια παντρεύεται έναν πολύ μεγαλύτερό της διανοούμενο, και ο Άρβιντ παντρεύεται μια κοπέλα της καλής κοινωνίας, την Ντάγκμαρ, που είναι όμορφη, αν και δεν την αγαπάει. Όλα φαίνονται να κυλούν ομαλά, ώσπου δέκα χρόνια μετά ο Άρβιντ και η Λύντια συναντιούνται ξανά και η φλόγα αναζωπυρώνεται. Η Λύντια αφήνει τον σύζυγο και την κορούλα της στην εξοχή και ζει τη ζωή μιας ζωντοχήρας σε ένα μικρό διαμέρισμα στη Στοκχόλμη, ενώ ο Άρβιντ παραμένει στον γάμο του, κάνοντας διπλή ζωή. Μόνο που κι η Λύντια, τον πληρώνει με το ίδιο νόμισμα. 

Έμειναν σιωπηλοί. Έξω, οι λάμπες του δρόμου τρεμόπαιζαν ανάμεσα στους γέρικους σκελετούς των δέντρων. Και εκεί πάνω στο παγωμένο μπλε του ουρανού, φλόγιζαν η Αφροδίτη και ο Άρης. 
Κι εκείνη είπε:
- Θυμάσαι τότε που σε ρώτησα, εκείνη τη φορά στο Κοντινένταλ: αγαπάς τη γυναίκα σου;
-Ναι...
- Και θυμάσαι που απάντησες: την αγαπώ, όπως αγαπούν οι Λουθηριανοί; 
[] 
Η Λύντια είχε χλωμιάσει, αλλά με μια χλωμάδα που άστραφτε.  
-Έλα, είπε. Εμένα, θα με αγαπήσεις όπως αγαπούν οι ειδωλολάτρες.


Ο χαρακτήρας της Λύντια- μιας γυναίκας που επιλέγει να ζει ελεύθερα, να ακολουθεί τα ένστικτά της, να μην δεσμεύεται, μιας γυναίκας που παράτησε το παιδί της στον πατέρα του- είναι φοβερά πρωτοποριακός για την εποχή· πιθανότατα και για την εποχή μας. Σπάει όλα τα στεγανά της γυναίκας μάνας και συζύγου και για αυτό προκάλεσε μεγάλο σκάνδαλο. Πόσο μάλλον αφού πρόκειται για ένα χαρακτήρα που στηρίζεται στην αληθινή ερωμένη του Σέντερμπεργκ, Μαρία φον Πλάτεν. 

«Το σοβαρό παιχνίδι» είναι γραμμένο από την πλευρά του άντρα. Ο Άρβιντ μάς αφηγείται, αυτός είναι ο «αδικημένος» και «απατημένος» στη σχέση. Ο άλλος κεντρικός χαρακτήρας, η Λύντια, παραμένει στη σκιά, ποτέ δεν μαθαίνουμε τι σκέφτεται. Πόσο μάλλον η απατημένη του γυναίκα. Ακολουθούμε τις σκέψεις και τα συναισθήματα του Άρβιντ, που καταλαβαίνει τα λάθη του, αλλά έχει όλη αυτή την έκρηξη συναισθημάτων για τη γυναίκα που αγαπάει, που παντρεύτηκε χωρίς πάθος, και χωρίς συμφέρον- γιατί «δεν διαλέγεις»- που έζησε τη ζωή του σχεδόν σαν εξωτερικός παρατηρητής, μέχρι να τα παρατήσει όλα. 

Ο Σέντερμπεργκ δίνει γλαφυρά την ατμόσφαιρα μιας εφημερίδας της εποχής, μιλά για το πώς γράφεται μια κριτική, βάζει τους ήρωες να τραγουδούν και να παίζουν μουσική ενώ επικεντρώνεται και στη Στοκχόλμη, φτιάχνει ατμόσφαιρα. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως πρόκειται για ένα σπουδαίο ερωτικό μυθιστόρημα, χωρίς βέβαια να φτάνει μια Άννα Καρένινα ή μια Μαντάμ Μποβαρύ. Και δείχνει πως κακώς έχουμε ξεχάσει το είδος, ο έρωτας ήταν, είναι και θα είναι, ένα από τα βασικά θέματα της λογοτεχνίας. Χαίρομαι τόσο που μεταφράστηκε στα ελληνικά, και θα περιμένω και τα επόμενα. 


