16/9/21

"Εκπνοή", Ted Chiang

 






“Νομίζω πως με άνεση ο Τεντ Τσιάνγκ εδραιώθηκε μέσα μου ως άμεσος απόγονος του Φίλιπ Ντικ· κάτι σαν χαμένος γιος ή εγγονός του. Και αποκατέστησε την πίστη μου στην επιστημονική φαντασία, ως το μόνο λογοτεχνικό είδος που μπορεί να με σώσει από την ανία”.

Έτσι έκλεινα το κείμενο για την μόνη άλλη συλλογή διηγημάτων του Τεντ Τσιάνγκ, Ιστορίες της ζωής σου και άλλες ιστορίες. Κι είχα και δίκιο και άδικο. Δίκιο γιατί με την Εκπνοή ο εξαιρετικά ολιγογράφος Τσιάνγκ σίγουρα εδραιώνεται μέσα μου ως ο βασικός εκπρόσωπος της τωρινής λογοτεχνίας επιστημονικής φαντασίας. Κι άδικο, γιατί με αυτή την συλλογή ο Τσιανγκ προσπερνάει τον Ντικ, και κάνει αυτό που ίσως θα έκανε εκείνος αν δεν ήταν τόσο βουτηγμένος στις ουσίες, γράφει επιστημονική φαντασία που προχωράει βαθιά, και μιλάει για όλα τα σημαντικά και φιλοσοφικά της ανθρώπινης φύσης, αφήνοντας κατά μέρος την επιφάνεια.

Ήδη από το πρώτο διήγημα της συλλογής, το Ο έμπορος και η πύλη του Αλχημιστή, ο συγγραφέας φτιάχνει μια ιστορία που αφορά το ταξίδι στον χρόνο και τον χώρο και την ύπαρξη ή όχι του πεπρωμένου, που θα ζήλευαν κι οι Χίλιες και μια νύχτες. Το ταξίδι στον χρόνο μετατρέπεται έτσι σε φιλοσοφικό και θεολογικό ζήτημα.

Στον Βιολογικό κύκλο των λογισμικών όντων, που μάλλον έχει μέγεθος νουβέλας, ασχολείται με την τεχνητή νοημοσύνη, τα όρια του συναισθήματος και της γνώσης, πού μπορεί να οδηγήσει μια ανθρωπόμορφη, παιδική, εκδοχή της. Γιατί το μεγαλώνεις ένα ψηφιόν, είναι και δεν είναι όπως το να μεγαλώνεις ένα παιδί με σάρκα και οστά.

Στο Η αγωνία είναι ο ίλιγγος της ελευθερίας ο Τσιάνγκ διερευνά τα παράλληλα σύμπαντα, τι θα γινόταν μπορούσαμε να έχουμε επαφή με τους παράλληλους εαυτούς μας, τις πολλές εκδοχές της προσωπικότητας και της ηθικής μας. Αν το πεπρωμένο δεν είναι γραμμένο, και σε μια στιγμή μπορεί να πεθάνεις στο ένα σύμπαν και να συνεχίσεις να ζεις στο άλλο, ποιος είσαι.

Για να φτάσουμε στο κατ’ εμέ κορυφαίο, τον Ομφαλό, όπου η επιστήμη έχει ήδη αποδείξει πως υπάρχει Θεός, μόνο που… Εδώ πια καταπιάνεται άμεσα με το θείο για να κατδείξει πως όλα αφορούν τον άνθρωπο.

Ο Τεντ Τσιάνγκ μιλάει για τον χρόνο, τον τόπο, την ύπαρξη ή όχι της ελεύθερης βούλησης, του Θεού, για το νόημα της ανθρώπινης ζωής εν γένει. Δεν τον απασχολεί πια τόσο να γράψει για τα επιτεύγματά μας σε διακόσια χρόνια, απαγκιστρώνεται από την ανάγκη για τη ματιά στο μέλλον, γράφει για το παρόν, σχεδόν σαν να κάνει μια άτυπη φιλοσοφική πραγματεία. Ο Τσιάνγκ γράφει πολύ λίγο (αυτές οι δυο συλλογές είναι όλες κι όλες και δεν έχει άλλο), κι ας έχει σαρώσει όλα τα βραβεία. Συνεχίζω να έχω την αίσθηση πως καθένα από αυτά τα διηγήματα άξιζε να γίνει μυθιστόρημα. Όμως εκτιμώ την πυκνότητά τους, την ματιά τους, την προσοχή και το παίδεμα. Χαίρομαι που στην Ελλάδα ένας τέτοιος συγγραφέας μεταφράζεται από μια από τις ευφυέστερες μεταφράστριες μας (η Μαργαρίτα Ζαχαριάδου το κέντησε το βιβλίο) και το βιβλίο βγαίνει με αυτό το εξώφυλλο, σε αυτές τις εκδόσεις. Ας ελπίσουμε πως κάτι επιτέλοους θα αλλάξει στον τόπο που οι μισοί αναγνώστες ακούν επιστημονική φαντασία και τρέχουν μακριά. Και σε αυτούς που είπαν «Είναι το καλύτερο βιβλίο του καλοκαιριού μου, δεν πρόκειται για επιστημονική φαντασία, αποκλείεται» η απάντηση είναι απλή: «Είναι επιστημονική φαντασία. Στα καλύτερά της».

                             
                                                                    Κατερίνα Μαλακατέ



"Εκπνοή", Ted Chiang, μετ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Ίκαρος, 2021, σ. 451

7/9/21

"Το πέρασμα του μακελάρη", John Williams

 




Θα διάβαζα ποτέ ένα βιβλίο που το λένε Το πέρασμα του μακελάρη (Butcher’scrossing) και στο οπισθόφυλλο γράφει πως πρόκειται για γουέστερν, αν δεν ήταν του Τζον Γουίλιαμς; Ποτέ. Αυτή είναι η αλήθεια. Κι αλήθεια είναι πως το θέμα δεν μου ταίριαξε, και σίγουρα ο Μακελάρης δεν αντικατέστησε στην τρυφερή αναγνωστική καρδιά μου ούτε τον Στόουνερ , ούτε τον Αύγουστο (αδυνατώ ακόμα να αποφασίσω ποιο μου άρεσε πιο πολύ, τελευταία κλίνω προς τον Αύγουστο). Όμως το μυθιστόρημα αυτό, το πρώτο του Γουίλιαμς αν εξαιρέσεις το αποκηρυγμένο, έχει ύπουλη γοητεία, κι εκεί που αναρωτιέσαι γιατί διαβάζεις για σκοτωμούς βουβαλιών, και πορωμένους δολοφόνους ζώων, σε τραβάει στον κόσμο του και δεν μπορείς να το αφήσεις.


Πρωταγωνιστής ο νεαρός Γουίλιαμ Άντριους, που επηρεασμένος από τον Έμερσον και τον Θορό, παρατάει τις σπουδές του στο Χάρβαρντ και ταξιδεύει ως Το πέρασμα του Μακελάρη, εκεί που κάνουν στάση οι κυνηγοί βουβαλιών, ψάχνοντας για την περιπέτεια, την επαφή με τη φύση, για αυτό το κάτι άλλο που θα δώσει νόημα στη ζωή του. Σύντομα αποφασίζει να χρηματοδοτήσει την αποστολή του Μίλερ, ενός κυνηγού που ισχυρίζεται πως ξέρει ένα μέρος στα βουνά όπου μπορούν να βρουν τεράστια κοπάδια βουβαλιών. Ξεκινούν οι τέσσερίς του, ο Άντριους, ο Μίλερ, ένα μάλλον γκροτέσκο ανθρωπάκι, ο Τσαρλς Χότζ, κι ένας γδάρτης, ο Σνάιντερ. Και τα βγάζουν πέρα με το άγριο τοπίο, και τη δίψα και την πείνα, και τους καυγάδες μεταξύ τους, και φτάνουν στον προορισμό τους και πετυχαίνουν τον σκοπό τους· κι ο Μίλερ δεν μπορεί να σταματήσει να σκοτώνει βουβάλια, χιλιάδες βουβάλια που αφήνει τα -γυμνά από δέρμα- κουφάρια τους να σαπίζουν στον ήλιο και κρατάει μόνο τα τομάρια τους.

Κι εκεί αρχίζει η γνωστή βύθιση του Γουίλιαμς στην ψυχή των ηρώων του. Ο Άντριους είναι ένα αγόρι που δεν ξέρει πολλά από αγριότητα, έχει όμως τη λαχτάρα να εξερευνήσει και να μάθει. Δίπλα του ο Μίλερ μοιάζει με πορωμένος δολοφόνος. Ο λογικός Σνάιντερ δεν εισακούεται ποτέ. Ο Τσαρλς δεν τα καταφέρνει και θα μείνει πίσω. Όλοι αυτοί μαζί συμβολίζουν την ίδια την Αμερική, την ορμή και την αφέλειά της, τον επαγγελματισμό και την πίστη, τον ερασιτεχνισμό και την ευπιστία, τη λαχτάρα για γρήγορα λεφτά και σκοτωμούς και καθυπόταξη όλων των άλλων. Το μακελείο των βουβαλιών, που δεν κάνουν καν προσπάθεια να αντισταθούν, που μοιάζει και είναι μάταιο, για τον Μίλερ είναι μονόδρομος. Είναι αυτός που είναι και θα σφάξει μέχρι τέλους.

Το πέρασμα του μακελάρη είναι ίσως το πιο περίεργο από τα τρία μυθιστορήματα του Γουίλιαμς, κάποια στιγμή νιώθεις τα εντόσθια να κρέμονται από τα χέρια σου. Σίγουρα πρόκειται για αυτό που αγάπησα λιγότερο. Γραμμένο από κάποιον άλλο μπορεί να με έκανε να νιώσω και αποστροφή. Αλλά η γραφή του Γουίλιαμς έχει το χάρισμα αυτών των χαμηλότονων χαρακτήρων, της ηπιότητας της πλοκής, σαν να σε βάζει να κάνεις παύση ξαφνικά και να αφουγκραστείς πραγματικά τους ανθρώπους. Κι αυτό είναι που ενώνει τα τόσο ετερόκλιτα μυθιστορήματά του, και δίνει στο έργο του ξεχωριστό ύφος. Συνεχίζει να μου κάνει τεράστια εντύπωση πως παρέμεινε αφανής και ξεχασμένος για τόσον καιρό. Νομίζω όμως πια πως θα πάρει τη θέση του στον Κανόνα.



                                    Κατερίνα Μαλακατέ




"Το πέρασμα του μακελάρη", John Williams, μετ. Αθηνά Δημητριάδου, εκδ. Gutenberg, 2021, σ.460









1/9/21

"Οι λέοντες της Σικελίας", Stefania Auci

 




Είχα καιρό να διαβάσω ιστορικό μυθιστόρημα, κι έτσι έπιασα τους Λέοντες της Σικελίας της Στεφάνια Άουτσι με μεγάλη όρεξη. Λίγα πράγματα ήξερα για την εποχή στην Ιταλία κι αυτό έκανε το βιβλίο ακόμα πιο ελκυστικό. Κι όντως πρόκειται για ευκολοδιάβαστο ανάγνωσμα, που κυλά απρόσκοπτα χωρίς λογοτεχνικές εκπλήξεις ούτε καν μεγάλες ανατροπές στην πλοκή. Αυτό είναι το βασικό του ατού· και το βασικό του μειονέκτημα.

