Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπολάνιο Ρομπέρτο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπολάνιο Ρομπέρτο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

13/9/18

"Λούμπεν μυθιστορηματάκι", Roberto Bolaño




Τον τελευταίο καιρό γίνεται μεγάλη κουβέντα για τα γραπτά του Μπολάνιο που θα εκδοθούν ή εκδόθηκαν μετά θάνατον, το «Λούμπεν μυθιστορηματάκι» πάντως είναι το τελευταίο βιβλίο του που εκδόθηκε όσο εκείνος ήταν εν ζωή. Πρόκειται για μια νουβέλα που γράφτηκε κατά παραγγελία, με όρο να είναι η δράση επικεντρωμένη σε μια πόλη. Ο Μπολάνιο διάλεξε τη Ρώμη. Αν και μου φαίνεται πως η ιστορία θα μπορούσε να σταθεί παντού. 

Η Μπιάνκα και ο αδελφός της χάνουν τους γονείς τους σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και μένουν μόνοι. Όσο διαχειρίζονται το πένθος τους, πρέπει να αντιμετωπίσουν και τα πρακτικά της ζωής, η σύνταξη ορφάνιας που παίρνουν είναι ελάχιστη, κανένας ενήλικος δεν υπάρχει να τους αναλάβει. Βρίσκουν δουλειά, ο ένας σε ένα γυμναστήριο, η άλλη σε ένα κομμωτήριο, και σιγά σιγά παρατάνε το σχολείο. Μια μέρα ο αδελφός της θα φέρει δυο φίλους να μείνουν στο σπίτι, έναν Λίβυο κι έναν Μπολονέζο, που μοιάζουν σαν αδέλφια. 

Πρόκειται για μια σκοτεινή ιστορία ενηλικίωσης, αναζήτησης ταυτότητας- και σεξουαλικής-, για μια καταβύθιση στην εφηβική ψυχή, όταν όλα γύρω καταρρέουν και χάνονται. Οι δύο βασικοί χαρακτήρες, και ειδικά η πρωταγωνίστρια Μπιάνκα, ξετυλίγονται σε όλο το μπολανικό τους μεγαλείο. Η πλοκή είναι απλή, αλλά δεν είναι. Στον συγγραφέα αρέσει να διερευνά θέματα ηθικής, να βάζει τους ήρωες να διαλέγουν. Εδώ, στη μέση μπαίνει κι έρωτας. 

«Τώρα είμαι μητέρα κι είμαι επίσης παντρεμένη γυναίκα, αλλά δεν πάει πολύ καιρός που ήμουν εγκληματίας. Ο αδελφός μου κι εγώ είχαμε μείνει ορφανοί. Το γεγονός αυτό κατά κάποιο τρόπο τα δικαιολογεί όλα. Δεν είχαμε κανέναν. Κι όλα συνέβησαν στο άψε-σβήσε» 

Το «Λούμπεν μυθιστορηματάκι» είναι ένα βιβλίο που δεν το ξεχνάς. Διαβάζεται εύκολα, πιθανότατα οι 119 σελίδες του να βγουν σε μια ανάγνωση. Στην πραγματικότητα όμως λίγοι θα αντισταθούν στον πειρασμό να το ξαναδιαβάσουν αμέσως. Μοιάζει να μην περισσεύει ούτε μια λέξη∙ κι αυτό όσο κι αν φαίνεται εύκολο, δεν είναι. Έχει να κάνει με το γεγονός πως ο Μπολάνιο ήταν πρωτίστως ποιητής και διηγηματογράφος, κι ας έγινε γνωστός για δύο ογκωδέστατα μυθιστορήματα.

Το ενδιαφέρον μου για τον συγγραφέα παραμένει αμείωτο μέσα στα χρόνια. Ξεκίνησα να τον διαβάζω δειλά, το 2010 με το Μακρινό αστέρι, έπειτα διάβασα το Amulet (το Φυλακτό) μετά το 2666, ακολούθησαν Οι Άγριοι ντετέκτιβ, οι Πουτάνες φόνισσες, τα Τηλεφωνήματα, Η Ναζιστική λογοτεχνία στην Αμερική, το Παγοδρόμιο. Δεν μπορώ να σκεφτώ αυτά τα χρόνια άλλον συγγραφέα που να μου προκαλεί τέτοια αναγνωστική ευφορία, μου ταιριάζει η σκοτεινιά και η αλλόκοτη ματιά του, η διαστροφή και η ευστροφία του. Λυπάμαι όπως όλοι, που πέθανε νωρίς και τον ανακαλύψαμε αργά. Αλλά δεν έχω καμία αμφιβολία πως Ρομπέρτο Μπολάνιο θα διαβάζουν και τα παιδιά μας. 

                
                                                                                     Κατερίνα Μαλακατέ



"Λούμπεν μυθιστορηματάκι", Ρομπέρτο Μπολάνιο, μετ. Κρίτων Ηλιόπουλος, εκδ. Άγρα, 2018, σελ. 119


