Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γκρην Γκράχαμ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γκρην Γκράχαμ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

13/7/20

"Ο ανθρώπινος παράγοντας", Graham Greene



Εν μέσω μιας τεράστιας μετακόμισης και των εξαμηνιαίων εξετάσεων για το μεταπτυχιακό, η μικρή Κατερινούλα ήθελε να διαβάσει λογοτεχνία. Παρατηρούμε εδώ το οξύμωρον του πράγματος, μιας και το διάβασμα για το μεταπτυχιακό, δοκιμίων και λογοτεχνικών κειμένων, ήταν έτσι κι αλλιώς εξοντωτικό. Όμως η μικρή Κατερινούλα έπρεπε να διαβάζει γιατί αυτό ξέρει να κάνει καλά, γιατί αυτή είναι η ξεκούραση και η γιατρειά της. Κι ένα καλό βιβλίο μυθοπλασίας, από αυτά που σε παίρνουν μαζί τους και τριγυρνάνε μαζί σου όλη μέρα, όσο κουβαλάς κούτες και διαβάζεις για τον μοντερνισμό του Σεφέρη και γιατί είναι εθνικός ποιητής ο Παλαμάς, είναι η μοναδική ψυχαγωγία μου. Στα σαράντα μου αυτό είναι πια σαφέστερο από ποτέ. 

Και για αυτό κατέφυγα στην εγγυημένη απόλαυση∙ Γκράχαμ Γκρην. Ακόμα και στα πολύ Καθολικά του βιβλία, καταφέρνει να σε συναρπάσει, πόσο μάλλον σε αυτά που η θρησκεία δεν παίζει βασικό ρόλο. "Ο ανθρώπινος παράγοντας" είναι ένα από τα κατασκοπευτικά του, μοιάζει ίσως περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο του με τα βιβλία του ΛεΚαρέ. Πρωταγωνιστής ο Μορίς Κάσελ, ένας πράκτορας της Μ16 σε μια ασήμαντη θέση πια, στην ροή πληροφοριών από την Αφρική. Στην Υπηρεσία παρατηρείται μια διαρροή που θα πυροδοτήσει τον μηχανισμό που τελικά θα οδηγήσει να ξετυλιχτεί η ιστορία του Κάσελ με τη (μαύρη) γυναίκα του και τον γιο του που κατάφερε να τους φυγαδεύσει από τη Νότια Αφρική. 

Ο Κάσελ είναι ένας άνθρωπος της ρουτίνας. Του αρέσει η οικογενειακή ζωή και καταπιέζεται από τη μοναξιά που επιβάλλει η υπηρεσία, τον εξοντώνει που δεν μπορεί να μιλήσει σε κανέναν, ούτε καν στην οικογένειά του για αυτά που τον βασανίζουν. Φαντασιώνεται να παραιτηθεί, αλλά φυσικά το να παραιτηθείς από τις μυστικές υπηρεσίες είναι αδύνατον. Και νοιάζεται, παρ' όλο που δεν έχει φίλους, προσπαθεί έστω κάπως να ανοιχτεί στους άλλους πράκτορες, ακόμα και στους συνδέσμους του. Δεν είναι μια μηχανή πληροφοριών, έχει αισθήματα. Ό,τι κάνει εξάλλου, το κάνει από ευγνωμοσύνη.

Σε ένα βιβλίο γρήγορο και πολυπρόσωπο, που περιγράφει πολύ γλαφυρά τον κόσμο των «κατασκόπων», ο Γκράχαμ Γκρην καταφέρνει να διατηρεί τη λογοτεχνικότητά του. Παρόλο που ακολουθεί τον ήρωα του κατά πόδας, δεν παίρνει θέση, δεν γίνεται διδακτικός, μόνο στιγμές στιγμές στοχαστικός. Μιλάει για ζητήματα σοβαρά και άλλα κάπως τζειμσμποντικά, όπως το απαρτχάιντ και οι διπλοί πράκτορες, αλλά χωρίς καθόλου να εστιάζει στη βία. Ο Κάσελ δεν έχει τίποτε από τη γνωστή καρικατούρα του κατασκόπου, μοιάζει μάλλον με βαριεστημένο δημόσιο υπάλληλο σε εφορία. Το μυθιστόρημα κρατάει με αξιοθαύμαστο τρόπο τις πολιτικές ισορροπίες, σε εποχές που κάτι τέτοιο μοιάζει πολύ δύσκολο (εκδόθηκε το 1978).

