Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κανείς δεν θέλει να πεθάνει. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κανείς δεν θέλει να πεθάνει. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

9/11/14

Στο εργαστήρι του συγγραφέα





Ξεκίνησα να γράφω το «Κανείς δεν θέλει να πεθάνει», όπως μου συμβαίνει συνήθως∙ ήξερα την πρώτη πρόταση. Από κείνη την αρχική φράση προέκυψε ένα διήγημα που έλεγε πολλά για αυτά που με απασχολούσαν- τον θάνατο, την επιμήκυνση της ζωής, την αθανασία, τα γηρατειά, την γυναικεία ομορφιά, την ματαιοδοξία, την ολέθρια σχέση γονιών-παιδιών, την σεξουαλικότητα, τον θεό, την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του. Α, και τους μετανάστες.
Θα μου πει κανείς χωράν όλα αυτά σε ένα διήγημα κοντά 2000 λέξεις. Φαίνεται πως όχι, γι’ αυτό η ιστορία με κυνηγούσε. Μια πρώτη εκδοχή της ολοκληρώθηκε περίπου πέντε χρόνια πριν. Έκτοτε το βιβλίο γράφτηκε και ξαναγράφτηκε, κόπηκε και συρρικνώθηκε, άλλαξε στη μορφή αλλά όχι τα βασικά. Πέρα από την κεντρική πλοκή, μια γυναίκα που είναι σε κώμα και νιώθει το σώμα της να την εγκαταλείπει ενώ οι πνευματικές της δυνάμεις είναι ακόμα ακμαίες- ειρήσθω εν παρόδω αυτή η αίσθηση που μπορεί να έχει κάποιος που είναι εγκλωβισμένος σε ένα κορμί που δεν τον υπακούει πάντοτε με τρόμαζε υπερβολικά- μπήκαν στο βιβλίο όλες εκείνες οι θρησκευτικές αναζητήσεις που με οδήγησαν σε αυτό που είμαι σήμερα∙ δηλαδή τίποτα. Δεν πιστεύω σε κανέναν θεό.
Μα νομίζω πως πια δυο λόγια για την ιστορία είναι απαραίτητα. Η Ελίζα είναι μια ογδοντάχρονη που έπαθε εγκεφαλικό και δεν έχει πια καμία εξωτερική λειτουργία, δεν μπορεί να κινηθεί ούτε και να μιλήσει. Στο προσκεφάλι της ο γιος της και η εγγονή της, ένα κορίτσι που της μοιάζει υπερβολικά, προσμένουν την οικιακή βοηθό που θα την αναλάβει. Όταν η νεαρή Ουκρανή μένει μόνη με την Ελίζα επιχειρεί να της πάρει το μενταγιόν που κρέμεται από το λαιμό της. Και τότε συμβαίνει∙ οι δυο γυναίκες ανταλλάσσουν κορμί και δίνεται στην γηραιά κυρία μια δεύτερη ευκαιρία σε ένα τριαντάχρονο σώμα. Από κει κι εμπρός βλέπουμε την πορεία της στην Αθήνα ενώ την καταδιώκουν ένας Αφρικανός άλλοτε γιος του φύλαρχου της φυλής που τώρα πλένει τζάμια στα φανάρια κι ένας Ινδός που διατείνεται πως είναι θεός.
Πέρασα καλά γράφοντας το «Κανείς δεν θέλει να πεθάνει». Ξέρω πως λίγοι είδαν πέρα από την σοβαρή και την χιουμοριστική πλευρά του, ίσως την έκρυψα αρκετά καλά πίσω από αυτά που με καίγαν πολύ. Η υπόγεια αντιπαλότητα ανάμεσα στην παλιά και την νέα γενιά- θα υποκύψει ή όχι η γιαγιά στην ανήθικη παρόρμηση να πάρει το κορμί της εγγονής της- η παράλογη εμμονή πως ζούμε για πάντα μέσα από τους απογόνους μας, η απαρχή της σεξουαλικότητας μιας κοπέλας πάντοτε μαζεμένης και φρόνιμης, η τρέλα της ή η διαύγεια της ήταν θέματα που μου βγήκαν αβίαστα, που ρέουν από κείμενο σε κείμενό μου χωρίς καν να το καταλάβω.
Το ζήτημα των συνθηκών ζωής των παράνομων μεταναστών, του σύγχρονου δουλεμπορίου, του εμπορίου λευκής σαρκός, ήταν τότε αλλά είναι και τώρα τόσο έντονα γύρω μας. Κι όσο περνούν τα χρόνια, το πρόβλημα φαίνεται να οξύνεται αντί να στρογγυλεύουν οι αιχμές του, θα μας αφορά για καιρό όσο κι αν θέλουμε να ζούμε στον γυάλινο κόσμο μας, τον αγγελικά πλασμένο όπου τέτοια συμβαίνουν μόνο στους άλλους.
Φαντάζομαι πως αν το βιβλίο το ξεκινούσα τούτη την εποχή θα είχε διαφορετική εξέλιξη. Ίσως γιατί πια είμαι μάνα και κατανοώ με μεγαλύτερη ενάργεια τις λεπτές αποχρώσεις την γονεϊκής αγάπης. Μπορεί και να μην γραφόταν ποτέ. Ένα ξέρω. Πως έβαλα τις σκέψεις μου για τον θάνατο στο χαρτί πριν αυτός μου χτυπήσει την πόρτα, ολοκλήρωσα το κείμενο πριν να έχω άμεση επαφή μαζί του. Στα επόμενα χρόνια πέθανε ίσως ο προσφιλέστερος μου άνθρωπος σε αυτόν τον κόσμο. Πρόλαβα, με πρόλαβα∙ κάποιες φράσεις του τότε ανυποψίαστου εαυτού μου είναι ακόμα παρηγοριά και βάλσαμο. Τώρα πια, υποψιασμένη στον πόνο, δεν θα μπορούσα να τις είχα γράψει.΄