29/8/16

"Το Παγοδρόμιο", Roberto Bolaño



Ο Ρομπέρτο Μπολάνιο πέθανε στα 50 του, πολύ νέος, το 2003. Ως τότε την Ελλάδα, και πιθανότατα στον κόσμο, δεν τον είχαν «ανακαλύψει». Άφησε όμως πίσω του κληρονομιά δυο ανυπέρβλητα βιβλία που δεν υπάρχει η δυνατότητα να τα αγνοήσεις: το αριστουργηματικό «2666» και το, λίγο πιο χαμηλότονο αλλά για μένα ισάξιο, «Άγριοι ντετέκτιβ». Από κει και μπρος ήταν θέμα χρόνου για να αρχίσει να μεταφράζεται όλο του το έργο. Εγώ ξεκίνησα να διαβάζω το «Μακρινό αστέρι», μετά διάβασα στα Αγγλικά το «Amulet», έπειτα πήγα στα διηγήματα, «Τηλεφωνήματα» και «Πουτάνες φόνισσες», και τελικά διάβασα και την «Ναζιστική λογοτεχνία στην Αμερική». Όταν βγήκε το «Παγοδρόμιο» μου είχε φύγει η λαχτάρα για Μπολάνιο. Λάθος. Μόλις το είδα στα ράφια το πήρα. Και παρ’ όλο που πρόκειται για το πρώτο του στην ουσία πεζογραφικό βιβλίο (3ο στην σειρά αν είσαι σχολαστικός) και δεν έχει την πολυπλοκότητα των άλλων, είναι τόσο ενδιαφέρον να βλέπεις τα σπέρματα του 2666 μέσα του, είκοσι χρόνια πριν γραφτεί, που δεν μπορείς παρά να νιώσεις καλά. Για τις εμμονές. Και τη συνέπεια. 

Στο παγοδρόμιο συναντάμε όλα τα γνωστά μοτίβα, το έγκλημα, τον έρωτα, τις ματαιωμένες ζωές, τους εξόριστους Λατινοαμερικάνους, τους εφιάλτες, τα τεράστια πέη, ακόμα και τις περιλήψεις, ακόμα άγραφτων, ιστοριών. Είναι ένα μυθιστόρημα με τρεις αφηγητές, που με τον γνωστό τρόπο του Μπολάνιο, γίνονται ένα χωρίς καν να το καταλάβεις. Ακολουθούμε μια ιστορία που μας την διηγούνται διαδοχικά ο Ρέμο Μοράν, ένας αυτοεξόριστος Χιλιανός συγγραφέας στη μικρή πόλη Ζ. της Καταλονίας που κατάφερε να φτιάξει περιουσία εκεί, ο Γασπάρ Ερεδία, ένα Μεξικανός ποιητής που βρίσκεται στην Ισπανία χωρίς χαρτιά και δέχεται να δουλέψει ως νυχτοφύλακας στο κάμπινγκ του Ρέμο Μοράν γιατί δεν έχει άλλη λύση, κι ένας δημοτικός υπάλληλος, επηρμένος και χοντρός, ο Ενρίκ Ροσκέγιες. Ο καθένας με τον τρόπο του δημιουργεί σχέσεις με δύο γυναίκες, με την πανέμορφη πατινέρ Νούρια, την ωραιότερη γυναίκα της Ζ. και την κάποτε τραγουδίστρια της όπερας και τώρα ζητιάνα και άστεγη Κάρμεν. 

Τα πράγματα περιπλέκονται όταν η Νούρια, που είναι ερωμένη του Ρέμο Μοράν αλλά είναι μαζί της ξετρελαμένος ο Ενρίκ, χάνει την υποτροφία της και την θέση της στην Ολυμπιακή ομάδα. Τότε ο Ενρίκ αποφασίζει να φτιάξει ένα παγοδρόμιο στην Ζ. με κρατικά κονδύλια, για την αγαπημένη του, μέσα σε ένα ερειπωμένο παλάτι. 

Ο Μπολάνιο μας δίνει έτσι κάποιες εκπληκτικές σκηνές, όπως την πρώτη φορά που αντικρίζει ο Γασπάρ Ερεδία το παγοδρόμιο, αλλά και ένα σκηνικό για φόνο που θυμίζει αρκετά εκείνα τα κορίτσια του 2666. Από την άλλη τον απασχολεί εδώ πολύ η ζωή του εξόριστου, μιας και υπήρξε κι ο ίδιος για τόσα χρόνια, αλλά και η φύση του έρωτα- πλατωνικός, σαρκικός, μόνο σεξουαλικός. Καθώς και τα κορμιά. Και το τι σημαίνει να είσαι ενήλικος.

Δεν ξέρω ποιες θα ήταν οι σκέψεις μου αν διάβαζα πρώτα το Παγοδρόμιο, πιθανότατα θα μου φαινόταν ενδιαφέρον αλλά όχι συγκλονιστικό. Όμως τώρα, που στην ουσία ανασυνθέτει το παζλ του ίδιου του Μπολάνιο, μου φάνηκε εκπληκτικό, σαν να κοιτάς μες στο μυαλό του συγγραφέα πριν την σύλληψη, σαν να βλέπεις τα προσχέδια ενός διάσημου πίνακα. Κι αυτό έχει αξία σχεδόν από μόνο του. 

                                                        

                                                                                         Κατερίνα Μαλακατέ

"Το Παγοδρόμιο", Ρομπέρτο Μπολάνιο, μετ. Κρίτων Ηλιόπουλος, εκδ. Άγρα, 2016, σελ. 263


29/5/15

"Η ναζιστική λογοτεχνία στην Αμερική", Roberto Bolaño




Είναι «Η ναζιστική λογοτεχνία στην Αμερική» βιβλίο που διαβάζεται απνευστί; Με σιγουριά όχι. Τουναντίον πρόκειται για ανάγνωσμα που απαιτεί το χρόνο του, σε σπρώχνει να του απιστήσεις, μετά να το ξαναπιάσεις, να απολαύσεις μια μια τις ψευτοβιογραφίες των Αμερικάνων ναζιστών συγγραφέων, να αφεθείς στην γοητεία του Μπολάνιο που αποτίει φόρο τιμής στον Μπόρχες. 

