Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λιόσα Μάριο Βάργκας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λιόσα Μάριο Βάργκας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

1/7/23

"Η γιορτή του τράγου", Mario Vargas Llosa

 




«Η γιορτή του τράγου» εκδόθηκε το 2000, περίπου σαράντα χρόνια μετά τα πρώτα μοντερνιστικά μυθιστορήματα του Μάριο Βάργκας Λιόσα («Η πόλη και τα σκυλιά» βγήκε το 1963, το «Πράσινο σπίτι» το 1965 κ.ο.κ.). Είναι το δεύτερο βιβλίο του μετά τον «Πόλεμο της Συντέλειας του κόσμου» που δεν μιλά για το Περού παρά για μια άλλη χώρα, ενώ γράφτηκε μετά την αποτυχημένη κάθοδό του Λιόσα στην πολιτική σκηνή κι αφού είχε μόνιμα μετεγκατασταθεί στην Ισπανία. 

Είναι επόμενο λοιπόν να διαφέρει, πρόκειται για ένα μυθιστόρημα ωριμότητας, που ανήκει πια στον μεταμοντερνισμό, μοιάζει να συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία εκείνα που κάνουν τον συγγραφέα να ξεχωρίζει, και που τον καθιέρωσαν ως έναν από τους σημαντικότερους, αν όχι τον σημαντικότερο, εκπρόσωπο του Λατινοαμερικάνικου μπουμ (και μιας κι εδώ περιλαμβάνονται ο Φουέντες, ο Κορτάσαρ, ο Μάρκες, αυτό μάλλον είναι σπουδαίο κομπλιμέντο).


Αφηγηματικά, το κείμενο χωρίζεται σε τρία επίπεδα. Στο πρώτο βρισκόμαστε στο 1996 και η σχεδόν πενηντάχρονη Ουρανία Καβράλ ξαναγυρνά στον Άγιο Δομίνικο (πάλαι ποτέ πόλη Τρουχίλιο) και βασανίζει με διηγήσεις τον ανοϊκό πατέρα της που έχει να τον δει από τα δεκατέσσερά της, από τότε δηλαδή που έφυγε κι έριξε μαύρη πέτρα πίσω της, χωρίς να κρατήσει καμία επικοινωνία με την οικογένειά της. Ο Αγουστίν Καβράλ, ένας από τους έμπιστούς του Τρουχίλιο, εκείνη την εποχή είχε πέσει σε δυσμένεια...


Στο δεύτερο επίπεδο η εστίαση αλλάζει, μεταφερόμαστε στο 1961, λίγες μέρες πριν το τέλος του Τρουχίλιο, και βλέπουμε τα πράγματα από τα μάτια του Ευεργέτη αυτοπροσώπως. Ο Λιόσα διεισδύει στο κεφάλι του αιμοσταγούς δικτάτορα και τον αφήνει να μας πει ο ίδιος για τη μεγαλομανία του, για τα προβλήματα στύσης και ούρησης, για το πόσο βασάνιζε ακόμα και τους πιο στενούς του συνεργάτες, για την πανάθλια οικογένειά του και τα σαδιστικά παιδιά του, για τους εκατομμύρια θανάτους και βασανισμούς.


Στο τρίτο επίπεδο βλέπουμε τους δολοφόνους του την ώρα της ενέδρας, και μαθαίνουμε για έναν έναν όλη τη θλιβερή ιστορία που τους έφερε ως εκεί. Για κάποιους η ιστορία αυτή είναι η πραγματική, για άλλους ο Λιόσα τη φαντάστηκε.


Το μυθιστόρημα είναι ιστορικό, αναμιγνύονται στην πλοκή φανταστικά πρόσωπα (η οικογένεια Καβράλ) και εντελώς πραγματικά (ο Τρουχίλιο, η οικογένειά του, οι υπουργοί του, οι δολοφόνοι του). Ο Λιόσα παίρνει ένα σωρό ελευθερίες και φτιάχνει τελικά ένα οικοδόμημα που μας βοηθά να καταλάβουμε την παράνοια και τον σαδισμό του ολοκληρωτικού καθεστώτος πολύ περισσότερο από την όποια μαρτυρία. Ο ωμός ρεαλισμός με τον οποίο περιγράφει τα βασανιστήρια στα μπουντρούμια της ΣΥΠ, και η βαναυσότητα της σκέψης του Τρουχίλιο, μακριά από αλληγορίες, και ευφημισμούς, βάζει τις βάσεις για πολλά από τα νεότερα μυθιστορήματα της Λατινικής Αμερικής που λένε πια τα πράγματα με το όνομά τους.


