13/5/21

"Η Ζέλντα έφυγε", Φωτεινή Ναούμ

 



Η Φωτεινή Ναούμ είναι από τους συγγραφείς της γενιάς μου που γράφει πολύ, σχεδόν ασταμάτητα. Επτά ήδη βιβλία στο ενεργητικό της. Ξεκίνησα να τη διαβάζω από τον Διαχειριστή το 2012 κι έπειτα την ξαναβρήκα με την Υγρη πόλη το 2017, και τώρα με τη Ζέλντα. Κάθε της βιβλίο είναι διαφορετικό, αλλά οι εμμονές παραμένουν οι ίδιες: οι ανθρώπινες σχέσεις, πώς πρέπει να ζούμε τη ζωή μας, ελεύθεροι από συμβάσεις ή οδηγούμενοι από τη λογική, τη ρουτίνα και τη συνήθεια;


Δυο πρωταγωνιστές σε αυτό το βιβλίο, κι ας μιλάει ο τίτλος μόνο για τη Ζέλντα. Αυτή, μια γυναίκα υπερβατική, που ξέρει να γοητεύει κι έπειτα να φεύγει και να αφήνει τους άντρες λειψούς, να την περιμένουν, ονειρεύεται να γίνει μια μέρα πρωταγωνίστρια ενός μυθιστορήματος. Κι αυτός, ο Ανδρέας Μεντάς, γνωστός συγγραφέας, αναλαμβάνει να γράψει την ιστορία της. Γνωρίζει σταδιακά τους άντρες που σημάδεψε η παρουσία της Ζέλντας, χωρίς να κρύβει από κάποια στιγμή και μετά, πως ανήκει σε αυτούς. Κι αυτός τη θέλει πίσω, κι αυτός την αποζητά.


Η Ζέλντα είναι εκτός του κόσμου τούτου. Μοιάζει με άλλες τέτοιες larger than life ηρωίδες, σε πάρα πολλές στιγμές μου θύμισε την Ζένια στην Κλέφτρα Κίσσα της Άτγουντ. Η Ζέλντα κάνει την κάθε στιγμή σημαντική, ζει εκτός από τις συμβάσεις, μεγάλωσε εκτός οικογένειας, και για αυτό δεν αντέχει εντός. Όλο φεύγει, μόλις κάτι γίνεται ρουτίνα, μόλις χαθεί η μαγεία. Ο Μεντάς την ακολουθεί, δυσκολεύεται να γράψει, χώνεται μέσα στην ιστορία της, τα παρατάει, ξαναπροσπαθεί, σμπαραλιάζει τη ζωή του. Αυτός θα θελε να είναι εκτός, αλλά είναι εντός του κόσμου.


Το βιβλίο μιλάει για το ποιοι είμαστε, τι είναι ζωή και τι είναι ελευθερία. Για τους συγγραφείς έχει μεγάλο ενδιαφέρον γιατί ακολουθούμε τον Μεντά στην πορεία της συγγραφής του μυθιστορήματος, αναγνωρίζουμε λίγο από τον εαυτό μας. Δεν μπορώ να πω πως βρίσκω κομμάτια δικά μου στη Ζέλντα. Είναι σαν να είμαι το άκρο αντίθετό της, εγώ όπου βρω ασφάλεια κουρνιάζω, εκείνη δεν αντέχει. 

Το μυθιστόρημα της Φωτεινής Ναούμ είναι εξαιρετικά ευκολοδιάβαστο, σε βάζει εκείνο σε αναγνωστικό ρυθμό. Ίσως περισσεύουν κάποιοι διάλογοι, θα μπορούσαν να είναι πιο μαζεμένη και σφιχτή η πλοκή όσο πλησιάζουμε προς το τέλος. Όμως αυτά τα λέει κανείς εκ των υστέρων, καταλαβαίνω πως η συγγραφέας αγάπησε την ηρωίδα της βαθιά, ενώ κατά βάθος η ίδια είναι ο Μεντάς. Κι όταν οι ήρωες σου γίνονται ένα με σένα, είναι κάπως δύσκολο να τους συμμαζέψεις.



                                          Κατερίνα Μαλακατέ 




"Η Ζέλντα έφυγε", Φωτεινή Ναούμ, εκδ. Bell, 2021, σ. 414

5/5/21

«Δυσφορεί η νύχτα» , Marieke Lucas Rijneveld

 



Έπιασα στα χέρια μου με μεγάλη ανυπομονησία το «Δυσφορεί η νύχτα» της/του Μαριέκε Λούκας Ρίνεβελντ. Ο/η συγγραφέας είναι μόλις είκοσι εννέα χρονών, αυτό είναι το πρώτο του/της βιβλίο και είναι το πρώτο μη-δυαδικό άτομο που πήρε το Booker.

Η ιστορία ξεκινά τραγικά, η Τζάκετ, ένα δεκάχρονο κορίτσι εύχεται να μην σκοτώσουν το κουνέλι της για το γιορτινό τραπέζι των Χριστουγέννων, αλλά αντίθετα να πεθάνει ο αδελφός της, που δεν την πήρε μαζί του για πατινάζ λέγοντας της πως είναι πολύ μικρή. Και το αδιανόητο συμβαίνει, ο αδελφός της γλιστρά σε μια τρύπα στον πάγο και πνίγεται. Το κουνέλι παραμένει μια χαρά.

Παρακολουθούμε την οικογένεια να βυθίζεται έπειτα από αυτό, η Τζάκετ και τα δυο της εναπομείναντα αδέλφια προσπαθούν κάπως να ισορροπήσουν με δυο γονείς που γίνονται ολοένα και πιο ανισόρροποι. Και το πένθος, αυτό το αβίωτο, ανείπωτο πένθος γίνεται πληγή. Κι ο ένας πληγώνει συνεχώς τον άλλο. Και η ενοχή είναι τεράστια, και δεν μπορεί να τη μοιραστεί με κανέναν. Και δεν βγάζει με κανέναν τρόπο το μπουφάν της. Ως το τέλος.

Πρόκειται για ένα αφόρητο βιβλίο, η δυσφορία του τίτλου είναι απίστευτα ειλικρινής. Υπήρχαν στιγμές που το έβλεπα στο κομοδίνο μου και δεν ήθελα με τίποτα να το συνεχίσω. Από αυτή την πλευρά είναι ένα μυθιστόρημα πλήρως επιτυχημένο. Από την άλλη, τίποτα δεν γίνεται, τίποτα δεν προχωρά την ιστορία, ούτε αυτοί προχωρούν, μόνο βουλιάζουν από τη μια δυστυχία στην άλλη. Τα πάντα θυσιάζονται στον βωμό της αγάπης. Μιας αγάπης χριστιανικής, κλειστοφοβικής κι εξαιρετικά πιεστικής, που δεν μπορείς με τίποτα να την αντικρούσεις. Ο/η συγγραφέας ήθελε να μιλήσει για την κακοποίηση και τον πόνο. Και τα κατάφερε εξαιρετικά καλά. Αλλά ταυτόχρονα φαίνεται σαν να μην μπορεί να αρθεί από αυτή τη μιζέρια, χάνεται στο βάθος της δυστυχίας. Και το γεγονός πως πρωταγωνιστές είναι παιδιά το κάνει ακόμα πιο δύσκολο.

Δεν είμαι σίγουρη πως μου ταίριαξε αναγνωστικά το «Δυσφορεί η νύχτα». Με κάποιον τρόπο το βιβλίο τώρα που το έχω τελειώσει συνεχίζει να με απωθεί. Δεν είμαι όμως και σίγουρη πως μια τέτοια ιστορία θα μπορούσε να ειπωθεί αλλιώς. Γιατί ο τρόμος, αυτός ο τρόμος που σου τρώει τα σωθικά για το τι θα συμβεί στην επόμενη σκηνή κακοποίησης, συναισθηματικής και σωματικής, είναι πολύ δύσκολο να εκφραστεί αλλιώς.


                                      Κατερίνα Μαλακατέ



«Δυσφορεί η νύχτα» , Marieke Lucas Rijneveld, μετ. Άγγελος Αγγελίδης, Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Ίκαρος, 2021, σ.332 

26/4/21

"Η Λόττε στη Βαϊμάρη", Thomas Mann








Όταν παίρνει κανείς την απόφαση να διαβάσει κάποιο από τα βιβλία του Τόμας Μαν, ξέρει πως πρόκειται να πέσει στα βαριά και στα βαθιά της λογοτεχνίας και πως υπάρχει μια κάποια πιθανότητα –για τα πιο μεγάλα του ιδίως—να μην καταφέρει να ολοκληρώσει την ανάγνωση. Δεν είχα λοιπόν ψευδαισθήσεις παίρνοντας στα χέρια μου την Λόττε στη Βαϊμάρη, δεν την επέλεξα για το ομολογουμένως εκπληκτικό εξώφυλλο της νέας έκδοσης (παραμένει στην παλιά μετάφραση του Θ.Παρασκευόπουλου, με το παλιό επίμετρο του Κ. Ψυχοπαίδη), ούτε για το πολύ αβανταδόρικο θέμα: η Λόττε του Βέρθερου ξαναγυρνά σε μεγάλη ηλικία στη Βαϊμάρη για να συναντήσει τον Γκαίτε. Το επέλεξα γιατί ήταν το βιβλίο του Τόμας Μαν που μου έλειπε, αυτό που δεν είχα ποτέ διαβάσει, κι ήταν καιρό εξαντλημένο.

Όμως και με τι ιστορία αναλαμβάνει να αναμετρηθεί εδώ ο Μαν ε; Η Λόττε, η ηρωίδα ενός αρχετυπικού μυθιστορήματος, η νεαρή γυναίκα που προκάλεσε στον ίδιο τον Γκαίτε τέτοιο πάθος, για να γράψει Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου, ένα βιβλίο ξεσηκωτικό και για τα ήθη της εποχής επαναστατικό, που όρισε σχεδόν το λογοτεχνικό ρεύμα του Ρομαντισμού, ξαναγυρνά στον Γκαίτε. Είναι πια μεγάλη, κι έχει ζήσει τη ζωή της ως κυρία Μυστικοσυμβούλου Κέστνερ, και δεν βλέπει με τον τρόπο που βλέπουμε εμείς τον Γκαίτε. Τον έχει αποκαθηλώσει. Το ίδιο και τα πρόσωπα που συζητάνε μαζί της για αυτόν –μόλις μαθαίνουν πω βρίσκεται στη Βαϊμάρη ένα σωρό θαυμαστές της θέλουν να μιλήσουν μαζί της. Έτσι ο αναγνώστης αποκτά μια εικόνα του Γκαίτε μέσα από αλλεπάλληλες διηγήσεις, και μόνο στο τέλος, αφήνει ο Μαν τον ίδιο τον ποιητή να μιλήσει για τον εαυτό του.


Ο Μαν επιχειρεί μια σαφή κριτική στο ιερό τέρας του Sturm and Drang των γερμανικών γραμμάτων, γράφει μια άτυπη βιογραφία, για τους έρωτές του, το παιδί του, το πώς συμπεριφερόταν στους άλλους. Μιλά για τον ποιητή -που θεωρεί πως είναι διαφορετικός από τους άλλους ανθρώπους επειδή είναι ποιητής (όπως κάθε ρομαντικός που σέβεται τον εαυτό του)- και με έναν τρόπο, ενώ τον λατρεύει, τον κατεβάζει στα μέτρα μας, τον φέρνει στα ανθρώπινα. Ο Γκαίτε είχε τόσες φορές απαρνηθεί τον Βέρθερο, αυτό το νεανικό έργο που τον όρισε και τον έκανε διάσημο. Τα πρόσωπα γύρω από τον ποιητή μιλούν για τις θυσίες που πρέπει να γίνουν στον βωμό της ιδιοφυίας, και από τον ίδιο, και από τους οικείους του. Η Λόττε πότε απολαμβάνει, και πότε σιχαίνεται τη δημοσιότητα στην οποία την καταδίκασε το μυθιστορηματικό της άλτερ ίγκο.

