Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσελεπίδου Βίκυ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσελεπίδου Βίκυ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

30/12/20

"Ο μεγάλος σκύλος", Βίκυ Τσελεπίδου

 




Αγαπώ τη λογοτεχνία της Βίκυς Τσελεπίδου, τον τρόπο που χειρίζεται τη γλώσσα, τα θέματα που διαλέγει, νιώθω πολύ κοντά της συγγραφικά, κι ας είναι μάλλον αυτή η αίσθηση ευσεβής πόθος. Διαβάσα τον «Μεγάλο σκύλο» μόλις έπεσε στα χέρια μου. 

Δυο ιστορίες κινούν παράλληλα τα νήματα της πλοκής. Στη μια ένα ηλικιωμένο ζευγάρι στο Λονδίνο κάνει αιματηρές οικονομίες για να καταφέρει να κροσυντηρηθεί. Έχουν κι οι δυο ήδη προβλήματα υγείας, όχι όμως τόσο σοβαρά που να μην προλάβουν την προθεσμία, και να μην μαζέψουν το ποσό. Στην άλλη ένα κορίτσι δεκαπέντε χρονών που πέθανε από μια σπάνια ασθένεια ξυπνάει έπειτα από την κρυοσυντήρηση σε έναν περίπλοκο κτήριο, με ανθρώπoυς που τη βάζουν να μιλάει μια περίεργη γλώσσα, και που ο θάνατος πια έχει εκλείψει, υπάρχει μόνο η εξαφάνιση. 

Η κρυοσυντήρηση είναι μόνο η αφορμή. Το θέμα είναι πάντα η μνήμη, η αίσθηση του εαυτού, η ταυτότητα, η ζωή και ο θάνατος. Οι ήρωες της Τσελεπίδου περνούν τη ζωή τους χωρίς να διερωτηθούν ενεργά για όλα αυτά. Η ηλικιωμένη πρωταγωνίστρια μοιάζει με κάποιον τρόπο να είναι το αντίθετο της νεαρής. Η νεαρή βλέπει το θάνατο από την πλευρά αυτού που έχει ήδη πεθάνει, η ηλικιωμένη βλέπει τον έρωτα από την πλευρά αυτού που τον έχει ήδη ζήσει. Δεν υπάρχει άσπρο και μαύρο, κι ας μοιάζουν τόσο αντιφατικές. Κι ας είχαν τόσο αντιθετικούς βίους. Η ζωή και ο θάνατος δεν είναι ξακάθαροι. 

Το βιβλίο μιλάει για όλα όσα με απασχολούν βαθιά και για αυτό το διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον, αν και δεν είναι μυθιστόρημα πλοκής, δεν νοιάζεται κανείς τι θα γίνει παρακάτω. Η ιδιοτυπία της γλώσσας που επιβάλλουν στη νεαρή οι «ανακριτές» της είναι πολύ ενδιαφέρουσα, το ίδιο και τα ερωτήματα που θέτουν, ο τρόπος της να τους αποφεύγει όσο ξανακλείνεται στην κάψουλα. Πρωταγωνίστριες είναι οι δυο γυναίκες, οι άντρες περιορίζονται μάλλον σε ρόλους περιφερειακούς, ο ηλικιωμένος σύζυγος μοιάζει τόσο με αυτή την αφηρημένη εικόνα που είχαμε παλιά για τον άντρα της οικογένειας, που δεν πήγαινε ποτέ κόντρα στη γυναίκα του, απλά για να την έχει να τον υπηρετεί και να περνάει καλά. Ένα σωρό άνθρωποι πέρασαν έτσι τη ζωή τους, πλαγιοπατώντας. 

Αν και το θέμα μοιάζει κάπως φουτουριστικό, το μυθιστόρημα δεν ασχολείται καθόλου με τα επιστημονικά ή όχι του πράγματος, μόνο με τους ανθρώπους. Αυτό είναι το δυνατό σημείο του, οι χαρακτήρες, βασίζεται πάνω τους, τους ψυχογραφεί αν και μόνο τους δείχνει, τους αφήνει να μιλάνε για τον εαυτό τους ελάχιστα. Εκείνοι δεν μιλάνε, εμείς όμως νιώθουμε μια περίεργη ταύτιση με μια ηλικιωμένη στο Λονδίνο, και μια δεκαπεντάχρονη που πέθανε. Αυτή είναι η μαγεία της λογοτεχνίας, όσο ξένη κι αν μοιάζει, γίνεται οικεία, κι αυτό είναι το στοίχημα που νοιάζεται να κερδίσει κάθε συγγραφέας. 

