22/6/22

"Αγιογραφία", Νίκος Παναγιωτόπουλος





Η Αγιογραφία είναι από τα πιο ιδιαίτερα βιβλία του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Όλα τα πεζογραφικά του κείμενα διαφέρουν μεταξύ τους, μα αυτό είναι το μόνο που απαιτεί από τον αναγνώστη λίγη προσπάθεια για να γοητευτεί. Γιατί σε αυτό το μυθιστόρημα, το πιο σπουδαίο εύρημα είναι η γλώσσα.

Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, ο Αντώνιος Ευσταθίου ή Ευστάθιος Αντωνίου, ένας άντρας που βρίσκεται σχεδόν στο νεκροκρέβατό του, στέλνει μια μακροσκελή επιστολή στον Αρχιεπίσκοπο ιστορώντας πώς παρεβρέθηκε στις τελευταίες στιγμές της ζωής του μοναχού Ιωάννη Ορφανού που η εκκλησία θέλει να αγιοποιήσει. Με μια γλώσσα που μοιάζει με αυτή που θα χρησιμοποιούσε ένας ενωμοτάρχης τη δεκαετίας του ’80, γεμάτη καθαρευουσιανισμούς, σολοικισμούς, φορτωμένη την ορθογραφία άλλων εποχών, ο αφηγητής πιάνει το νήμα της ιστορίας από τότε που αναγκάστηκε να παρασταθεί στον Ορφανό τη νύχτα που πέθανε. Κι ο «άγιος» τού εξομολογήθηκε όλη τη ζωή του, πώς βρέθηκε παιδάκι ορφανό στο Θερμό, πώς κατέληξε με ένα μοναστήρι κι έναν άγιο στα χέρια του.

Το βασικό που απασχολεί τον Παναγιωτόπουλο σε αυτό το βιβλίο είναι το θέμα της πίστης, της πίστης στη θρησκεία, στο κόμμα, στο μεταφυσικό, στο θαύμα. Οι κάτοικοι του Θερμού παίρνουν ένα ορφανό παιδάκι που το ξυλοφορτώνει ο θετός πατέρας του, και για το οποίο δεκάρα δεν έδωσαν ακόμα κι αν από το ξυλοφόρτωμα ο πατέρας σκότωσε τη μάνα του, και στηριγμένοι σε μια δυο συγκυρίες, το ανακηρύσσουν άγιο. Δεν χρειάζεται καν να κουνήσει το δαχτυλάκι του.

Αυτή η ομαδική παράκρουση σύντομα διαφαίνεται πως θα έχει οφέλη για όλους, για το παιδί που γλίτωσε το ξυλοφόρτωμα και τώρα το κανακεύουν όλη μέρα, για το χωριό οικονομικά. Κι έτσι στήνεται μια ιστορία που όμοιά της υπάρχει σε πάρα πολλά μέρη. Σε μια ταραγμένη εποχή για την ελληνική επαρχία -όλα αυτά συμβαίνουν χοντρικά ανάμεσα στο 1900 και το 1940- σε ένα τοπίο κάποτε παπαδιαμαντικό, που όμως εμένα πιότερο μου θυμίζει Καρκαβίτσα στον Ζητιάνο, ο μικρός Γιάννης Ορφανός, μετατρέπεται σε Άγιο.

Κι όταν πια μπαφιάζει από την αγιότητα του, και τη μοναξιά του, και την υποκρισία, και το ψέμα και ζητά να φύγει, τότε το άγριο πλήθος που δεν συγχωρεί κανέναν, τον λιντσάρει. Γιατί φυσικά η παράκρουσή τους δεν έχει να κάνει με το αντικείμενο της λατρείας τους. Ήθελαν να πιστέψουν, κι έπειτα βόλευε που πίστεψαν, κι έπειτα οικονομικά βόλευε και τα εγγόνια και τα δισέγγονά τους που πίστεψαν. Η πραγματικότητα δεν έχει καμία σχέση, βολεύεται κατά το δοκούν, αιωρείται.

Αλλά γιατί να πιστέψουμε έναν πρωτοπρόσωπο αφηγητή που πεθαίνει και μας διηγείται από δεύτερο χέρι την ιστορία που άκουσε από έναν άλλον αφηγητή που πέθαινε; Αυτό το υπέροχο κόλπο δίνει στο βιβλίο πολλαπλά επίπεδα, είδωλα της πραγματικότητας. Αναγκάζει και τον αναγνώστη να διαλέξει «στρατόπεδο» διαισθητικά, σχεδόν μεταφυσικά. Ο αφηγητής αφήνει πολλά χάσματα, δικαιολογείται συνεχώς στον Αρχιεπίσκοπο για αυτά, πράγμα εξόχως ύποπτο, μας λέει μόνο στο τέλος και επί τροχάδην τη δική του ιστορία, έχει πράγματα να κρύψει, και φυσικά δεν έχει καν όνομα. Ή μάλλον έχει αυτό το διπλό όνομα. Σαν τα δυο πρόσωπα του Ιανού.