Δεν είναι εύκολο βιβλίο η Λόττε, ίσως μάλιστα να είναι από τα πιο στριφνά του Τόμας Μαν, χωρίς να φτάνει βέβαια την ιδιοτροπία του Δρ. Φάουστους ούτε τα δυσθεώρητα ύψη του Μαγικού βουνού. Είναι ένα βιβλίο- άσκηση συγκέντρωσης, οι διάλογοι μακραίνουν, αν δεν είσαι εκεί εκατό τα εκατό μπορεί να χάσεις τη συνοχή της σκέψης. Ο Μαν έγραψε τη Λόττε από το 1933 ως το 1939, αυτοεξόριστος ήδη από τη Γερμανία κι έχοντας ήδη χάσει την υπηκοότητα από το καθεστώς. «Η Γερμανία είμαι εγώ!» βάζει τον Γκαίτε να λέει, αλλά μάλλον θέλει να το πει εκείνος. Γιατί αυτά που λέει ο Γκαίτε στον μονόλογο του τρίτου μέρους, μπορούν να έχουν πολλαπλούς αποδέκτες.

Αν απόλαυσα τη Λόττε; Εν αντιθέσει με τον Βέρθερο που μπορώ να τον ξαναδιαβάζω για πάντα, δεν θα ξαναδιάβαζα το βιβλίο του Μαν. Αν είμαι χαρούμενη που το διάβασα; Πολύ. Πρόκειται για μυθιστόρημα που δεν το ξεχνάς, όσα κι αν τράβηξες για να το τελειώσεις. O Τόμας Μαν εξάλλου, πάντα απαιτεί από τον αναγνώστη, δεν προσφέρει καμία ευκολία και δεν κάνει εκπτώσεις.




                              Κατερίνα Μαλακατέ


"Η Λόττε στη Βαϊμάρη", Thomas Mann, μετ. Θεόδωρος Παρασκευόπουλος, εκδ. Πατάκη, 2020. σ.544

21/4/21

"Περί φυσικής της μελαγχολίας", Georgi Gospodinov

 



Αλλά οι ιστορίες πάντα τελειώνουν με τον έναν απ' τους δυο τρόπους - είτε μ'ένα παιδί είτε με έναν θάνατο.


Είναι η δεύτερη φορά που μπήκα στον λαβυρινθώδη κόσμο του «Περί φυσικής της μελαγχολίας» του Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ, κι αυτή η δεύτερη ανάγνωση έφερε στην επιφάνεια ακόμα σημαντικότερα κομμάτια του βιβλίου, και εδραίωσε την πεποίθησή μου πως πρόκειται για ένα από τα σημαντικά σύγχρονα (μετα)μεταμοντέρνα μυθιστορήματα.

Κεντρικός ήρωας ο ίδιος ο συγγραφέας, ή για να ακριβολογούμε, ο αφηγητής του. Ο αφηγητής πάσχει από μια σπάνια ασθένεια ενσυναίσθησης, μπορεί να μπει στη μνήμη του άλλου και να γίνει ο άλλος, όσο του αφηγούνται μια ιστορία. Έτσι γίνεται ο τρίχρονος παππούς του, όσο τον παρατάνε σε έναν μύλο, ή ο ίδιος ο Μινώταυρος. Μεγαλώνοντας, ο αφηγητής χάνει τη δυνατότητα αυτή κι αναγκάζεται να «αγοράσει» ιστορίες.

Πρόκειται για ένα βιβλίο αποσπασματικό, μέσα από τα θραύσματα δημιουργεί πρίσματα φωτός κι αλήθειας. Το «Περί φυσικής της μελαγχολίας» είναι γραμμένο πολύ φυσικά, όπως σχεδόν σκεφτόμαστε, περνώντας από το ένα θέμα και από την μία ιστορία στην άλλη, για να χτίσει μια πραγματικότητα που είναι και δεν είναι πραγματική, την πραγματικότητα του καθενός μας. Ο Γκοσποντίνοφ λέει πως έναυσμα για να γράψει το βιβλίο ήταν ένα άρθρο του Economist που έλεγε λίγο πολύ πως η σύγχρονη Βουλγαρία είναι σαν να μην υπάρχει. Έτσι μάζεψε τα κομμάτιά του, και τα κομμάτια της χώρας του, ασχολήθηκε με τη μνήμη, την προσωπική και τη συλλογική, μίλησε για την αλλαγή που έφερε στην χώρα η δυτικοποίηση, αλλά και για τον πόλεμο. Για το πώς είναι να είσαι ένα μικρό αγόρι, παντού. Έκανε το προσωπικό, κοινωνικό, και το κοινωνικό προσωπικό, για να περιγράψει τη ζωή μας.

Πουθενά σε όλη την καταγεγραμμένη αρχαιότητα δεν έχει διαφυλάξει κανείς τη φωνή του Μινώταυρου. Ο ίδιος δεν μιλάει, άλλοι μιλάνε για αυτόν. Εκεί που όλα, έμψυχα και άψυχα, δεν σωπαίνουν ποτέ, εκεί που βοούν παντού οι φωνές των θεών και των θνητών, των ορεσίβιων νυμφών και των ηρώων, των πονηρών Οδυσσέων και των αφελών Κυκλώπων, εκεί που ακόμα και οι περιφρονημένοι Κένταυροι έχουν το δικαίωμα στον λόγο, μόνο ένας σιωπά - ο Μινώταυρος.[] Γιατί να μην αξίζει κι αυτός τον ηρωικό ρυθμό του εξάμετρου. 

Κεντρικό ρόλο σε όλα αυτά παίζει ο μύθος του Μινώταυρου, του μικρού αγοριού που διαφέρει και το στέλνουν στα έγκατα της γης, μέσα σε έναν λαβύρινθο να τα βγάλει πέρα μόνος. Κανείς δεν του δίνει φωνή, καμία ιστορία δεν θα ειπωθεί από την πλευρά του. Σημασία έχουν ο Θησέας και ο λαβύρινθος. Ο λαβύρινθος του Γκοσποντίνοφ όμως είναι ξεκάθαρα μπορχικός --Μπόρχες και Πεσσόα ξεχωρίζουν και στο μότο του βιβλίου εξάλλου, καθώς και ο φανταστικός Γκαουστίν, στα πρότυπά τους. Ο Μινώταυρος αποκτά φωνή για πρώτη φορά στην Ιστορία μέσα από αυτό το μυθιστόρημα.

Δεν είμαι από τους αναγνώστες που αγαπούν πολύ την αποσπασματικότητα, ούτε τις ομφαλοσκοπήσεις. Όμως ο Γκοσποντόνοφ το κάνει τόσο καλά, τόσο αβίαστα, που δεν μπορείς παρά να του αναγνωρίσεις ένα τεράστιο αφηγηματικό ταλέντο, τέτοιο που σπάνια συναντά κανείς στις μέρες μας πια. Ομολογώ πως δεν έχω μεγάλη σχέση με τη νεότερη βουλγάρικη λογοτεχνία, αν εξαιρέσει κανείς τον Πένκοφ, που όμως γράφει στα αγγλικά, δεν έχω διαβάσει τίποτε άλλο. Νομίζω όμως πως ήρθε η ώρα για περισσότερες μεταφράσεις από τα βουλγάρικα, και περισσότερες αναγνώσεις.


                         Κατερίνα Μαλακατέ




"Περί φυσικής της μελαγχολίας", Georgi Gospodinov, μετ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδ. Ίκαρος, 2018, σ. 336 









ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΟΣ ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ

Μετά από όλες τις αποδείξεις πως η ιστορία των τελευταίων τεσσάρων εκατομμυρίων χρόνων έχει εγγραφεί στο DNA των ζώντων οργανισμών, η ρήση πως η Οικουμένη είναι μια βιβλιοθήκη δεν συνιστά πια μεταφορά από καιρό τώρα. Τώρα μας χρειάζεται μια νέα εγγραματοσύνη. Μας περιμένει πολύ διάβασμα. Όταν ο κύριος Χόρχε είπε πως φαντάζεται τον παράδεισο ως μια βιβλιοθήκη χωρίς αρχή και τέλος, κατά πάσα πιθανότητα, χωρίς να το φαντάζεται, εννοούσε τα ατελείωτα ράφια του δεσοξυριβονουκλεικού οξέος. Είμαι βιβλία.



12/4/21

"Λύκος ανάμεσα σε λύκους", Hans Fallada


 



Ο Φάλαντα είχε για χρόνια περιπέσει στην αφάνεια εκτός Γερμανίας, κι λόγος δεν ήταν λογοτεχνικός ούτε όμως ήταν και αμελητέος. Το «Λύκος ανάμεσα στους λύκους» ήταν ένα βιβλίο που λάτρεψε ο Γκαίμπελς, ο Φάλαντα δεν έφυγε ποτέ από τη ναζιστική Γερμανία σε αντίθεση με τους περισσότερους Γερμανούς ομότεχνούς του, έγραψε μάλιστα ένα μυθιστόρημα που το "διόρθωσε προς το ναζιστικότερο" κατ' εντολήν του καθεστώτος, τον "Ατσάλινο Γκούσταφ" κι έβαλε τον μεγαλύτερο γιο του στη ναζιστική νεολαία. Πάντως, το 1944 μετά από έναν θυελλώδη καυγά με τη γυναίκα του, το καθεστώς τον έκλεισε σε ψυχιατρείο (δεν ήταν ούτε η πρώτη, ούτε η τελευταία φορά του που βρέθηκε σε τέτοιο ίδρυμα), κι από εκεί κι έπειτα έγραψε μόνο αντιναζιστικά.  Όλα αυτά, μαζί με την εξάρτησή του από το ποτό και τα ναρκωτικά, τον φόνο του καλύτερού του φίλου σε μονομαχία όταν κι οι δυο ήταν πολύ νέοι, τις φήμες για ομοφυλοφιλία και τον σπάταλο τρόπο ζωής του, φτιάχνουν ένα μίγμα εκρηκτικό, που για χρόνια κανείς δεν ήθελε να αγγίξει. Από το 2009 και μετά ο Φάλαντα αποκαθίσταται. Κι όσο συνεχίζουν να ξαναβγαίνουν τα έργα του στον αγγλόφωνο κόσμο, και μάλιστα χωρίς περικοπές, τόσο συνεχίζει να μεταφράζεται στην Ελλάδα. Έχω διαβάσει τον Πότη αλλά και το Μόνος στο Βερολίνο, που τα απόλαυσα πραγματικά. Μιλούν για το ναζιστικό καθεστώς με χρώματα μελανά, κι είναι και τα δυο βασισμένα σε αληθινές ιστορίες.