Τριάντα βιογραφίες λοιπόν, Λατινοαμερικάνων ως επί το πλείστον, ήσσονος σημασίας και ναζιστών, εντελώς φανταστικών συγγραφέων. Οποιαδήποτε ομοιότητα με την πραγματικότητα ασφαλώς και δεν είναι τυχαία. Από την άλλη, κανείς τους δεν υπήρξε. Το χιούμορ του Μπολάνιο είναι καυστικό μες στην σοβαρότητά του, καταιγιστικό αλλά και υπόγειο, σχεδόν κάποιες στιγμές το χάνεις. Οι ήρωές του- κυρίες του σαλονιού, άσημοι δάσκαλοι, ελεεινά καθάρματα, μαχαιροβγάλτες, βασανιστές, ανθρωπάκια με λίγα λόγια,-διακρίνονται για την λογοτεχνική τους ασημαντότητα, την κάποτε τυχαία πολιτική τους τοποθέτηση (τι φταίει ένα στρουμπουλό κοριτσάκι αν το ταχτάρισε στα γόνατά του ο Χίτλερ), για την «φτωχή» ζωή τους και την ακόμα φτωχότερη υστεροφημία τους. Ο ναζισμός, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ο δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος, δεν αναφέρονται παρά ακροθιγώς, η ίδια η ιδεολογία ούτε που θίγεται. Οι ήρωες του Μπολάνιο είναι φαλαγγίτες, όπως θα μπορούσαν να πολεμούν για τον Δημοκρατικό Στρατό, χωρίς εμφανή επίκριση. 

«Η ναζιστική λογοτεχνία στην Αμερική» είναι το πρώτο βιβλίο του Μπολάνιο που έκανε κάποια αίσθηση, ως τότε, 7 χρόνια μόλις πριν τον θάνατό του, δεν τον είχε προσέξει λογοτεχνικά κανείς. Περιέχει εν σπέρματι ένα σωρό ιδέες για μυθιστορήματα και διηγήματα που στην ουσία δεν γράφτηκαν ποτέ. Αν για κάτι διακρίνεται ο Μπολάνιο εξάλλου ακόμα και στα ογκώδη αριστουργήματά του όπως «Οι άγριοι ντετέκτιβ» και το «2666» είναι για τις αποσπασματικές ιδέες, τις ανολοκλήρωτες, την ιστορία που δεν λέγεται παρά μόνον με υπονοούμενα. 

Ίσως αναρωτηθεί κανείς τι νόημα έχει να διαβάσει τριάντα άχρηστες εν πολλοίς βιογραφίες ανύπαρκτων προσώπων. Κι αν αυτό είναι λογοτεχνία. Δεν ξέρω την απάντηση στο γιατί, ξέρω όμως πως είναι. Όπως είναι όλα τα κείμενα του Μπολάνιο. Χωρίς λογική εμφανή, με καμία σιγουριά για το τι διαβάζεις και αν αυτό θα σε πάει πραγματικά παρακάτω αλλά με την απόλυτη βεβαιότητα πως έχει κάτι να πει. Στην προκειμένη περίπτωση το προφανές, αν η Ιστορία είχε γραφτεί αλλιώς κι είχε άλλον νικητή, οι βιογραφίες αυτές – ή άλλες σαν κι αυτές- θα ήταν οι κεντρικές μας αναφορές. 




Η vαζιστική λογοτεχνία στην Αμερική, μυθιστόρημα, Ρομπέρτο Μπολάνιο, μτφρ. Κρίτων Ηλιόπουλος, εκδόσεις Άγρα 2014












*Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο 29ο τεύχος του περιοδικού vakxikon 

3/7/14

"Τηλεφωνήματα", Roberto Bolaño





Το βασικό στην γραφή του Ρομπέρτο Μπολάνιο είναι όλα αυτά που δεν λέγονται. Οι αφηγήσεις του αγαπούν την σιωπή και το ανείπωτο, οι χαρακτήρες του, θλιμμένοι και ενίοτε γκροτέσκοι, κρύβονται από τον ίδιο τους τον εαυτό και από τους άλλους. Ο Μπολάνιο, εραστής της μικρής φόρμας που έγραψε παρ’ όλα αυτά δυο κολοσσιαία μυθιστορήματα κοντά 1000 σελίδες το καθένα, είναι μαέστρος στα διηγήματα. Ξέρει να υποβάλλει την ατμόσφαιρα στον αναγνώστη, να λέει και να ξαναλέει τον δικό του καημό ιδωμένο κάθε φορά από μια διαφορετική γωνία.

Τα «Τηλεφωνήματα» είναι λιγότερο εντυπωσιακά από τις «Πουτάνες φόνισσες», έχουν όμως μια συνοχή που δίνει ίσως τις πρώτες υπόνοιες για τους Άγριους Ντετέκτιβ και το 2666 που θα ακολουθήσουν. Στα πρώτα ήρωες είναι συγγραφείς, στα επόμενα η πολιτική και στα τελευταία οι γυναίκες. 

Στο εναρκτήριο κείμενο ένας νεαρός συγγραφέας συμμετέχει σε ένα διαγωνισμό διηγήματος. Εκεί συνειδητοποιεί πως το πρώτο βραβείο το παίρνει ένας αγαπημένος του γηραιότερος συγγραφέας. Ο μεγαλύτερος θα αρχίσει αλληλογραφία με τον μικρότερο με βάση την έξη του από τους διαγωνισμούς, τον μόνο τρόπο να θρέψει την οικογένειά του.

Στο τελευταίο, μια γυναίκα, η Ανν Μουρ, συνεχώς κινείται ανάμεσα σε τόπους, άντρες, δουλειές. Η καταγραφή των συνεχών φυγών της μοιάζει αέναη, και το κείμενο θα μπορούσε να είναι για οποιαδήποτε γυναίκα.