                                                                             Κατερίνα Μαλακατέ


"Το σοβαρό παιχνίδι", Γιαλμάρ Σέντερμπεργκ, μετ. Αγγελική Νάτση, εκδ. Printa, 2018, σελ. 350












Υ.Γ. Η μετάφραση είναι εξαιρετική και η έκδοση πλήρης, με κατατοπιστικότατο επίμετρο από τη μεταφράστρια. Μου έκανε μόνο εντύπωση αυτή τη φορά η κακή ποιότητα του χαρτιού. Δεν είχα συνηθίσει έτσι. 





13/7/18

«Η Εξαφάνιση του Γιόζεφ Μένγκελε», Olivier Guez





Ομολογώ πως έχω ένα-ίσως και κάπως διεστραμμένο- ενδιαφέρον για τον Γιόζεφ Μένγκελε. Η αγριότητα των εγκλημάτων του, ο τρόπος που διαστρέβλωσε την ιατρική ηθική, τα θέματα που βάζει η περίπτωσή του και άλλων αντίστοιχων σε όσους έχουν δουλέψει στον τομέα της βιολογίας, της φαρμακευτικής, της ιατρικής, της υγείας και της έρευνας με απασχολούσαν από πολύ μικρή· σίγουρα την εποχή που ήμουν στο Πανεπιστήμιο. 

Για αυτό όταν βγήκε «Η εξαφάνιση του Γιόζεφ Μένγκελε» πήρα το βιβλίο σχεδόν αμέσως. Πρόκειται για μια μυθιστορηματική καταγραφή των πεπραγμένων του αφού διέφυγε από την Γερμανία που κατέρρεε, των χρόνων του δηλαδή στη Λατινική Αμερική, όπου και πέθανε, χωρίς ποτέ να πληρώσει για τα εγκλήματά του. Στο βιβλίο παρακολουθούμε τον Μένγκελε σαν να ήταν ο οποιοσδήποτε φυγάς, άλλοτε να πρέπει να κρύβεται και να ζει σε άθλιες συνθήκες, κι άλλοτε σε φαντεζί δικτατορίες φιλικές προς τον Ναζισμό, που του επέτρεπαν να κάνει μπίζνες και να ζει πλουσιοπάροχα. Καθ' όλη τη διάρκεια της πολυετούς εξορίας του είχε την στήριξη της πάμπλουτης οικογένειάς του, σε κάποια φάση δε παντρεύτηκε και τη χήρα του αδελφού του και τόλμησε να έρθει και στην Ευρώπη. Στην πραγματικότητα όλα τα χρόνια φαίνεται σα να μην τον κυνηγούσε κανείς σοβαρά, ίσως μια φορά η Ισραηλινοί να το προσπάθησαν, και μόνο η παράνοιά του του δημιουργούσε προβλήματα. Παρέμεινε αμετανόητος ναζιστής, δεν αναλογίστηκε ποτέ όσα έκανε, δεν ζήτησε ποτέ συγγνώμη, ούτε κατανόησε τη σοβαρότητα τους. 

Το βιβλίο είναι μια ψυχρή καταγραφή της πορείας του, χωρίς αξιολογικές κρίσεις ή προσπάθεια να εμβαθύνει ο συγγραφέας στον χαρακτήρα. Είναι κάτι ανάμεσα σε δημοσιογραφική έρευνα- που της λείπει όμως η τεκμηρίωση- και μάλλον αποτυχημένη μυθιστορηματική βιογραφία. Καταγράφονται οι κινήσεις του Μένγκελε, οι μετακινήσεις του από χώρα σε χώρα, ο τρόπος που επικοινωνεί και με ποιους, αλλά ο Olivier Guez δεν φαίνεται να έχει βρει μια σαφή αφηγηματική φωνή και παραμένει στην επιφάνεια των πραγμάτων. Αυτό το υλικό, στα χέρια ενός στιβαρού λογοτέχνη, θα μπορούσε κυριολεκτικά να απογειωθεί. Τώρα το κείμενο μένει σε χαμηλές πτήσεις, αν και κανείς δεν θα μπορούσε να υποβιβάσει την αξία της έρευνας που κρύβεται από πίσω. Είναι φανερό πως όλο αυτό απαιτεί σκληρή δουλειά. Το αποτέλεσμα όμως παραμένει μέτριο, ενώ θα μπορούσε να είναι συγκλονιστικό.



                                                                                Κατερίνα Μαλακατέ




«Η Εξαφάνιση του Γιόζεφ Μένγκελε», Olivier Guez, μετ. Ευγενία Γραμματικοπούλου, εκδ. Κριτική, 2018, σελ. 304







Υ.Γ. 42 Ενώ μια μαρτυρία σαν κι αυτή, μπορεί να σε στείλει αδιάβαστο.






1/7/18

Το αναγνωστικό μπλοκάρισμα






Ξέρω πολλούς συγγραφείς που διατρανώνουν πως όταν γράφουν δεν διαβάζουν.
Δεν είμαι από αυτούς.