Το μυθιστόρημα ακολουθεί την οικογένεια Φλόριο για εβδομήντα χρόνια, από το 1799 που μετακόμισαν φτωχοί στο Παλέρμο, ως την εποχή της παντοδυναμίας τους. Ο Πάολο Φλόριο φεύγει με την οικογένειά του (τη γυναίκα, το μωρό τους, τον αδελφό του, και την ορφανή ανιψιά του) μετά το σεισμό και εγκαθίσταται από το χωριό του, τη Μπανιάρα, στο Παλέρμο. Η γυναίκα του, η Τζουζεπίνα, σιχαίνεται που την απομάκρυνε από το σπίτι και τους φίλους της. Οι δυο τους δεν τα πήγαιναν ποτέ καλά, ο γάμος τους από προξενιό ήταν από την αρχή ένα βάσανο για κείνη, θα προτιμούσε πολύ περισσότερο να είχε παντρευτεί τον κουνιάδο της, τον Ινιάτσιο. Τα δυο αδέλφια (ο Πάολο και ο Ινιάτσιο) ξεκινούν να δουλεύουν ένα μαγαζί με μπαχαρικά που είχαν ήδη στο Παλέρμο, και από εκεί και μπρος η πορεία των οικονομικών τους είναι ανοδική. Όταν πεθαίνει ο Φλόριο, αναλαμβάνει ο Ινιάτσιο, κι όταν πεθαίνει κι αυτός, αναλαμβάνει ο γιος του Πάολο και της Τζουζεπίνας, Βιντσέντζο. Το μυθιστόρημα ακολουθεί την ανέλιξη της οικογένειας, μέσα σε μια πόλη με ξεπεσμένους και πεινασμένους αριστοκράτες. Όσα λεφτά κι αν αποκτήσουν όμως οι Φλόριο, δεν θα μπορέσουν ποτέ να κερδίσουν την εκτίμηση αυτών των ανθρώπων. Μόνο το αίμα μετράει.

Η πλοκή εκτείνεται χρονικά σε μια μεγάλη ιστορική περίοδο και η συγγραφέας δεν καταφέρνει πάντα να ακολουθήσει την εποχή, για αυτό συχνά πυκνά βάζει ανάμεσα στα κεφάλαια μια σκέτη περίληψη της ιστορικής συνθήκης, των συγκρούσεων, των μαχών, της πανούκλας. Αυτό αποδυναμώνει το κείμενο και του δίνει μια αίσθηση προχειρότητας. Οι χαρακτήρες είναι δομημένοι εξαιρετικά, σε κάνουν να θέλεις να τους ακολουθήσεις ακόμα κι αν η αφήγηση σε κάποια σημεία κάνει κοιλιά. Η Άουτσι κάνει ιδιαίτερη προσπάθεια να αναφερθεί στη θέση της γυναίκας, κι αυτό ίσως είναι ένα από τα πιο δυνατά σημεία του μυθιστορήματος. Οι γυναίκες σπάνια διαλέγουν οι ίδιες ποιον θα παντρευτούν, οι ξεπεσμένες αριστοκράτισσες προσπαθούν να παντρευτούν κάποιον πλούσιο, οι πλούσιοι κάποια με τίτλο. Η γυναίκα που ακολουθεί την καρδιά της και μένει με κάποιον που δεν την παντρεύεται, είναι για πάντα μιαρή, ακόμα κι αν στο τέλος παντρευτεί. 

Η ιστορία των Φλόριο είναι ενδιαφέρουσα, και ακόμα πιο συναρπαστική είναι η εποχή του 19ου αιώνα στη Σικελία. Εδώ νομίζω πως η Άουτσι έχασε μια μοναδική ευκαιρία να γράψει ένα πραγματικά σημαντικό κείμενο. Τώρα όλα μοιάζουν μέτρια και συνηθισμένα, η γραφή, η ιστορία, οι χαρακτήρες παρά την ίντριγκα, τους έρωτες, το χρήμα, τα οικόσημα και το πάθος. To βιβλίο έγινε διεθνές bestseller, μεταφράζεται σε 32 γλώσσες κι είναι το πρώτο μιας σειράς. Εγώ πάντως δεν είμαι σίγουρη αν θα διάβαζα το δεύτερο.

                      Κατερίνα Μαλακατέ



Υ.Γ. 42 Το δεύτερο βιβλίο κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2021 στα ιταλικά και δεν έχει ακόμα μεταφραστεί στα ελληνικά.



"Οι λέοντες της Σικελίας", Stefania Auci, μετ. Δήμητρα Δότση, εκδ. Κλειδάριθμος, 2021, σ.544

18/8/21

"Σάγκι Μπέιν", Douglas Stuart

 




Η βράβευση του Σάγκι Μπέιν με το Booker το 2020 (βρέθηκε στη short list ανάμεσα σε άλλα οκτώ πρωτόλεια, αλλά και σε μυθιστορήματα λογοτεχνικων μεγαθήριων) μου είχε εξάψει την περιέργεια από πέρυσι, όμως φοβήθηκα τους σκωτσέζικους ιδιωματισμούς και δεν το διάβασα στο πρωτότυπο. Έτσι περίμενα με λαχτάρα τη μετάφραση, και το ξεκίνησα σχεδόν μόλις βγήκε στα ελληνικά. Η έκδοση, ειδικά η συλλεκτική με το σκληρό εξώφυλλο και το σκίτσο του συγγραφέα της «Αγίας Άγκνες» που καταλαμβάνει δισέλιδο, είναι εξαιρετική και πολύ δελεαστική. Βεβαίως το τούβλο αυτό είναι βαρύ, 524 σελίδες μεγάλου σχήματος δεν είναι παίξε γέλασε.

Και ο Shuggy Bain (προφέρεται μάλλον Σούγκι, αντί για Σάγκι – ή κάτι ενδιάμεσο- σύμφωνα με τον συγγραφέα) με αντάμειψε. Οι πρώτες σελίδες με φόβισαν, σκέφτηκα πως πρόκειται πάλι για ένα από τα σκληρά μελό με το ατελείωτο ανεπεξέργαστο τραύμα να ξεπετάγεται από τις σελίδες σε κάθε αράδα (πρόσφατα παραδείγματα το Λίγη Ζωή αλλά κι το Δυσφορεί η νύχτα). Είχα άδικο. Ο Ντάγκλας Στιούαρτ ξεκίνησε μεν να γράφει το βιβλίο βάσει των προσωπικών του βιωμάτων στην παιδική και εφηβική ηλικία, αλλά επέλεξε να πει την ιστορία της μητέρας του μάλλον κι όχι τη δική του. Έτσι όλα στρογγυλεύουν, χωρίς να χάνεται ο ζόφος τυλίγεται από ένα πέπλο αγάπης.

Ο Σάγκι μεγαλώνει στη σκληρή δεκαετία του Θατσερισμού της δεκαετίας του ’80 στη Γλασκώβη. Παντού ανεργία, μιζέρια, άντρες που ζουν από τα επιδόματα και αποτρελαίνονται στον καναπέ βλέποντας τηλεόραση, και ποτό. Η Άγκνες Μπέιν είναι μια όμορφη, κλασάτη γυναίκα που ζει μαζί με τους γονείς της, τα δυο παιδιά από τον καλό πρώτο Καθολικό της γάμο, τον γόη Προτεστάντη ταξιτζή άντρα της Μπιγκ Σαγκ και τον μικρούλη Σάγκι. Όταν μετακομίζουν σε μια εργατική γειτονιά η Άγκνες ξεχωρίζει, δεν μπορεί να το διαχειριστεί, ο Σαγκ φεύγει και ζει με μια άλλη γυναίκα και μένει εκείνη μόνη με τα παιδιά, με την τρελή της ζήλια, τη μοναξιά της και το ποτό.

Ο Σάγκι, που έχει και τους δικούς του δαίμονες με τη σεξουαλικότητα να αντιμετωπίσει, ζει τη γνωστή παράνοια του παιδιού προστάτη, από τη μια έχει τη μητέρα του μοναδικό στήριγμα και της έχει απεριόριστη λατρεία και αγάπη, κι από την άλλη πρέπει να ζήσει χωρίς λεφτά, χωρίς φαγητό και να ανεχτεί τη μιζέρια του εθισμού της. Ο κύκλος επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, για λίγο καθαρή, μετά πάλι άντρες, πάλι ζήλιες, πάλι το επίδομα να χάνεται από την πρώτη μέρα και να μένουν νηστικοί.

Το περιβάλλον είναι τοξικό. Ο Ντάγκλας Στιουαρτ γράφει ένα βιβλίο βαθιά πολιτικό αλλά δεν παίρνει πολιτική θέση (όπως θα έπαιρνε ας πούμε ο Λόουτς σε αντίστοιχη ιστορία). Αυτό κάνει το βιβλίο ακόμα πιο σπαρακτικό, αφόρητο σε στιγμές. Σε καμία φάση (αν εξαιρέσεις την –μάλλον αδύναμη— αρχή) μελό. Η Άγκνες είναι αγία και καταραμένη μαζί, μια μαινάδα των καιρών, μια μάνα των καιρών. Προσπαθεί να ζήσει σε έναν κόσμο που δεν τη χωράει. Αυτό είναι το βασικό της κρίμα. Και το πληρώνει με τη ζωή των παιδιών της. Επιβιώνει μόνο όποιος την εγκαταλείπει. Γιατί βεβαίως δεν είναι άμοιρη ευθυνών.

Ο Στιουαρτ έγραφε αυτό το βιβλίο δέκα χρόνια. Το ξεκίνησε όταν τα δικά του τραύματα άρχισαν να επουλώνονται, ήταν ήδη πετυχημένος στον χώρο της μόδας. Ένιωθε πως αυτά που έζησε έπρεπε να τα πει. Τα κατάφερε να κάνει το βίωμα λογοτεχνία; Όσο διάβαζα δεν ήμουν απολύτως σίγουρη. Όμως τώρα που έχει περάσει καιρός από την ανάγνωση, το πρόσημο είναι θετικό. Ο Ντάγκλας Στιουαρτ είναι σίγουρα ένας συγγραφέας που θα μας απασχολήσει και στο μέλλον.


                                                    Κατερίνα Μαλακατέ



Υ.Γ. 42 Το Booker είναι μάλλον το βραβείο που ταιριάζει πιο πολύ στα αναγνωστικά μου γούστα. Βραβευμένα με Booker τα τελευταία χρόνια: «Ο Γαλατάς» της Μπερνς, το «Γυναίκα, κορίτσι άλλο» της Εβαρίστο, οι «Διαθήκες» της Άτγουντ, «Λήθη και Λίνκολν» του Σώντερς, το «Ένα κάποιο τέλος» του Μπαρνς, «Το μονοπάτι για το Βορρά» του Φλάναγκαν, κ.ο.κ.

Υ.Γ42-2 Στην έκδοση συμβαίνει το εξής παράδοξο, δεν υπάρχει κανένα θέμα στη μετάφραση των σκωτσέζικων ιδιωματισμών. Όμως σε πολλά σημεία η μετάφραση και επιμέλεια των αγγλικών ιδιωματικών φράσεων χρειάζονται βοήθεια. Πρέπει να κάνεις αντίστροφη μετάφραση στο μυαλό σου για να καταλάβεις τι θέλει να πει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτό:








                              Κατερίνα Μαλακατέ



"Σάγκι Μπέιν", Douglas Stuart, μετ. Σταυρούλα Αργυροπούλου, εκδ. Μεταίχμιο, 2021, σ.524


25/7/21

"Αρκαδία", Emmanuelle Bayamack-Tam

 


Ξεκίνησα την Αρκαδία μόλις συνειδητοποίησα πως ασχολείται με τη σεξουαλικότητα και το φύλο. Ο καθένας έχει τις εμμονές του και στην παρούσα φάση αυτή είναι η δική μου. Η Εμμανυέλ Μπαγιαμάκ- Ταμ στη Γαλλία γράφει συνήθως νουάρ με ψευδώνυμο, κι αυτό είναι το πρώτο της βιβλίο που βραβεύεται και μεταφράζεται με το δικό της όνομα.