Από τα υπόλοιπα, συγκρατώ το «Μια λογοτεχνική περιπέτεια», όπου ο Β. άσημος συγγραφέας, γράφει ένα μυθιστόρημα που διακωμωδεί τον διάσημο συγγραφέα της γενιάς του Α. Μόνο που ο Α. γράφει για αυτό μια διθυραμβική κριτική. Και φυσικά την «Τζοάννα Σιλβέστρι», για την γηρασμένη πορνοστάρ που αναπολεί την πολύ σύντομη αναζωπύρωση της σχέσης της με έναν συνάδελφό της που έπασχε από AIDS λίγο πριν εκείνος πεθάνει.

Αυτό που διαθέτει ο Μπολάνιο είναι η ικανότητα να μπλέκει το πολύ εσωτερικό με το συλλογικό, να μιλά για κάτι εντελώς δικό του –όπως στα διηγήματα με ήρωες συγγραφείς ή αυτά με ηρωίδες τις γυναίκες της ζωής του- αλλά ταυτοχρόνως να ξεμπερδεύει το κουβάρι που είναι η πολιτική στις χώρες όπου έζησε. Λένε πως το σεντούκι με τα ανέκδοτά του κείμενα δεν έχει στερέψει ακόμα. Ο άνθρωπος που βάλθηκε να γράψει όσο περισσότερο μπορούσε μόνο όταν έμαθε πως θα πέθαινε μάλλον θα έχει- από κει που βρίσκεται- κι άλλους άσσους  κρυμμένους στο μανίκι του. 

«Τηλεφωνήματα», Ρομπέρτο Μπολάνιο, μετ. Έφη Γιαννοπούλου, εκδ. Άγρα, 2009, σελ. 296



25/6/13

"Πουτάνες φόνισσες", Roberto Bolaño




    Ως τώρα είχα καταφέρει το εξής, να έχω διαβάσει τα δυο μεγάλα εμβληματικά μυθιστορήματα του Ρομπέρτο Μπολάνιο αλλά ποτέ διηγήματά του. Αναρωτιόμουν πως θα μου φανεί μια συλλογή από έναν συγγραφέα που είναι πια ανεξίτηλα σημαδεμένος στη συνείδησή μου από τη μεγαλειότητα των δυο ογκόλιθων, αν θα μετριαζόταν στα μάτια μου η εικόνα του ή αντίθετα η αίσθηση πως πρόκειται για έναν από τους συγγραφείς που θα μείνουν στους κλασικούς του αιώνα που έφυγε θα εδραιωθεί. Φαίνεται πως ο αγαπητός Ρομπέρτο τα πήγε καλά.


    Η συλλογή διηγημάτων «Πουτάνες φόνισσες» περιέχει μερικά διαμαντάκια άξια θαυμασμού. Από την άλλη έχει στα σπάργανα αυτή την ύποπτη συνοχή που κάνει τα κατακερματισμένα μυθιστορήματα του Μπολάνιο αριστουργηματικά. Το βασικό της θέμα είναι η ανθρώπινη επαφή, απατηλή κάποτε και φευγαλέα, που δίνει στιγμές μονάχα συντροφικότητας. Οι ήρωες του Μπολάνιο είναι ποιητές, είναι πουτάνες και πόρνοι, μέθυσοι και τρελοί, αλλά κυρίως είναι μόνοι. Αυτή η μοναξιά σπάει για λίγο, για μια χαραμάδα ανθρωπιάς και σκληρότητας κι έπειτα ο καθένας ξαναγυρνά στο κουκούλι του, να γλείψει τις πληγές του, να κυνηγήσει τα όνειρά του, απλά να κουλουριαστεί και να πεθάνει – ανάλογα με τον χαρακτήρα του.

    Η βιβλίο ανοίγει με το εντυπωσιακό «Σίλβα το μάτι», όπου ένας εξόριστος Χιλιανός φωτογράφος κρυφοομοφυλόφιλος καταλήγει στην Ινδία σε ένα πορνείο για αγοράκια. Η συνέχεια της ιστορίας μπορεί να φέρει μονάχα πικρίλα στο στόμα και τη γνωστή αίσθηση της ματαιότητας. Στα «Τελευταία δειλινά Στη Γη», ο νεαρός Β. πηγαίνει εκδρομή στο Ακαπούλκο με τον πατέρα του, όπου αποδεικνύεται η τρύπια σχέση τους, που παραμένει σχέση, όσο ο γιος αναμένει την καταστροφή. Στην «Προεικόνιση του Λάλο Κούρα» ο αφηγητής μας διηγείται τη ζωή της πορνοστάρ μητέρας του, στην «Επιστροφή» ένας νεκρός βγαίνει από το σώμα του για να το δει να μεταφέρεται στο σπίτι ενός γνωστού νεκρόφιλου Γάλλου μόδιστρου, στο «Μπούμπα» τρεις ποδοσφαιριστές βλέπουν την καριέρα τους να απογειώνεται χάρη σε μια τελετουργία, στις «Πουτάνες φόνισσες» ένα αγόρι μαθαίνει δυο-τρια πραγματάκια για τις γυναίκες και τη ζωή όσο μια τρελή το βασανίζει, στα «Γκόμες Παλάσιο»  και «Περιπλανώμενος» έχουμε ένα στιγμιότυπο από μια γνωριμία, που έπειτα χάθηκε στη λήθη.


    Οι άνθρωποι στα διηγήματα του Μπολάνιο είναι χωρίς πατρίδα, σταθερότητα, είναι η Λατινική Αμερική όπως ήταν και παραμένει, ένας αχταρμάς πολιτισμού, που όζει από φαύλους αλλά κι ευωδιάζει από ατομικά κατεστραμμένα αριστουργήματα. Οι εξόριστοί του δεν έχουν οικογένεια, φίλους, έχουν όμως στιγμές μεγαλείου και κατάπτωσης τελείως διαφορετικές από ότι ενός συμβατικά ευτυχισμένου ανθρώπου της Δύσης. Κι εκεί, στην εσχατιά της ανθρωπιάς, φαίνεται στην τελική από τι είναι φτιαγμένος ο καθένας χωριστά, αλλά και συλλογικά όλη η ανθρώπινη φυλή.