Υ.Γ. 42 Το άρθρο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο Fractal
Υ.Γ. 42-42 Αύριο στο Free Thinking Zone ( Σκουφά 64 )  η τελευταία παρουσίαση του "Κανείς δεν θέλει να πεθάνει" στην Αθήνα. Στις 7 μ.μ. σε μια συζήτηση για τον φόβο του θανάτου με αφορμή το βιβλίο θα συνομιλήσω με τον συγγραφέα Γιώργο Ξενάριο, την ποιήτρια Μαρία Κουλούρη και την ψυχολόγο Φοίβη Δαρογιάννη.  





7/10/14

Παρουσίαση στην Αθήνα "Κανείς δεν θέλει να πεθάνει".



Η προτελευταία παρουσίαση του "Κανείς δεν θέλει να πεθάνει" στην Αθήνα, σήμερα στο Revolt (Κωλέττη 25-27, Εξάρχεια). Θα ακολουθήσει μία ακόμα τον Νοέμβριο και μετά πάπαλα. Οπότε σπεύσατε :P

25/9/14

Παρουσίαση στην Πάτρα "Κανείς δεν θέλει να πεθάνει"


Θα χαρώ πολύ να σας δω αύριο 26/09/2014  στις 6:30 μ.μ. στο Κοινωνικό Κέντρο Πάτρας (Ρήγα Φερραίου 167 και Τσαμαδού) στην Πάτρα. Για το "Κανείς δεν θέλει να πεθάνει" θα μιλήσει η Κατερίνα Σαμψώνα που την ευχαριστώ από καρδιάς.





9/4/14

"Κανείς δεν θέλει να πεθάνει"- part2




Καιρό έχω να σας πρήξω με το βιβλιαράκι μου και νομίζατε πως το ξέχασα. Αλλά επανήλθα δριμύτερη [αυτό είναι απειλή]. Όλον αυτόν τον καιρό πολλοί (ακόμα) άνθρωποι έγραψαν συγκινητικά για το "Κανείς δεν θέλει να πεθάνει" και μια ανάρτηση τους την χρωστώ.

H Βιβή έγραψε στην Λέσχη Ανάγνωσης Degas :