                        Κατερίνα Μαλακατέ


"Ο μεγάλος σκύλος", Βίκυ Τσελεπίδου, εκδ. Νεφέλη, 2020, σ. 249









 

24/7/17

"Αλεπού, αλεπού, τι ώρα είναι;", Βίκυ Τσελεπίδου





Ο χωρισμός είναι χειρότερος από τον θάνατο. Στον θάνατο είναι όλα ασκίαστα, ισοπεδωμένα, πεντακάθαρα και γυαλιστερά. Γλιστράς πάνω στη λεία πλάκα του και πέφτεις. 

Η ιστορία μιας οικογένειας για κοντά έναν αιώνα απασχολεί την Βίκυ Τσελεπίδου στο νέο της μυθιστόρημα «αλεπού, αλεπού τι ώρα είναι;» Το παρόν μπλέκεται με το παρελθόν, και με το μέλλον, οι γενιές- μοιάζουν διαφορετικοί οι άνθρωποι αλλά δεν είναι- γυρίζουν και οι χαρές με τις λύπες διαφέρουν πολύ για τον καθένα. Αλλά, καταγεγραμμένες σε έναν αόρατο καμβά, οι συλλογικές μνήμες γίνονται μέρος της ταυτότητάς μας.

Σε δύο επίπεδα κινείται το μυθιστόρημα. Από τη μια η ιστορία της οικογένειας της Αναστασίας και του Λουκά που βρέθηκαν το 1924 από τη Μικρασία στην Ελλάδα μέσω της ανταλλαγής των πληθυσμών. Από την άλλη η ιστορία της εγγονής τους που παντρεύτηκε έναν άντρα που την κακοποιούσε. Μνήμη και βία, οικογένεια και κακοποίηση- προσφυγιά απτή και προσφυγιά από τον ίδιο σου τον εαυτό. Η ιστορία μιας οικογένειας, ενός ολόκληρου έθνους, περνά από τις σελίδες του βιβλίου. Στην αρχή ακολουθούμε την ιστορία σχεδόν γραμμικά. Έπειτα η μπάλα χάνεται, ο χρόνος διασπάται, οι αφηγητές εναλλάσσονται, το ίδιο κι οι υποπλοκές. Μαθαίνουμε την αλήθεια σε σπαράγματα. Αλλά εδώ που τα λέμε αντικειμενικά, αλήθεια δεν υπάρχει. 

Το βιβλίο πραγματεύεται ένα θέμα με το οποίο κατά κόρον έχει ασχοληθεί η ελληνική λογοτεχνία. Το κάνει όμως με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Η γραφή της Τσελεπίδου κάποτε θυμίζει της Μαρίας Ιορδανίδου στη Λωξάντρα, άλλοτε, συχνότερα, θυμίζει τη δική της στο Ελενίτ. Γιατί όλα αυτά εκτός από μυρωδιές και θύμησες περιλαμβάνουν και σκηνές απίστευτης ωμότητας και σκληρότητας. Κι η συγγραφέας δεν φοβάται να πει τα πράγματα με το όνομά τους. 

Ανασφάλεια και αβεβαιότητα: Με κάθε τρόπο ο θύτης φροντίζει να δημιουργεί συνθήκες ανασφάλειας στο θύμα, δείχνοντάς του ότι τίποτα στη σχέση δε θεωρείται δεδομένο και ότι από στιγμή σε στιγμή, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, μπορεί η σχέση τους να διαλυθεί και να μείνει το θύμα μόνο και απροστάτευτο. 