Κεντρική πρωταγωνίστρια στην Αρκαδία είναι η Φαρά, ένα έφηβο κορίτσι, που ζει μαζί με τους γονείς της σε μια ελευθεριακή κοινότητα, το Liberty House, που είναι κατά της βίας και των διαχωρισμών, υπέρ του ελεύθερου έρωτα, του γυμνού σώματος και της αυτοδιάθεσης. Αρχηγός αυτής της κοινότητας είναι ο Αρκαντύ, του αρέσει να κάνει έρωτα με όλους χωρίς διακρίσεις, δεν τον πειράζουν οι ηλικίες, οι δυσμορφίες, οι αναπηρίες, απαγορεύει στα μέλη να τρώνε κρέας, κάνει πύρινα κηρύγματα, είναι κάπως σαν μπαμπάς και υπερφυσικός εραστής μαζί, φροντίζοντας για παχυλές χορηγίες που επιτρέπουν στα μέλη να ξεκουράζονται και να μην δουλεύουν. Η κοινότητα απέχει από όλα τα ηλεκτρονικά μέσα, δεν υπάρχουν κινητά τηλέφωνα ή ίντερνετ, και δεν ενθαρρύνει την επαφή με άτομα εκτός κοινότητας.

Η Φαρά είναι ένα ατσούμπαλο παιδί, το σώμα της είναι κάπως τετράγωνο και βαρύ, και φαίνεται σαν τα δευτερογενή χαρακτηριστικά του φύλου της να είναι αντρικά. Παρ’ όλα αυτά ο Αρκαντύ γίνεται εραστής της –περιμένει τα 15α της γενέθλια για να μην τους πιάσει ο νόμος. Αυτή τον λατρεύει. Αλλά συνειδητοποιεί αργά και σταθερά, πρώτον πως πάσχει από κάποια διαταραχή φύλου γενετικά και είναι ίντερσεξ, χωρίς όμως η ίδια να έχει αμφιβολία για την ταυτότητα φύλου της, δεύτερον πως ο Αρκαντύ είναι πενήντα ετών κι ίσως δεν ήταν το πιο σωστό να είναι εραστής της όσο ήταν έφηβη ή και παιδί, τρίτον πως όλα όσα λέγονται από τον Αρκαντύ δεν ισχύουν, όταν την πόρτα της κοινότητας χτυπά κάποιος πραγματικά διαφορετικός και απειλούνται τα προνόμια.

Η αρχική ιδέα της Μπαγιαμάκ- Ταμ είναι εξαιρετική, στήνει του ήρωες και την αφήγηση με κέφι και, σε αρκετά σημεία, χιούμορ. Χειρίζεται κάπως περίεργα τη ρευστότητα του φύλου της πρωταγωνίστριας, και δεν πιστεύω πως τα μη δυικά άτομα μπορούν να ταυτιστούν μαζί της. Με την ίδια αμηχανία στέκεται απέναντι στο LibertyHouse∙ το σατιρίζει, αλλά δεν το χλευάζει, ούτε το καταδικάζει. Ομολογώ πως θα περίμενα κάτι άλλο όσο η Φαρά αφυπνίζεται και κατανοεί πια ως ενήλικη, μακριά από τη σέκτα, τι ακριβώς συνέβη στην παιδική της ηλικία. Αντί για αυτό, από τη μέση του βιβλίου και μετά αρχίζει μια επικίνδυνη φλυαρία, επαναλήψεις στα συναισθήματα της κεντρικής της ηρωίδας, που μοιάζει να μην εμβαθύνει σε όσα τραυματικά της έχουν συμβεί, την ανακάλυψη πως κάνει μετάβαση από κορίτσι σε αγόρι χωρίς πραγματικά να το θέλει, τη σεξουαλική της αφύπνιση από τόσο μικρή, από έναν άντρα τόσο μεγαλύτερο. Αλλά και το τι είναι πραγματικά διαχωρισμός και ρατσισμός.

Η Αρκαδία είναι ένα ενδιαφέρον μυθιστόρημα. Η συγγραφέας δεν κάνει επίδειξη λογοτεχνικής τεχνικής, ούτε όμως να χάνει κάπου το νήμα της αφήγησης. Πιθανότατα χρειαζόταν να σκάψει κάπως βαθύτερα στα ζητήματα φύλου και κακοποίησης που είναι προτάγματα της εποχής, για να απογειωθεί το κείμενο και να μην κάνει κοιλιά. Το μυθιστόρημα παραμένει πάντως άξιο να διαβαστεί. Ειδικά από αυτούς που τα ζητήματα αυτά δεν τους απασχόλησαν ποτέ ως τώρα.




                               Κατερίνα Μαλακατέ




"Αρκαδία", Emmanuelle Bayamack-Tam, μετ. Χαρά Σκιαδέλλη, εκδ. Πόλις, 2021, σ. 376


20/7/21

" Η λίστα του Λεπορέλο", Φώτης Δούσος






Η λίστα του Λεπορέλο του Φώτη Δούσου είναι ένα βιβλίο που θα μιλήσει στην καρδιά συγγραφέων και βιβλιόφιλων. Πρόκειται για ένα αστυνομικό μυθιστόρημα με κεντρικό θέμα έναν ψυχοπαθή σίριαλ κίλερ εκδοτών. Όλοι υποπτεύονται από την αρχή κάποιον απογοητευμένο συγγραφέα που δεν του εξέδωσαν το πόνημά του. Είναι ξεκάθαρο εξάλλου πόσο συγγραφείς και αναγνώστες αγαπάμε τους εκδότες και δεν θα θέλαμε να τους δολοφονήσουμε. Αστειεύομαι βεβαίως, και η αλήθεια είναι πως το χιούμορ είναι κεντρικό στοιχείο του βιβλίου. Μια καλοπροαίρετη σάτιρα του εκδοτικού χώρου και ταυτόχρονα ένα καλογραμμένο αστυνομικό μυθιστόρημα, που κρατά το ενδιαφέρον, χωρίς να είναι ένα κλασικό whodunit. Κανένας δεν νοιάζεται να βρει τον δολοφόνο.

Κεντρικός ήρωας ο εκδότης Γιάννης Δημάδης, εκδότης του Λίθου, ενός μάλλον μεσαίου εκδοτικού οίκου, που εκδίδει καλή λογοτεχνία, και πού και πού κανένα ευπώλητο ή βιβλίο που θα κάνει ντόρο. Ο Δημάδης βαριέται πολύ τους Έλληνες συγγραφείς, τον εγωισμό και την ομφαλοσκόπησή τους, όμως θα χρειαστεί να ασχοληθεί ξανά με αυτούς και τα «κομμένα» τους βιβλία όταν τρεις μεγαλοεκδότες δολοφονούνται. Και οι τρεις έχουν λάβει τρεις «προειδοποιητικές νουβέλες» στις οποίες δεν έδωσαν καμία σημασία και φυσικά δεν εξέδωσαν. Ο Δημάδης αισθάνεται πως είναι επόμενος στη λίστα, και μαζί με την κόρη του, μια ντετέκτιβ, τον Αναγνώστη του Λίθου, τη γραμματέα του κι έναν μεγαλοκριτικό βουτάνε στα αρχεία του Λίθου, για να βρουν ποιοι είναι οι επόμενοι εκδότες στη σειρά, με ποιον τρόπο θα δολοφονηθούν και ποιος είναι ο σίριαλ κίλερ.

Τα κακώς κείμενα του χώρου σατιρίζονται δεόντως, κάποιοι μπορεί να αναγνωρίσουν στον ίδιο τον Δημάδη, στον μεγαλοκαραχαρία Καστρινό, στο ζεύγος Τσαχουρίδη, χαρακτηριστικά ζώντων εκδοτών. Αλλά και να μην καταλάβει κανείς, δεν έχει καμία σημασία. Οι χαρακτήρες έχουν κάτι χάρτινο και αφύσικο, όπως σε κάθε καλή σάτιρα, αν εξαιρέσεις τον ίδιο τον Δημάδη, που αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο και αναγκαστικά εμβαθύνουμε στις σκέψεις του. Μέσα από αυτόν, το μυθιστόρημα θίγει κι άλλα θέματα, ταυτότητας, της ανάγκης για συντροφιά, το πώς αντιμετωπίζει το ένα φύλο το άλλο.

Ο Φώτης Δούσος «[α]υτό το διάστημα εκπονεί διδακτορική διατριβή για τις τεχνικές της πλοκής στο νεοελληνικό μυθιστόρημα» διαβάζουμε στο αυτί του βιβλίου, κι αυτό είναι έκδηλο στο κείμενο, φαίνεται πως είναι γραμμένο από έναν άνθρωπο που παιδεύεται με τη γραφή και ξέρει όλα τα τετρίπια για να κρατήσει τον αναγνώστη σε εγρήγορση. Η λίστα του Λεπορέλο είναι ένα μυθιστόρημα ευκολοδιάβαστο, όμως δεν το ξεχνάς εύκολα ούτε το προσπερνάς. Κι αν ισχύει η κοινότοπη ρήση πως όλοι οι Έλληνες γράφουν αλλά κανένας δεν βρίσκει εκδότη, τότε ο Φώτης Δούσος έγραψε για τη φαντασίωση του μέσου γραφιά.


                 Κατερίνα Μαλακατέ



"Η λίστα του Λεπορέλο", Φώτης Δούσος, εκδ. Νεφέλη, 2021, σ.400









Υ.Γ. 42 Η λίστα του Λεπορέλο είναι η γνωστή λίστα με τα ονόματα των γυναικών που είχε αποπλανήσει ο Ντον Τζιοβάνι. 


 

9/7/21

"Έτσι αρχίζει το κακό", Javier Marías

 




Ο Χαβιέρ Μαρίας είναι ίσως από τους πιο αγαπημένους μου σύγχρονους συγγραφείς, κάθε νέο βιβλίο του στα ελληνικά είναι εκδοτικό γεγονός, ενώ κάθε χρόνο στα Νόμπελ μια φωνούλα μέσα μου είναι έτοιμη να θριαμβολογήσει «Χαβιέρ Χαβιέρ». Δεν το χει πάρει ακόμα, αλλά θα το πάρει.

Το Έτσι αρχίζει το κακό γράφτηκε στα ισπανικά το 2014, αλλά μεταφράστηκε εδώ μόλις φέτος. Πρόκειται για ένα βιβλίο πιο ογκώδες από τα προηγούμενα, που όμως έχει όλη τη γοητεία της γραφής του, τον σπειροειδή, και κάποτε κυματισμό τρόπο να γράφει και να σκέφτεται, τον μακροπερίοδο, εξαιρετικά κομψό λόγο, τις σκηνές που μένουν ανεξίτηλα γραμμένες στη μνήμη όσα χρόνια κι αν περάσουν. Ταυτόχρονα όμως λόγω όγκου είναι κι ένα από τα πιο βασανιστικά βιβλία του, από τις ελάχιστες φορές που η μανία του να γυρίζει στον ίδιο και τον ίδιο συλλογισμό κουράζει τον αναγνώστη και κάπως τον απωθεί.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι από τον Άμλετ, κι αυτό είναι ένα βαθύτατα πολιτικό βιβλίο, για τις πληγές που άφησε η σχεδόν πεντηκονταετής δικτατορία του Φράνκο στην Ισπανία, για τον εμφύλιο που δεν θα σταματήσει να στοιχειώνει τους Ισπανούς, για την ανάγκη να ξεχαστούν τα εγκλήματα του Φρανκισμού, και της συγχώρεσης, αλλά ταυτόχρονα και της αδικίας που εμπεριέχει αυτή η λησμονιά, η επιλογή να μην μιλάς πια για την αλήθεια για να μπορέσεις να συνυπάρξεις με αυτόν που για χρόνια υπήρξε ο δυνάστης σου.