Ο Γκράχαμ Γκρην είχε τη μαγική ικανότητα να γράφει, αυτό όριζε την κατά τα άλλα πολυτάραχη ζωή του, άφησε πίσω του πάνω από 100 μυθιστορήματα, τα μισά από τα οποία έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο—για τη γενιά μου αξέχαστο θα μείνει «Το τέλος μιας σχέσης» (“The end of the affair”) που βασιζόταν στην σχέση του με μια παντρεμένη γυναίκα, τη βαφτισιμιά του. Η γραφή του είναι γρήγορη και φαινομενικά απλή, οι ήρωες του εν πολλοίς του μοιάζουν, κατατρύχονται από υπαρξιακά άγχη και μια αίσθηση πως θα ήθελαν να ζουν μια πιο ήσυχη ζωή, ενώ ταυτόχρονα ζουν και δρουν όπως τους υπαγορεύουν οι καταστάσεις. Οι αμφιβολίες πάντοτε τους τριβελίζουν. 

Ομολογουμένως έχω διαβάσει πολλά από τα βιβλία του Γκρην. Δεν μοιάζει ποτέ αρκετός. Είναι σαν να λες πως έχεις διαβάσει πολύ Ντίκενς ή πολλή λογοτεχνία γενικά. Ο Γκράχαμ Γκρην με τη στρωτή, συνήθως γραμμική του αφήγηση και το μεγάλο ταλέντο να στήνει χαρακτήρες και ιστορίες, θα μας θυμίζει πάντα τα βασικά της λογοτεχνίας. 



                                          Κατερίνα Μαλακατέ




"Ο ανθρώπινος παράγοντας", Γκράχαμ Γκρην, μετ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Πόλις, 2020, σελ. 370




14/9/17

«Η Δύναμις και η Δόξα», Graham Greene




Αγαπώ πολύ τον Γκράχαμ Γκρην, η γραφή του είναι συνάμα εύκολη και διεισδυτική, καταφέρνει να φέρει κοντά τη λογοτεχνία για τους πολλούς κι αυτή για τους λίγους. Συνήθως στήνει μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, ενώ ταυτόχρονα μας βάζει μέσα στα πάθη των ηρώων και τις αυταπάτες τους. Έχει ιδιαίτερη ικανότητα να σε κάνει να γυρίζεις τις σελίδες και μην τον παρατάς. 

«Η Δύναμις και η Δόξα» θεωρείται ένα από τα αριστουργήματά του- και όντως είναι σε ένα επίπεδο. Είναι εξαιρετικά καλογραμμένο, το θέμα του είναι σημαντικό. Όμως για μένα πρόκειται για το λιγότερο απολαυστικό μυθιστόρημά του που διάβασα ως τώρα. Είναι αυτό που δεν με συνεπήρε και δεν με κράτησε. 

Ο Γκρην ταξίδεψε στο Μεξικό το 1938, και η εντύπωση που του άφησε η κατάσταση στη χώρα ήταν τόσο έντονη, που προέκυψε η «Δυναμη και η Δόξα». Η δράση τοποθετείται στο 1924, τότε που η επαναστατική Κυβέρνηση του Μεξικού εξαπέλυσε σφοδρότατες διώξεις εναντίον των κληρικών. Σε πολλές Πολιτείες, οι ιερείς αναγκάζονταν είτε να αποσχηματιστούν και να παντρευτούν, είτε να φύγουν. 