"Μου έκανε μεγάλη εντύπωση αυτό το βιβλίο.Θετική.Έντονη.Πάρα πολύ καλή.Διαβάζεται εύκολα αν και θέλει συνεχώς παρόντα τον αναγνώστη σε όλα όσα του αφηγείται.Δεν είναι εξεζητημένη η γλώσσα, ούτε κραυγαλέα η τεχνική του˙η συγγραφέας δεν καυχιέται για την συγγραφική της δεινότητα.Αυτή υπάρχει και στηρίζει καλά και σταθερά μια πολύ απαιτητική ιδέα, που αλλιώς θα κατέρρεε από το πρώτο κεφάλαιο γιατί είναι ιδέα ξεχωριστή,από αυτές που η ελληνική λογοτεχνία από άποψη θεματολογίας υποφέρει από την έλλειψή τους, παραμένοντας στομωμένη από τον εμφύλιο και την βάρβαρη,συχνά ανιστόρητη εκμετάλλευσή του από κάθε πικραμένο...
Οι λέξεις είναι-σαν υλικό-ένα ατόφιο,πρωτογενές υλικό˙είναι αλεύρι και νερό,απλά και καθαρά δηλαδή υλικά για το σημαντικό που λέγεται ψωμί κι αυτό προσδίδει περισσότερο ενδιαφέρον στην αρχική ανάγνωση, γιατί με τα πρωτάρικα αυτά υλικά η συγγραφέας κάνει με άνεση μια τριτοπρόσωπη ρέουσα αφήγηση,που είναι πυκνότατη,που έχει και δεύτερη και τρίτη ανάγνωση στα σωθικά της.
Διαβάζοντας σκέφτεσαι συνεχώς,βγαίνεις σε αφετηρίες σκέψεων που οδηγούν σε απέραντα φιλοσοφικά χωράφια,σε υπαρξιακές αγωνίες,στην αγωνία του Θανάτου κυρίως, αλλά όχι έτσι απλά του θανάτου των άλλων που δεν σε αγγίζει ή του απρόσμενου κι ίσως λυτρωτικού,που δεν μπορείς να κάνεις στο κάτω κάτω τίποτα,αλλά εκείνου που έρχεται καταπάνω σου βήμα-βήμα,φθείροντας το σώμα,το δικό σου το κάποτε θαλερό κι ενώ εσύ την ίδια χρονική στιγμή τρέχεις ακόμα καλπάζοντας,ζεις,δεν τον παίρνεις είδηση ,γι αυτό δεν τον φοβάσαι,δεν τον σκέφτεσαι ιδιαίτερα,τον αντιμετωπίζεις σαν κατάληξή σου σε κάτι,κάπου που όμως δεν ξέρεις τι ακριβώς είναι αυτό και μόνον όταν έχει κάνει ορατή την ολέθρια, προκαταρκτική του επίθεση στο τρωτό σου κορμί σε ζώνουν τα φίδια."



H anagnostria



"Νομίζω πως η Κατερίνα προσπάθησε να δώσει μυθιστορηματική μορφή στα δικά της αλλά και του καθενός μας βασανιστικά ερωτήματα. Τι είναι ζωή, τι είναι θάνατος, "τι είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ΄ανάμεσό τους;" για να θυμηθούμε και το αγωνιώδες ερώτημα του Σεφέρη. Ερωτήματα στα οποία απάντηση δεν υπάρει, όπως δηλώνει και η συγγραφέας."

Η Α. στο A Book Blog


"Ο τρόπος που η Κατερίνα Μαλακατέ αναπτύσσει την ιστορία της, η σφιχτοδεμένη πλοκή που περιστρέφεται γύρω από ένα σύμβολο, η γλώσσα που χρησιμοποιεί-βαθιά ριζωμένη στο σήμερα, το παιχνίδισμα ανάμεσα στην πραγματικότητα και την υπερπραγματικότητα, οι έννοιες με τις οποίες καταπιάνεται, δε θυμίζουν λογοτέχνη της χώρας μας, παρά το γεγονός ότι η αφήγηση ξεκινά αλυσοδεμένη στη σύγχρονη πρωτεύουσα και ολοκληρώνεται μέσα από το σχήμα του κύκλου με μια συμπυκνωμένη, παιγνιώδη, αποδεκτή κοινωνικοθρησκευτική σύμβαση.

Αυτή η σύζευξη του υπαρκτού και του ανύπαρκτου αρμονικά δοσμένη από την αφηγηματική τεχνική της που μετεωρίζεται ανάμεσα στο αληθινό και το πλασματικό, δίνουν ομαλότητα, αρτιότητα, τελειότητα στο πυκνογραμμένο κείμενο που θυμίζει έργο ισπανόφωνης πεζογραφίας."

O Θωμάς Νότας "Στο Μυαλό ενός φιλολόγου"


Είναι ένα ευχάριστο ... σκούντημα να συνειδητοποιείς ότι υπάρχουν άνθρωποι που επιθυμούν να εκφράζονται λογοτεχνικά. Η αναγνωστική εμπειρία γίνεται τότε ένα διεγερτικό χάδι. Και αυτό το χάδι μου έδωσε το πρώτο βιβλίο της Κατερίνας Μαλακατέ με τον τίτλο "Κανείς δε θέλει να πεθάνει". Τίτλος που σε υποβάλλει σε ένα μεταφυσικό προβληματισμό πριν καν ξεκινήσεις το διάβασμα. Θάνατος και αθανασία. Θνητότητα και θεϊκότητα λοιπόν. Ο Πλάτωνας αναφέρει κάπου στο "Συμπόσιο" διά στόματος Σωκράτη ότι ο θεός μένει αθάνατος επειδή έχει την ικανότητα να είναι ο ίδιος, ενώ ο άνθρωπος μένει αθάνατος, γιατί αποκτά απογόνους. Με την έννοια της αθανασίας παίζει λοιπόν και η Μαλακατέ. Στην αρχή με ένα πιο κωμικό και ανάλαφρο πνεύμα, το οποίο όμως σοβαρεύει όσο εξελίσσεται η ιστορία που σου δημιουργεί πολλά ερωτήματα.