Βρισκόμαστε στην δεκαετία το ’80. Ο «νεαρός Βέρε» κάνει την πρακτική του ή κάτι τέτοιο στο σπίτι ενός ήσσονος σημασίας σκηνοθέτη, του Μουριέλ. Σιγά σιγά γίνεται έμπιστος αυτού του πολύ γοητευτικού και ταυτόχρονα αινιγματικού και κάπως κυκλοθυμικού μονόφθαλμου διανοούμενου και μένει όλο και περισσότερο χρόνο σπίτι του. Γίνεται μάρτυρας μιας σκηνής ανάμεσα στον Μουριέλ και τη γυναίκα του, τη Μπεατρίθ. Εκείνος της λέει, ενώ απωθεί τις σεξουαλικές της «επιθέσεις», πως τον απάτησε, αλλά το χειρότερο όλων είναι πως του το είπε. Και πόσο καλύτερα θα ήταν αν δεν το ήξερε. Έτσι ξεκινούν όλα, έτσι ξεκινά το κακό, έτσι ξεκινά ο παραλληλισμός της σχέσης του Μουριέλ με την γυναίκα του με την πολιτική. Και τον εμφύλιο.

Ο ίδιος ο Μαρίας δεν παντρεύτηκε ποτέ, όμως του αρέσει να γράφει για τις πολύχρονες σχέσεις, τη μηχανική του γάμου, τους συμβιβασμούς, τα ερωτικά τερτίπια. Η ηρωίδα του η Μπεατρίθ είναι μια πολύ ερωτική γυναίκα, ο «νεαρός Βέρε» την ποθεί κολασμένα, όμως ο άντρας της την αγνοεί. Κι αυτή περιφρονημένη, σχεδόν εμμονικά κολλημένη πάνω στον γάμο της που έχει καταλήξει πια ερείπιο, αναπολεί την παλιά ευτυχία, ενώ πηδιέται με άλλους. Ένας από τους εραστές της είναι ο γιατρός Βαν Βέκτεν, ένας τύπος που φαίνεται τώρα καλός και αγαθός, ενώ δεν υπήρξε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Ο Μουριέλ αναθέτει στον Βέρε να τον ακολουθεί κι έτσι αρχίζει η πλοκή.

Ο αφηγητής και κεντρικός ήρωας είναι ένας άνθρωπος που δεν έζησε τον Φρανκισμό, ζει όμως στον ελεύθερο κόσμο μετά, και δεν μπορεί πλήρως να καταλάβει τι έζησαν οι προηγούμενοι. Παλεύει να καταλάβει το παρελθόν, πολιτικό και κοινωνικό και ερωτικό, των ανθρώπων γύρω του, αλλά η τωρινή πραγματικότητα τον ξεπερνά. Από αυτή την άποψη ίσως να είναι αυτό ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα του Μαρίας, δεν μιλά μόνο για την αλήθεια και την ταυτότητα, τον έρωτα και τον γάμο, την αμαρτία και την ηδονή, αλλά αναγάγει τα πάντα στην πολιτική. Όμως ταυτόχρονα πρόκειται και για ένα κουραστικό φιδωτό ανάγνωσμα, που σε κάποια σημεία σέρνεται. Χρειαζόταν εδώ ένα κείμενο πιο σφιχτό.

Το Έτσι αρχίζει το κακό είναι ένα μυθιστόρημα που θα γοητεύσει όποιον διαβάζει πρώτη φορά Μαρίας. Έχει εξάλλου ο Χαβιέρ αυτή την ιδιότητα, είτε τον λατρεύεις και διαβάζεις όλα τα βιβλία του, είτε τον μισείς και δεν ξανασχολείσαι. Για μας πάντως, που ανήκουμε στην πρώτη κατηγορία, δεν είναι σίγουρα το καλύτερό του.


                              Κατερίνα Μαλακατέ





"Έτσι αρχίζει το κακό", Χαβιέρ Μαρίας, μετ. Έφη Γιαννοπούλου, εκδ. Πατάκη, 2021, σ. 620














Για προηγούμενα βιβλία του στα Ελληνικά δείτε εδώ: 







8/7/21

Όλα τα βιβλία του live

Η λίστα όλων των βιβλίων που αναφέρθηκαν στο live της Δευτέρας με την Αγγελική Μποζίκη στο Διαβάζοντας. Ελπίζω. Αν δείτε κάποιο λάθος ή παράλειψη, πείτε μας να διορθώσουμε. 







«Η χώρα των άλλων» Λειλά Σλιμανί, μετ. Κλαιρ Νέβα και Μανώλης Πιμπλής, εκδ. Μεταίχμιο

«Αυτοί που επέζησαν», Τζέιν Χάρπερ, μετ. Χίλντα Παπαδημητρίου, εκδ. Μεταίχμιο

«Αβεσσαλώμ Αβεσσαλών», Γουίλιαμ Φώκνερ, μετ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Gutenberg

«Εκπνοή», Τεντ Τσιανγκ, μετ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Ίκαρος

«Ανωμαλία», Ερβέ Λε Τελιέ, μετ. Αχιλλέας Κυραικίδης, εκδ. Opera

«Να μάθω να μιλώ με τα φυτά», Μάρτα Οριόλς, μετ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, εκδ. Καστανιώτη

«Η θάλασσα δεν είναι μπλε», Πέλα Σουλτάτου, εκδ. Καστανιώτη

«Αρκαδία», Εμανυέλ Μπαιαμάκ-Ταμ, μετ. Χαρά Σκιαδέλλη, εκδ. Πόλις

«Οι εμπρηστές», Ρ.Ο. Κουόν, μετ. Παλμύρα Ισμυρίδου, εκδ. Δώμα

«Γη που χάνεται», Τζούλια Φίλιπς, μετ. Ιωάννα Ηλιάδη, εκδ. Μεταίχμιο

«ρου», Κιμ Τούι, μετ. Δάφνη Κιούση, εκδ. Άγρα

«Γυμνά οστά», Δημοσθένης Παπαμάρκος, Kanellos Kob, εκδ. Polaris

«Σφαγείο Νούμερο 5 – Graphic Novel», Κέρτ Βόνεγκατ, Ράιαν Νορθ, Άλμπερτ Μόντειζ, εκδ. Anubis

«Η λίστα του Λεπορέλο», Φώτης Δούσος, εκδ. Νεφέλη

«Ο θάνατος του Οδυσσέα», Δημήτρης Σίμος, εκδ. Μεταίχμιο

«Έτσι αρχίζει το κακό», Χαβιέρ Μαρίας, μετ. Έφη Γιαννοπούλου, εκδ. Πατάκη

«Μην πεις λέξη», Πάτρικ Ράντεν Κιφ, μετ.Κωστής Πανσέληνος, εκδ. Μεταίχμιο

«Το πέρασμα του μακελάρη», Τζον Γουίλιαμς, μετ. Αθηνά Δημητριάδου, εκδ. Gutenberg

«Όλοι θέλουν να χορεύουν», Αλμπέρτο Γκαρλίνι, μετ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Πόλις

«Αυτοβιογραφία», Ελισάβετ Μουτζάν Μαρτινέγκου, εκδ. Μεταίχμιο

«Το δέρμα», Σέρχιο δελ Μολίνο, μετ. Μαρία Παλαιολόγου, εκδ. Ίκαρος

«Λευκή πανώλη», Φρανκ Χέρμπερτ, μετ. Νίκος Στρατηγάκης, εκδ. Οξύ

«Τέλος», Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ, μετ. Σωτήρης Σουλιώτης, εκδ. Καστανιώτη

«Σάγκι Μπέιν», Ντάγκλας Στιούαρτ, μετ. Σταυρούλα Αργυροπούλου, εκδ. Μεταίχμιο

«Μπίλυ Μπαντ ναύτης», Χέρμαν Μέλβιλ, μετ. Παναγιώτης Κεχαγιάς, Κώστας Σπαθαράκης, εκδ. Αντίποδες

«Ο μεγάλος απατεώνας», Χέρμαν Μέλβιλ, μετ. Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, εκδ. Πατάκη

«Ιστορία μιας καθωσπρέπει οικογένειας», Ρόζα Βεντρέλλα, μετ. Δήμητρα Δότση, εκδ. Πατάκη

«Κατάλογος απωλεσθέντων», Γουντιτ Σαλάνκυ, μετ. Γιάννης Καλλιφατίδης, εκδ. Αντίποδες

«Ο γορίλλας του δολοφόνου», Γιακόμπ Βεγκέλιους, μετ. Μαρία Αγγελίδου, Άγγελος Αγγελίδης, εκδ. Πατάκη

«Άτακτο αίμα», Γιώργος Παπαδάκης, εκδ. Εστία

«Η τρυφερή αδιαφορία του κόσμου», Πίτερ Σταμ, μετ. Μαριάννα Τσάτσου, εκδ. Καστανιώτη

«Νοσταλγία», Μίρτσεα Καρταρέσκου, μετ. Βίκτωρ Ιβάνοβιτς, εκδ. Καστανιώτη  

«Άλμπερτ Νόμπς. Ούτε άντρας, ούτε γυναίκα», Τζορτζ Μουρ, μετ. Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, εκδ. Στιγμός

«Έξι βαλίτσες», Μπίλλερ Μαξίμ, μετ. Πελαγία Τσινάρη, εκδ. Πατάκη

«Αναποδιά στην άκρη του γαλαξία», Έτγκαρ Κέρετ, μετ. Χρυσούλα Παπαδοπούλου, εκδ. Καστανιώτη

«Ο Τουρίστας», Ολεν Σταινχάουερ, μετ. Άλκηστις Τριμπέρη, εκδ. Πόλις

«Ο γατούλης πέθανε», Ξαβιέ ντε Μουλέν, μετ. Μαρία Παπαδήμα, εκδ. Στερέωμα

«Άνθρωποι στο περιθώριο», Ούλριχ Αλεξάντερ Μπόσβιτς, μετ. Μαρία Αγγελίδου, Άγγελος Αγγελίδης, εκδ. Κλειδάριθμος

«Χαμένοι στη Νάπολη», Χέντι Γκουντριτς, μετ. Δήμητρα Δότση, εκδ. Κλειδάριθμος

«Σπασμένος καθρέφτης», Μέρσε Ροδορέρα, μετ. Ευριβιάδης Σοφός, εκδ. Καστανιώτη

«Το τέλος του έρωτα», Ίβα Ιλούζ, μετ. Διονύσης Παπαδουκάκης, Εκδόσεις του 21ου

«Ο κουτσός άγγελος», Αλέξης Πανσέληνος, εκδ. Μεταίχμιο

«Πέμπτο βιβλίο», Λάβκραφτ, μετ.Μαρία Έξαρχου, εκδ. Οξύ

«Ο καιρός», Τζέννυ Όφιλ, μετ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Στερέωμα

«Πιστή και ενάρετη νύχτα», Λουίζ Γκλικ, μετ. Χάρης Βλαβιανός, Δήμητρα Κωτούλα εκδ. Στερέωμα

«Η ζωή εδώ και τώρα», Βισουάβα Σιμπόρσκα, μετ. Μπεάτα Ζουλκιεβιτς, εκδ. Καστανιώτη

«Εσύ κι εγώ», Όλιβερ Τζέφερς, μετ. Φίλιππος Μανδηλαράς, εκδ. Ίκαρος

«Ο σταθμάρχης Φαλλμεράυερ», Γιόζεφ Ροτ, μετ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Άγρα



Το live μας εδώ: 


https://www.facebook.com/698600764/videos/524325448892743/

  

4/7/21

"Η θάλασσα δεν είναι μπλε", Πέλα Σουλτάτου






Η θάλασσα δεν είναι μπλε είναι το πρώτο βιβλίο της Πέλας Σουλτάτου που διάβασα εγώ, αλλά το τέταρτο δικό της. Περίεργο, μιας και η Πέλα είναι γνωστή μπλόγκερ, είναι στην ηλικία μου, και πάντα με κάποιον περίεργο τρόπο ένιωθα πως είμαστε κοντά, έστω και διαδικτυακά. Ίσως να έφταιξε αυτή η οικειότητα, δημιουργεί ένα βάρος, αν δεν σου αρέσει το βιβλίο του ανθρώπου που τον νιώθεις κοντινό, η ευθύνη θα είναι μεγαλύτερη. Τελικά, όλα αυτά ήταν οι δικές μου ανασφάλειες, το βιβλίο της μου άρεσε, για να ακριβολογώ, το ευχαριστήθηκα.