Ο ήρωας του μυθιστορήματος είναι ο τελευταίος φυγάς παπάς της περιοχής του. Δεν πρόκειται για κανέναν άγιο, αντίθετα μιλάμε για έναν μέθυσο, που έχει εξώγαμο παιδί και δεν μετανιώνει για αυτό. Δεν υπάρχει άλλωστε κανένας παπάς για να τον εξομολογήσει και να τον λυτρώσει. Πρόκειται για τον μόνο ιερέα που παραμένει στην περιοχή και για κάποιο λόγο επιμένει. Όλοι οι υπόλοιποι ή αυτομόλησαν ή συμβιβάστηκαν. Το καθεστώς- και ιδιαίτερα ένας ιδεολόγος υπαστυνόμος- τον κυνηγά παντού. Τον επικηρύττουν και αν τολμήσει χωριό να τον περιθάλψει έστω και για λίγο, ένας κάτοικος τουφεκίζεται τυχαία. 

Ο ήρωας του Γκράχαμ Γκρην έχει εκπέσει. Όμως ταυτόχρονα προσπαθεί να καταλάβει. Η φυγή του, η διαδρομή του είναι μια πορεία που τον απομακρύνει από τον θάνατο, ενώ ταυτόχρονα τον φέρνει απελπιστικά κοντά του. Τα ηθικά διλήμματα του παπα-μέθυσου είναι πολύ μεγάλα, φιλοσοφικά, θρησκευτικά, κοινωνικά και προσωπικά· το ίδιο και ο πειρασμός να φύγει. Κι ο πειρασμός να παραδοθεί. Ο ήρωας παλινωδεί, δεν βρίσκει στήριγμα, ούτε λόγο να συνεχίσει. Η περιγραφή της ερήμωσης και της φτώχειας στα χωριά του Μεξικού είναι απαράμιλλη, ενώ οι δεύτεροι και τρίτοι χαρακτήρες είναι εντυπωσιακοί. Κι η σκηνή της αντιπαράθεσης του παπά και του υπαστυνόμου υποδειγματική. 

Πρόκειται ίσως για ένα από τα πιο «καθολικά» μυθιστορήματα του Γκρην. Σε όλα εμπεριέχεται το θέμα της θρησκείας, αλλά εδώ επανέρχεται με τέτοια ένταση που δεν μπορείς με κανέναν τρόπο να το προσπεράσεις. Καταλαβαίνω τις αρετές του βιβλίου, τη σπουδαιότητα του τρόπου του, της περιγραφής της ιστορικής περιόδου και των ηθικών θεμάτων που θέτει- τη μάχη ανάμεσα σε ένα απροσδιόριστο κακό κι ένα εξίσου απροσδιόριστο καλό. Και φυσικά χαίρομαι που το διάβασα και θα συνεχίσω να διαβάζω Γκ. Γκρην με την ίδια ένταση. Όμως αυτό είναι το μυθιστόρημά του που μου ταίριαξε λιγότερο από όλα τα άλλα.

                                                    
                                                                    Κατερίνα Μαλακατέ



«Η Δύναμις και η Δόξα», Γκράχαμ Γκρην, μετ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Πόλις, 2015












Υ.Γ. 42 Το όνομα του συγγραφέα σαφώς και δεν το προφέρουν «Γκράχαμ» οι συμπατριώτες του. Από την άλλη έτσι τον έχουμε συνηθίσει τόσα χρόνια στα Ελληνικά. Είναι δίβουλη, δεν ξέρω αν θα έπρεπε να διορθωθεί. 