Ξέρω πολλές μαμάδες που λένε πως από τότε που έκαναν παιδιά δεν διαβάζουν.
Δεν είμαι από αυτές

Ξέρω πολλούς που διατείνονται πως διαβάζουν πολύ για τις σπουδές ή τη δουλειά τους και μετά δεν θέλουν άλλο. 
Δεν είμαι από αυτούς.

Ξέρω κι άλλους που λένε πως δεν έχουν χρήματα για βιβλία.
Ούτε από αυτούς είμαι. 

Είμαι από τους άλλους, που και στο μπουκάλι να τους κλείσεις, θα διαβάσουν την ετικέτα. 




Όμως εκ των πραγμάτων περνάω περιόδους που δεν διαβάζω, συσσωρεύονται τα βιβλία γύρω μου κι εγώ κολλάω στην ίδια σελίδα, του ίδιου βιβλίου που μπορεί να διαβάσω ξανά και ξανά πριν με πάρει ο ύπνος. Μερικές φορές φταίει το βιβλίο, δεν ήταν η στιγμή του κι η στιγμή μας. Άλλες φταίω εγώ. Δεν έχω όρεξη για διάβασμα και για αυτό «δεν βρίσκω χρόνο». Εγώ έχω όλη την καλή διάθεση να διαβάσω, αλλά με «παίρνει μπάλα η ζωή». Άσε που έχω κι ένα παζλ να τελειώσω και μια σειρά να δω, και μοιάζει τόσο δελεαστική αυτή η τετράωρη Κορεάτικη ταινία. 





Δικαιολογίες. Φυσικά. Απλά χρειάζεται το μυαλό να ξεμπουκώσει, να πετάξει αλλού χωρίς βοηθήματα. Για να επανέλθει μετά στη βολή της μυθοπλασίας, πιθανότατα με περισσότερη δύναμη και ορμή. Ή έτσι θέλω να πιστεύω. Γιατί συχνά με πιάνει ένας ενδόμυχος τρόμος. Κι αν δεν έχω ποτέ ξανά όρεξη για διάβασμα, τι θα απογίνω. Η ανάγνωση ήταν πάντοτε μια κάποια λύση.




19/6/18

"Η συνείδηση του Ζήνωνα", Italo Svevo




«Η συνείδηση του Ζήνωνα» του Ίταλο Σβέβο είναι ένα βιβλίο για το οποίο λέγονται πολλά βαρύγδουπα και σημαντικά: είναι ένα δείγμα του πρώιμου μοντερνισμού, ο Ίταλο Σβέβο ήταν καρδιακός φίλος του Τζέιμς Τζόυς, κι ήταν αυτός ο τελευταίος που προώθησε το μυθιστόρημα στη Γαλλία για να βρει τη θέση του στην παγκόσμια λογοτεχνία, ο Τζόυς είχε στον νου του τον Σβέβο όταν έγραφε τον Λέοπολντ Μπλουμ, κι άλλα τέτοια ηχηρά. Αυτό που ξεχνάνε πολύ συχνά να πουν είναι πως πρόκειται για απολαυστικό ανάγνωσμα. 

Ο Ζήνων ξεκινά να γράφει πρωτοπρόσωπα για τη ζωή του γιατί του το ζητά ο ψυχαναλυτής του. Κάποια στιγμή αποφασίζει πως η θεραπεία δεν τον βοηθά και την παρατάει. Ο γιατρός για να τον εκδικηθεί δημοσιοποιεί το πόνημά του. Έτσι παρακολουθούμε έναν αναξιόπιστο αφηγητή, που μας λέει ό,τι τον βολεύει και δικαιολογεί τον εαυτό του τόσο ώστε ώρες ώρες δεν μπορεί ούτε ο ίδιος να διαχωρίσει τι είναι αλήθεια και τι όχι. 

Ο Ζήνων κληρονόμησε από τον πατέρα του μια ακμαία εμπορική επιχείρηση, με τον όρο να μην τη διευθύνει ποτέ αυτός. Ο διαχειριστής του είναι ικανός, κι έτσι ο Ζήνων μένει άεργος. Σε σχετικά ώριμη ηλικία γνωρίζει τον Μαλφέντι, έναν γοητευτικό έμπορο, κι αποφασίζει να παντρευτεί μια από τις κόρες του χωρίς να τις γνωρίζει. Στην σκηνή που επιτέλους συστήνονται, αυτός γοητεύεται από την όμορφη Άντα, αλλά φυσικά όλοι ξέρουμε πως θα πάρει τελικά την αλλήθωρη Αυγούστα. Ο Ζήνων φαντασιώνεται πως ίσως θα είχε ταλέντο στο εμπόριο, αλλά ούτε ο ίδιος τολμά να αναλάβει τις επιχειρήσεις του, παρά μόνον να βοηθά στις επιχειρήσεις του άντρα που παντρεύεται τελικά η Άντα- και αντίζηλού του- χωρίς καμία ευθύνη