Τα περισσότερα διηγήματα της συλλογής είναι πρωτοπρόσωπα, κι ο αναγνώστης έχει συνεχώς την αίσθηση πως είναι αυτοβιογραφικά, πως η συγγραφέας βυθίζεται στις μνήμες από τα παιδικά και τα εφηβικά της χρόνια για να πει πράγματα για το παρόν και να δει μακρινά στο μέλλον της. Η μνήμη και η νοσταλγία παίζουν ένα παιχνίδι επικίνδυνης ισορροπίας, κάποιες ιστορίες είναι σαν να διηγείται μια φίλη τη ζωή της, μετά ο τόνος αλλάζει, και θυμάσαι πάλι πως πρόκειται για μυθοπλασία. Τα κείμενα είναι ως επί το πλείστον μικρά, κάποια οριακά μιας σελίδας, κάποια λίγο μεγαλύτερα.


Ξεχωρίζουν το «Ο Στελής δεν παίζει με αμαξάκια», ένα πικρό διήγημα για το πώς είναι να είσαι ομοφυλόφιλος στην Κρήτη, το πολύ σφικτό, σχεδόν σαν ποίημα «Του Αγίου σώματος» αλλά και το έντονα αυτοβιογραφικό «Η μεγάλη μαμά και ο μικρός θεός»· που είμαι πεπεισμένη πως είναι αληθινό. Τα θέματα της Σουλτάτου είναι ο έρωτας, ο θάνατος κι η ζωή, οι σχέσεις των ανθρώπων, η παιδική μας ηλικία. Τόπος, ο δικός της, η Κρήτη, σε μερικά διηγήματα δεσπόζει τόσο (μαζί με την ντοπιολαλιά) που έχεις την αίσθηση πως ο τόπος πρωταγωνιστεί περισσότερο από όποιον άλλον χαρακτήρα. Αλλά μετά συνειδητοποιείς πως πρωταγωνίστρια είναι η γυναίκα, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, το πρώτο φιλί, ο πρώτος έρωτας, η πρώτη περίοδος, πώς είναι να είσαι θηλυκό σε μια κοινωνία που είναι ακόμα φαλλοκρατική αλλά διατείνεται πως δεν είναι. Πρόκειται για διηγήματα ενηλίκιωσης και ωρίμανσης.

Όλα αυτά συνθέτουν ένα σύμπαν πολύ ενδιαφέρον, κάποιες στιγμές παιδικό και ονειρικό, άλλες πολύ ενήλικο και σοβαρό. Από τη μνήμη αναδύεται αναπότρεπτα και το τραύμα, αυτό είναι πολύ δύσκολο να το αποφύγεις. Στην πράξη μάλλον στη μυθοπλασία είναι το ζητούμενο. H θάλασσα δεν είναι μπλε μοιάζει ένα απλό βιβλίο που εστιάζει στο βιώμα, μα δεν μένει σε αυτό, προχωρά βαθύτερα. Κι αυτή η μετουσίωση είναι τελικά η μαγεία της λογοτεχνίας.



                                 Κατερίνα Μαλακατέ


Η θάλασσα δεν είναι μπλε και άλλες αποκαλύψεις
, Πέλα Σουλτάτου, εκδ. Καστανιώτη, 2021, σ.193


1/6/21

"Η Ανωμαλία", Hervé Le Tellier





Ας ξεκινήσουμε από τον τίτλο, Η Ανωμαλία του Ερβέ Λε Τελιέ δεν έχει τίποτε το «ανώμαλο» έτσι όπως θα το υπονοούσαμε με το βρώμικο μυαλό μας στα ελληνικά. Πρόκειται για μια χωροχρονική ανωμαλία, που κάνει τις ζωές των ανθρώπων να μην είναι… ομάλες. Μάλλον δεν τα καταφέρνω πολύ καλά στους αφορισμούς και την παραδοξολογία, ο Λε Τελιέ βέβαια τα καταφέρνει καλύτερα, γιατί το μόνο άλλο του βιβλίο που έχω διαβάσει είναι ακριβώς αυτό, 100 αφορισμοί. Αυτό και το γεγονός πως είναι διευθυντής του OULIPO από το 2019 δεν συνηγορούσαν με την ιδέα πως θα έπιανα σύντομα αυτό το μυθιστόρημα (βαριέμαι όλους τους αφορισμούς όποιος κι αν τους έγραψε, όσο για το OULIPO με δυσκολεύουν ακόμα και οι μεγαλύτεροι τεχνήτες του). Όμως το γεγονός πως φίλος καλός επέμενε πως Η Ανωμαλία είναι "το βιβλίο της περασμένης του χρονιάς", η πλοκή που θυμίζει λίγο cyberpunk science fiction (με σποιλέριασαν πριν το πιάσω αλλά το σπόιλερ έπιασε τόπο) αλλά και το Goncourt του 2020 με έψησαν.

Το βιβλίο ξεκινά παράδοξα, σαν συλλογή διηγημάτων. Μαθαίνουμε τις ιστορίες έντεκα διαφορετικών ατόμων που φαινομενικά δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους: ενός πληρωμένου δολοφόνου που ζει διπλή ζωή, μιας αδίστακτης και ετοιμόλογης μαύρης δικηγόρου, ενός πιλότου που πεθαίνει από καρκίνο, ενός αρχιτέκτονα ερωτευμένου με μια πολύ μικρότερή του γυναίκα, ενός νιγηριανού σταρ, ενός συγγραφέα που έγραψε την Ανωμαλία πριν αυτοκτονήσει κ.ο.κ. Οι ιστορίες μοιάζει να ανήκουν η καθεμιά σε διαφορετικό λογοτεχνικό είδος, κάποιες είναι crime fiction, κάποιες πολαρ, σε κάποιες το στυλ είναι εντελώς λυρικό και ποιητικό, έχει δράμα, έχει κωμωδία, ρομάντζο, σασπένς. Το μόνο που ενώνει όλους αυτούς τους χαρακτήρες είναι πως κάποια στιγμή βρέθηκαν όλοι μαζί (243 άνθρωποι μαζί με το πλήρωμα) στην πτήση AIRFRANCE 006 από Νέα Υόρκη για Παρίσι τον Μάρτιο του 2021. Α, ξέχασα να σας πω, το βιβλίο εκτυλίσσεται τον Ιούνιο του 2021. Ναι, ναι, του μήνα που διανύουμε.

Κι εκεί που μάλλον αδιάφορα διαβάζεις καλογραμμένες ιστορίες, ξεκινά το "Πρωτόκολλο 42"  (σαφής αναφορά σε αυτόν που νομίζετε) και τα πάντα αλλάζουν διαστάσεις, η γραφή, οι χαρακτήρες, η πλοκή· και το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Αν μέχρι εκεί σερνόσουν από σελίδα σε σελίδα, μετά δεν μπορείς να αφήσεις το βιβλίο από τα χέρια σου. Γιατί το είδος που διάλεξε εδώ να εκμεταλλευτεί στο σύνολο ο Λε Τελιέ είναι αυτό της τηλεοπτικής σειράς επιστημονικής φαντασίας, κι έτσι καταλήγουμε με ένα βιβλίο που μοιάζει με το Lost ως προς τη δομή (και ως προς το τέλος όμως, ε;). Ένα βιβλίο που αφήνει τους ήρωες του όχι απλά να κοιτάνε στον καθρέφτη, αλλά να κοιτάνε τον ίδιο τους τον εαυτό κατάματα, ξεγυμνωμένο από φτιασίδια, με δεδομένο παρελθόν και μέλλον. Κι όποιος αντέξει.

Έτσι διαβάζουμε ένα μυθιστόρημα "βαριά" λογοτεχνικό, στηριγμένο σε όλη την θεωρία του OULIPO, με κεντρικό θέμα τον χρόνο, τη ζωή και το θάνατο. Ο Λε Τελιέ εκμεταλλεύεται όλα τα λογοτεχνικά genres, αλλά το κάνει με όρους τηλεοπτικής σαπουνόπερας του HBO (ή έστω του Netflix). Πόσο παράδοξα σαγηνευτικό είναι όλο αυτό; Πρόκειται για μια φαντασμαγορία, εκεί που ασχολείσαι με τον χαρακτήρα, σκάει μια λογοτεχνική αναφορά (οι τίτλοι των κεφαλαίων ας πούμε είναι στίχοι από ποιήματα του Ρεϊμόν Κενώ), εκεί που αναγνωρίζεις ένα παστίς, το βιβλίο αρχίζει να κάνει χιούμορ κάπως γυμνασιακού επιπέδου για τον Τραμπ και τον Μακρόν θυμίζοντας έντονα Πεντάγωνο καλεί Μόσχα. Όποιος πιάσει, ό,τι πιάσει από όλη την κουλτούρα (και την υποκουλτούρα μαζί) του καιρού μας. Μεταμοντερνισμός σε γερές δόσεις δηλαδή, παρέα όμως με μια πολύ στέρεη αφήγηση.

Η Ανωμαλία πήρε πανάξια του Γκονκούρ του 2020. Είναι ένα βιβλίο για όλους, που μπορεί να μυήσει τους πάντες και σε έναν κόσμο διαφορετικό, λογοτεχνικό. Δεν απαιτεί να βρεις όλες τις λογοτεχνικές, μουσικές, κινηματογραφικές και τηλεοπτικές αναφορές για να απολαύσεις την ιστορία. Όμως σίγουρα απαιτεί μια δεύτερη ανάγνωση, όταν συνειδητοποιήσεις τι κρύβεται πίσω από την πολύ γοητευτική πλοκή. Τελικά είναι ένα βιβλίο για την κουλτούρα, πολύ περισσότερο από ό,τι είναι ένα βιβλίο για τη ζωή, τον θάνατο και τι είναι ανάμεσά τους. Και αυτή η συνειδητοποίηση δεν έρχεται παρά μόνον μετά το τέλος της ανάγνωσης∙ σκάει σαν ηφαίστειο στο μυαλό σου, κάνοντάς σε να το θες ξανά.



                                                      Κατερίνα Μαλακατέ 


"Η Ανωμαλία", Hervé Le Tellier, μετ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Opera, 2021, σ.412

25/5/21

"Να μάθω να μιλώ με τα φυτά", Marta Orriols




Όταν ο θάνατος παύει να αφορά πλέον τους υπολοίπους, είναι αναγκαίο να φροντίσεις να του βρεις χώρο στην άλλη πλευρά του υφάλου, γιατί, αν δεν το κάνεις, θα καταλάβει όλο τον χώρο με απόλυτη ελευθερία.

Ο θάνατος δεν είναι κάτι μυστικιστικό. Ο θάνατος είναι κάτι φυσικό, λογικό, πραγματικό.


Ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο της Καταλανής Μάρτα Οριόλς χωρίς να ξέρω τίποτα για αυτό. Εντάξει, έπαιξε ρόλο, αν και είναι μάλλον ντροπιαστικό, η καταγωγή της συγγραφέα, το οπισθόφυλλο, το φοβερό εξώφυλλο, όλα όσα δεν έπρεπε δηλαδή. Και κατέληξα να τελειώσω το βιβλίο την ίδια μέρα, γιατί μιλούσε για κάτι που σπάνια έχω βρει αλλού, το μπλοκάρισμα του πένθους.