Το κεντρικό θέμα του "Τράγου" είναι η Εξουσία. Η Εξουσία, η Διαφθορά, η Βία, ο Παραλογισμός της δικτατορίας. Η Εξουσία κι ο Σεξισμός. Ο Τρουχίλιο, πιο πολύ για την επίδειξη του ανδρισμού του (το περίφημο ματσίσμο) και λιγότερο από σεξουαλική διαστροφή, "παίρνει" όποια γυναίκα βρει, συχνά τα παιδιά και τις γυναίκες των ίδιων του των Υπουργών, απλά και μόνον για να το κάνει. Στα εβδομήντα του, κι έχοντας καταπατήσει όλα τα δικαιώματα τόσων ανθρώπων για τριάντα χρόνια, το βασικό του πρόβλημα είναι αν θα «του σηκωθεί» το βράδυ, αν θα μπορέσει να πηδήξει μια μικρούλα.

Ο συγγραφέας τον «τιμωρεί» βέβαια, του βάζει μια συμπρωταγωνίστρια στο μυθιστόρημα μια γυναίκα. Όχι μια οποιαδήποτε γυναίκα. Μια γυναίκα, που αν και φανταστικός χαρακτήρας, κινεί εκείνη τελικά τα νήματα της πλοκής, δίνει εκείνη, κι όχι ο δικτάτορας τον τόνο. Είναι το αντίβαρο, σε μια χώρα κατεστραμμένη. Είναι η ίδια κατεστραμμένη. Σαν να η μετενσάρκωση της ίδιας της Δομινικανής Δημοκρατίας. Η γυναίκα αυτή είναι η χώρα. 


Η μνήμη, πάντα κεντρικό θέμα στα σύμπαντα του Μάριο Βάργκας Λιόσα, παίζει κι εδώ κομβικό ρόλο. Ο αχρηστεμένος από το εγκεφαλικό Αγουστίν Καβράλ, πατέρας της Ουρανίας, αναγκάζεται να ακούσει τι θυμάται η κόρη του από κείνον, χωρίς να μπορεί να απαντήσει. Οι πολίτες της Δομινικανής Δημοκρατίας λένε «ναι, μας έσφαζε και μας βασάνιζε και έπαιρνε όλα τα λεφτά, αλλά με τον Τρουχίλιο είχαμε δουλειές». Οι δολοφόνοι του θυμούνται τι έκανε και τι δεν έκανε στους ίδιους, πόσο η προσωπική τους ζωή επηρεάστηκε από τη δικτατορία. Κι η προπαγάνδα του Τρουχίλιο, έκανε το μαύρο άσπρο, για ανθρώπους αμνήμονες, που δεν θυμούνταν. Και το πλήρωναν μετά με τη ζωή τους.


Η φρικαλεότητα των βασανιστηρίων στα υπόγεια της ΣΥΠ, η βαναυσότητα του Τρουχίλιο αλλά και του γιού του, του ακαμάτη πλέιμποι και ακραία σαδιστή, Ράμφις, η παράνοια της δικτατορίας, μιας δικτατορίας που έμοιαζε με φάρσα, αλλά δεν ήταν, για τριάντα χρόνια, η προσωπολατρία που επέβαλλε το καθεστώς με την εικόνα του (πάντοτε σωστού) Ευεργέτη να καλύπτει τα πάντα. Κι ύστερα η μετάβαση στο νέο καθεστώς, ο σουρεαλισμός της μετάβασης, η μετατροπή του Μπαλαγέρ από «Πρόεδρο μαριονέτα», σε «Πρόεδρο που κινεί τα νήματα», η πολυπλοκότητα των πολιτικών και στρατιωτικών τερτιπιών, η ανάμιξη των Αμερικάνων (όπως πάντα), η βία, ο πόλεμος, η σιχαμάρα της διπλωματίας, όλα αποδομούνται στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου. Εκεί, που έχουμε διαβάσει πια για τόσους ακραίους βασανισμούς και θανάτους κι η ιστορία της δεκατετράχρονης Ουρανίτας στα χέρια του δικτάτορα δεν θα έπρεπε να μετρά καθόλου. Κι όμως, αυτή είναι η συναισθητική κορύφωση του μυθιστορήματος. Κι όμως, ο Λιόσα είναι τόσο μεγάλο συγγραφικό μέγεθος, που το καταφέρνει κι αυτό, να νοιαζόμαστε για τι συνέβη στην Ουρανία προσωπικά, να νοιαζόμαστε για μια ξένη χώρα.