"Πουτάνες φόνισσες", Ρομπέρτο Μπολάνιο, μετ. Έφη Γιαννοπούλου, εκδ. Άγρα, 2008, σελ. 313


Υ.Γ. Η έκδοση είναι πολύ προσεγμένη- εκδόσεις Άγρα γαρ- και η μετάφραση εξαιρετική



6/4/13

"Οι άγριοι ντετέκτιβ", Roberto Bolaño





Το να γράφει κανείς δυο μαζεμένα τεράστια αριστουργηματικά μυθιστορήματα τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του, ενώ πριν έγραφε ποιήματα και διηγήματα είναι μια μεγάλη ιστορία. Ο Ρομπέρτο Μπολάνιο τα κατάφερε, μας άφησε να αναρωτιόμαστε τι θα γινόταν αν η μοίρα του είχε χαριστεί για λίγο ακόμα και δεν έφευγε τόσο πρόωρα στα 50 του.

Οι «Άγριοι ντετέκτιβ» είναι ένα τούβλο 700 σελίδων, ένα βιβλίο που δε με κούρασε σε καμία στιγμή κι ας έκανα κοντά δέκα μέρες για να το τελειώσω. Το πρώτο κομμάτι αρχίζει με μια βατή, γραμμική ιστορία. Αφηγητής ο δεκαεπτάχρονος Χουαν Γκαρσία Μαδέρο, ένας εκκολαπτόμενος Μεξικανός ποιητής, που γνωρίζει δυο πολύ ενδιαφέροντες χαρακτήρες, τον Ουλίσες Λίμα και τον Αρτούρο Μπελάνο, εικοσάρηδες ποιητές που θέλουν να χτίσουν το ρεύμα του ενστικτορεαλισμού- με πρωτεργάτρια (;) 50 χρόνια πριν την ποιήτρια Σεσάρεα Τιχανέρο που έγραψε ένα μόνο ποίημα κι έπειτα χάθηκε στην έρημο της Σονόρα- κι έχουν μια πλειάδα χαρακτήρων να κινείται γύρω τους. Μπλέκεται στις ζωές τους, στις παρέες και τους φίλους τους, και τελικά καταλήγει μέσα σε ένα Ιμπόλα κυνηγημένος από ένας νταβατζή στα πέρατα του Μεξικού.

Στο δεύτερο μέρος – που καταλαμβάνει 480 σελίδες και είναι κατ’ εμέ το πιο ενδιαφέρον-  αναλαμβάνουν εν είδη συνεντεύξεων πάνω από 40 αφηγητές να μας πουν την ιστορία τους. Μέσα σε 2-3 σελίδες γνωρίζουμε τον καθένα από αυτούς και σε ποιο σημείο είχαν κάποτε εμπλοκή στη ζωή του Λίμα ή του Μπελάνο, ανάμεσα στο ‘70 και το ‘90. Η εναλλαγή της αφήγησης είναι εντυπωσιακή, το πώς με δυο κουβέντες μπαίνουμε αμέσως στο κλίμα και θυμόμαστε τον κάθε αφηγητή μια πράξη βαθιά λογοτεχνική.

Στις τελευταίες 50 σελίδες αναλαμβάνει πάλι ο Χουαν Γκαρσία Μαδέρο και φτάνουμε σε ένα εκπληκτικό φινάλε που δένει τα πράγματα, τα οδηγεί στην κάθαρση, τη λύση∙ που εξηγεί και δεν εξηγεί τι ήταν ο Λίμα και ο Μπελάνο, τι ήταν ο ενστικτορεαλισμός.

Το βιβλίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αριστούργημα μόνο και μόνο για την αφηγηματική τεχνική που είναι άθλος πως τη φέρνει σε πέρας. Όμως η ιστορία και οι χαρακτήρες είναι εντυπωσιακοί, το ενδιαφέρον δε χάνεται στιγμή, ο αναγνώστης γοητευμένος δε νοιάζεται που η πλοκή δεν προχωρά γραμμικά, τον αφορά η κάθε μικροϊστορία ξεχωριστά. Από τις σπάνιες φορές που σε βιβλίο τέτοιου όγκου δεν έκανα απιστία, το άφησα να με παρασύρει, άλλοτε σε φρενήρη αναγνωστικό ρυθμό, κι άλλοτε σε μια ραχάτικη περιπλάνηση. Είναι ένας βιβλιοφιλικός θρίαμβος, με καταιγιστική παράθεση ονομάτων συγγραφέων και ποιητών (ανάμεσα τους και ο «Όκνος» του Θερνούδα) και παράλληλα μια τρελή- τρελή ιστορία που εκτείνεται από τη δεκαετία του 20 έως το 90.

Λέγεται πως ο Μπολάνιο χρησιμοποίησε πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, ο Αρτούρο Μπελάνο είναι το alter ego του, ο ενστικτορεαλισμός το φανταστικό αδελφάκι του υπορρεαλισμού που ίδρυσε στην πραγματικότητα ο ίδιος ο συγγραφέας με ένα φίλο του. Το σίγουρο είναι πως παίρνουμε γεύση από όλη την λατινοαμερικάνικη κουλτούρα, και μαθαίνουμε για τον τρόπο που γεννιέται και πεθαίνει ένα λογοτεχνικό κίνημα. Και ταυτόχρονα η ανθρώπινη πλευρά μας μιλά για την αδυναμία, τον έρωτα, το σεξ, το θάνατο, για την κάθε στιγμή που ο κάθε αφηγητής την βίωσε διαφορετικά. Δεν ξέρω αν ένα τέτοιο βιβλίο ταιριάζει σε όλους, αν ήταν στο χέρι μου πάντως θα στοιχημάτιζα πως ο αιώνας που μόλις αρχινά θα αναγνωρίσει προς το τέλος του στο πρόσωπο του Μπολάνιο έναν κλασικό.