Η "Αλεπού" περιέχει τα πάντα: πρωτότυπη αφήγηση, κομμάτια από την Wikipedia, άρθρα από εφημερίδες, τα κείμενα από τις συνθήκες της ανταλλαγής του πληθυσμού, αποσπάσματα από νεότερα και παλαιότερα κείμενα, λήμματα από το λεξικό της κακοποίησης, αιτήσεις διαζυγίου, επιστολές του Βενιζέλου, κι ό,τι άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί. Κι όλα αυτά, όσο ανόμοια κι αν μοιάζουν, όσο μακρινά ή κοντινά, συνθέτουν το παζλ της τρέλας της νεοελληνικής πραγματικότητας, κάπου ανάμεσα στην οικογένεια και την πολιτική. Επίσης, κατατάσσουν την Τσελεπίδου- που κατάφερε τόσο άρτια να χειριστεί όλο αυτό το υλικό- στις πιο ελπιδοφόρες πένες του καιρού μας.


                                                                                             Κατερίνα Μαλακατέ




"Αλεπού, αλεπού, τι ώρα είναι;", Βίκυ Τσελεπίδου, εκδ. Νεφέλη, 2017, σελ. 388

22/9/16

"Ελενίτ", Βίκυ Τσελεπίδου



Μικρές και πολύ μικρές ιστορίες περιλαμβάνονται στο λιανό- αλλά εξαιρετικά καλαίσθητο- βιβλιαράκι των εκδόσεων Νεφέλη, Ελενίτ. Ιστορίες που μπορείς αν θέλεις να τις διαβάσεις όλες μαζί, σε μια ανάγνωση, αλλά μετά οπωσδήποτε θα ζητήσεις να ξαναγυρίσεις σε αυτές. 

Η Τσελεπίδου γράφει το είδος του διηγήματος που αγαπώ, χτίζει την ιστορία της με μαστοριά, κι ύστερα με μια ξαφνική ανατροπή σου εξηγεί τι είναι αυτό που έχει σημασία. Ο λόγος της είναι μετρημένος και σωστός, αλλά όχι εξεζητημένος. Δεν γράφει για άσκηση γραφής, δεν αναζητά την τελειότητα του τρόπου γιατί δεν το έχει ανάγκη, έχει ιστορία να πει. 

Κάποιοι θα έλεγαν πως η συγγραφέας ώρες ώρες ολισθαίνει προς το γκροτέσκο, οι ήρωες της είναι απλοί και καθημερινοί, μέχρι να τεμαχίσουν τον νεκρό γιό τους, να αρχίσουν να χτυπούν και να φωνάζουν, να αποκαλυφθεί πόσο σε κακοποιούν, μέχρι να 

Με όποιον κι αν πας, μικρούλα μου, το σπέρμα στο παπάκι σου θα είναι του μπαμπάκα

Η αγία ελληνική οικογένεια, η επαρχία με την μυστικοπάθεια και την κρυψίνοια της, οι γυναίκες,-μάνες, κόρες, αδελφές-, πρωταγωνιστούν. Οι σχέσεις των ανθρώπων- ειδικά αυτών που θα έπρεπε να είναι κοντά ο ένας με τον άλλο- κακοφορμίζουν κάτω από το Ελενίτ. Το ελενίτ ήταν κάποτε η βασική στέγη στην ελληνική επαρχία, τώρα έχει εγκαταλειφθεί γιατί είναι καρκινογόνο. Έτσι έρχεται κι τρόμος στα διηγήματα, με καθυστέρηση. Μετά την συνειδητοποίηση πως η ανθρώπινη φύση είναι άγρια. Και εκδικητική. 

"Μπάμπουσκα", της είπαν την επόμενη μέρα τα παιδιά, "ο γιος σου δεν είναι πια στο χιόνι", κι εκείνη διάβασε τα χείλη τους και είπε: "Θα τον πήραν τα πουλιά".
"Το τσεκούρι του βρήκαμε μόνο. Θέλεις να στο φέρουμε, μπάμπου, εδώ, να το έχεις να τον θυμάσαι;" και η γρια απάντησε "Όχι".

Απόλαυσα την συλλογή, την χάρηκα πραγματικά. Είναι ίσως από τις λίγες της εγχώριας παραγωγής που θα άξιζε να μεταφραστεί και να φτάσει κι αλλού. Γιατί η Βικυ Τσελεπίδου, αν και αυτό είναι το πρωτόλειό της, μοιάζει ήδη συγγραφέας φτασμένη. 



                                                                            Κατερίνα Μαλακατέ



"Ελενίτ", Βίκυ Τσελεπίδου, εκδ. Νεφέλη, 2014, σελ. 101