Η Πάουλα είναι μια σαραντάχρονη νεογνολόγος. Ζει πολύ μέσα από τη δουλειά της, και η ίδια δεν ήθελε ποτέ παιδιά, μόνον να σώζει τα νεογέννητα των άλλων. Ο επί πολλά χρόνια σύντροφός της, ο Μάουρο, σκοτώνεται σε αυτοκινητιστικό, αφού όμως της έχει ανακοινώσει την προηγούμενη μέρα πως δεν την αγαπά πια και πως έχει σχέση με μια άλλη γυναίκα. Έτσι η Πάουλα βρίσκεται με ένα αβίωτο πένθος, πρέπει να πάρει απόφαση το τέρμα της προσωπικής της ζωής, που θα ίσχυε βέβαια κι αν ζούσε ο Μάουρο, αλλά και τον θάνατο ενός άντρα που δεν είχε πάψει αγαπά. Δεν λέει σε κανέναν για τον χωρισμό, μόνο για τον θάνατο και χώνεται μέσα στο κεφάλι της.

Εκεί χώνεται και ο αναγνώστης. Αυτό είναι τόσο γοητευτικό στο βιβλίο, η συγγραφέας μπαίνει στην καρδιά του πένθους και περιγράφει το στάδιο εκείνο που δεν μπορείς να θρηνήσεις, δεν μπορείς να αποδεχτείς την απώλεια, δεν μπορείς να ζήσεις. Όλα κινούνται στον ρυθμό του θανάτου, αλλά εσύ δεν μπορείς με τίποτα να κινηθείς σε αυτόν, αποσύρεσαι από την καλή προαίρεση των άλλων μόνον (που φαντάζει αφόρητη), θέλεις να ουρλιάξεις κι όχι να κλάψεις. Τελικά δεν κάνεις ούτε αυτό. Βάζεις σε κούτες τα πράγματα του πεθαμένου και τα παρατάς απέξω, ξεχνάς απότιστα τα φυτά του, θέλεις να τα ξεφορτωθείς. Έχει κι άλλα στάδια το πένθος, πιο «ανθρώπινα», πιο κατανοητά. Όμως αυτό το ακατανόητο κομμάτι, μέχρι να αφεθείς στον τρόμο, πονάει πιο βαθιά γιατί αυτός που πενθεί νιώθει σχεδόν «μη άνθρωπος», σαν να προσδοκούν κάτι όλοι από εκείνον κι εκείνος να μην μπορεί να κάνει το πιο απλό, να θρηνήσει.

Είχα σε αυτά τα χρόνια τα τελευταία το μετρικό μου στο αβίωτο, αδιανόητο πένθος. Και αυτό το ανείπωτο, κατάφερε να μεταφέρει η Οριόλς. Δύσκολο να το κατανοήσεις αν δεν το έχεις βιώσει. Η λογοτεχνία, η τέχνη γενικά, έχει αυτή την ιδιότητα, να σου αποκαλύπτει πτυχές που πιθανώς δεν ήξερες καν. Από αυτή την άποψη, το βιβλίο της Οριόλς έχει πετύχει σε μεγάλο βαθμό. Αλλά και στον τρόπο γραφής, το βιβλίο μου ταίριαξε, με συνεπήρε. Τελικά ίσως να μην είχα τόσο άδικο που το διάλεξα μόνο και μόνον γιατί είναι καταλανικό, μπορεί αυτή η λογοτεχνία να μου ταιριάζει. 


                                                            Κατερίνα Μαλακατέ




"Να μάθω να μιλώ με τα φυτά¨, Μάρτα Οριόλς, μετ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, εκδ. Καστανιώτη, 2021, σελ. 260

13/5/21

"Η Ζέλντα έφυγε", Φωτεινή Ναούμ

 



Η Φωτεινή Ναούμ είναι από τους συγγραφείς της γενιάς μου που γράφει πολύ, σχεδόν ασταμάτητα. Επτά ήδη βιβλία στο ενεργητικό της. Ξεκίνησα να τη διαβάζω από τον Διαχειριστή το 2012 κι έπειτα την ξαναβρήκα με την Υγρη πόλη το 2017, και τώρα με τη Ζέλντα. Κάθε της βιβλίο είναι διαφορετικό, αλλά οι εμμονές παραμένουν οι ίδιες: οι ανθρώπινες σχέσεις, πώς πρέπει να ζούμε τη ζωή μας, ελεύθεροι από συμβάσεις ή οδηγούμενοι από τη λογική, τη ρουτίνα και τη συνήθεια;


Δυο πρωταγωνιστές σε αυτό το βιβλίο, κι ας μιλάει ο τίτλος μόνο για τη Ζέλντα. Αυτή, μια γυναίκα υπερβατική, που ξέρει να γοητεύει κι έπειτα να φεύγει και να αφήνει τους άντρες λειψούς, να την περιμένουν, ονειρεύεται να γίνει μια μέρα πρωταγωνίστρια ενός μυθιστορήματος. Κι αυτός, ο Ανδρέας Μεντάς, γνωστός συγγραφέας, αναλαμβάνει να γράψει την ιστορία της. Γνωρίζει σταδιακά τους άντρες που σημάδεψε η παρουσία της Ζέλντας, χωρίς να κρύβει από κάποια στιγμή και μετά, πως ανήκει σε αυτούς. Κι αυτός τη θέλει πίσω, κι αυτός την αποζητά.


Η Ζέλντα είναι εκτός του κόσμου τούτου. Μοιάζει με άλλες τέτοιες larger than life ηρωίδες, σε πάρα πολλές στιγμές μου θύμισε την Ζένια στην Κλέφτρα Κίσσα της Άτγουντ. Η Ζέλντα κάνει την κάθε στιγμή σημαντική, ζει εκτός από τις συμβάσεις, μεγάλωσε εκτός οικογένειας, και για αυτό δεν αντέχει εντός. Όλο φεύγει, μόλις κάτι γίνεται ρουτίνα, μόλις χαθεί η μαγεία. Ο Μεντάς την ακολουθεί, δυσκολεύεται να γράψει, χώνεται μέσα στην ιστορία της, τα παρατάει, ξαναπροσπαθεί, σμπαραλιάζει τη ζωή του. Αυτός θα θελε να είναι εκτός, αλλά είναι εντός του κόσμου.


Το βιβλίο μιλάει για το ποιοι είμαστε, τι είναι ζωή και τι είναι ελευθερία. Για τους συγγραφείς έχει μεγάλο ενδιαφέρον γιατί ακολουθούμε τον Μεντά στην πορεία της συγγραφής του μυθιστορήματος, αναγνωρίζουμε λίγο από τον εαυτό μας. Δεν μπορώ να πω πως βρίσκω κομμάτια δικά μου στη Ζέλντα. Είναι σαν να είμαι το άκρο αντίθετό της, εγώ όπου βρω ασφάλεια κουρνιάζω, εκείνη δεν αντέχει. 

Το μυθιστόρημα της Φωτεινής Ναούμ είναι εξαιρετικά ευκολοδιάβαστο, σε βάζει εκείνο σε αναγνωστικό ρυθμό. Ίσως περισσεύουν κάποιοι διάλογοι, θα μπορούσαν να είναι πιο μαζεμένη και σφιχτή η πλοκή όσο πλησιάζουμε προς το τέλος. Όμως αυτά τα λέει κανείς εκ των υστέρων, καταλαβαίνω πως η συγγραφέας αγάπησε την ηρωίδα της βαθιά, ενώ κατά βάθος η ίδια είναι ο Μεντάς. Κι όταν οι ήρωες σου γίνονται ένα με σένα, είναι κάπως δύσκολο να τους συμμαζέψεις.



                                          Κατερίνα Μαλακατέ 




"Η Ζέλντα έφυγε", Φωτεινή Ναούμ, εκδ. Bell, 2021, σ. 414

5/5/21

«Δυσφορεί η νύχτα» , Marieke Lucas Rijneveld

 



Έπιασα στα χέρια μου με μεγάλη ανυπομονησία το «Δυσφορεί η νύχτα» της/του Μαριέκε Λούκας Ρίνεβελντ. Ο/η συγγραφέας είναι μόλις είκοσι εννέα χρονών, αυτό είναι το πρώτο του/της βιβλίο και είναι το πρώτο μη-δυαδικό άτομο που πήρε το Booker.

Η ιστορία ξεκινά τραγικά, η Τζάκετ, ένα δεκάχρονο κορίτσι εύχεται να μην σκοτώσουν το κουνέλι της για το γιορτινό τραπέζι των Χριστουγέννων, αλλά αντίθετα να πεθάνει ο αδελφός της, που δεν την πήρε μαζί του για πατινάζ λέγοντας της πως είναι πολύ μικρή. Και το αδιανόητο συμβαίνει, ο αδελφός της γλιστρά σε μια τρύπα στον πάγο και πνίγεται. Το κουνέλι παραμένει μια χαρά.

Παρακολουθούμε την οικογένεια να βυθίζεται έπειτα από αυτό, η Τζάκετ και τα δυο της εναπομείναντα αδέλφια προσπαθούν κάπως να ισορροπήσουν με δυο γονείς που γίνονται ολοένα και πιο ανισόρροποι. Και το πένθος, αυτό το αβίωτο, ανείπωτο πένθος γίνεται πληγή. Κι ο ένας πληγώνει συνεχώς τον άλλο. Και η ενοχή είναι τεράστια, και δεν μπορεί να τη μοιραστεί με κανέναν. Και δεν βγάζει με κανέναν τρόπο το μπουφάν της. Ως το τέλος.

Πρόκειται για ένα αφόρητο βιβλίο, η δυσφορία του τίτλου είναι απίστευτα ειλικρινής. Υπήρχαν στιγμές που το έβλεπα στο κομοδίνο μου και δεν ήθελα με τίποτα να το συνεχίσω. Από αυτή την πλευρά είναι ένα μυθιστόρημα πλήρως επιτυχημένο. Από την άλλη, τίποτα δεν γίνεται, τίποτα δεν προχωρά την ιστορία, ούτε αυτοί προχωρούν, μόνο βουλιάζουν από τη μια δυστυχία στην άλλη. Τα πάντα θυσιάζονται στον βωμό της αγάπης. Μιας αγάπης χριστιανικής, κλειστοφοβικής κι εξαιρετικά πιεστικής, που δεν μπορείς με τίποτα να την αντικρούσεις. Ο/η συγγραφέας ήθελε να μιλήσει για την κακοποίηση και τον πόνο. Και τα κατάφερε εξαιρετικά καλά. Αλλά ταυτόχρονα φαίνεται σαν να μην μπορεί να αρθεί από αυτή τη μιζέρια, χάνεται στο βάθος της δυστυχίας. Και το γεγονός πως πρωταγωνιστές είναι παιδιά το κάνει ακόμα πιο δύσκολο.

Δεν είμαι σίγουρη πως μου ταίριαξε αναγνωστικά το «Δυσφορεί η νύχτα». Με κάποιον τρόπο το βιβλίο τώρα που το έχω τελειώσει συνεχίζει να με απωθεί. Δεν είμαι όμως και σίγουρη πως μια τέτοια ιστορία θα μπορούσε να ειπωθεί αλλιώς. Γιατί ο τρόμος, αυτός ο τρόμος που σου τρώει τα σωθικά για το τι θα συμβεί στην επόμενη σκηνή κακοποίησης, συναισθηματικής και σωματικής, είναι πολύ δύσκολο να εκφραστεί αλλιώς.