  «Οι Άγριοι Ντετέκτιβ», Ρομπέρτο Μπολάνιο, μετ. Κώστα Αθανασίου, εκδ. Καστανιώτη, 2009, σελ.707


Υ.Γ. Μου άρεσε περισσότερο από το 2666, εδώ υπάρχει ένα αίσθημα λύσης στο τέλος.
Υ.Γ.2 Το αγόρασα πριν κάποιο καιρό- νομίζω στο παζάρι του οίκου- 7 ευρώ.
Υ.Γ. 42 Όποιος ξαναπεί πως γράφω μικρά ποστ, να πέσει φωτιά να τον κάψει.



9/4/12

"2666", Roberto Bolaño- μέρος 5ο- τέλος




Και τώρα που τελείωσε τί; Νιώθω πως έχω πει πολλά αλλά επί της ουσίας δεν είπα τίποτα για το «2666». Είναι σίγουρα ένα «μεγάλο» βιβλίο, το πόσο μεγάλο θα εξαρτηθεί από την επιθυμία μου να το ξαναδιαβάσω τα επόμενα χρόνια, δεν ξέρω ακόμα αν θα το λαχταρήσω, ξέρω όμως πως αυτές οι σελίδες διαβάστηκαν με αφόρητη ευκολία κι αυτό δεν είναι εύκολο επίτευγμα.

            Στο πέμπτο και τελευταίο μέρος του βιβλίο ακολουθούμε τον Μπένο φον Αρτσιμπόλντι  από νεαρό στην Πρωσία, στη ζωή του ως στρατιώτη στον 2ο Παγκόσμιο, στην απόφαση του να γράψει. Εξαιρετική στιγμή του, αυτή που ένας άλλος από τους "εξαφανισμένους συγγραφείς" τον πάει σε ένα καταφύγιο για "εξαφανισμένους συγγραφείς"-δεν παίρνει πολύ στον Αρτχιμπόλντι να καταλάβει πως είναι σε ένα τρελάδικο. Στις τελευταίες σελίδες μαθαίνουμε και τί τον συνδέει με την Σάντα Τερέσα, αν και ως τότε έχει πάψει μια τέτοια αποκάλυψη να είναι σημαντική, έχει χαθεί στην δυνατότητα του Μπολάνιο να λέει μια ιστορία δίχως ποτέ να την κλιμακώνει. 

            Δεν θα μπω στη διαμάχη για το αν το βιβλίο είναι ημιτελές ή όχι, για μένα έχει το τέλος που του αξίζει και δεν θα ήθελα τίποτε περισσότερο ή λιγότερο. Πιθανώς να χρειαζόταν στα τελευταία κεφάλαια ένα ακόμα χτένισμα, ή ίσως να τυπωνόταν έτσι ακριβώς κι ας μην είχε πεθάνει ο συγγραφέας πριν εκδοθεί. Θα μείνω στην αίσθηση που μου άφησε, κι αυτή είναι της πληρότητας και της ολοκλήρωσης, ένα ταξίδι από ήρωα σε ήρωα που έχει έναν κεντρικό άξονα, μια «κρυφή σταθερά» για να κρατηθείς. Οι χαρακτήρες του Μπολάνιο είναι αναλώσιμοι, θνητοί ακόμα κι ως λογοτεχνικοί ήρωες, αλλά δεν είναι  βαρετοί. Κι αυτή η βουτιά από ιστορία σε ιστορία γίνεται με μαστοριά, σε αφήνει να αναρωτιέσαι τί απέγιναν οι προηγούμενοι, χωρίς αυτό να είναι εκνευριστικό. Ούτε η βία, τα πτώματα, ο θάνατος είναι ενοχλητικοί -είναι μια πραγματικότητα, μια θηριωδία που συμβαίνει παντού γύρω μας και σε όλα τα κεφάλαια, μα είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής και του μυθιστορήματος. Κι αυτό είναι η ουσία όλου του πράγματος.

            Για μένα ο καλός συγγραφέας κρύβεται στην απλότητα, στη  μια στιγμή που θα καθορίσει όλες τις άλλες. Και μάλλον δεν θα αποτελέσει έκπληξη σε αυτούς που το έχουν διαβάσει, πως αξίζουν 1166 σελίδες για ένα βιβλίο απλωμένο στο σκοινί της μπουγάδας, που αντιστέκεται στην φυσική καταστροφή. Για πόσο;