Αυτό που ξεχωρίζει το βιβλίο είναι το απίστευτο χιούμορ- σε ολόκληρα κεφάλαια, όπως αυτό για το κάπνισμα, σε απλές ατάκες, στο σύνολο της πλοκής. Ο συγγραφέας κλείνει το μάτι στον αναγνώστη, τον βάζει βαθιά στο παράδοξο της ίδιας της ύπαρξης, γράφει ένα μυθιστόρημα stream of consciousness, αλλά δεν αφήνει ποτέ να βαρεθείς. Ο Ζήνων είναι κατά φαντασίαν ασθενής, ζει πάντα με φανταστικούς πόνους από φανταστικές ασθένειες, είναι τόσο αποξενωμένος από τα ίδια του τα αισθήματα που δεν μπορεί να τα ορίσει. Αν και παντρεύεται την Αυγούστα από ένα καπρίτσιο της στιγμής, είναι φαινομενικά πολύ καλός σύζυγος, πολύ καλύτερος από τον Γκουίντο που πήρε  η Άντα. Βεβαίως την Αυγούστα την απατάει, ντρέπεται ακόμα και να τη δείξει στην ερωμένη του, αδιαφορεί για τα παιδιά τους, αλλά τα πεθερικά του τον αγαπούν κι η γυναίκα του μοιάζει ευτυχής. 

Ο Σβέβο είχε, λένε, πολλά εξωτερικά χαρακτηριστικά όμοια με τον Ζήνωνα, ήταν φαλακρός, πλούσιος, μιλούσε τη διάλεκτο της Τεργέστης κι όχι τα επίσημα Ιταλικά κι ήταν εξαρτημένος από το τσιγάρο. Είμαι σίγουρη πως χρησιμοποίησε αυτά τα αυτοβιογραφικά στοιχεία ως μέρος της φάρσας, για να διασκεδάσει ο ίδιος. Γιατί ενώ πρόκειται για ένα εξαιρετικά σημαντικό βιβλίο, σε καμία στιγμή δεν παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό του· ούτε όταν μιλάει για τον θάνατο, τον έρωτα, τον πόλεμο. Κι αυτό είναι το μεγαλύτερο πλεονέκτημά του. 



                                                                                   Κατερίνα Μαλακατέ 




"Η συνείδηση του Ζήνωνα", Ίταλο Σβέβο, μετ. Έφη Καλλιφατίδη, εκδ. Αντίποδες, 2018, σελ. 597 




Υ.Γ. 42 Η συγκεκριμένη μετάφραση της Συνείδησης του Ζήνωνα, έχει για μένα μεγάλη συναισθηματική αξία. Πριν κάποιον καιρό ανέβηκε στο γκρουπ Διαβάζοντας μια ανάρτηση. Έλεγε πόσο υπέροχο βιβλίο είναι αυτό, αλλά και πόσο παραμελημένο: η έκδοση του Εξάντα ήταν εξαντλημένη και η μετάφραση κακή. Η Έφη Καλλιφατίδη που παρακολουθούσε συστηματικά το γκρουπ έγραψε στα σχόλια πως είχε κάνει κάποτε για τον εαυτό της μια μετάφραση του βιβλίου, για δική της ευχαρίστηση, που βρισκόταν σε τετράδια, ούτε καν σε αρχείο υπολογιστή. Κάποια μέλη του γκρουπ δέχτηκαν να μεταγράψουν τα τετράδια, η Έφη άρχισε να δουλεύει ξανά εντατικά τη μετάφραση- μαζί με τις κανονικές δουλειές της. Και δεν άργησε να βρεθεί εκδότης με ανοιχτές κεραίες, οι Αντίποδες. Στο μεταξύ εγώ έγινα φίλη με αυτή τη σπουδαία κυρία, που πάλευε με μια δυστυχώς ανίατη ασθένεια, αλλά δεν έχανε το χιούμορ της στιγμή. Όταν πια η Συνείδηση του Ζήνωνα βγήκε στα βιβλιοπωλεία, η Έφη Καλλιφατίδη δεν υπήρχε πια. Λυπήθηκα σαν να έχασα δικό μου άνθρωπο, όμως είμαι σίγουρη πως θα είναι πολύ περήφανη για το κύκνειο άσμα της.