Ομολογουμένως, αν και του έχω αδυναμία, δεν θα ισχυριζόμουν, όπως κάποιοι άλλοι, πως "Η γιορτή του Τράγου" εκτόπισε τα «Εκατό χρόνια μοναξιά» ως το κεντρικό μυθιστόρημα της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας. Για μένα όμως ο Τράγος μοιάζει όντως με γιορτή∙ μια γιορτή της λογοτεχνίας πάνω στο κουφάρι του παραλογισμού και της δικτατορίας.



                                        Κατερίνα Μαλακατέ





"Η γιορτή του τράγου", Mario Vargas Llosa, μτφ. Αγγελική Αλεξοπούλου, εκδ. Καστανιώτη, 2000, σ.502











Υ.Γ. 42 Ο Τίτλος είναι από εδώ:


16/3/14

"Γλυκά για διαβητικούς", του Μαραμπού




Δεν είμαι διαβητικός. Ούτε καν έχω υψηλά επίπεδα σακχάρου στο αίμα μου. Οπότε μπορώ να τρώω ό,τι γλυκά θέλω. Θέλεις ένα σοκολατάκι χωρίς ζάχαρη, με ρώτησε η γιαγιά μου τις προάλλες. Ναι αμέ, απάντησα χωρίς δισταγμό. Δεν είναι πολύ γλυκό, πρόσθεσε αμέσως, με μια υποψία φροντίδας στη φωνή της. Το ίδιο ίσως μου έλεγε και πολλά χρόνια πριν, για να τονίσει ότι η περιορισμένη γλυκύτητα των κερασμάτων της δεν αποτελούσε κίνδυνο για τα δόντια μου. 

Διαθέτω μια εγγενή επιθυμία για γλυκό, που ικανοποιώ με κάθε ευκαιρία. Ανάμεσα σε ένα προφιτερόλ και μια πίτσα, επιλέγω το πρώτο! Τρώω όμως και γλυκά για διαβητικούς, παρόλο που δεν φτιάχτηκαν για μένα, δεν μου προσφέρουν τα οφέλη που θα πρόσφεραν σε έναν διαβητικό, γιατί εγώ δεν είμαι διαβητικός. Ίσως, όμως, να γίνω.


Τα ίδια σκέφτομαι κάθε φορά που διαβάζω βιβλία σαν αυτό του Μάριο Βάργκας Λιόσα με τίτλο Επιστολές σ' ένα νέο συγγραφέα. Η πρώτη γνωριμία έγινε – πώς άλλιως! – με τον Ράινερ Μαρία Ρίλκε και τα Γράμματα σ' ένα νέο ποιητή και συνεχίστηκε ποικιλοτρόπως, μέχρι να καταλήξει προσφάτως στο κείμενο του Λιόσα. Αυτό που με εντυπωσιάζει πάντα σε τέτοια βιβλία είναι η ικανότητά τους να εξαντλούν όλα τα αποθέματα διδακτισμού τους, στα πολύ στενά όρια του τίτλου τους! Αντιθέτως, βιβλία με τίτλους “Πώς να γράψετε ένα μυθιστόρημα”, “Η ποίηση σε δέκα απλά βήματα”, “Γράψε το επόμενο μπεστ-σέλερ” έχουν ήδη δηλητηριάσει το περιεχόμενό τους ως το οπισθόφυλλο.

Αν μη τι άλλο, είναι συναρπαστικό να μαθαίνεις πώς ο κάθε συγγραφέας αντιλαμβάνεται την τέχνη του, τι εργαλεία χρησιμοποιεί, ποια βιβλία έχει ως οδηγούς στην συγγραφική του πορεία – δεν είναι λογοτεχνία, είναι σαν λογοτεχνία, όπως και τα γλυκά για διαβητικούς. Θα γλυκαθείς όπως και να' χει! Μια παρομοίωση που αρέσκομαι να χρησιμοποιώ συχνά και έχει εφαρμογή εδώ (όπως και σε πολλές πτυχές της ζωής), είναι το σκάκι. Φανταστείτε μία παρτίδα μεταξύ δύο σπουδαίων σκακιστών. Τα αρχάρια βλέμματα που την παρακολουθούν συνήθως αιχμαλωτίζονται από τις αιχμαλωσίες των κομματιών, τις απειλές ενάντια στο βασιλιά ή τις μεγαλοπρεπείς κινήσεις της βασίλισσας. Κάποιοι πιο υποψιασμένοι, ίσως καγχάζουν μαζί με τους αδαείς αλλά δεν υποτιμούν, τις αλλόκοτες και δυσκοίλιες κινήσεις των ίππων. Υπάρχουν εκείνοι που εκτιμούν την ομορφιά μιας θέσης, την αναγκαιότητα μιας θυσίας, την ευλυγισία ενός τακτικού ελιγμού. Οι σκακιστές όμως σκέφτονται κάτι διαφορετικό που δεν μπορούν να μαντέψουν οι θεατές. Ανάλογα με την αντιληπτική του ικανότητα, ο καθένας απολαμβάνει την ομορφιά μιας σκακιστικής παρτίδας, όταν όμως πρέπει να την ενορχηστρώσει, μοιραία θυσιάζει ένα μέρος της ομορφιάς που θα απολάμβανε, αν απλώς την παρακολουθούσε.