Το «Λύκος ανάμεσα στους λύκους», από την άλλη, είναι στημένο σε μια πιο μπερδεμένη και θολή εποχή, στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Τη Γερμανία στραγγαλίζουν οι Συνθήκες που υπέγραψε μετά την ήττα στον Α' Παγκόσμιο, το μάρκο υποτιμάται συνεχώς, οι άνθρωποι ενώ έχουν δισεκατομμύρια στις τσέπες, φτωχαίνουν τόσο πολύ κάθε μέρα που κυριολεκτικά δεν έχουν να φάνε, γυναίκες πουλάνε το κορμί τους και πρώην στρατιωτικοί δεν έχουν να ζήσουν. 

Τρεις είναι οι βασικοί πρωταγωνιστές, ο ίλαρχος Γιοαχίμ φον Πράκβιτς που έχει ένα τσιφλίκι στο Νόιλε, που νοικιάζει από τον πεθερό του. Δεν έχει ιδέα από αγροτικές εργασίες, οι εργάτες του τον κοροϊδεύουν, ενώ μέσα στο κτήμα στήνεται μια περίεργη απόπειρα για να ανατραπεί η κυβέρνηση. Η κόρη του τον αψηφά κι ο πεθερός τον μισεί. Ο υπολοχαγός φον Στούντμαν, που κατέληξε να δουλεύει στη ρεσεψιόν ενός ξενοδοχείου και από ήρωας πολέμου να ανέχεται τον καθένα να τον εξευτελίζει. Και ο Βόλφγκανγκ Πάγκελ (Βολφ=λύκος), το κακομαθημένο παιδί μιας πάμπλουτης οικογένειας που τα τρώει όλα στις λέσχες κι αφήνει τη γυναίκα που αγαπά να σαπίσει γυμνή και έγκυος στη φυλακή.

Γύρω από τους τρεις αυτούς χαρακτήρες, και με φόντο το Βερολίνο που παραπαίει, αλλά και τη διεφθαρμένη εξοχή του Νόιλε, ο Φάλαντα βάζει κι ένα σωρό άλλους. Κυριαρχεί η σήψη και η διάλυση, η έκπτωση των ηθικών αξιών, η αδυναμία να ζήσεις. Κι εδώ, όπως και στα άλλα του βιβλία του, μιλάει για μια καταστροφική έξη, τον τζόγο. Ο Φάλαντα, που ξέρει το αφηγηματικό του ταλέντο, αφήνεται, πλατειάζει, δεν φροντίζει την πλοκή, ξεφεύγει για ώρα με δευτερεύοντες χαρακτήρες- αγαπημένη μου έτσι κι αλλιώς είναι η κοπέλα του Πάγκελ, η Πέτρα. Όμως επειδή μιλάμε για μάστορα της γραφής, όλα αυτά όχι απλά δεν ενοχλούν, αλλά κάνουν το βιβλίο γοητευτικό. 

Μου πήρε τρεις εβδομάδες να τελειώσω τις 1500 σελίδες των Λύκων και δεν βαρυγκώμησα καμιά βραδιά βλέποντάς το στο κομοδίνο μου, ούτε και του απίστησα. Η παρακμή που αποπνέει, οι χαρακτήρες που μοιάζουν όλοι με μοναχικούς λύκους μακριά από την αγέλη, που προσπαθούν να επιβιώσουν, η πίστη τελικά στο ανθρώπινο γένος, ακόμα κι όταν όλα έχουν γκρεμιστεί, είναι μαυλιστικά. Αυτό το ομολογουμένως μεγάλο σε όγκο βιβλίο, δεν κατάφερε βέβαια να βγάλει το Μόνος στο Βερολίνο  από την πρώτη θέση στην καρδιά μου. Ίσως είναι μάλιστα το πρώτο βιβλίο του Φάλαντα  που διαβάζω και δεν θεωρώ αριστούργημα. Παραμένει ένα αξιόλογο μυθιστόρημα από έναν σπουδαίο τεχνήτη. 



                                 Κατερίνα Μαλακατέ


 

«Λύκος ανάμεσα σε λύκους», Χανς Φάλαντα, μετ. Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. Gutenberg, 2020, (Α+Β τόμος), σ.1518  

6/4/21

"Η Κλάρα και ο Ήλιος", Kazuo Isighuro

 




Η Κλάρα και ο Ήλιος είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Καζούο Ισιγκούρο μετά το Νόμπελ. Ο ίδιος λέει πως είχε ολοκληρώσει το 1/3 του μυθιστορήματος όταν έλαβε το χαρμόσυνο νέο, κι αυτό σε τίποτα δεν άλλαξε τον σχεδιασμό του. Κι η αλήθεια είναι πως η Κλάρα είναι ένα βιβλίο ισάξιο με τα καλύτερά του (ειδικά το Μη μ’ αφήσεις ποτέ) και πολύ καλύτερο από κάποια αποτυχημένα όπως Ο θαμμένος γίγαντας.

Αφηγήτρια και ηρωίδα του βιβλίου η Κλάρα, μια ΤΦ (Τεχνητή Φίλη), ένα ανθρωποειδές φτιαγμένο για να κάνει παρέα σε αναβαθμισμένα μικρά παιδιά. Η Κλάρα μοιάζει κάπως με παιδί, η ματιά της είναι αγνή κι έχει περιέργεια για τα πάντα. Από τη στιγμή που βρίσκεται στη βιτρίνα του μαγαζιού ως την αγορά της από ένα μικρό κορίτσι, την Τζόσι, δεν παύει να μαθαίνει και να βελτιώνεται, δίνοντας σημασία στην λεπτομέρεια.

Η Τζόσι είναι μια λεπτοκαμωμένη έφηβη που μένει με τη μαμά της και την οικονόμο τους. Η Κλάρα προσπαθεί να είναι όσο πιο βοηθητική φίλη γίνεται, όμως σύντομα καταλαβαίνει πως η Τζόσι είναι άρρωστη και πιθανότατα δεν θα τα καταφέρει. Η Τζόσι, όπως και όλα τα αναβαθμισμένα παιδιά, κάνει τα μαθήματά της μέσω υπολογιστή με τηλεκπαίδευση, ενώ η μεγάλη της αδελφή αρρώστησε κι αυτή και πέθανε λόγω της αναβάθμισης. Η μαμά της πήρε το ρίσκο και αναβάθμισε και το δεύτερο παιδί της, γιατί τα μη αναβαθμισμένα παιδιά όσο έξυπνα κι αν είναι, δεν μπορούν να πάνε στο Κολλέγιο. Η Κλάρα φορτίζει με τον ήλιο, και σιγά σιγά αρχίζει να του αποδίδει μαγικές ιδιότητες, όπως περίπου οι πρώτοι άνθρωποι. Πιστεύει πως ίσως ο μόνος τρόπος για να κάνει την Τζόσι καλά είναι να το ζητήσει από τον Ήλιο.

Το μεγαλύτερο ατού του βιβλίου είναι η αφηγήτρια του. Η Κλάρα, που από την αρχή ξέρεις πως είναι μια Τεχνητή Νοημοσύνη –και σε αυτό το μυθιστόρημα του Ισιγκούρο διαφέρει από τα περισσότερα βιβλία επιστημονικής φαντασίας που παίζουν με την ιδέα ενός ανθρωποειδούς που πιστεύει πως είναι άνθρωπος— έχει σε πολλά σημεία «ανθρώπινη συμπεριφορά». Μπορεί όμως μια ΤΦ να αγαπήσει; Και πώς αγαπά μια μάνα το παιδί της πιο πολύ, ρισκάροντας, για να το δει επιτυχημένο ή προστατεύοντας το κι αφήνοντας το καθηλωμένο σε μια μικρή ζωή. Και μπορεί κανένας, όσο κι αν του μοιάζει, να υποκαταστήσει το παιδί μας;

Ο Ισιγκούρο έγραψε ένα βιβλίο με αφορμή την τεχνητή νοημοσύνη και κεντρικό θέμα την αγάπη. Στάθηκε κριτικά απέναντι στην τεχνολογία αλλά δεν τη φοβήθηκε, αντίθετα αγάπησε την τεχνητή του φίλη κι αυτό είναι έκδηλο σε όλο το κείμενο. Δεν αμφισβήτησε στιγμή το δικαίωμά του ανδροειδούς να υπάρχει, δεν έμπλεξε τα ανθρώπινα με τα τεχνητά παρά μόνον εκεί που είχε σημασία. Η Κλάρα είναι ένα μυθιστόρημα που δεν κουνάει το δάχτυλο στην τεχνολογία, δεν φοβάται το νέο, ούτε το αγιοποιεί. Η γραφή του Ισιγκούρο είναι όπως πάντα στρωτή, γλυκόπιοτη χωρίς να γίνεται βαρετή. Δεν έχει παρά ελάχιστα στοιχεία από την ιαπωνική κουλτούρα, έχει όμως πολλά από την αγγλική. Γιατί ο Ισιγκούρο μπορεί να γεννήθηκε στο Ναγκασάκι, αλλά μεγάλωσε και ωρίμασε στη Μ. Βρετανία, εκεί ανδρώθηκε λογοτεχνικά και στα αγγλικά γράφει. 


                             Κατερίνα Μαλακατέ


"Η Κλάρα και ο Ήλιος", Καζούο Ισιγκούρο, μετ. Αργυρώ Μαντόγλου, εκδ. Ψυχογιός, 2021, σ.384















Υ.Γ. 42 Το εξώφυλλο δεν είναι ωραίο (κι ας είναι ίδιο με αυτό της ξένης έκδοσης). 

 

 

1/4/21

"Το γυάλινο ξενοδοχείο", Emily St.John Mandel

 





Πρωτοδιάβασα μυθιστόρημα της  Έμιλυ Σαιντ Τζον Μάντελ το 2015, το Σταθμός έντεκα. Πρόκειται για μια δυστοπία που ξεκινά με την εξάπλωση μιας πολύ φονικής γρίπης, ένα καλογραμμένο βιβλίο βασισμένο σε μια χιλιοειπωμένη ιδέα στα πλαίσια της επιστημονικής φαντασίας. Έχουμε διαβάσει, και κυρίως έχουμε δει πολλές ταινίες και σειρές, που ξεκινούν με αυτή την αρχική ιδέα, αν και τώρα που ζούμε κάτι ανάλογο στην πραγματικότητα, δεν μου μοιάζει τόσο κοινότοπο όσο μου είχε φανεί τότε. Ήξερα βέβαια από τότε, κάτι που επιβεβαιώθηκε κι από αυτή την ανάγνωση, πως η Μάντελ, που είναι περίπου στην ηλικία μου, ήταν από τις ανερχόμενες φωνές στον αγγλόφωνο λογοτεχνικό κόσμο και πως κάθε βιβλίο της από εκεί και μετά θα έκανε αίσθηση. Έτσι, Το γυάλινο ξενοδοχείο που εκδόθηκε το 2020, μπήκε αμέσως σε διάφορες λίστες προτεινόμενων, έγινε μπεστ σέλερ, το λάτρεψε ο Ομπάμα, μεταφράστηκε γρήγορα σε ένα σωρό γλώσσες, όπως και στη δική μας. Κι εγώ το διάβασα σχεδόν μόλις το πήρα στα χέρια μου.

Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που μοιάζει με παζλ, οι δυο κεντρικοί χαρακτήρες, η Βίνσεντ και ο ετεροθαλής αδελφός της Πωλ, είναι μόνο η αφορμή για να ειπωθούν ένα σωρό ιστορίες για ανθρώπους από το περιθώριο μέχρι τη μεγαλή χλιδή και τον απίστευτο πλούτο. Κεντρική φιγούρα επίσης είναι ο Τζόναθαν Αλκάιτιτς, ένας σύμβουλος επιχειρήσεων που στα εβδομήντα του είναι ιδιοκτήτης ενός απόμερου ξενοδοχείου κάπου σε ένα νησάκι στο Βανκούβερ, όπου δεν υπάρχουν δρόμοι και δεν πιάνει το κινητό. Είναι ένας απίστευτος άνθρωπος, γοητευτικός, που «τσιμπάει» τη Βίνσεντ από το μπαρ του ξενοδοχείου και τη φέρνει να ζήσει μαζί του μες στη χλιδή μια νύχτα που βανδαλίζουν τα κρύσταλλα και κάποιος γράφει με acid paste: 

"Πρόσεχε μην καταπιείς κανένα σπασμένο γυαλί"

Για κάποιον καιρό η Βίνσεντ ξεφεύγει από τη μιζέρια της φτώχιας, γίνεται trophy wife. Αυτή κι ο Αλκάιτιτς λένε σε όλους, ακόμα και στην κόρη του, πως είναι παντρεμένοι, αλλά δεν είναι. Κι  όταν όλα θα καταρρεύσουν, όταν αποδειχθεί πως ο Αλκάιτιτς είχε όλη αυτή την οικονομική επιφάνεια χάρη σε ένα σύστημα Πόντσι (η γνωστή σε μας Πυραμίδα ή «αεροπλανάκι»), τότε η Μάντελ θα σκύψει πάνω από όλους τους χαρακτήρες της με αγάπη: τα δυο αδέλφια, τη γυναίκα που τον ξεσκέπασε και την περνούσαν χρόνια για τρελή, τα θύματα του Αλκάιτις, τον ίδιο.

Αυτό είναι που κάνει το βιβλίο ξεχωριστό, η συμπόνια. Τα δύο ορφανά ετεροθαλή αδέλφια που δεν καταλαβαίνουν τον κόσμο και δεν καταλαβαίνουν ούτε το ένα το άλλο, ο Αλκάιτιτς που μοιάζει αδίστακτος και μοχθηρός, θα μπορούσαν να είναι σκληροί κι ίσως αδιάφοροι ήρωες. Η συγγραφέας όμως τους ενώνει με κάτι πολύ ανθρώπινο, την επιθυμία να συνεχίσουν τη ζωή τους, κι ας έμπλεξαν σε καταστάσεις που δεν αντέχουν· την επιθυμία να υπάρξουν όσο κι αν πονάει η ύπαρξη.

Η Μάντελ έχει εξαιρετική ικανότητα στην αφήγηση, δεν αφήνει τον αναγνώστη μετέωρο, φτιάχνει ένα βιβλίο πειστικό και ευκολοδιάβαστο. Σε κάποια σημεία φαίνεται να της λείπει το βάθος και η προοπτική, σαν να μην έχει πραγματικά όρεξη να καταδυθεί στην ψυχοσύνθεση των ηρώων της. Παρ’ όλα αυτά Το γυάλινο ξενοδοχείο συνεχίζει να είναι εντυπωσιακό μυθιστόρημα, από αυτά που αξίζει να διαβαστούν. Η συγγραφέας έχει κάτι από τη στόφα των παλιών γραφιάδων, δεν φοβάται να απλωθεί, ούτε να εκτεθεί, δεν κλείνεται, ανοίγει τις ιστορίες, ανοίγεται στους ανθρώπους. Δίνει ελπίδες ένα τέτοιο βιβλίο πως γεννιούνται και τώρα άνθρωποι φτιαγμένοι για να λένε ιστορίες, μακριά από τα στερεότυπα της κάθε εποχής, μακριά από μόδες και τύπους. Το μυθιστόρημα είναι ανεπιτήδευτο, χωρίς κεντρικό μήνυμα, χωρίς διαδακτισμούς. Ένα βιβλίο που δεν ξεχνάς την ιστορία του και δεν βαριέσαι να το σέρνεις μαζί σου όπου κι αν πας. Κι αυτά, μοιάζουν στην τέχνη μυθοπλασίας, να είναι τα πιο σημαντικά.

                          Κατερίνα Μαλακατέ 


"Το γυάλινο ξενοδοχείο", Emily St.John Mandel, μετ. Βάσια Τζανακάρη, εκδ. Ίκαρος, 2020, σ. 370








29/3/21

Η κραυγή

 




Σαν σήμερα, στις 29 Μαρτίου 2009, γεννήθηκε αυτό το ιστολόγιο. Σε μια εποχή που το internet δεν ήταν ακόμα τόσο ευρέως διαδεδομένο και η έννοια του blogging μάλλον διέφευγε από τους περισσότερους. Για μένα η δημιουργία του ήταν μια κραυγή. Είχα μόλις γίνει τριάντα, είχα ήδη εγκλωβιστεί σε ένα επάγγελμα που δεν αγαπούσα, είχαμε μόλις αποφασίσει με τον ψηλό μετά από πολλά χρόνια σχέσης να παντρευτούμε, και δοκιμάζαμε για παιδί, έμοιαζε η ζωή μου να τελματώνει και να βαλτώνει. Μόνη μου παρηγοριά τα βιβλία. Την παρηγοριά μου, δεν την μοιραζόμουν με κανέναν.

Αν έγραφα τότε; Φυσικά έγραφα, αν και δεν είχα εκδώσει τίποτα. Είχα προσδοκίες από το Διαβάζοντας – που την τελευταία στιγμή τού στέρησα το κοινότοπο λογοπαίγνιο «Διαβάζωντας»; Δεν είχα καμία. Ούτε καν πως θα βρω παρέα δεν πίστευα. Είχα ανάγκη για επαφή, αυτό και τίποτα άλλο, με ανθρώπους που μοιράζονταν το αναγνωστικό μου πάθος.

Έκτοτε το Διαβάζοντας με οδήγησε, και δεν το οδήγησα εγώ. Με βοήθησε να νιώσω καλά για την έξη μου με την ανάγνωση, βρήκα φίλους, βρήκα βιβλία που δεν θα έβρισκα ποτέ. Βρήκα κι εκδότη για το πρώτο μου μυθιστόρημα, κι έπειτα το δεύτερο, το τρίτο. Φτιάξαμε με τον Librofilo το Booktalks. Έκανα τέσσερα χρόνια λογοτεχνική ραδιοφωνική εκπομπή. Τα βιβλία από χόμπι, έγιναν η ζωή μου.

Ήταν ποτέ χόμπι τα βιβλία; Φαντάζομαι πως όχι. Για αυτό και η κραυγή. Διάβαζα κι έγραφα από μικρή. Δεν μπόρεσα να δω την κλίση μου νωρίτερα από καθαρή ανασφάλεια, ήξερα όμως ήδη από την εφηβεία πως μόνο αυτό με έκανε ευτυχισμένη. Αυτό το κείμενο, δώδεκα χρόνια μετά το πρώτο στο Διαβάζοντας, είναι αφιερωμένο σε όλα τα εφηβάκια που ξέρουν, βαθιά μέσα τους, τι αγαπούν. Σε αυτά εύχομαι κι η δική τους κραυγή να ακουστεί, τώρα, στα τριάντα, στα εξήντα; Κάποτε! 


                                                    Κατερίνα Μαλακατέ 

24/3/21

"Τρικυμίες παθών", Αργυρώ Μαντόγλου






Ένα μάλλον τολμηρό εγχείρημα ανέλαβε η Αργυρώ Μαντόγλου όταν αποφάσισε να γράψει το «Τρικυμίες παθών», τη μυθιστορηματική βιογραφία του Κοράη για τα νεανικά χρόνια του στο Άμστερνταμ. Η εικόνα που έχουμε για τον Κοράη, αυτή του σοφού, αυστηρού Δάσκαλου του γένους, που διαποτίστηκε από τις αρχές του Διαφωτισμού και της Γαλλικής επανάστασης, αλλά κι αυτού που επέβαλλε στην ουσία τη γλωσσική του άποψη στη χώρα για χρόνια, είναι πολύ διαφορετική από αυτή του νεαρού Διαμαντή που προσπαθεί να βρει τη θέση του στον κόσμο και την ταυτότητά του.


Η ιστορία ξεκινά το 1771, οπότε ο νεαρός 23χρονος ήρωας φεύγει από τη Σμύρνη για το Άμστερνταμ. Πρόκειται για έναν συμβιβασμό ανάμεσα σε κείνον και στον πατέρα του. Ο πατέρας του θέλει να γίνει έμπορος και να πάρει την οικογενειακή επιχείρηση, ο Διαμαντής θέλει να μάθει όσα περισσότερα μπορεί, να σπουδάσει, να ρουφήξει γνώσεις από παντού. Μαζί του στο ταξίδι κι ένας κουτοπόνηρος παραγιός, ο Σταμάτης Πέτρου, σταλμένος για να τον κατασκοπεύει και να τον επιτηρεί. Ο Πέτρου μιλάει ένα φρικτό κράμα ανάμεσα σε κακά Ρωμέικα και κακά Τούρκικα, ενώ διατείνεται πως μπορεί να συνεννοηθεί και στα Ολλανδικά. Ο Κοραής δεν μπορεί να τον ανεχτεί με τίποτα, στο πρόσωπό του συμπυκνώνεται ό,τι αντιπαθεί στους συμπατριώτες του, η κακή χρήση της γλώσσας, η αδυναμία να δεις τη μεγαλύτερη εικόνα, η περιχαράκωση σε έναν τρόπο δουλοπρεπή και ραγιάδικο.


Στο Άμστερνταμ ο νεαρός Κοραής ανθίζει, συναντά τον δάσκαλό του Βύρτον, διαβάζει, μαθαίνει γλώσσες, συναναστρέφεται Ευρωπαίους, σύντομα πετάει τα σκουτιά, ντύνεται φράγκικα, παρφουμαρίζεται, φοράει περούκες σύμφωνα με τη μόδα της εποχής, βγαίνει και διασκεδάζει. Και ερωτεύεται παράφορα την ασθενική (και όχι ορθόδοξη χριστιανή) Μαρί Ζερό. Ακόμα και για το εμπόριο έχει ιδέες νεωτερικές, που εκνευρίζουν τον παραγιό του. Έπειτα από την άνθηση όμως, έρχεται η πτωση κι εκεί ο Κοραής, στον πόνο, θα αρχίσει να μετασχηματίζεται σε αυτό που έγινε αργότερα. 

Το μυθιστόρημα είναι εξαιρετικά καλογραμμένο, με φρεσκάδα που δεν περιμένεις. Νιώθεις κοντά στον Διαμαντή, ώρες ώρες ταυτίζεσαι, σχεδόν ξεχνώντας για ποιον πρόκειται. Το βιβλίο είναι γραμμένο φυσικά στη δημοτική, αλλά πού και πού έχεις την αίσθηση του απόηχου της γλώσσας του Κοραή. Και φυσικά τα αποσπάσματα από τα γράμματα που στέλνει ο παραγιός και ρουφιανεύει στον πατέρα του, δίνουν ανάγλυφα την εικόνα της εποχής. 