"2666" , Roberto Bolaño, μετ. Κρίτων Ηλιόπουλος, εκδ.Άγρα, 2011, σελ.1166



2/4/12

"2666", Roberto Bolaño- μέρος 4ο



           Το κεφάλαιο των φόνων θα μπορούσε να έχει αποδειχτεί και βαρετό, περίπου ανά μια σελίδα περιγράφεται και ένα διαφορετικό έγκλημα, η νεκρή, τα χαρακτηριστικά της, λίγα λόγια για τη ζωή της, αν αναγνωριστεί κι έπειτα κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο έγκλημα, ώσπου η περιγραφή καταντά κοινότυπη, συνηθίζεις στην ιδέα, δεν το σκέφτεσαι καν πως στην επόμενη σελίδα θα διαβάσεις τις λεπτομέρειες για άλλο ένα πτώμα. Ο ρυθμός σε υποβάλλει να πάθεις αυτό που έπαθαν και οι κάτοικοι της Σάντα Τερέσα, στην αρχή αγνόησαν κι έπειτα συνήθισαν τους φόνους.
           Αφηγηματικά το «2666» είναι από τα πιο στιβαρά βιβλία που έχω διαβάσει, τολμά να αλλάζει ανά κεφάλαιο κέντρο βάρους και σε αυτό το μέρος, τολμά επί 400 σελίδες να μας αφηγείται απανωτές σκηνές ανακάλυψης πτωμάτων. Κι όλα αυτά χωρίς στιγμή να μπει στα σκοτεινά μονοπάτια του μοντερνισμού, δηλαδή σε κάθε σελίδα καταλαβαίνεις απολύτως ποιός μιλάει, τί λέει και γιατί.
          Το πείραμα να διαμορφώνω άποψη ανά κεφάλαιο έχει αρχίσει να μου αρέσει. Διαβάζοντας τις αναρτήσεις μου για τα προηγούμενα μέρη διαπιστώνω πως σε πολλά δεν είχα καταλάβει τίποτα κι όμως νόμιζα πως είχα καταλάβει τα πάντα. Στην πορεία της ανάγνωσης συχνά ξεχνάς τί συνέβαινε στο μυαλό σου (και όχι στο βιβλίο) διακόσιες σελίδες πριν. Αυτό είναι ένα βιβλίο που με τον όγκο του ενδείκνυται για τέτοιους πειραματισμούς, μοιάζει λιγάκι με τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος, στην αρχή νομίζεις ό,τι τα ξέρεις όλα αλλά δεν ξέρεις τίποτα κι όσο προχωρούν οι σελίδες ξέρεις πολλά και λες λιγότερα. Κι είμαι σίγουρη πως η τελική μου άποψη θα διαφέρει σημαντικά από τις επιμέρους.


Υ.Γ. Εγώ εν αντιθέσει με τις φωνές που λένε πως αν δεν στηριζόταν το βιβλίο σε αυτό του το κομμάτι σε πραγματικά γεγονότα, δεν θα πίστευα πως μπορεί να υπάρξει τέτοιος στρουθοκαμηλισμός, θα το πίστευα κι ας ήταν ατόφια μυθοπλασία. Στην Ελλάδα, και στην λατινική Αμερική μάλλον, το αγαπημένο χόμπι των αρχών είναι να κρύβουν όλες τις βρωμιές κάτω από το χαλί, όπως όπως. Και κανείς δεν νοιάζεται.

"2666" , Roberto Bolaño, μετ. Κρίτων Ηλιόπουλος, εκδ.Άγρα, 2011, σελ.1166

27/3/12

"2666", Roberto Bolano - μέρος 3o


Ο Φέητ, ο μαύρος Αμερικανός ρεπόρτερ που καταφτάνει στη Σάντα Τερέσα για να καλύψει έναν αγώνα μποξ, ενώ δεν είναι αθλητικός ανταποκριτής, είναι ένας πολύ πιο ενδιαφέρον λογοτεχνικός ήρωας από τον στατικό Αμαλφιτάνο. Ο Φέητ φτάνει στην πόλη χωρίς να έχει ακούσει τίποτα για τους φόνους γυναικών που συμβαίνουν πολλά χρόνια και μπορεί να ξεπερνούν τους διακόσιους. Όμως στην πορεία του μέσα στο σινάφι των άλλων συντακτών που μαζεύτηκαν εκεί για τον αγώνα, ακούει και μαθαίνει, ενδιαφέρεται, τελικά καταλήγει με τους Μεξικανούς κι όχι με τους Αμερικάνους συναδέλφους του, γνωρίζει ένα σωρό ανθρώπους και μια πολύ όμορφη νεαρή, την Ρόζα Αμαλφιτάνο. Ίσως όπως υποδηλώνει και το όνομά του να αποτελέσει το πεπρωμένο της.

Τέσσερεις σταθερές διατρέχουν τα τρία μέρη του βιβλίου, η πόλη, οι φόνοι, το κρεμασμένο βιβλίο, οι Αμαλφιτάνο. Κατά τα άλλα η ανάγνωση πεντακόσιες σελίδες μετά συνεχίζεται κι έχει αρχίσει να αχνοφαίνεται προς τα πού πηγαίνει το πράγμα, πως όλο αυτό θα φτάσει στο total μυθιστόρημα που υπόσχονται οι κριτικές. Μέχρι και μια ιδέα για το τί σημαίνει ο τίτλος έχω.


"2666" , Roberto Bolaño, μετ. Κρίτων Ηλιόπουλος, εκδ.Άγρα, 2011, σελ.1166


23/3/12

"2666", Roberto Bolano - μέρος 2ο




Μετά λύπης μου πρέπει να σας ενημερώσω πως είχε δίκιο ο εκδότης, το δεύτερο μέρος δεν στέκεται με τίποτα ως αυτόνομο κείμενο που θα μπορούσε να αποτελέσει βιβλίο. Περιμένω με αγωνία τη σύνδεσή του με τα επόμενα, γιατί η χαλαρή σχέση του με τα προηγούμενα είναι κάπως απογοητευτική.