Ο Λιόσα εντοπίζει την προέλευση της πρώιμης προδιάθεσής μας να επινοούμε πλάσματα και ιστορίες, που αποτελούν το σημείο εκκίνησης των συγγραφέων, στην επαναστατικότητα. Είμαι πεπεισμένος ότι όποιος αφήνεται να στοχάζεται διαφορετικές ζωές από εκείνη που ζει στην πραγματικότητα εκδηλώνει με αυτόν τον έμμεσο τρόπο την απόρριψη και την κριτική του στάση προς τη ζωή όπως είναι, προς τον πραγματικό κόσμο, και την επιθυμία του να τον αντικαταστήσει με εκείνους που κατασκευάζει με τη φαντασία και τις επιθυμίες του. Γιατί ν' αφιερώσει τον χρόνο του σε κάτι τόσο φευγαλέο και χιμαιρικό – στη δημιουργία μιας φανταστικής πραγματικότητας – όποιος είναι εσωτερικά ευχαριστημένος με την πραγματική πραγματικότητα, με τη ζωή έτσι όπως τη ζει; Όμως το διακύβευμα μιας τέτοιας επαναστατικότητας είναι ήδη πολύ μεγάλο. Το παιχνίδι της λογοτεχνίας δεν είναι αθώο. Προϊόν εσωτερικής δυσαρέσκειας για την πραγματική ζωή, η μυθοπλασία αποτελεί με τη σειρά της πηγή ενόχλησης και δυσαρέσκειας. Γιατί όποιος μέσα από την ανάγνωση ζει έναν μεγάλο μύθο επιστρέφει στην πραγματική ζωή με την ευαισθησία του απέναντι στα όρια και τις ατέλειές της πολύ πιο οξυμένη, καθώς έχει μάθει από την μεγαλειώδη εκείνη φαντασία ότι ο πραγματικός κόσμος, η ζωή που ζει, είναι απείρως μετριότερη από τη ζωή που επινοούν οι μυθιστοριογράφοι. 

Η μικρότερη σε έκταση επιστολή του βιβλίου είναι εκείνη που τιτλοφορείται “Η δύναμη της πειθούς”, όμως εξαιτίας της επανειλημμένης επισήμανσης σε όλο το υπόλοιπο κείμενο, πείθεσαι και συ ο ίδιος ότι τελικά είναι το πιο απαραίτητο κομμάτι της μυθιστορηματικής τέχνης. Για να προικίσεις ένα μυθιστόρημα με δύναμη πειθούς, είναι απαραίτητο ν' αφηγηθείς την ιστορία με τρόπο που να επωφελείται στο μέγιστο από τα εσωτερικά βιώματα στην ιστορία και τα πρόσωπα και να κατορθώσεις να μεταδώσεις στον αναγνώστη μια ψευδαίσθηση για την αυτονομία του σε σχέση με τον πραγματικό κόσμο στον οποίο βρίσκεται αυτός που την διαβάζει. Η δύναμη της πειθούς ενός μυθιστορήματος είναι μεγαλύτερη όσο πιο ανεξάρτητο και κυρίαρχο μας φαίνεται, όταν ό, τι συμβαίνει σ' αυτό μας δίνει την αίσθηση πως συμβαίνει σε σχέση με εσωτερικούς μηχανισμούς του μύθου και όχι εξαιτίας της αυθαίρετης επιβολής μιας εξωτερικής βούλησης. Όταν ένα μυθιστόρημα μας δίνει την εντύπωση της αυτάρκειας, της χειραφέτησης από την πραγματική πραγματικότητα, της συγκράτησης όλων όσα χρειάζεται για να υπάρξει, έχει επιτύχει την μέγιστη δυνατότητα πειθούς. Τότε κατορθώνει να μαγέψει τους αναγνώστες και να τους κάνει να πιστέψουν αυτό που τους εξιστορεί, κάτι που τα καλά, τα μεγάλα μυθιστορήματα δεν φαίνεται να μας το εξιστορούν, επειδή χάρη στην πειστικότητα που διαθέτουν μας κάνουν μάλλον να το ζούμε, να το μοιραζόμαστε.