                                      Κατερίνα Μαλακατέ



«Δυσφορεί η νύχτα» , Marieke Lucas Rijneveld, μετ. Άγγελος Αγγελίδης, Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Ίκαρος, 2021, σ.332 

26/4/21

"Η Λόττε στη Βαϊμάρη", Thomas Mann








Όταν παίρνει κανείς την απόφαση να διαβάσει κάποιο από τα βιβλία του Τόμας Μαν, ξέρει πως πρόκειται να πέσει στα βαριά και στα βαθιά της λογοτεχνίας και πως υπάρχει μια κάποια πιθανότητα –για τα πιο μεγάλα του ιδίως—να μην καταφέρει να ολοκληρώσει την ανάγνωση. Δεν είχα λοιπόν ψευδαισθήσεις παίρνοντας στα χέρια μου την Λόττε στη Βαϊμάρη, δεν την επέλεξα για το ομολογουμένως εκπληκτικό εξώφυλλο της νέας έκδοσης (παραμένει στην παλιά μετάφραση του Θ.Παρασκευόπουλου, με το παλιό επίμετρο του Κ. Ψυχοπαίδη), ούτε για το πολύ αβανταδόρικο θέμα: η Λόττε του Βέρθερου ξαναγυρνά σε μεγάλη ηλικία στη Βαϊμάρη για να συναντήσει τον Γκαίτε. Το επέλεξα γιατί ήταν το βιβλίο του Τόμας Μαν που μου έλειπε, αυτό που δεν είχα ποτέ διαβάσει, κι ήταν καιρό εξαντλημένο.

Όμως και με τι ιστορία αναλαμβάνει να αναμετρηθεί εδώ ο Μαν ε; Η Λόττε, η ηρωίδα ενός αρχετυπικού μυθιστορήματος, η νεαρή γυναίκα που προκάλεσε στον ίδιο τον Γκαίτε τέτοιο πάθος, για να γράψει Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου, ένα βιβλίο ξεσηκωτικό και για τα ήθη της εποχής επαναστατικό, που όρισε σχεδόν το λογοτεχνικό ρεύμα του Ρομαντισμού, ξαναγυρνά στον Γκαίτε. Είναι πια μεγάλη, κι έχει ζήσει τη ζωή της ως κυρία Μυστικοσυμβούλου Κέστνερ, και δεν βλέπει με τον τρόπο που βλέπουμε εμείς τον Γκαίτε. Τον έχει αποκαθηλώσει. Το ίδιο και τα πρόσωπα που συζητάνε μαζί της για αυτόν –μόλις μαθαίνουν πω βρίσκεται στη Βαϊμάρη ένα σωρό θαυμαστές της θέλουν να μιλήσουν μαζί της. Έτσι ο αναγνώστης αποκτά μια εικόνα του Γκαίτε μέσα από αλλεπάλληλες διηγήσεις, και μόνο στο τέλος, αφήνει ο Μαν τον ίδιο τον ποιητή να μιλήσει για τον εαυτό του.


Ο Μαν επιχειρεί μια σαφή κριτική στο ιερό τέρας του Sturm and Drang των γερμανικών γραμμάτων, γράφει μια άτυπη βιογραφία, για τους έρωτές του, το παιδί του, το πώς συμπεριφερόταν στους άλλους. Μιλά για τον ποιητή -που θεωρεί πως είναι διαφορετικός από τους άλλους ανθρώπους επειδή είναι ποιητής (όπως κάθε ρομαντικός που σέβεται τον εαυτό του)- και με έναν τρόπο, ενώ τον λατρεύει, τον κατεβάζει στα μέτρα μας, τον φέρνει στα ανθρώπινα. Ο Γκαίτε είχε τόσες φορές απαρνηθεί τον Βέρθερο, αυτό το νεανικό έργο που τον όρισε και τον έκανε διάσημο. Τα πρόσωπα γύρω από τον ποιητή μιλούν για τις θυσίες που πρέπει να γίνουν στον βωμό της ιδιοφυίας, και από τον ίδιο, και από τους οικείους του. Η Λόττε πότε απολαμβάνει, και πότε σιχαίνεται τη δημοσιότητα στην οποία την καταδίκασε το μυθιστορηματικό της άλτερ ίγκο.

Δεν είναι εύκολο βιβλίο η Λόττε, ίσως μάλιστα να είναι από τα πιο στριφνά του Τόμας Μαν, χωρίς να φτάνει βέβαια την ιδιοτροπία του Δρ. Φάουστους ούτε τα δυσθεώρητα ύψη του Μαγικού βουνού. Είναι ένα βιβλίο- άσκηση συγκέντρωσης, οι διάλογοι μακραίνουν, αν δεν είσαι εκεί εκατό τα εκατό μπορεί να χάσεις τη συνοχή της σκέψης. Ο Μαν έγραψε τη Λόττε από το 1933 ως το 1939, αυτοεξόριστος ήδη από τη Γερμανία κι έχοντας ήδη χάσει την υπηκοότητα από το καθεστώς. «Η Γερμανία είμαι εγώ!» βάζει τον Γκαίτε να λέει, αλλά μάλλον θέλει να το πει εκείνος. Γιατί αυτά που λέει ο Γκαίτε στον μονόλογο του τρίτου μέρους, μπορούν να έχουν πολλαπλούς αποδέκτες.

Αν απόλαυσα τη Λόττε; Εν αντιθέσει με τον Βέρθερο που μπορώ να τον ξαναδιαβάζω για πάντα, δεν θα ξαναδιάβαζα το βιβλίο του Μαν. Αν είμαι χαρούμενη που το διάβασα; Πολύ. Πρόκειται για μυθιστόρημα που δεν το ξεχνάς, όσα κι αν τράβηξες για να το τελειώσεις. O Τόμας Μαν εξάλλου, πάντα απαιτεί από τον αναγνώστη, δεν προσφέρει καμία ευκολία και δεν κάνει εκπτώσεις.




                              Κατερίνα Μαλακατέ


"Η Λόττε στη Βαϊμάρη", Thomas Mann, μετ. Θεόδωρος Παρασκευόπουλος, εκδ. Πατάκη, 2020. σ.544

21/4/21

"Περί φυσικής της μελαγχολίας", Georgi Gospodinov

 



Αλλά οι ιστορίες πάντα τελειώνουν με τον έναν απ' τους δυο τρόπους - είτε μ'ένα παιδί είτε με έναν θάνατο.


Είναι η δεύτερη φορά που μπήκα στον λαβυρινθώδη κόσμο του «Περί φυσικής της μελαγχολίας» του Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ, κι αυτή η δεύτερη ανάγνωση έφερε στην επιφάνεια ακόμα σημαντικότερα κομμάτια του βιβλίου, και εδραίωσε την πεποίθησή μου πως πρόκειται για ένα από τα σημαντικά σύγχρονα (μετα)μεταμοντέρνα μυθιστορήματα.

Κεντρικός ήρωας ο ίδιος ο συγγραφέας, ή για να ακριβολογούμε, ο αφηγητής του. Ο αφηγητής πάσχει από μια σπάνια ασθένεια ενσυναίσθησης, μπορεί να μπει στη μνήμη του άλλου και να γίνει ο άλλος, όσο του αφηγούνται μια ιστορία. Έτσι γίνεται ο τρίχρονος παππούς του, όσο τον παρατάνε σε έναν μύλο, ή ο ίδιος ο Μινώταυρος. Μεγαλώνοντας, ο αφηγητής χάνει τη δυνατότητα αυτή κι αναγκάζεται να «αγοράσει» ιστορίες.

Πρόκειται για ένα βιβλίο αποσπασματικό, μέσα από τα θραύσματα δημιουργεί πρίσματα φωτός κι αλήθειας. Το «Περί φυσικής της μελαγχολίας» είναι γραμμένο πολύ φυσικά, όπως σχεδόν σκεφτόμαστε, περνώντας από το ένα θέμα και από την μία ιστορία στην άλλη, για να χτίσει μια πραγματικότητα που είναι και δεν είναι πραγματική, την πραγματικότητα του καθενός μας. Ο Γκοσποντίνοφ λέει πως έναυσμα για να γράψει το βιβλίο ήταν ένα άρθρο του Economist που έλεγε λίγο πολύ πως η σύγχρονη Βουλγαρία είναι σαν να μην υπάρχει. Έτσι μάζεψε τα κομμάτιά του, και τα κομμάτια της χώρας του, ασχολήθηκε με τη μνήμη, την προσωπική και τη συλλογική, μίλησε για την αλλαγή που έφερε στην χώρα η δυτικοποίηση, αλλά και για τον πόλεμο. Για το πώς είναι να είσαι ένα μικρό αγόρι, παντού. Έκανε το προσωπικό, κοινωνικό, και το κοινωνικό προσωπικό, για να περιγράψει τη ζωή μας.

Πουθενά σε όλη την καταγεγραμμένη αρχαιότητα δεν έχει διαφυλάξει κανείς τη φωνή του Μινώταυρου. Ο ίδιος δεν μιλάει, άλλοι μιλάνε για αυτόν. Εκεί που όλα, έμψυχα και άψυχα, δεν σωπαίνουν ποτέ, εκεί που βοούν παντού οι φωνές των θεών και των θνητών, των ορεσίβιων νυμφών και των ηρώων, των πονηρών Οδυσσέων και των αφελών Κυκλώπων, εκεί που ακόμα και οι περιφρονημένοι Κένταυροι έχουν το δικαίωμα στον λόγο, μόνο ένας σιωπά - ο Μινώταυρος.[] Γιατί να μην αξίζει κι αυτός τον ηρωικό ρυθμό του εξάμετρου. 

Κεντρικό ρόλο σε όλα αυτά παίζει ο μύθος του Μινώταυρου, του μικρού αγοριού που διαφέρει και το στέλνουν στα έγκατα της γης, μέσα σε έναν λαβύρινθο να τα βγάλει πέρα μόνος. Κανείς δεν του δίνει φωνή, καμία ιστορία δεν θα ειπωθεί από την πλευρά του. Σημασία έχουν ο Θησέας και ο λαβύρινθος. Ο λαβύρινθος του Γκοσποντίνοφ όμως είναι ξεκάθαρα μπορχικός --Μπόρχες και Πεσσόα ξεχωρίζουν και στο μότο του βιβλίου εξάλλου, καθώς και ο φανταστικός Γκαουστίν, στα πρότυπά τους. Ο Μινώταυρος αποκτά φωνή για πρώτη φορά στην Ιστορία μέσα από αυτό το μυθιστόρημα.

Δεν είμαι από τους αναγνώστες που αγαπούν πολύ την αποσπασματικότητα, ούτε τις ομφαλοσκοπήσεις. Όμως ο Γκοσποντόνοφ το κάνει τόσο καλά, τόσο αβίαστα, που δεν μπορείς παρά να του αναγνωρίσεις ένα τεράστιο αφηγηματικό ταλέντο, τέτοιο που σπάνια συναντά κανείς στις μέρες μας πια. Ομολογώ πως δεν έχω μεγάλη σχέση με τη νεότερη βουλγάρικη λογοτεχνία, αν εξαιρέσει κανείς τον Πένκοφ, που όμως γράφει στα αγγλικά, δεν έχω διαβάσει τίποτε άλλο. Νομίζω όμως πως ήρθε η ώρα για περισσότερες μεταφράσεις από τα βουλγάρικα, και περισσότερες αναγνώσεις.


                         Κατερίνα Μαλακατέ




"Περί φυσικής της μελαγχολίας", Georgi Gospodinov, μετ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδ. Ίκαρος, 2018, σ. 336 









ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΟΣ ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ

Μετά από όλες τις αποδείξεις πως η ιστορία των τελευταίων τεσσάρων εκατομμυρίων χρόνων έχει εγγραφεί στο DNA των ζώντων οργανισμών, η ρήση πως η Οικουμένη είναι μια βιβλιοθήκη δεν συνιστά πια μεταφορά από καιρό τώρα. Τώρα μας χρειάζεται μια νέα εγγραματοσύνη. Μας περιμένει πολύ διάβασμα. Όταν ο κύριος Χόρχε είπε πως φαντάζεται τον παράδεισο ως μια βιβλιοθήκη χωρίς αρχή και τέλος, κατά πάσα πιθανότητα, χωρίς να το φαντάζεται, εννοούσε τα ατελείωτα ράφια του δεσοξυριβονουκλεικού οξέος. Είμαι βιβλία.



