Όταν άκουσα
για τον θάνατο του Κάρλος Φουέντες δεν πάγωσα, όπως για τον Ζοζέ Σαραμάγκου,
δεν στενοχωρήθηκα όπως για τον Ταμπούκι. Όμως έχει μείνει στο μυαλό μου η είδηση,
μαζί με την κλασική εικόνα του, καλοστεκούμενου και χαμογελαστού. Ε, λοιπόν, όσα
βιβλία του κι αν έχω διαβάσει με κορυφαία το «Ο Θάνατος του Αρτέμιο Κρουζ» και
το «Το κάθισμα του αετού», όσο κι αν με γοήτευσε στα «Κρυστάλλινα σύνορα» και το «Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες», παραμένει για μένα κάπως απόμακρος, ένας άνθρωπος
που πέρα από εξαιρετικός συγγραφέας έζησε τη ζωή του ολοκληρωμένα, δεν είχε ανάγκη
τα σκοτάδια του.
Ο
Φουέντες, αν και φυσικά είχε το μερτικό του στη δυστυχία- το να πεθαίνουν πριν
από σένα τα δυο από τα τρία παιδιά σου είναι μάλλον εξουθενωτικό- είχε μια υγεία
στον τρόπο που έβλεπε τα πράγματα αλλά και στον τρόπο που έγραφε, που δεν σε άφηνε
να τον συμπονέσεις και να βρεθείς κοντά του συναισθηματικά, μόνο στο έργο του. Βαθιά
πολιτικοποιημένος έγραφε για τα πιο σημαντικά με τρόπο ευθύ και καθόλου σκοτεινό,
σα να μην είχε ποτέ, ούτε μια στιγμή, φλερτάρει με την κατάθλιψη ∙ σπάνιο για τόσο
μεγάλο καλλιτέχνη. Η γραφή του, στην οποία σχεδόν πάντα προτιμούσε την πολυφωνία,
ήταν καθαρή, με έναν τρόπο να σε παγιδεύει εντελώς γήινο, χωρίς νοσηρότητα. Ήταν
μια από τις πιο νηφάλιες φωνές- πολιτικά και καλλιτεχνικά- των καιρών μας και
για αυτό λυπάμαι που θα μας λείψουν τα επόμενα γραπτά του.