Υ.Γ 42-2 Υπάρχει και αυτή η ταινία του 1947: http://www.imdb.com/title/tt0039402/


4/8/14

"Οι θεατρίνοι", Graham Greene





Το αριστουργηματικό βιβλίο του Γκράχαμ Γκρην «Οι θεατρίνοι» είναι ένα εφιαλτικό μυθιστόρημα στημένο στην Αϊτή, την εποχή του παντοδύναμου, σαδιστή δικτάτορα δόκτορος Ντιβαλιέ, γνωστού ως Παπά Ντοκ. Τρεις άνθρωποι συναντιούνται στο Μήδεια, το πλοίο προς το Πορτ-ω-Πρενς. Ο αφηγητής, κύριος Μπράουν, είναι ένας άπατρις εξηντάρης γεννημένος στο Μόντε Κάρλο από μια τυχοδιώκτισσα, που στο τέλος της ζωής της του αφήνει κληρονομιά το ξενοδοχείο Τριανόν. Ο κύριος και η κυρία Σμιθ δυο ηλικιωμένοι Αμερικανοί καλών προθέσεων που θέλουν να φτιάξουν κέντρο χορτοφαγίας στην Αϊτή, μια χώρα που οι περισσότεροι δεν έχουν λεφτά να αγοράσουν κρέας έτσι κι αλλιώς. Πιστεύουν πως η χορτοφαγία ημερώνει τα πάθη, αλλά αγαπούν μες στην αθωότητά τους και την περιπέτεια- ενσαρκώνοντας το καλό. Κι ο μυστηριώδης κύριος Τζόουνς δηλώνει ταγματάρχης και συλλαμβάνεται με το που πατάει το πόδι του στην χώρα.

Οι Σμιθ έρχονται με μια επιστολή προς τον υπουργό Κοινωνικής Πρόνοιας, που όμως ο Μπράουν την πρώτη βραδιά στο ξενοδοχείο του βρίσκει νεκρό στην άκρη της πισίνας. Παντού στην χώρα κυριαρχούν οι παραστρατιωτικοί Τοντόν Μακούτ (οι Μπαμπούλες) που στήνουν μπλόκα, σακατεύουν όποιον βρουν, δρουν ανεξέλεγκτα. Οι πολιτικοί λυμαίνονται το δημόσιο χρήμα, η χώρα είναι υπό κατάρρευση, οι άνθρωποι βρίσκουν καταφύγιο σε πρεσβείες. Με την γυναίκα ενός πρέσβη, την Μαρία Πινέδα, μια τριαντάχρονη Γερμανίδα, διατηρεί σχέσεις ο Μπράουν. Όμως εκείνη δεν αφήνει τον άντρα της, αγαπά πολύ το αγοράκι της, τον Άνχελ.

Οι ήρωες του Γκρην, κυνικοί και αθώοι μαζί, δεν πιστεύουν σε τίποτα, κινούνται γύρω από τη ζωή τους σαν θεατρίνοι στο έργο της, που είναι στενά συνυφασμένο με αυτά που συμβαίνουν στην χώρα. Φτάνουν ως τον θάνατο, πιστεύοντας και δεν πιστεύοντας, συνάπτουν σχέσεις σαν μαριονέττες σε ένα θανατερό παιχνίδι όπου στην γωνιά πάντα ελλοχεύει ένας Τοντ.

Το μυθιστόρημα είναι βαθιά πολιτικό, έκανε έξαλλο τον Ντιβαλιέ όταν γράφτηκε και σκιαγραφεί μια κατάσταση ζοφερή όσο δεν παίρνει, με απαγόρευση κυκλοφορίας, εξαφανίσεις ανθρώπων, βασανιστήρια και φόνους. Η αντίσταση περιγράφεται σαν μια φαιδρή προσπάθεια ιδεολόγων, η κατάσταση στην χώρα τροφοδοτείται από την Αμερική που θεωρεί την Αϊτή προπύργιο κατά του Κομμουνισμού. Ο κόσμος πεινά και πεθαίνει.