Το μεγαλύτερο μέρος των επιστολών, καταλαμβάνει μια λεπτομερής ανάλυση των τεχνικών ενός μυθιστοριογράφου – ύφος, αφηγητές, χώρος, χρόνος, επίπεδο της πραγματικότητας, μετακινήσεις και ποιοτικά άλματα,  κρυφά στοιχεία, κ.α. – τα οποία σου διαφεύγουν υποσυνείδητα κατά τη διάρκεια μιας ανάγνωσης και συχνά πυκνά, δυσκολεύεσαι να εντοπίσεις με σιγουριά ένα μέρος αυτών. Για να αποτελειώσω την παρομοίωση με το σκάκι, είναι σαν ένας μέτρ του σκακιού να σου αποκαλύπτει τα μυστικά του, λίγο πολύ κοινά ανάμεσα στους σπουδαίους σκακιστές, αλλά ταυτόχρονα, και εντελώς μοναδικά που λειτουργούν μόνο στα δικά του χέρια. 

Η μυθοπλασία είναι ένα ψέμα που αποκρύπτει μια βαθιά αλήθεια, υποστηρίζει ο Λιόσα. Το γραπτό μέρος κάθε μυθιστορήματος είναι ένα μόνο τμήμα ή απόσπασμά της ιστορίας που αφηγείται: η πλήρως ανεπτυγμένη μορφή, με τη συσσώρευση όλων ανεξαιρέτως των υλικών – σκέψεων, χειρονομιών, αντικειμένων, πολιτισμικών συνισταμένων, ιστορικών, ψυχολογικών, ιδεολογικών υλικών κ.λπ. που προϋποθέτει και περιέχει ολόκληρη η ιστορία – καλύπτει ένα υλικό απείρως πιο ευρύ από το ρητό υλικό του κειμένου, και κανένας μυθιστοριογράφος, ούτε ο πιο πληθωρικός και αφειδής και με τη μικρότερη αίσθηση αφηγηματικής οικονομίας, δε θα ήταν σε θέση να επεκταθεί, να μακρηγορήσει τόσο στο κείμενό του. Λέτε να είναι αυτή; 

                                                                                                                        Μαραμπού



"Επιστολές σε έναν νέο συγγραφέα", Μάριο Βάργκας Λιόσα, μετ.Μαργαρίτα Μπονάτσου, εκδ. Καστανιώτη, 2006, σελ.196


Υ.Γ 42 Αυτό το κείμενο δεν θα μπορούσα να το έχω γράψει εγώ. Είμαι διαβητική ινσουλινοεξαρτώμενη και ανάμεσα σε ένα σουβλάκι και μια σοκολατίνα θα διάλεγα πάντα το σουβλάκι!

Υ.Γ.42-2 Αυτό το κείμενο θα μπορούσα να το έχω γράψει εγώ. Γιατί το συγκεκριμένο βιβλίο του Λιόσα είναι για μένα μια συνεχής ανάγκη, όλο ξαναγυρίζω και διαβάζω κομμάτια του.



19/4/12

«Μητριάς Εγκώμιο», Mario Vargas Llosa





             Διεστραμμένα ερωτικό, ύπουλα σεξουαλικό, με λαγνεία και την παιχνιδιάρικη συμπεριφορά ενός παιδιού ή ενός αγγέλου, το «Μητριάς εγκώμιο» είναι ένα μικρό κομψοτέχνημα. Κεντημένο δεξιοτεχνικά, χωρίς σχεδόν να έχει καμιά σχέση με τα υπόλοιπα βιβλία του Λιόσα, ή ίσως στην αρχή, τον πυρήνα και να έχει σχέση με όλα του, η πρόστυχη ιστορία του αγγελικού δωδεκάχρονου προγονού και της όμορφης σαραντάρας μητριάς του, γίνεται μέσα από την τελετουργία μαγική εικόνα, σέξι ζωγραφικός πίνακας, εμβληματικό παραμύθι για να μείνει στους αιώνες. Παρεμβάλλεται η αλήθεια, σε μικρές δόσεις από τα σωθικά μας, ως το κυνικό, διφορούμενο, απελπιστικό φινάλε.
            Με λίγα λόγια, αν ο Λιόσα δεν ήταν τόσο εκπληκτικός συγγραφέας έτσι κι αλλιώς, τόσο που το βιβλιαράκι να μοιάζει λεπτομέρεια στην πορεία του, θα μπορούσε να είναι θρυλικός μόνο για αυτό.