Κι εδώ, όπως στο προηγούμενο βιβλίο της Αργυρώς Μαντόγλου, το "Σώμα στη βιτρίνα",  δεσπόζει το Άμστερνταμ. Το μυθιστόρημα μιλάει για τον Κοραή, αλλά ταυτόχρονα πραγματεύεται τον έρωτα, την ελευθερία των επιλογών, τη γλώσσα, την πατρίδα, το πάθος για γνώση, το πόσο αλλάζει ο άνθρωπος διαβάζοντας κι ερχόμενος σε επαφή με ιδέες ριζοσπαστικές. Είναι ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα κι ας ξέρεις περίπου το τέλος του. Και μια πολύ σοβαρή προσπάθεια στη μυθιστορηματική βιογραφία που είναι δύσκολο και κάπως ταλαιπωρημένο είδος στην Ελλάδα




                                                          Κατερίνα Μαλακατέ



"Τρικυμίες παθών", Αργυρώ Μαντόγλου, εκδ. Κλειδάριθμος, 2020, σ. 261


17/3/21

Διαβάζοντας στην εποχή των κοινωνικών δικτύων

 




Έχει αλλάξει ο τρόπος που διαβάζουμε μετά την είσοδο του διαδικτύου στη ζωή μας; Αναμφίβολα. Κι όχι μόνο με έναν τρόπο, έχει αλλάξει ο βαθμός της συγκέντρωσης μας, ο τρόπος που πληροφορούμαστε για τα νέα βιβλία, τα ίδια τα μέσα στα οποία διαβάζουμε, οι κοινότητες αναγνωστών που φτιάχνουμε.

Μα ας αρχίσουμε από το βασικό, για να διαβάσω πια απερίσπαστη μια ώρα πρέπει να απομακρυνθώ από τον υπολογιστή και κυρίως να κλείσω το wifi του κινητού. Γιατί διαφορετικά στην πρώτη ειδοποίηση αφήνω το βιβλίο και πιάνω το τηλέφωνο. Αν γράφω σε υπολογιστή συνδεδεμένο στο δίκτυο, σταματάω ανά μία παράγραφο. Ίσως χάνω περισσότερο χρόνο χαζεύοντας στο ίντερνετ αντί να γράφω ή να διαβάζω. Βασικό πρόβλημα είναι ο εθισμός μας. Προσπαθώ. Βάζω στο αγαπημένο μου μέσο κοινωνικής δικτύωσης, το facebook, ειδοποίηση να με κόβει στη μία ώρα κάθε μέρα, κάνω συμφωνίες με τον εαυτό μου, τόσες ώρες την ημέρα δεν θα είσαι ονλάιν. Αφήνω σημεία του σπιτιού που δεν φτάνει το wifi επίτηδες. Σε γενικές γραμμές αποτυγχάνω. Διαβάζω αρκετά αλλά με πολύ περισσότερες διακοπές, χάνω το «χάσιμο» του γραψίματος, εκείνη την αίσθηση που μοιάζει με τρανς και που επιτυγχάνεται μόνο αν μπεις για αρκετή ώρα στο δικό σου κείμενο. Στερούμαι με λίγα λόγια τις ενδορφίνες που μου ανήκουν, την ευχαρίστησή και την αυθόρμητη σχέση με την ανάγνωση. Έχω πολλές ώρες στα χέρια ένα βιβλίο, δεν το διαβάζω τις περισσότερες από αυτές.

Από την άλλη το διαδίκτυο, μου έλυσε τα χέρια. Όταν ήμουν μικρότερη μάθαινα για τα νέα βιβλία από τύχη, έναν φίλο, τον βιβλιοπώλη μου. Τώρα η πληροφορία είναι εκεί και δεν χάνεται. Με λίγες κινήσεις ξέρω για όλες τις νέες κυκλοφορίες, οξύνεται η κρίση μου, καταλαβαίνω αν θα μου αρέσει ένα βιβλίο πολύ ευκολότερα, έχω ανθρώπους που εμπιστεύομαι και την κοινότητα του Διαβάζοντας. Οι ομάδες στο facebook, τα ταπεινά μας blogάκια, οι Λέσχες Ανάγνωσης, το ίνσταγκραμ ή το τικ τοκ για τους μικρότερους κατάφεραν να μετατρέψουν την εμπειρία της ανάγνωσης από μια μόνον μοναχική εμπειρία, σε συλλογική. Έχω πια φίλους που διαβάζουν, που είναι περήφανοι για τις βιβλιοθήκες τους και κουβαλάνε το kindle μες στην τσάντα, που έχουν σταθερό προϋπολογισμό κάθε μήνα για βιβλία κι αναρωτιούνται πώς θα τα αρχειοθετήσουν. Τίποτα από όλα αυτά δεν είχα μεγαλώνοντας κι είμαι ευγνώμων στο διαδίκτυο που τα έχω τώρα.

Άλλαξε κι η πρόσβαση στο ίδιο το κείμενο. Αν επιθυμήσω ένα βιβλίο τώρα, τώρα, τώρα, απλά το πληρώνω και το κατεβάζω. Μπορώ να το διαβάσω στον υπολογιστή μου, στο κινητό, στο τάμπλετ ή στον ηλεκτρονικό μου αναγνώστη. Ή πάλι, αν μες στην νύχτα θελήσω να αγοράσω δέκα, τα βάζω τακτικά στο καλάθι μου ή στέλνω ένα μέιλ στο αγαπημένο μου βιβλιοπωλείο και η επιθυμία μου είναι διαταγή. Μπαίνω στα σάιτς των βιβλιοθηκών, τώρα πια και της Εθνικής, και χαζεύω με τις ώρες. Αν θέλω να μιλήσω με τον αγαπημένο μου συγγραφέα, τον ψάχνω στα σόσιαλ (εγώ δεν το κάνω , εξάλλου ως επί το πλείστον νταραβερίζομαι με πεθαμένους, αλλά τέλος πάντων, ξέρω άλλους που το κάνουν). Κι αν μες στην νύχτα σκεφτώ πως δεν ξέρω τίποτα για τον μεταδομισμό, θα το γκουγκλάρω και θα έχω τουλάχιστον μια ιδέα.



Το διαδίκτυο μας μαθαίνει να διαβάζουμε, εκεί που άλλοτε η μεγάλη πλειοψηφία άκουγε τα νέα, είτε στην τηλεόραση είτε στο ραδιόφωνο, τώρα τα διαβάζει. Όμως ταυτόχρονα μας απομακρύνει από το μεγάλο κείμενο, τα «σεντόνια» δεν τα διαβάζει κανείς. Δεν προτιμώ να διαβάζω ηλεκτρονικά, γιατί θέλω να είναι ξέχωρη η ψυχαγωγία από τη δουλειά μου. Όπως πάρα πολλοί πια, δουλεύω μπροστά σε έναν υπολογιστή, δεν έχω όρεξη να διασκεδάζω και μπροστά του. Αγαπώ την απεραντοσύνη του world wide web, μα απογοητεύομαι από τα σκουπίδια του. Λατρεύω τους φίλους που απέκτησα μέσα τις κοινότητες των βιβλιόφιλων, και διέλυσαν την αναγνωστική μοναξιά μου, όμως δυσκολεύτηκα πολύ να αποδεχτώ πως το διάβασμα δεν σε κάνει κατ’ ανάγκη καλό άνθρωπο.

Αυτό που καίει τους πιο πολλούς είναι αν η ανάγνωση λογοτεχνίας θα επιβιώσει. Έχω πίστη στις ιστορίες, πιστεύω πως κανένας δεν ζει χωρίς αφηγήσεις. Ακόμα και ποδόσφαιρο αν βλέπει κάποιος, μια σειρά στο νέτφλιξ, τις ειδήσεις, ένα πρωινάδικο, ένα ριάλιτυ, μια ταινία του Ταρκόφσκι, αυτή την ανάγκη ικανοποιεί, της αφήγησης. Όσο το βιβλίο είναι η σπουδαιότερη πηγή αφήγησης, δεν θα εκλείψει. Αν γίνει κάτι, είναι πως μπορεί να μετουσιωθεί.

Δεν ήμασταν ποτέ πολλοί οι συστηματικοί αναγνώστες, στο σχολείο σε κάθε τμήμα ένας, μπορεί και κανένας. Δεν υπάρχει λόγος να καταπιέσεις κάποιον να διαβάσει. Γιατί η ανάγνωση είναι απόλαυση, βαθιά κρυμμένη στο κέντρο του εγκεφάλου, από τις πιο δυνατές. Είναι σαν να κάνεις σεξ από έρωτα. Αυτοί που τη δοκιμάζουν εθίζονται και δεν ξεχνούν την έκρηξη ποτέ.



                                                 Κατερίνα Μαλακατέ 




11/3/21

"Πριν χαθούν τα πουλιά", Charlotte McConaghy

 


Τα ζώα πεθαίνουν, σύντομα θα είμαστε μόνοι μας εδώ.


Έτσι ξεκινά το Πριν χαθούν τα πουλιά της Σάρλοτ Μακόναχι. Κι αυτό είναι το βασικό θέμα του βιβλίου, η κλιματική αλλαγή και ο χαμός σχεδόν όλων των μορφών άγριας ζωής: ψάρια, πουλιά, ζώα. Ένα ζήτημα σπαρακτικό, που θα έπρεπε να μας απασχολεί όλους, αν και οι περισσότεροι δεν δίνουμε δεκάρα για το μέλλον του πλανήτη και των πλασμάτων του.

Η Φράνι, η κεντρική ηρωίδα, είναι μια τριανταπεντάχρονη γυναίκα που προσπαθεί ολομόναχη χωρίς οικονομικούς πόρους και ερευνητική ομάδα, να ακολουθήσει τα τελευταία αρκτικά γλαρόνια στο μακρύ τους ταξίδι από τον έναν πόλο στον άλλο. Καταφέρνει στη Γροιλανδία να βάλει πομπό σε τρία από αυτά κι έπειτα να πείσει τον κυβερνήτη ενός αλιευτικού, του Σάγκανι,  να ακολουθήσουν τα πουλιά όσο αποδημούν, λέγοντάς του πως έτσι ίσως έχει επιτέλους μια "λευκή ψαριά", μια μεγάλη ψαριά που θα αποκαταστήσει τη φήμη του στους εμπόρους και θα δώσει ψωμί στους ναυτικούς του για λίγο ακόμα. Η Φράνι πιστεύει πως είναι η τελευταία φορά που τα γλαρόνια θα αποφασίσουν το μακρύ ταξίδι, πως στην πορεία θα αποδεκατιστούν και θα εκλείψουν κι αυτά.  

Έτσι, αντιφατικά, κυνηγώντας ψάρια που εκλείπουν από τις θάλασσες για να τα ψαρέψουν και να τα σκοτώσουν και γλαρόνια που εκλείπουν από τους ουρανούς για να τα προστατέψουν, θα ξεκινήσει το ταξίδι πάνω στο Σάγκανι. Στην πορεία θα συνειδητοποιήσουμε πως και η ίδια η Φράνι όλο φεύγει κι ας είναι δεμένη με τον ορνιθολόγο καθηγητή σύζυγό της, πως όλοι στο πλήρωμα του αλιευτικού έχουν λόγους να αποδημούν. Ο αγγλικός τίτλος "Migrations", αποδίδει πολύ πιο ποιητικά όλες τις αποχρώσεις του βιβλίου, η πορεία των γλαρονιών και του Σάγκανι είναι μια πορεία προς τον Νότο, αλλά και μια πορεία προς τον θάνατο ή τη ζωή. 