Ο Μπράουν είναι ένας άνθρωπος που ψάχνει κάπως να κρατηθεί. «Πίστευα πως, έτσι και κατάφερνα να το κρατήσω για μερικά χρόνια ακόμα, θα αισθανόμουν πως είχα ένα σπίτι. Χρειάζεται χρόνος για ένα σπίτι, όπως χρειάζεται χρόνος για να γίνει σύζυγος μια ερωμένη». Νομίζει πως μπορεί να προσδιοριστεί μέσα από την παράνομη σχέση του με την Πινέδα, αλλά ούτε αυτό γίνεται. Του βγαίνει ζήλια και πίκρα. Του γράφει εκείνη: «Ίσως η σεξουαλική ζωή να είναι η μεγάλη δοκιμασία. Αν μπορούμε να επιβιώσουμε με συμπόνια για αυτούς που αγαπάμε και στοργή για αυτούς που προδώσαμε, δεν χρειάζεται να ανησυχούμε τόσο πολύ για το κακό και το καλό που κρύβουμε μέσα μας. Μα όταν υπάρχει ζήλια, δυσπιστία, σκληρότητα, εκδίκηση, κατηγορίες… τότε αποτυγχάνουμε. Το σφάλμα βρίσκεται σε αυτή την αποτυχία, ακόμα κι αν είμαστε τα θύματα κι όχι οι θύτες. Η αρετή δεν αποτελεί δικαιολογία». Όταν τελικά συνειδητοποιεί πως «η προσωρινότητα ήταν το χρώμα της σάρκας μου∙ ποτέ σε κανένα μέρος του κόσμου οι ρίζες μου δεν θα απλώνονταν αρκετά βαθιά για να μου φτιάξουν μια πατρίδα ή να με κάνουν να νιώσω ασφαλής στον έρωτα.», τα πάντα έχουν τελειώσει.

Θεωρώ τους «Θεατρίνους» ένα έργο εξαιρετικό, στην αρχή έχει μια ιδέα από την ατμόσφαιρα του Κόνραντ, κι έπειτα ο Γκρην καταφέρνει μέσα σε όλον αυτόν τον ζόφο να στήσει χαρακτήρες τόσο ζωντανούς που σοκάρουν. Δεν αμφιβάλλεις στιγμή πως τα πράγματα στην Αϊτή ήταν έτσι, δεν μπορείς να βγεις από αυτό το σύμπαν. Το σκέφτεσαι. Το βιβλίο είναι εξαιρετικά καλογραμμένο, η μετάφραση της Κλαίρης Παπαμιχαήλ ακριβής και κοφτερή. Με άλλα λόγια ένα βιβλίο που αξίζει να το διαβάσεις, αν όχι για κανέναν άλλο λόγο, απλά και μόνον γιατί, όπως λέει κι ο ίδιος ο συγγραφέας στο γράμμα  προς τον αδελφό του, «Η καημένη η Αϊτή δεν αποτελεί αποκύημα της φαντασίας μου, ούτε η διακυβέρνηση τους δόκτορος Ντιβαλιέ, τον οποίο δεν χρειάστηκε να κηλιδώσω για να δημιουργήσω πιο εντυπωσιακό αποτέλεσμα. Αδύνατο να γίνει πιο σκοτεινή εκείνη η νύχτα».

«Οι θεατρίνοι», Γκράχαμ Γκρην, μετ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ, εκδ. Πόλις, 2014, σελ. 398

Υ.Γ. 42 Δυο γκρίνιες για την έκδοση. Οι σημειώσεις στο τέλος κόβουν την ροή της αφήγησης και σε αναγκάζουν εν πολλοίς να τις παρατήσεις. Αγαπώ τις υποσημειώσεις, τελικά.

Υ.Γ 42-73 Σε κάποιες σελίδες η εκτύπωση έχει είδωλο. Διαβάζεται το κείμενο αλλά με δυσκολία. Ελπίζω απλά πως το δικό μου αντίτυπο ήταν ελαφρά κακέκτυπο.