«Μητριάς Εγκώμιο», Mario Vargas Llosa, μετ. Χριστίνα Θεοδωροπούλου, εκδ. Πατάκη 2001, σελ.144 


25/5/11

ΒΙΒΛΙΟΠΡΟΤΑΣΕΙΣ: "Ο Πόλεμος της Συντέλειας του Κόσμου", Mario Vargas Lliosa


                Μια αναγνωστική περιπέτεια είναι « Ο Πόλεμος της Συντέλειας του Κόσμου» του Μάριο Βάργκας Λιόσα, μια εμπειρία που αξίζει να αναδυθεί από μέσα της κάθε αναγνώστης. Έστω κι αν κάνει ένα μήνα, όπως εγώ, να τελειώσει τις περίπου 900 σελίδες της δίτομης, στα ελληνικά, έκδοσης. Οι αναγνωστικές μου συνήθειες είναι η γρήγορη ανάγνωση, όμως εδώ το βιβλίο επέβαλε τους ρυθμούς του και δεν το μετάνιωσα που επέμεινα.
               Το βιβλίο μας μεταφέρει στο Κανούδος. Εκεί ο Συμβουλάτορας, ένα είδος «Μεσσία» που γύριζε τα γύρω χωριά της Μπαία για χρόνια, έχει  συγκεντρώσει  μια ομάδα ανθρώπων που τον ακολουθούν, καταπατούν τη γη και φτιάχνουν μια κοινωνία όπου όλοι τα μοιράζονται όλα, δεν υπάρχουν πια χρήματα, αθώοι αναμιγνύονται με φοβερούς ληστές και δολοφόνους έχοντας ξεχάσει τα παλιά τους πάθη, άνθρωποι που δεν έχουν τίποτε να χάσουν γίνονται ένα με εμπόρους που είχαν πολλά, αλλά δέχτηκαν τη θωπεία του αγγέλου. Γιατί, ναι, το Κανούδος είναι μια θρησκευτική κοινότητα, αυτό που ενώνει τους ανθρώπους του είναι το μίσος για το Σκύλο- το Σατανά- που αντιπροσωπεύει η Δημοκρατία και η Απογραφή (το πιο παλιό πολιτικό κόλπο, αναβίωσε στις μέρες μας) και αυτό που τους δένει είναι η αγάπη για τον Αγαθό Ιησού τον Συμβουλάτορα, μια βιβλική κατά κάποιο τρόπο φιγούρα, που  διδάσκει μια σκληροπυρηνική θρησκεία, γεμάτη φόβο και σκοταδισμό, αλλά παράλληλα μια θρησκεία που συγχωρεί. Συγχωρεί τη διαφορετικότητα του σώματος- ο Συμβουλάτορας σώζει από την πυρά έναν άνθρωπο που αναγκάζεται να περπατά στα τέσσερα λόγω αναπηρίας- συγχωρεί την προηγούμενη ζωή και τα παλιά αμαρτήματα και υπόσχεται σε αυτούς που δεν έχουν τίποτα σε τούτη τη γη, μιαν άλλη μεταθανάτια ζωή όπου θα τα έχουν όλα. Ο Συμβουλάτορας μισεί τη Δημοκρατία και θέλει να επανέλθει η Αυτοκρατορία που κατήργησε την δουλία.
           Φυσικά μια τέτοια κοινότητα δεν μπορεί να την ανεχτεί η νεοσυσταθείσα τότε Δημοκρατία της Βραζιλίας. Έτσι, στέλνει για αρχή λίγους στρατιώτες να το διαλύσουν, αλλά οι Γιαγκούτσος τους κατατροπώνουν, μετά όλο και μεγαλύτερο στρατό, όλο και μεγαλύτερο στρατό. Κι εμείς μαθαίνουμε για ανθρώπους κι από τα δυο στρατόπεδα, γιατί σε αυτόν, όπως και σε κάθε πόλεμο, κακοί και καλοί δεν υπάρχουν.
            Το βιβλίο είναι μια εκπληκτική τοιχογραφία χαρακτήρων , κατορθώνει να μας θυμίσει πως δεν υπάρχει απόλυτο άσπρο και μαύρο, ούτε καν μέσα σε ένα μόνο άνθρωπο. Η πολιτική διάσταση του θέματος είναι εξουθενωτική, σε βάζει να μάθεις από την αρχή όλα όσα νόμιζες ότι ήξερες κι όμως τώρα τα βλέπεις ξανά στην πιο αγνή και πρωτόγονη μορφή τους. Με λίγα λόγια, από κείνα τα βιβλία που κάποιος κάποτε θα έπρεπε να λέει πως τα έχει διαβάσει.