Στο πρώτο μέρος οι καθηγητές στην αναζήτησή τους για τον Αρτσιμπόλντι φτάνουν ως το Μεξικό όπου ένας καθεστωτικός συγγραφέας ισχυρίζεται πως τον είδε. Στην έρευνα τους βοηθά ένας μεταφραστής του Αρτσιμπόλντι που βρίσκεται στην μικρή πόλη Σάντα Τερέσα ως καθηγητής, ο Αμαλφιτάνο. Σε αυτό το δεύτερο μέρος λοιπόν ακολουθούμε την ιστορία ζωής του Αμαλφιτάνο και της κόρης του, κάθε κουβέντα για τον Αρτσιμπόλντι παύει, οι καθηγητές- ήρωες του πρώτου μέρους δεν υπάρχουν ούτε ως νύξη. Αυτό είναι το καλό κομμάτι γιατί εξάπτει την περιέργεια για το τί θα γίνει παρακάτω. Ο ίδιος ο Αμαλφιτάνο όμως μου φαίνεται κάπως αδύναμος σαν λογοτεχνικός ήρωας που θα κρατήσει πάνω του την πλοκή ολόκληρου βιβλίου-κεφαλαίου και για αυτό σαν να πλατειάζει το κείμενο εδώ, γίνεται απλά μια βιβλιοφιλική αναφορά.

Σε γενικές γραμμές το μυθιστόρημα δεν είναι καθόλου κουραστικό, το αντίθετο μάλιστα, έχει μια τάση να ρέει η γραφή τόσο που δεν καταλαβαίνεις πως πέρασαν τόσες σελίδες κι ας είναι ο λόγος μεστός, γεμάτος αναφορές και κρυμμένα μονοπάτια και κομμάτια που σε κάνουν να το αφήνεις για λίγο στην άκρη για να σκεφτείς. Κι επειδή υπάρχει ακόμα δρόμος για την ανάγνωσή μου ελπίζω έτσι να συνεχίσει.

"2666" , Roberto Bolaño, μετ. Κρίτων Ηλιόπουλος, εκδ.Άγρα, 2011, σελ.1166



  

21/3/12

"2666", Roberto Bolano - μέρος 1ο

         


          Ξεκίνησα το «2666» δίχως προσδοκίες, δεν έχω διαβάσει καμία κριτική πουθενά για το βιβλίο, απέφυγα συνειδητά την όποια συζήτηση, στην αρχή του έτους δεν ήθελα καν να το διαβάσω. Τώρα, που έχω τελειώσει το πρώτο από τα πέντε μέρη, νιώθω γοητευμένη. Ο Μπολάνιο είναι από τους Λατινοαμερικάνους που γράφουν δίχως φανφάρες, ξέρουν όμως να πουν μια καλή ιστορία. 

         Ήρωες σε αυτό το μέρος είναι τέσσερις καθηγητές Γερμανικής φιλολογίας, ένας Ιταλός, ένας Γάλλος, ένας Ισπανός κι μια Αγγλίδα που λατρεύουν έναν παραγνωρισμένο συγγραφέα, τον Μπένο φον Αρτσιμπόλντι, που κανένας δεν έχει δει εδώ και χρόνια. Γνωρίζονται σε ένα συνέδριο κι έκτοτε συναντώνται σε διάφορες διαλέξεις για το είδωλό τους, προσπαθούν να τον βρουν, αυτόν ή έστω ένα ίχνος του, και στην πορεία οι ζωές τους μπλέκουν σεξουαλικά και ερωτικά ως εκεί που δεν παίρνει. 

         Η ιστορία τους είναι συναρπαστική, οι χαρακτήρες συνεχώς ελίσσονται, αν και το τέλος είναι κάπως αναμενόμενο. Περιμένω με αγωνία να δω πως θα μπλεχτεί με τα υπόλοιπα κεφάλαια του βιβλίου ο μύθος. Στην εισαγωγή του βιβλίου μαθαίνουμε πως ο ίδιος ο Μπολάνιο ήθελε να το εκδώσει σαν πέντε διαφορετικά βιβλία, συνέχεια το ένα του άλλου, όμως ο εκδότης του αποφάσισε μετά το θάνατό του να το βγάλει ολόκληρο. Θα δείξει αν αυτή ήταν μια σοφή επιλογή.

"2666" , Roberto Bolaño, μετ. Κρίτων Ηλιόπουλος, εκδ.Άγρα, 2011, σελ.1166



28/3/10

Μακρινό Αστέρι

Το γιατί με ελκύουν τόσο πολύ οι Λατινοαμερικάνοι συγγραφείς δεν το έχω ακόμα πλήρως αποκρυπτογραφήσει. Όχι, η ψυχοσύνθεσή μας δεν είναι κοντινή ως λαών, το περιβάλλον δεν θυμίζει σε τίποτα Ελλάδα κι όμως ταυτίζομαι. Σχεδόν μαγικά δεν μου έχει τύχει ακόμα να απογοητευτώ. Έτσι και το «Μακρινό Αστέρι» του Ρομπέρτο Μπολάνιο έχει την αύρα που με γοητεύει.

Η ιστορία ξεκινά στη Χιλή σε μια λέσχη εκκολαπτόμενων συγγραφέων. Εκεί ένα αινιγματικό πρόσωπο που δεν ταιριάζει ακριβώς στην ομήγυρη γοητεύει τις γυναίκες. Έπειτα τις κατασφαγιάζει. Ο αφηγητής που ανήκει στην παρέα των ποιητών ακολουθεί την πορεία του δολοφόνου, τον αναγνωρίζει στο πρόσωπο του πιλότου-ποιητή της χιλιάνικης Αεροπορίας που αγαπά να γράφει με τον καπνό του αεροπλάνου του στίχους από τη Βίβλο στον ουρανό, αργότερα τον παρακολουθεί στην Ευρώπη μέσα από τα ψευδώνυμά του, τον αναγνωρίζει σε δεκάδες ετερώνυμους σε φτηνά περιοδικά και τελικά τον βρίσκει.

Η Χιλή της εποχής του Αλιέντε και του Πινοσέτ, το Παρίσι αργότερα, είναι το φόντο του μυθιστορήματος και το ουσιαστικό θέμα η διαπλοκή του κόσμου των ποιητών με το έγκλημα, τη βία, την πολιτική, την πραγματικότητα.