Το σίγουρο είναι πως στο (φανταστικό) μοναστήρι του Άι Γιάννη του Ορφανού συρρέει ακόμα και σήμερα πλήθος κόσμου. Φτάνει στο φροντισμένο πάρκινγκ με τα αυτοκίνητά του, αγοράζει τάματα, μέλια, κεριά και χυλοπίτες από τους πάγκους, ανεβαίνει και προσκυνά στην πηγή που αναβλύζει το αγίασμα της Αγίας Παρασκευής, κι έπειτα αγοράζει εικονίτσες επαργυρωμένες και τον βίο του Αγίου στο μαγαζάκι του μοναστηριού.


                                                    Κατερίνα Μαλακατέ


"Αγιογραφία", Νίκος Παναγιωτόπουλος, εκδ. Μεταίχμιο, 2022 (Πόλις, 2003), σ. 328

15/6/22

"Μητροφάγος", Roque Larraquy




Οριακά διεστραμμένο το μυθιστόρημα του Ρόκε Λαρράκι, Μητροφάγος∙ πάντως διαβολεμένα ευφυές με χιούμορ και διάθεση να σχολιάσει τους καιρούς μας, την τέχνη, την επιστήμη, τη μεταφυσική, να φτάσει στα όρια τις αντοχές του αναγνώστη στη φρίκη, να τον εξοικειώσει μαζί της, όπως και με την πραγματικότητα.

Σε ένα σανατόριο το 1907 στήνεται ένα πείραμα για να διαπιστωθεί αν υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο. Δεκάδες καρκινοπαθείς τελικού σταδίου ξεγελιούνται με το πρόσχημα ενός θαυματουργού ορού που θα τους θεραπεύσει. Κι όταν οι ελπίδες τους καταρρέουν, παρεμβαίνουν οι γιατροί, και τους ζητούν να δωρίσουν το σώμα τους, ή μάλλον το κεφάλι τους, στην επιστήμη. Εκατό και βάλε χρόνια μετά, ένας καλλιτέχνης κάνει το δικό του σώμα έργο τέχνης, αυτοακρωτηριάζεται, χρησιμοποιεί ένα σαρκοφάγο έντομο, διαλύεται.

Γκροτέσκο, στα όρια της φάρσας, με μια δύναμη εντελώς αλλόκοτη, το Μητροφάγος, μιλάει με την τόλμη που μόνο στην τέχνη συγχωρείται, για την φαυλότητα της ανθρώπινης φαντασίας, την κινητήριο δύναμη όλου του πολιτισμού αλλά και όλης της φρικαλεότητας. Τέρατα παρελαύνουν στις σελίδες του, τέρατα που προέκυψαν βαθιά από τη μήτρα της ίδιας της ανθρωπότητας, σαν το μωρό με τα δυο κεφάλια, ή τα δυο μωρά με το ένα σώμα, που χρησιμοποιεί ο καλλιτέχνης.  Τα βάζουμε στη γυάλα και στη φορμόλη, τα κοιτάμε εξονυχιστικά σε ένα περίεργο freak show, αλλά τελικά εκεί, στις εσχατιές της φαντασίας, εδρεύουν οι χίμαιρες και τα οράματα, λίγο να μετακινηθείς, λίγο να παρασυρθείς και το όνειρο γίνεται φρικτός εφιάλτης. Αλλά τελικά, μήπως αυτά, δεν είναι τα πραγματικά τέρατα;

Φυσικά από ένα τέτοιο βιβλίο δεν θα μπορούσε να λείπει ο έρωτας, τσακίζονται οι γιατροί για τα μάτια της προϊσταμένης νοσοκόμας, Μενέντες. Όταν τελικά ο πρωταγωνιστής μας την κατακτά, την βάζει σε μια γυάλα κι αυτή μαραίνεται. Δεν έχει καμία σημασία πια. Μόνο η φωτιά θα μας σώσει.