7/10/10

Μάριο Βάργκας Λιόσα

Δεν μπόρεσα τελικά να συγκρατηθώ. Ήθελα να κάνω μια προσεγμένη ανάρτηση, έτσι όπως του αρμόζει, αλλά χαίρομαι πολύ και μιας και είμαι παρορμητικός άνθρωπος θα τα πω συναισθηματικά και μαζεμένα. Επιτέλους το Νόμπελ Λογοτεχνίας πήγε σε έναν συγγραφέα που πραγματικά το αξίζει. Τα τελευταία χρόνια ο θεσμός ήταν μια συνεχής απογοήτευση, φέτος η έκπληξη ήταν εξαιρετικά ευχάριστη.

Λοιπόν, ο Μάριο Βάργκας Λιόσα είναι ο μοναδικός συγγραφέας που ξέρω που καταφέρνει να γράψει μοντέρνα και μεταμοντέρνα χωρίς να χάνει τον ειρμό της γραφής, χωρίς να ξεφεύγει από το στόχο του μυθιστορήματος, που πάντα ήταν και θα είναι ένας- να πει μια καλή ιστορία. Τελειώνοντας τα βιβλία του, αν εξαιρέσεις "Το πράσινο Σπίτι" ίσως, έχεις μια γλυκειά αίσθηση πως ο χρόνος που αφιέρωσες στην ανάγνωση δεν σπαταλήθηκε. Κι αυτό δεν μπορεί να λεχθεί σχεδόν για κανέναν άλλο εν ζωή συγγραφέα.

"Η πόλη και τα σκυλιά", που με γοήτευσε,  "Ο Πανταλέων και οι Επισκέπτριες", που διαβάζω και ξαναδιαβάζω, "Η γιορτή του Τράγου", "Το παλιοκόριστο", "Τα τετράδια του Δον Ριγοβέρτο" είναι βιβλία άξια να διαβαστούν και να αγαπηθούν. Εξάλλου τούτο το μπλογκ με ανάρτηση για δικό του βιβλίο ξεκίνησε.

26/12/09

To Παλιοκόριτσο



Τι όμορφο και εξαιρετικό συναίσθημα όταν ξαναγυρνάς σε ένα συγγραφέα που πολύ αγαπάς κι αυτός σε ανταμείβει με όλους τους τρόπους. Έτσι νιώθω τώρα, μόλις τελείωσα το "Παλιοκόριτσο" του Λιόσα, σαν όλα όσα διάβαζα από το ένα του βιβλίο ως το άλλο να μην έχουν καμία σημασία, να ωχριούν μπρος σε ένα συγγραφέα γεννημένο μόνο γι' αυτό.

Στο "Παλιοκόριτσο" ο Λιόσα δεν έχει στιγμές λογοτεχνικού οίστρου σαν την "Πόλη και τα σκυλιά", ούτε παραδίδει ένα υπόδειγμα μοντερνισμού σαν το "Πράσινο σπίτι", δείχνει όμως για άλλη μια φορά ότι μπορεί να πει και να χειριστεί μια πολυεπίπεδη ιστορία άψογα χωρίς να μένει παραπονεμένος κανένας χαρακτήρας.

Κεντρικός ήρωας είναι ο Ρικάρντο, Περουβιανός που έχει ένα μόνο όνειρο, να "ζήσει τη ζωή του στο Παρίσι". Από τα παιδικά του χρόνια στο Περού ερωτεύεται μια κοπέλα που εμφανίζεται ξαφνικά στη γειτονιά του σα Χιλιανή κι εξαφανίζεται εξίσου ξαφνικά όταν αποκαλύπτεται πως είναι απλά μια φτωχή Περουβιανή που ήθελε με αυτό το ψέμα να καλύψει την ταπεινή καταγωγή της.

Η γυναίκα αυτή, ο ορισμός της φαμ φατάλ, θα τον βρίσκει αναπάντεχα σε όλες τις περιόδους της ζωής του- που κατάφερε τελικά να την περάσει στο Παρίσι...- από τα νιάτα μέχρι τα γεράματά τους, θα του γίνει βραχνάς, ο μόνος πραγματικός έρωτας κι ολοένα θα τον αφήνει για κάποιον άλλο πλουσιότερο και ισχυρότερο. Πριν καταλήξει πάλι στην αγκαλιά του.