Η Φράνι αποδεικνύεται πολύ πιο πληγωμένη από όσο στην αρχή περιμένεις, και τα συνεχή φλας μπακ στη ζωή της γίνονται σε σημεία κάπως μελό. Αυτό είναι το κομμάτι που ίσως δεν ήταν απαραίτητο. Το δράμα των γλαρονιών και των ζώων είναι πραγματικά συγκλονιστικό, δεν χρειαζόταν η ηρωίδα που τα ακολουθεί να είναι τόσο λαβωμένη. Η προσπάθεια της Φράνι, του καπετάνιου του Σάγκανι και του πληρώματος έχει τόσες αναλογίες με τον Μόμπι Ντικ, που και μόνο αυτό θα έδινε ένταση και βάθος. Αν προσθέσουμε και τις οικολογικές αναφορές, αλλά και το πανέμορφο αρκτικό και θαλασσινό τοπίο, τότε όλα φτιάχνουν από μόνα τους ένα εκπληκτικό σύνολο.

Χρειαζόμουν ένα βιβλίο σαν το Πριν χαθούν τα πουλιά. Το τελείωσα μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο, βούλιαξα στον κόσμο του, έγινα ένα με τη Φράνι, αλλά κυρίως με τα πουλιά. Η συγγραφέας με αυτό το μυθιστόρημα κάνει το ντεμπούτο της στον κόσμο της λογοτεχνίας ενηλίκων, ενώ ήταν ήδη αρκετά γνωστή για τα βιβλία επιστημονικής φαντασίας παιδιών και εφήβων. Έχει μια συνταρακτική ιστορία να πει, που κάποιες φορές την αποδυναμώνει με πιο μελοδραματικές σκηνές, πάντως δεν την προδίδει. Διαθέτει μεγάλη αφηγηματική δεινότητα και σέβεται τον αναγνώστη. Θα περιμένω με αγωνία το επόμενό της. 

 

                                             Κατερίνα Μαλακατέ


    

"Πριν χαθούν τα πουλιά", Charlotte McConaghy, μετ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ, εκδ. Μεταίχμιο, 2021, σ. 392

7/3/21

"Ένας άνθρωπος που κοιμάται", Georges Perec





Δεν έχω ιδιαίτερη συμπάθεια στον Περέκ, στο Ζωή Οδηγίες Χρήσεως ας πούμε, καταλαβαίνω το παιχνίδι, καταλαβαίνω και τη λογοτεχνική του αξία, αλλά δεν μπορώ να πω πως αυτό είναι ένα είδος που απολαμβάνω να διαβάζω. Τουλάχιστον όχι για τόσο πολλές σελίδες.  Έτσι, πήρα μάλλον διστακτικά το Ένας άνθρωπος που κοιμάται. Είναι το τρίτο του βιβλίο, το τελευταίο πριν μπει στο Oulipo. Πρόκειται για ένα κείμενο βαθιά αυτοαναφορικό, μιλά για την κρίση κλινικής κατάθλιψης όσο ήταν φοιτητής. Αυτό όμως που το ξεχωρίζει από όλα τα άλλα που θα μπορούσε να διαβάσει κανείς για το θέμα, είναι πως εδώ μιλάμε με σιγουριά για λογοτεχνία. Ο Περέκ το βίωμα το μετουσίωσε σε τέχνη, χωρίς να χάνεται η ουσία του, έδωσε δεύτερο και τρίτο επίπεδο στην ανάγνωση· δεν  είναι καταγραφή, αλλά κατάδυση. 

Όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το μετέπειτα έργο του, οι εμμονές, του είναι εδώ, τα παζλ, οι λαβύρινθοι, η αποξένωση, η μοναξιά, η ματαιότητα, το παιχνίδι της ζωής με λίγα λόγια. Από την αρχή καταλαβαίνεις τι συμβαίνει στον ήρωα, όσο αποτραβιέται από όλους τους φίλους, παρατάει τις σπουδές του διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας αστυνομικά μυθιστορήματα, αποσύρεται τελικά στο δωμάτιό του και μένει στο κρεβάτι του για μέρες, μην αλλάζοντας καν ρούχα. Όμως αυτό κάνει το βιβλίο ακόμα πιο ενδιαφέρον, εκεί που νομίζεις πως δεν υπάρχει τόποτα άλλο να ειπωθεί, ο Περέκ επιχειρεί βουτιά μέσα του. Και βγαίνει ολοζώντανο ό,τι μας κάνει ανθρώπους.

Γυρίζεις στην κάμαρά σου και σωριάζεσαι στον στενό σου καναπέ. Κοιμάσαι με τα μάτια ορθάνοιχτα, σαν ηλίθιος. Καταμετράς και οργανώνεις τις ρωγμές στο ταβάνι. Ο συνδυασμός σκιών και κηλίδων, και οι παραλλαγές στην απόθεση και στον προσανατολισμό του βλέμματός σου δημιουργούν αβίαστα, σιγά σιγά, δεκάδες θνησιγενή σχήματα, που μπορείς να τα δεις μόνο για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου και να τους δώσεις ένα όνομα: παρτέρι, πύον, πόλη, πλίνθος, πρόσωπο, προτού όλα διαλυθούν για να ξαναρχίσουν: η εμφάνιση μιας χειρονομίας, μιας κίνησης, μιας σιλουέτας, κενό νοήματος σκιαγράφημα που εσύ του επιτρέπεις να μεγαλώσει, τυχαίο που συγκεκριμενοποιείται: ένα μάτι που σε κοιτάζει επίμονα, ένας άνθρωπος που κοιμάται, μια δίνη, απαλό λίκνισμα ιστιοφόρων, δενδροκορφή, κλαδί που τσάκισε κι επέζησε και ξαναβρέθηκε κι απ' το οποίο ξεπροβάλλει με αύξουσα ακρίβεια η απαρχή άλλου ενός προσώπου, σχεδόν ίσιου με το προηγούμενο, ίσως λίγο πιο σκοτεινού ή προσηλωμένου, ενός προσώπου σε εκκρεμότητα όπου ψάχνεις επί ματαίω τα μάτια, το λαιμό, ένα μέτωπο, για να συγκρατήσεις, να ξαναβρείς, για να τα χάσεις αμέσως μετά, το αποτύπωμα ενός διφορούμενου χαμόγελου, τη σκιά ενός ρουθουνιού που ίσως προεκτείνει το ίχνος -- ατιμωτικό ή ένδοξο ποιος ξέρει...-- μιας ουλής


Αυτό που απασχολεί τον Περέκ σχεδόν σε όλο του το έργο, το κενό, γίνεται εδώ το βασικό του θέμα. Το κενό ορίζει όλη τη ζωή του ήρωα του, δεν υπάρχει κάτι να το αναπληρώσει, αφήνεται, σαν να μην έχει καθόλου παρελθόν ή αναμνήσεις, στο τώρα, που γεμίζει με το τίποτα. Μοιάζει ο ήρωας του, που αφηγείται σε δεύτερο πρόσωπο (ίσως ο πιο δύσκολος τρόπος αφήγησης για όλα τα λογοτεχνικά κείμενα), αποκομμένος από όλους κι από όλα, σαν να φύτρωσε, σα να βρέθηκε τυχαία στο συγκεκριμένο σημείο του τόπου και του χρόνου. Κι αυτό τον κάνει βαθιά ανθρώπινο. Πρόκειται για ένα μικρό βιβλίο, που διαβάζεις σε ένα απόγευμα. Η βαθιά μελαγχολία που το συνοδεύει πάντως, μπορεί να κολλήσει πάνω σου για καιρό, να θέλεις πού και πού να διαβάζεις δυο τρεις σελίδες ξανά. Δεν θα ξαναδιάβαζα το Ζωή Οδηγίες Χρήσεως, αλλά αυτό υποψιάζομαι πως θα το 'χω στο προσκεφάλι μου για καιρό.



"Ένας άνθρωπος που κοιμάται", Ζορζ Περέκ, μετ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. ύψιλον, 2020, σ. 133









Υ.Γ.42 Όπως φαίνεται και από το απόσπασμα η μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη είναι εκπληκτική



1/3/21

"Άντρες χωρίς άντρες", Νίκος Δαββέτας

 



"Θυμάσαι από πότε άρχισες να θυμάσαι;"

Ο φίλος του αφηγητή, γνωστός συγγραφέας μονίμως εγκατεστημένος στο Παρίσι, ισχυρίζεται πως θυμάται τη στιγμή της σύλληψής του. Χρόνια αργότερα, ο πατέρας του, στο νεκροκρέβατο, και μην έχοντας πια αναστολές μετά από δυο εγκεφαλικά, θα του αποκαλύψει πως, αν και σωστά θυμάται τις στάσεις τους τη στιγμή της σύλληψης, εκείνος στο μυαλό του δεν είχε την γυναίκα του όσο έκαναν έρωτα, αλλά ένα αγόρι που εκσπερμάτιζε στο πρόσωπό του. Με αυτήν την κατηγορία άλλωστε, της ομοφυλοφιλίας, αποτάχτηκε από την Ασφάλεια, όπου έκανε τον χαφιέ.

Έτσι θα ξεκινήσει ένα γαϊτανάκι αναμνήσεων, με κεντρικά πρόσωπα τον συγγραφέα και τον πατέρα του, κι έναν μάλλον έκκεντρο αφηγητή στην αρχή, τον φίλο του συγγραφέα. Το πραγματικό συγγραφικό παιχνίδι δυσκολεύει όταν συνειδητοποιήσεις πως ο αφηγητής δεν είναι ένας δευτερεύων χαρακτήρας, που απλά παρατηρεί και αφηγείται μια ξένη ιστορία, αντίθετα έχει οργανική θέση στο μυθιστόρημα, χρησιμεύει ως το ανεστραμμένο είδωλο του κεντρικού ήρωα. Ο αφηγητής έχει χάσει τον πατέρα του πολύ νωρίς κι έχει παρόμοια τραύματα. Γιατί εδώ, αν και αφομή είναι τα πολιτικά, κεντρικό θέμα είναι αυτό που περιγράφεται στον τίτλο: «άντρες χωρίς άντρες» ή καλύτερα, άντρες χωρίς πατρικό πρότυπο, σχεδόν χωρίς πατέρα, που στιγματίζονται από αυτό. Στα δύο εγκιβωτισμένα κείμενα που γράφουν οι δυο φίλοι για τους πατεράδες τους, όχι για τους δικούς τους, αλλά ο ένας για του άλλου, αυτή η ορφάνια είναι εμφανής. Και δεν μπορεί να διορθωθεί από τη μεταξύ τους σχέση.

Ο Νίκος Δαββέτας γράφει πάντα πολύ σφιχτά, σχεδόν στεγνά κάποιες φορές, δεν παραδίδεται στη γλώσσα, δεν αφήνεται στους συναισθηματισμούς. Πολύ μου αρέσει αυτή η λιτότητα, η ικανότητα να εμβαθύνει στις καταστάσεις και τα πράγματα χωρίς περιττές λέξεις. Ξέρω πως η γραφή αυτού του είδους απαιτεί συγγραφικό κόπο και επιδεξιότητα. Πάντως αποδίδει κι εδώ, όπως σε όλα τα μυθιστορήματά του. Βάζει τα ερωτήματα, αλλά επ' ουδενί δεν δίνει απαντήσεις. Τις απαντήσεις καλείται να τις επεξεργαστεί ο αναγνώστης. 

Βιβλίο που δεν σε αφήνει να το προσεγγίσεις με άνεση από την πρώτη στιγμή, αλλά σε ρουφάει σταδιακά, όσο συνειδητοποιείς το σύνθετο συγγραφικό πείραμα του συγγραφέα, οι «Άντρες χωρίς άντρες» δεν πιστεύω πως θα ήταν το ιδανικό ξεκίνημα για κάποιον που δεν έχει ξαναδιαβάσει Δαββέτα. Είναι όμως ένα εξαιρετικό κείμενο ωριμότητας, από αυτά που χαίρεσαι να τα διαβάζεις από συγγραφείς που αγαπάς κι ακολουθείς . 