Δεν είναι για όλους τους αναγνώστες, κάποιοι θα σιχαθούν και θα ανατριχιάσουν, κάποιοι δεν θα μπορούν να κοιμηθούν τα βράδια βλέποντας αυτοσχέδιες γκιλοτίνες κι ομιλούσες κεφαλές σε κύκλο. Ούτε κι εμένα με γοήτευσε εντελώς, σε κάποια σημεία ήθελα να το πετάξω από δίπλα μου να μην το βλέπω. Όμως ξέρω πως καλή λογοτεχνία γράφουμε και διαβάζουμε μέσα στα σκοτάδια μας, σκάβοντας εκεί που εδράζονται οι πιο μύχιοι φόβοι μας, κι οι πιο ντροπιαστικές ελπίδες μας. Ε, ο Λαρράκι μάλλον προχώρησε ένα βήμα παραπάνω αυτή την ανασκαφή.



                                                                         Κατερίνα Μαλακατέ 


Υ.Γ.42  Σιγά μη σας πω τι είναι Μητροφάγος. Μουχαχαχ



"Μητροφάγος, Ρόκε Λαρράκι, μετ. Έφη Γιαννοπούλου, εκδ. Αντίποδες, 2022, σ. 177

2/6/22

"Να θυμηθώ να παραγγείλω", Στέλιος Μάινας






Με ένα δύσκολο θέμα καταπιάστηκε στο πρώτο του μυθιστόρημα ο Στέλιος Μάινας, την ευθανασία, το ποιος έχει ή όχι δικαίωμα να βάλει τέλος στη ζωή κάποιου που επιθυμεί να μη ζει πια ή που λόγω ασθένειας δεν έχει πια καμία ποιότητα ζωής. 

Πρωταγωνίστρια μια γιατρός αναισθησιολόγος, γύρω στα σαράντα πέντε. Όμορφη γυναίκα, αφοσιωμένη στην επιστήμη της, ανύπαντρη και χωρίς παιδιά, που δεν διστάζει να ανακουφίσει ασθενείς που το έχουν ανάγκη. Πρόκειται για έναν άνθρωπο με ιδιαίτερη ευαισθησία στον πόνο, στιγματισμένο από τον θάνατο. Αλλά μήπως δεν είμαστε όλοι; Έναν άνθρωπο που με μια αμπούλα καλίου αυτοχρήζεται "ευεργέτης" ή φονιάς. 


Δίπλα μου είχα το κορίτσι που σχεδόν μεγάλωσα, να νιώθω το χνότο της πάνω μου, να νιώθω πως την αγαπώ, πως είναι κομμάτι μου, κι ας μην έχω γεννήσει, και λίγο πιο μακριά, σ' ένα κρεβάτι εντατικής, δεμένος με τις αλυσίδες του Προμηθέα, ο αγαπημένος μου φίλος, ένα κομμάτι από τον εαυτό μου, μας παρακαλούσε: Ελευθερώστε με! 

Κι έτσι καταλήγει στη φυλακή. Από εκεί, τη φυλακή δηλαδή, μας αφηγείται την ιστορία της, μας μιλά για τους ανθρώπους που αγάπησε, την αδελφή, την ανιψιά της, τον πρόσφατό της έρωτα, τον Άγγελο. Και μας εξηγεί τους λόγους.

Το μυθιστόρημα δεν γίνεται σε κανένα σημείο μελό, ούτε βαραίνει ανελέητα. Ασχολείται με την ευθανασία τόσο, όσο. Δεν πρόκειται για δοκίμιο ή πραγματεία, ο Μάινας περισσότερο θέτει ερωτήματα παρά έχει τις απαντήσεις. Η γραφή είναι ανάλαφρη, σε σημεία υπερβολικά προφορική, σαν να σου αφηγείται την ιστορία ένας παραμυθάς παρά ένας αφηγητής. Αυτό είναι το μεγάλο προσόν του, μιας και οι σελίδες φεύγουν χωρίς να το καταλάβεις, αλλά ταυτόχρονα και η βασική του αδυναμία, γιατί δεν αφήνει χώρο για δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης. Και το θέμα είναι τέτοιο που θα μπορούσαν να υπάρχουν πολλαπλά επίπεδα.

Δεν έχω διαβάσει το πρώτο βιβλίο του Στέλιου Μάινα, «Τα φαινόμενα απατούν», μια συλλογή διηγημάτων του 2010 από τις εκδόσεις Καστανιώτη, πάντως αυτό το μυθιστόρημα ήταν μια μικρή έκπληξη. Συνηθίζουμε να κρίνουμε τα βιβλία συγγραφέων που προέρχονται από άλλους καλλιτεχνικούς χώρους με καλυμμένη συγκατάβαση. Αυτό είναι ένα βιβλίο που αποδεικνύει πως κάνουμε λάθος.


                                Κατερίνα Μαλακατέ



"Να θυμηθώ να παραγγείλω", Στέλιος Μάινας, εκδ. Μεταίχμιο, 2022. σ. 305