Το βιβλίο διερευνά τα όρια του ανθρώπου και του έρωτα, τη σημασία ή τη ματαιότητα της ανθρώπινης ζωής, και το κάνει με το γνωστό τρόπο του Λιόσα, χωρίς σε καμία στιγμή να κάνει κήρυγμα ή να ξεφεύγει από την μυθοπλασία. Γιατί το να γράφεις για τα σημαντικά δεν απαιτεί βαθυστόχαστες αναλύσεις, μονάχα το ταλέντο να πεις καλά μια ιστορία που δεν συνέβη ποτέ παρά μόνο στη φαντασία σου

29/3/09

Ο Πανταλέων και οι Επισκέπτριες







Η δημιουργία ενός ιστολογίου δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ελπίζω να μείνω πιστή στην απόφαση μου για συχνή ανανέωση και να μην χρησιμοποιήσω το blog σαν ψυχαναλυτή, μιας κι αυτό δε θα ήταν δίκαιο στην κεντρική του ιδέα. Αυτό που ήθελα από την αρχή να μοιραστώ είναι η αγάπη μου για τα βιβλία, ανάκατα, έτσι όπως τα διαβάζω, χωρίς την σειρά ή την ανάγκη μιας λογοτεχνικής μελέτης.

Διαβάζω πολύ και ήδη εμπιστεύομαι κάποια από τα ελληνικά blog για το βιβλίο, όταν η ντάνα με τα αδιάβαστα μικραίνει επικίνδυνα. Αν αγαπάτε τα βιβλία μείνετε, θα περάσουμε όμορφα. Κατά καιρούς είμαι σίγουρη πως θα υποκύπτω και σε άλλους πειρασμούς, θα σας παιδεύω με κάποιο δικό μου κείμενο, αλλά αυτός δεν είναι ο πρωταρχικός σκοπός.
Ξεκινάμε λοιπόν. Το τελευταίο βιβλίο που διάβασα είναι «Ο Πανταλέων και οι επισκέπτριες» του M.B. Λιόσα. Ο Λιόσα έγινε από τους αγαπημένους μου μόλις τα τελευταία χρόνια. Μικρότερη είχα προσπαθήσει να διαβάσω το «Πράσινο Σπίτι» και είχα αποθαρρυνθεί. Δεν είχα ακόμα τη λογοτεχνική υπομονή να καταλάβω την ασυνέχεια της ιστορίας, να αναλωθώ στο κάθε τι που αργότερα θα μεταμορφωνόταν από λεπτομέρεια σε ουσιαστική απόχρωση του μύθου, έτσι σχεδόν τον είχα παρατήσει. Τον τελευταίο καιρό όμως επανέρχομαι ολοένα στα βιβλία του, τολμώ να πω πως έχω διαβάσει ένα πολύ σημαντικό κομμάτι τους.


Η "Παντιλάνδη" είναι ίσως το πρώτο βιβλίο που θα έπρεπε να διαβάσει ο αμύητος στον λατινοαμερικάνο συγγραφέα. Η πλοκή εξελίσσεται γραμμικά, οι ήρωες μας συστήνονται από την αρχή για αυτό που είναι και μένει σε έναν πολύ δυνατό συγγραφέα να ξετυλίξει το μύθο μιας, αντισυμβατικής είναι η αλήθεια, ιστορίας, εξαιρετικά γοητευτικής όμως.


Ο Λοχαγός Παντόχα, ένας άνθρωπος του καθήκοντος που αγαπά την τάξη, τους αριθμούς, τις αναφορές, λατρεύει τη μάνα, τη γυναίκα και τη στολή του, καλείται να οργανώσει μια Υπηρεσία του Στρατού που όμοια της δεν υπάρχει στον κόσμο. Η Υπηρεσία Επισκεπτριών επιτελεί το σπουδαίο έργο της ανακούφισης των γενετήσιων ορμών του στρατεύματος.


Ο Παντόχα μετακομίζει σε καινούργια πόλη, τον αναγκάζουν να απαρνηθεί την αγαπημένη του στολή, να βουτήξει σε μια υπόθεση δεν γνωρίζει τίποτα. Είναι όμως στρατιωτικός εξαιρετικός στη δουλειά του κι αφού είναι διαταγή του στρατού θα προσπαθήσει να οργανώσει την υπηρεσία με επιτελική ακρίβεια. Η Υπηρεσία θα γίνει το πιο καλά κουρδισμένο και οργανωμένο κομμάτι του στρατού, αυτός ο περιβόητος αρχηγός της περιώνυμης Παντιλάνδης κι η ζωή του με την αγαπημένη του μητέρα και σύζυγο θα αλλάξει (;) για πάντα.


Αν δεν έχετε διαβάσει Λιόσα ήρθε ο καιρός να αναθεωρήσετε, αν πάλι τον αγαπάτε, όπως εγώ, αυτό είναι από τα βιβλία που θα έπρεπε να κοσμεί την βιβλιοθήκη σας. Αγαπώ πολύ την Λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία, αλλά όχι μόνον αυτή. Κατά καιρούς από αυτή σελίδα θα περνούν από αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας μέχρι αστυνομικά, βιβλία του φανταστικού, ίσως και βίπερ. Καλώς ήλθατε στον κόσμο μου.