12/4/21

"Λύκος ανάμεσα σε λύκους", Hans Fallada


 



Ο Φάλαντα είχε για χρόνια περιπέσει στην αφάνεια εκτός Γερμανίας, κι λόγος δεν ήταν λογοτεχνικός ούτε όμως ήταν και αμελητέος. Το «Λύκος ανάμεσα στους λύκους» ήταν ένα βιβλίο που λάτρεψε ο Γκαίμπελς, ο Φάλαντα δεν έφυγε ποτέ από τη ναζιστική Γερμανία σε αντίθεση με τους περισσότερους Γερμανούς ομότεχνούς του, έγραψε μάλιστα ένα μυθιστόρημα που το "διόρθωσε προς το ναζιστικότερο" κατ' εντολήν του καθεστώτος, τον "Ατσάλινο Γκούσταφ" κι έβαλε τον μεγαλύτερο γιο του στη ναζιστική νεολαία. Πάντως, το 1944 μετά από έναν θυελλώδη καυγά με τη γυναίκα του, το καθεστώς τον έκλεισε σε ψυχιατρείο (δεν ήταν ούτε η πρώτη, ούτε η τελευταία φορά του που βρέθηκε σε τέτοιο ίδρυμα), κι από εκεί κι έπειτα έγραψε μόνο αντιναζιστικά.  Όλα αυτά, μαζί με την εξάρτησή του από το ποτό και τα ναρκωτικά, τον φόνο του καλύτερού του φίλου σε μονομαχία όταν κι οι δυο ήταν πολύ νέοι, τις φήμες για ομοφυλοφιλία και τον σπάταλο τρόπο ζωής του, φτιάχνουν ένα μίγμα εκρηκτικό, που για χρόνια κανείς δεν ήθελε να αγγίξει. Από το 2009 και μετά ο Φάλαντα αποκαθίσταται. Κι όσο συνεχίζουν να ξαναβγαίνουν τα έργα του στον αγγλόφωνο κόσμο, και μάλιστα χωρίς περικοπές, τόσο συνεχίζει να μεταφράζεται στην Ελλάδα. Έχω διαβάσει τον Πότη αλλά και το Μόνος στο Βερολίνο, που τα απόλαυσα πραγματικά. Μιλούν για το ναζιστικό καθεστώς με χρώματα μελανά, κι είναι και τα δυο βασισμένα σε αληθινές ιστορίες.

Το «Λύκος ανάμεσα στους λύκους», από την άλλη, είναι στημένο σε μια πιο μπερδεμένη και θολή εποχή, στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Τη Γερμανία στραγγαλίζουν οι Συνθήκες που υπέγραψε μετά την ήττα στον Α' Παγκόσμιο, το μάρκο υποτιμάται συνεχώς, οι άνθρωποι ενώ έχουν δισεκατομμύρια στις τσέπες, φτωχαίνουν τόσο πολύ κάθε μέρα που κυριολεκτικά δεν έχουν να φάνε, γυναίκες πουλάνε το κορμί τους και πρώην στρατιωτικοί δεν έχουν να ζήσουν. 

Τρεις είναι οι βασικοί πρωταγωνιστές, ο ίλαρχος Γιοαχίμ φον Πράκβιτς που έχει ένα τσιφλίκι στο Νόιλε, που νοικιάζει από τον πεθερό του. Δεν έχει ιδέα από αγροτικές εργασίες, οι εργάτες του τον κοροϊδεύουν, ενώ μέσα στο κτήμα στήνεται μια περίεργη απόπειρα για να ανατραπεί η κυβέρνηση. Η κόρη του τον αψηφά κι ο πεθερός τον μισεί. Ο υπολοχαγός φον Στούντμαν, που κατέληξε να δουλεύει στη ρεσεψιόν ενός ξενοδοχείου και από ήρωας πολέμου να ανέχεται τον καθένα να τον εξευτελίζει. Και ο Βόλφγκανγκ Πάγκελ (Βολφ=λύκος), το κακομαθημένο παιδί μιας πάμπλουτης οικογένειας που τα τρώει όλα στις λέσχες κι αφήνει τη γυναίκα που αγαπά να σαπίσει γυμνή και έγκυος στη φυλακή.

Γύρω από τους τρεις αυτούς χαρακτήρες, και με φόντο το Βερολίνο που παραπαίει, αλλά και τη διεφθαρμένη εξοχή του Νόιλε, ο Φάλαντα βάζει κι ένα σωρό άλλους. Κυριαρχεί η σήψη και η διάλυση, η έκπτωση των ηθικών αξιών, η αδυναμία να ζήσεις. Κι εδώ, όπως και στα άλλα του βιβλία του, μιλάει για μια καταστροφική έξη, τον τζόγο. Ο Φάλαντα, που ξέρει το αφηγηματικό του ταλέντο, αφήνεται, πλατειάζει, δεν φροντίζει την πλοκή, ξεφεύγει για ώρα με δευτερεύοντες χαρακτήρες- αγαπημένη μου έτσι κι αλλιώς είναι η κοπέλα του Πάγκελ, η Πέτρα. Όμως επειδή μιλάμε για μάστορα της γραφής, όλα αυτά όχι απλά δεν ενοχλούν, αλλά κάνουν το βιβλίο γοητευτικό. 

Μου πήρε τρεις εβδομάδες να τελειώσω τις 1500 σελίδες των Λύκων και δεν βαρυγκώμησα καμιά βραδιά βλέποντάς το στο κομοδίνο μου, ούτε και του απίστησα. Η παρακμή που αποπνέει, οι χαρακτήρες που μοιάζουν όλοι με μοναχικούς λύκους μακριά από την αγέλη, που προσπαθούν να επιβιώσουν, η πίστη τελικά στο ανθρώπινο γένος, ακόμα κι όταν όλα έχουν γκρεμιστεί, είναι μαυλιστικά. Αυτό το ομολογουμένως μεγάλο σε όγκο βιβλίο, δεν κατάφερε βέβαια να βγάλει το Μόνος στο Βερολίνο  από την πρώτη θέση στην καρδιά μου. Ίσως είναι μάλιστα το πρώτο βιβλίο του Φάλαντα  που διαβάζω και δεν θεωρώ αριστούργημα. Παραμένει ένα αξιόλογο μυθιστόρημα από έναν σπουδαίο τεχνήτη. 



                                 Κατερίνα Μαλακατέ


 

«Λύκος ανάμεσα σε λύκους», Χανς Φάλαντα, μετ. Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. Gutenberg, 2020, (Α+Β τόμος), σ.1518  

6/4/21

"Η Κλάρα και ο Ήλιος", Kazuo Isighuro

 




Η Κλάρα και ο Ήλιος είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Καζούο Ισιγκούρο μετά το Νόμπελ. Ο ίδιος λέει πως είχε ολοκληρώσει το 1/3 του μυθιστορήματος όταν έλαβε το χαρμόσυνο νέο, κι αυτό σε τίποτα δεν άλλαξε τον σχεδιασμό του. Κι η αλήθεια είναι πως η Κλάρα είναι ένα βιβλίο ισάξιο με τα καλύτερά του (ειδικά το Μη μ’ αφήσεις ποτέ) και πολύ καλύτερο από κάποια αποτυχημένα όπως Ο θαμμένος γίγαντας.

Αφηγήτρια και ηρωίδα του βιβλίου η Κλάρα, μια ΤΦ (Τεχνητή Φίλη), ένα ανθρωποειδές φτιαγμένο για να κάνει παρέα σε αναβαθμισμένα μικρά παιδιά. Η Κλάρα μοιάζει κάπως με παιδί, η ματιά της είναι αγνή κι έχει περιέργεια για τα πάντα. Από τη στιγμή που βρίσκεται στη βιτρίνα του μαγαζιού ως την αγορά της από ένα μικρό κορίτσι, την Τζόσι, δεν παύει να μαθαίνει και να βελτιώνεται, δίνοντας σημασία στην λεπτομέρεια.

Η Τζόσι είναι μια λεπτοκαμωμένη έφηβη που μένει με τη μαμά της και την οικονόμο τους. Η Κλάρα προσπαθεί να είναι όσο πιο βοηθητική φίλη γίνεται, όμως σύντομα καταλαβαίνει πως η Τζόσι είναι άρρωστη και πιθανότατα δεν θα τα καταφέρει. Η Τζόσι, όπως και όλα τα αναβαθμισμένα παιδιά, κάνει τα μαθήματά της μέσω υπολογιστή με τηλεκπαίδευση, ενώ η μεγάλη της αδελφή αρρώστησε κι αυτή και πέθανε λόγω της αναβάθμισης. Η μαμά της πήρε το ρίσκο και αναβάθμισε και το δεύτερο παιδί της, γιατί τα μη αναβαθμισμένα παιδιά όσο έξυπνα κι αν είναι, δεν μπορούν να πάνε στο Κολλέγιο. Η Κλάρα φορτίζει με τον ήλιο, και σιγά σιγά αρχίζει να του αποδίδει μαγικές ιδιότητες, όπως περίπου οι πρώτοι άνθρωποι. Πιστεύει πως ίσως ο μόνος τρόπος για να κάνει την Τζόσι καλά είναι να το ζητήσει από τον Ήλιο.

Το μεγαλύτερο ατού του βιβλίου είναι η αφηγήτρια του. Η Κλάρα, που από την αρχή ξέρεις πως είναι μια Τεχνητή Νοημοσύνη –και σε αυτό το μυθιστόρημα του Ισιγκούρο διαφέρει από τα περισσότερα βιβλία επιστημονικής φαντασίας που παίζουν με την ιδέα ενός ανθρωποειδούς που πιστεύει πως είναι άνθρωπος— έχει σε πολλά σημεία «ανθρώπινη συμπεριφορά». Μπορεί όμως μια ΤΦ να αγαπήσει; Και πώς αγαπά μια μάνα το παιδί της πιο πολύ, ρισκάροντας, για να το δει επιτυχημένο ή προστατεύοντας το κι αφήνοντας το καθηλωμένο σε μια μικρή ζωή. Και μπορεί κανένας, όσο κι αν του μοιάζει, να υποκαταστήσει το παιδί μας;

Ο Ισιγκούρο έγραψε ένα βιβλίο με αφορμή την τεχνητή νοημοσύνη και κεντρικό θέμα την αγάπη. Στάθηκε κριτικά απέναντι στην τεχνολογία αλλά δεν τη φοβήθηκε, αντίθετα αγάπησε την τεχνητή του φίλη κι αυτό είναι έκδηλο σε όλο το κείμενο. Δεν αμφισβήτησε στιγμή το δικαίωμά του ανδροειδούς να υπάρχει, δεν έμπλεξε τα ανθρώπινα με τα τεχνητά παρά μόνον εκεί που είχε σημασία. Η Κλάρα είναι ένα μυθιστόρημα που δεν κουνάει το δάχτυλο στην τεχνολογία, δεν φοβάται το νέο, ούτε το αγιοποιεί. Η γραφή του Ισιγκούρο είναι όπως πάντα στρωτή, γλυκόπιοτη χωρίς να γίνεται βαρετή. Δεν έχει παρά ελάχιστα στοιχεία από την ιαπωνική κουλτούρα, έχει όμως πολλά από την αγγλική. Γιατί ο Ισιγκούρο μπορεί να γεννήθηκε στο Ναγκασάκι, αλλά μεγάλωσε και ωρίμασε στη Μ. Βρετανία, εκεί ανδρώθηκε λογοτεχνικά και στα αγγλικά γράφει. 


                             Κατερίνα Μαλακατέ


"Η Κλάρα και ο Ήλιος", Καζούο Ισιγκούρο, μετ. Αργυρώ Μαντόγλου, εκδ. Ψυχογιός, 2021, σ.384















Υ.Γ. 42 Το εξώφυλλο δεν είναι ωραίο (κι ας είναι ίδιο με αυτό της ξένης έκδοσης).