                      Κατερίνα Μαλακατέ 


"Άντρες χωρίς άντρες", Νίκος Δαββέτας, εκδ. Πατάκη, 2020, σ. 232 

15/2/21

"Το κοριτσάκι στον παγετώνα", Adelaide Bon

 



Το κοριτσάκι στον παγετώνα είναι το ανατριχιαστικό αφήγημα που έγραψε η Αντελαΐντ Μπον για το βιασμό της από έναν παιδόφιλο στα εννιά της χρόνια. Παρ’ όλο που τότε έγινε καταγγελία, η Μπον, όπως τα περισσότερα θύματα βιασμού σε τόσο μικρή ηλικία απωθησε τη μνήμη, έβαλε τον εαυτό της στον πάγο, και προσπάθησε με όλους τους τρόπους να βρει διέξοδο, τρώγοντας βουλιμικά και κάνοντας το κορμί της μη ποθητό από τους άντρες, σπουδάζοντας θέατρο, γράφοντας ατελείωτες ώρες στο γραφείο του ψυχοθεραπευτή της, κάνοντας γιόγκα, ομαδικές θεραπείες. Τίποτα στην ουσία δεν βοηθούσε, μα βοηθούσαν όλα. Γιατί το βασικό είναι να αναδυθεί το τραύμα, να μπορέσεις να μιλήσεις για αυτό, ναι ακόμα και "τώρα", τόσα χρόνια μετά.


Το κοριτσάκι στον παγετώνα, αυτό που πάγωσε την ώρα του βιασμού και πάγωσε και μετά, είναι μια σπαρακτική καταγραφή των αισθημάτων του θύματος από ένα πραγματικό θύμα. Δεν είναι μόνο πως αποτελεί ένα επίκαιρο ανάγνωσμα, δίνει πολύ σοβαρά στοιχεία τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη. Δεν γίνεται πουθενά μελό, ούτε φαίνεται να πέφτει στην παγίδα της αυτολύπησης. Πρόκειται μια γυναίκα που έζησε με τους δαίμονες της, και το πάλεψε. Την ώρα της δίκης του βιαστή, πάρα πολλά χρόνια μετά, δεν δείλιασε, βρήκε δικηγόρο, κατέθεσε, κι ας ήταν οι μνήμες τόσο θολές, κι ας ήταν τόσο επώδυνο το να ζήσει από την αρχή όλη την ιστορία, και να μαζέψει τα θραύσματα (τα δικά της και των εικόνων). Τελικά ο άνθρωπος που της το έκανε αυτό (κι όχι μόνον σε αυτήν αλλά και σε άλλα εβδομήντα κορίτσια) πήγε φυλακή.


Όμως δεν ήταν όλα τα θύματα τόσο δυνατά, αρκετά ζούσαν ακόμα μια φρίκη, άλλα το είχαν απωθήσει τελείως, μικραίνοντας τη σημασία του, κάποια δεν ήθελαν να έχουν καμία σχέση. Το πόσο οδυνηρό είναι να έρχεσαι αντιμέτωπος με το θύτη περιγράφεται στο βιβλίο πάρα πολύ γλαφυρά. Το πόσο απαίσιο που πρέπει να ξαναζήσεις την εμπειρία και να καταθέσεις, που σε κρίνουν, που οι ειδικοί νομίζουν πως ξέρουν καλύτερα από σένα το κορμί σου.


Σε αυτό που δεν δίνει απάντηση το βιβλίο κι ίσως και να μην υπάρχει, είναι εάν μπορείς τελικά να ξεπεράσεις ένα τέτοιο τραύμα και πώς. Η συγγραφέας το προσπάθησε με όλους τους τρόπους, ακόμα και με τη συγγραφή αυτού του βιβλίου. Δεν συγχώρεσε φυσικά, ούτε ξέχασε, αλλά με κάποιο τρόπο συνεχίζει τη ζωή της. Αυτό αποδεικνύεται κι από τη συνέντευξη που έδωσε πρόσφατα στην Μαριαλένα Σπυροπούλου: "Τώρα τα συμπτώματά μου έχουν σχεδόν εξαφανιστεί και είμαι καλύτερα από ό,τι φανταζόμουν. Αν γίνει σωστή διάγνωση, αν υπάρχει κάποιος να μας ακούσει, να ασχοληθεί μαζί μας, υπάρχει σωτηρία" είναι η κατακλείδα της. Κι εγώ νιώθω πως υπάρχει διέξοδος, αν δεν προστατέψεις και δεν ξεπλύνεις τον βιαστή, αν αγαπήσεις και φροντίσεις το θύμα.



                                       Κατερίνα Μαλακατέ 




"Το κοριτσάκι στον παγετώνα", Αντελαΐντ Μπον, μετ. Άννα Διαμανίδη, εκδ. Στερέωμα, 2020

3/2/21

"Όλιβ Κίττριτζ", Elizabeth Strout

 




Βιβλίο που δεν θέλεις να τελειώσει, από εκείνα τα παρηγορητικά για την ανθρώπινη ύπαρξη είναι η «Όλιβ Κίττριτζ» της Ελίζαμπεθ Στράουτ. Είχα νιώσει περίπου την ίδια αίσθηση το προηγούμενό της που κυκλοφόρησε στα ελληνικά «Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον», όμως αυτό ήταν ένα βιβλίο περιορισμένο σε θεματολογία. Το "Όλιβ Κίττριτζ"  είναι πολύ πιο ολοκληρωμένο έργο, μεστό, από αυτά που θυμάσαι πως τα διάβασες για καιρό.

Η Όλιβ, η βαριά, απόλυτη, μερικές φορές άκαμπτη, κι άλλες απίστευτα διορατική δασκάλα μαθηματικών του σχολείου ενός χωριού στο Μέην, είναι παντρεμένη με τον μειλίχιο Χένρι, έναν γλυκό φαρμακοποιό, που του αρέσει να περνάει καλά κι απολαμβάνει την κάθε στιγμή ευτυχίας και τρυφερότητας. Η αντίθεσή τους είναι έντονη και στην αρχή κάνει την Όλιβ απόμακρη και αντιπαθητική. Στην πραγματικότητα όμως, η Κίττριτζ αποτελεί μόνο την αφορμή για να μας πει η συγγραφέας ένα σωρό ιστορίες, για τον έρωτα, τον γάμο, τη συντροφικότητα, την αγάπη των παιδιών, τη δουλειά, την ανεργία, τη ζωή, την αρρώστια και την ανημποριά, τον θάνατο.

Το μυθιστόρημα είναι σπονδυλωτο, κάθε μέρος του έχει τη μορφή και το μέγεθος ενός διηγήματος, και σε κάποια από αυτά η Όλιβ κάνει (ίσως κάτι λιγότερο) από γκέστ εμφάνιση. Όμως, παρ' όλα στο βιβλίο δεν πρωταγωνιστεί ο τόπος, ούτε πρόκειται για μια ηθογραφία. Στο κείμενο πρωταγωνιστούν οι άνθρωποι και οι σχέσεις τους. Για αυτό το όνομά της Ολίβ που κοσμεί το εξώφυλλο είναι τόσο ταιριαστός τίτλος.

Η Όλιβ είναι ένας χαρακτήρας «μεγαλύτερος από τη ζωή». Στην αρχή δεν μπορεί να δει πέρα από τη μύτη της, είναι εγωίστρια, δεν καταλαβαίνει πως καταδυναστεύει τον άντρα και τον γιο της, με τις αλλαγές στη διάθεσή της και τα άκαρδα σχόλια της. Δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στις αλλαγές, και σίγουρα δεν είναι ο άνθρωπος που θα σου πρόσφερε ένα χάδι στον ώμο ή μια γλυκιά κουβέντα παρηγοριάς. Όμως σιγά σιγά κατανοείς την ωμότητα και την απόλυτη ειλικρίνεια της, δεν θα την έκανες φίλη ίσως, αλλά θα ήθελες να είναι τριγύρω όταν τα πράγματα πάνε στραβά. Από τα βασικοτερα πλεονεκτήματα του βιβλίου εξάλλου είναι ο τρόπος που η Ελίζαμπεθ Στράουτ δίνει βάθος στον κάθε χαρακτήρα, η πολυπλοκότητά του αργεί να εμφανιστεί, στην αρχή μοιάζει με καρικατούρα κι έπειτα σπάει όλες τις συμβάσεις και τα κλισέ που είχες σκεφτεί. Έτσι κι η ψηλή, βαριά, παχουλή Όλιβ κλαίει μπροστά σε ένα κορίτσι που πάσχει από νευρική ανορεξία και του λέει "όλοι πεινάμε", ενώ καταβροχθίζει ένα ντόνατ. Κι η σκηνή αποκτά βάρος. 


Το μυθιστόρημα κέρδισε το Πούλιτζερ το 2008. Με έβαλε σε έναν αναγνωστικό ρυθμό που είχα καιρό τώρα να ακολουθήσω. Με τράβαγε μαζί του και το σκεφτόμουν κι όταν δεν το διάβαζα. Κάποια στιγμή ταυτίστηκα με την αντρική κορμοστασία και τα χέρια της Όλιβ (εγώ που είμαι 1.59 και μικροκαμωμένη) κι ένιωθα μέσα στο κορμί της, στο πόσο άβολα ένιωθε στο ίδιο της το πετσί. Και στο τέλος συνειδητοποίησα πως η ιδέα της για την ευτυχία μπορεί και να μην απέχει πολύ από τη δική μου.



                                         Κατερίνα Μαλακατέ

"Όλιβ Κίττριτζ", Ελίζαμπεθ Στράουτ, μετ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Άγρα, 2020, σ. 364

26/1/21

"Η χρονιά θανάτου του Ρικάρντο Ρέις", José Saramago

 




Από τα πιο σύνθετα βιβλία του Ζοζέ Σαραμάγκου, «Η χρονιά θανάτου του Ρικάρντο Ρέις» αλλά και τα πιο γοητευτικά του. Πιθανώς και το καλύτερό του. Μια σύνθεση που απαιτεί συγγραφική μαεστρία αλλά και αναγνωστική συγκέντρωση. Ο συγγραφέας ζητά την προσοχή του αναγνώστη του επιτακτικά, τόσο με τη γλώσσα όσο και με την πυκνότητά, υποσχόμενος πως θα τον ανταμείψει. Ο Σαραμάγκου δεν αθετεί την υπόσχεσή του, η ανταμοιβή είναι ένα μυθιστόρημα που αργότερα θα διεκδικεί θέση επάξια στις λίστες με τα δέκα, τα είκοσι, τα εκατό που θυμάσαι πως διάβασες.

Πρωταγωνιστές τρεις. Πρώτος ο Ρικάρντο Ρέις, ένας από τους ετερώνυμους του Φερνάντο Πεσσόα. Δεύτερη η χρονιά, το 1936. Τρίτη η πόλη, η ίδια η Λισαβόνα. Μα ας το πιάσουμε από την αρχή. Ο Ρικάρντο Ρέις, γεννημένος μια χρονιά μετά τον Πεσσόα, είναι ένας γιατρός-ποιητής που ζει στη Βραζιλία. Μόλις μαθαίνει πως ο Πεσσόα πέθανε, στις 30 Νοεμβρίου του 1935, παρατάει τη ζωή του κι έρχεται στη Λισαβόνα με ένα τεράστιο πλοίο. Στην αρχή καταλύει σε ένα ξενοδοχείο, όχι φοβερό πολυτελές, αλλά κι όχι και φτηνό, και περιφέρεται στην πόλη. Σχέσεις έχει μόνον με τους ενοίκους του ξενοδοχείου, τον ιδιοκτήτη, τον άνθρωπο για τα θελήματα, την καμαριέρα. Από τους ενοίκους τού τραβούν την προσοχή μια πολύ λεπτή κοπέλα στα είκοσι της, η Μαρσέντα, και ο πατέρας της. Η Μαρσέντα, έχει ένα χεράκι λαβωμένο, το αριστερό είναι ακίνητο. Ξεκινά μεταξύ τους ένα καθαρά πλατωνικό ερωτικό φλέρτ, ενώ παραλληλα ο Ρικάρντο Ρέις συνάπτει σεξουαλικές σχέσεις με την καμαριέρα, τη Λίντια. Ο μοναδικός του φίλος είναι ο Πεσσόα, που τον επισκέπτεται νεκρός, κι έχουν μακρές συζητήσεις.

Η χρονιά είναι το 1936. Στην Ευρώπη ανεβαίνει ο ναζισμός κι αρχίζει να πλανάται στην ατμόσφαιρα. Στην Ισπανία έρχεται ο Φράνκο. Στην Πορτογαλία; Σαλαζάρ. Ο Ρικάρντο Ρέις, συντηρητικός όπως και ο αληθινός Φερνάντο Πεσσόα, παρατηρεί, διαβάζει εφημερίδες, καλείται στην ασφάλεια μόνο και μόνο γιατί γύρισε από την Βραζιλία. Βλέπει με καλό μάτι τους πανηγυρισμούς των Ισπανών εξόριστών όταν ανατρέπεται η επανάσταση. Κι ας του εξηγεί η – αγράμματη Λίντια- πως δεν πρέπει να πιστεύει όσα διαβάζει στις εφημερίδες.

Η πόλη είναι η βροχερή Λισαβόνα, ο Ρέις επισκέπτεται κάθε της γωνιά, το βιβλίο θα μπορούσε να είναι και ταξιδιωτικός οδηγός, θέλεις να βρίσκεσαι εκεί μαζί του, παρ’ όλο που ο ίδιος δεν έχει καμιά δικιαολογία που άφησε τη ζωή του στη Βραζιλία.

Ο Σαραμάγκου ξεκινά πάντα από μια εκπληκτική ιδέα. Εδώ, η ιδέα πως ο Πεσσόα πέθανε αλλά ένας από τους συγγραφικούς του ετερώνυμους συνεχίζει να ζει, είναι συναρπαστική. Ο ήρωάς του είναι ένα λογοτεχνικό προσωπείο, και είναι ήδη πολύ περισσότερα από αυτό. Μοιάζει στον Πεσσόα, ως φιγούρα και στη μοναχικότητα, αλλά γείωνεται με διαφορετικό τρόπο. Οι δυο γυναίκες που αγαπά, με τις μόνες που έχει στην ουσία επαφή, εκτός από τον νεκρό Πεσσόα, είναι σαν καθρεφτισμα η μια της άλλης. Η μια έχει την κατάλληλη κοινωνική τάξη, τη σωστή χλωμάδα, τη μόρφωση. Η άλλη έχει το γήινο χυμώδες κορμί της, που το διαθέτει όπως αυτή επιθυμεί, γιατί το επιθυμεί. Η Λίντια, η καμαριέρα που στιγμές στιγμές δίνει στον Ρέις μια φέτα πραγματικότητας, είναι ένα βαθιά πολιτικό πρόσωπο. Κάποιες φορές ένιωθα σαν να ήταν το άλτερ ίγκο του ίδιου του Σαραμάγκου μες στο μυθιστόρημα.

Από ένα τέτοιο μυθιστόρημα βέβαια, δεν θα μπορούσε να λείπει ο Μπόρχες. Ο Ρικάρντο Ρέις εξάλλου προσπαθεί σε όλη τη διάρκεια του βιβλίου να διαβάσει το The God of the labyrinth (το φανταστικό μυθιστόρημα του Χέρμπερτ Κουέιν από το "Εξετάζοντας το έργο του Χέρμπερτ Κουέιν") επεκτείνοντας την ιδέα της ετερωνυμίας και της κιβδηλοποίησης ακόμα περισσότερο. Καμία λεπτομέρεια του Ρέις δεν είναι τυχαία. Ο Σαραμάγκου, επιμελής πάντα, έχει αποτυπώσει πλήρως την εποχή, τη χρονιά, τον ετερώνυμο, την ποίησή του. Το βιβλίο έχει πίσω του βαθιά έρευνα, ενώ δεν την επιδεικνύει. Οι διάλογοι μεταξύ Ρέις και Πεσσόα χρήζουν δεύτερης και τρίτης και νιοστής ανάγνωσης. Το παιχνίδι ανάμεσα στην φαντασία και την πραγματικότητα, τη ζωή και τον θάνατο είναι από τα πιο γοητευτικά. Και το τέλος, εννιά μήνες μετά, συγκλονιστικό. Ως συνήθως ο Σαρμάγκου σπάει τη συγγραφική σύμβαση, σου ζητάει να υπερβείς τη δυσπιστία σου πολύ πιο έντονα από ό,τι οι περισσότεροι συγγραφείς, έτσι όμως και βυθιστείς, δυσκολεύεσαι να βγεις από την ιστορία ακόμα και καιρό αφότου τελειώσει η ανάγνωση. 

 


                         Κατερίνα Μαλακατέ



"Η χρονιά θανάτου του Ρικάρντο Ρέις", Ζοζέ Σαραμάγκου, μετ. Αθηνά Ψυλλιά, εκδ. Καστανιώτη, 2020, σ. 494













Υ.Γ.42 
"Άπαντα πεζά", Χ.Λ.Μπόρχες, μετ. Αχ.Κυριακίδης, εκδ.ελλ.γράμματα, 2005, σ.144


16/1/21

Ετερωνυμία και αυτοκιβδηλοποίηση











Ο Μπόρχες κι ο Πεσσόα

πιθανότατα δεν θα ‘χαν ακουστά

τον Κωνσταντίνο Σιμωνίδη

ίσως να μην ήξεραν

ούτε ο ένας για τον άλλον                                                           

 

Δεν πρόκειται για πλαστογραφία,

μάλλον για κιβδηλοποιία,

        είπες.

 

Ο Σιμωνίδης αποπειράθηκε

να δηλητηριάσει τον πατριό του                                              

στα χίλια οκτακόσια τριάντα έξι

έτσι βρέθηκε στο Περιβόλι του Ουρανού

ετών δεκάξι

αντιγραφέας στη βιβλιοθήκη

 

Ο Ρικάρντο Ρέις με σιγουριά                                                      

δεν είχε ακουστά τον Σιμωνίδη.

Ο Άλβαρο ντε Κάμπος,

όμως;

 

Ενδυόταν με σχετική επιτυχία

τον μανδύα της επιστήμης,                                                         

          είπες

Η αλήθεια ανακατεύεται με το ψέμα,

           είπα εγώ

Είναι προ πάντων εξέγερση εναντίον της ιστορικότητας,

           είπες                                                                                          

του άρεσε να εφευρίσκει τον εαυτό του

          είπα εγώ.

 

Ο Πεσσόα γεννήθηκε το χίλια οκτακόσια ογδόντα οκτώ

Ο Μπόρχες το χίλια οκτακόσια ενενήντα εννέα

Ο Σιμωνίδης πέθανε το χίλια οκτακόσια ενενήντα,                         

εικάζουν.

Εκείνος ισχυρίστηκε κάποτε

πως πέθανε το χίλια οκτακόσια

εξήντα επτά από λέπρα

 

Το δύο χιλιάδες έξι                                                                         

παρουσιάστηκε στο Βερολίνο ένας πάπυρος

από τα Γεωγραφούμενα

του Αρτεμίδωρου του Εφέσιου.

Ο ιταλός ελληνιστής Λουτσιάνο Κάνφορα

υποστήριξε πως, το χειρόγραφο                                                         

ήταν καταφανώς

πλαστό·

έργο του Σιμωνίδη.

 

 

                                                       Κ.Μ.

 

 

 

Υ.Γ. 42 Ο Κωνσταντίνος Σιμωνίδης είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα δευτερεύοντα πρόσωπα της ιστορίας της φιλολογίας. Μικρός αποπειράθηκε να σκοτώσει τον πατριό του και για αυτόν τον έστειλαν στα δεκαέξι του στο Άγιον Όρος. Εκεί, ενθουσιάστηκε με τα κειμήλια, τα βιβλία, τους πάπυρους, τα όστρακα της βιβλιοθήκης του μοναστηριού και εξασκήθηκε στην καλλιγραφία. Κάποια χρόνια αργότερα κατάφερε να πουλήσει κίβδηλα κειμήλια στην Εθνική Βιβλιοθήκη στην Αθήνα, κι έκτοτε, όποιο νέο εύρημα, υπάρχει ο κίνδυνος να έχει κατασκευαστεί από τον Σιμωνίδη. Του άρεσε πολύ να μπλέκει την αλήθεια με το ψέμα, να φτιάχνει πηγές για να στηρίξει άλλες πηγές, έγραψε τη βιογραφία και τη νεκρολογία του, εκατοντάδες παραποιημένα κείμενα και ψευτοκειμήλια.

Αγάπησα τον Σιμωνίδη, κάποια χρόνια πριν, διαβάζοντας τον «Αλλόκοτο ελληνισμό» (εκδ.Κίχλη, 2016) του Νικήτα Σινιόσγλου. Συνέπεσε η συγγραφή του ποίηματος με την ανάγνωση για δεύτερη φορά της «Χρονιάς θανάτου του Ρικάρντο Ρέις», του Ζοζέ Σαραμάγκου (μετ. Αθηνά Ψυλλιά, εκδ. Καστανιώτης, 2020). Και με κάποιο τρόπο ο Πεσσόα έγινε ένα στο μυαλό μου με τον Σιμωνίδη. Ο Μπόρχες προέκυψε κατά τη διαδικασία της γραφής, μοιάζει σχεδόν αυτονόητο. Δεν ξαναδιάβασα ολόκληρο το κείμενο του Σινιόσογλου, αλλά χρησιμοποίησα στους στίχους τις φράσεις του που είχα υπογραμμίσει τότε στην πρώτη ανάγνωση, ίσως λιγάκι παραποιημένες (σε αυτές συμπεριλαμβάνεται και ο τίτλος). Έτσι το ποίημα συνομιλεί με τον Μπόρχες, τον Πεσσόα και τους ετερώνυμους του και τον Νικήτα Σινιόσογλου, και μιλά πολύ λίγο για τον Κωνσταντίνο Σιμωνίδη. Αυτός εξάλλου, ζει πια στις παρυφές της ιστορίας, μέχρι που εμφανίζεται το επόμενο χειρόγραφο, κι όλο και κάποιος ελληνιστής, τον ξαναθυμάται. 




Υ.Γ. Η Λέσχη Ανάγνωσης του Booktalks διαβάζει απόψε στις 8μ.μ. τη "Χρονιά θανάτου του Ρικάρντο Ρέις" του Ζοζέ Σαραμάγκου. Εγώ σήμερα ως τις 7:30μ.μ. θα δίνω εξετάσεις για περάσω το μεταπτυχιακό μάθημα στο πλαίσιο του οποίου προέκυψε το ποίημα.