Ο Γιάννης Αντάμης στο doctv:


Η πιο δραστήρια κριτικογράφος της γενιάς μου έκανε το μεγάλο βήμα και κυκλοφόρησε την πρώτη της νουβέλα. Μια ατμοσφαιρική αφήγηση που έρχεται να εμβαπτίσει στον κόσμο του φανταστικού τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητά μας – αυτός ο παραισθησιακός ρεαλισμός σίγουρα μας ταιριάζει. Το να βάζεις τους νεοφώτιστους ήρωές σου να «παίζουν» με θέματα τόσο σοβαρά, όπως η ύπαρξη του Θεού, η μοίρα και η αθανασία, δεν είναι απλώς θράσος λογοτεχνικό, είναι γνήσια συγγραφική αγωνία.

Ο Δημήτρης Τερζής στο Ray's Stories :



Η Κατερίνα Μαλακατέ βούτηξε από νωρίς στα βαθιά μ' ένα θέμα "απαγορευμένο" για πολλούς, αυτό του θανάτου και της διαχείρισής του. Αρχικά και μόνο γι' αυτή την επιλογή της, της βγάζω το καπέλο. Στη συνέχεια έκανε κάτι εξαιρετικά έξυπνο. Αντί ν' αναλωθεί σε μελοδραματισμούς και σε πολυσέλιδη ανάλυση και παρουσίαση του πένθους, της ματαιότητας, της απουσίας, αρπάζει την ιστορία αντίστροφα και την ενισχύει με το αρχέγονο ένστικτο της επιβίωσης. Ναι, ο άνθρωπος είναι πολύ σκληρός για να πεθάνει. Ναι, ο έρωτας είναι το αντίδοτο, το ελιξίριο της αθανασίας. Ναι, ζωή ολόκληρη είναι η ζωή που ο κάτοχός της την έζησε και δεν την σπατάλησε σε "πρέπει" και "ίσως". Κάπου εκεί φαίνεται και η θεϊκή προέλευση του ανθρώπου. Κάπου εκεί ολοκληρώνεται και η απελευθέρωση του πνεύματος από τη σάρκα. "Είμαι μια φτωχή ψυχή που κουβαλάει ένα πτώμα" έγραφε ο Μάρκος Αυρήλιος και πάνω σ' αυτό το μότο πατάει η ιστορία κι εξελίσσεται. Παράλληλα, το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο διαδραματίζονται τα γεγονότα είναι εξαιρετικά οικείο στο αναγνώστη απ' τις ειδήσεις και την καθημερινότητα, γεγονός που αποτελεί την "άγκυρα" νομίζω, ώστε το βιβλίο να μην ξεφύγει στη θάλασσα και χάσει το νόημά του. 
Ο λόγος είναι άμεσος και οικείος. 
Η Κατερίνα Μαλακατέ νομίζω ότι θα μας απασχολήσει ξανά το ίδιο ευχάριστα στο μέλλον...


Και ο Νίκος Γιαννόπουλος μου πήρε μια μικρή διαδικτυακή συνέντευξη στο ΔΥΟ



Η επόμενη παρουσίαση του βιβλίου θα είναι στην Πάτρα, κάποια στιγμή μες στον Μάιο.


28/3/14

500.000 views μετά...




Αύριο είναι τα γενέθλια του Διαβάζοντας. Αισίως κλείνει τα πέντε χρόνια και περπατά στο έκτο της λειτουργίας του. 579 αναρτήσεις και πάνω από 500.000 επισκέψεις μετά, έχω ακόμα όρεξη να το ανανεώνω συχνά, να απαντώ σε mail και inbox, να ακούω συμβουλές για βιβλία, να δίνω συμβουλές για βιβλία, να αλληλεπιδρώ με όλους τους τρόπους με τους βιβλιόφιλους που μπαίνουν στο ιστολόγιο για να πάρουν μια ιδέα για τα επόμενά τους διαβάσματα, να δουν αν συμφωνούμε για αυτά που έχουν ήδη διαβάσει ή για να κάνουν απλά χάζι.

Μέσα σε αυτά τα χρόνια έγιναν κοσμοϊστορικές αλλαγές στη ζωή μου. Δηλαδή μη φανταστείτε, απλά, καθημερινά πράγματα. Όταν το ξεκίνησα ήμουν μια κοπέλα 29 χρονών που διάβαζε και δούλευε πολύ ως φαρμακοποιός. Τώρα είμαι μια γυναίκα 35 χρονών παντρεμένη με δυο παιδιά, έχω εκδώσει ένα βιβλίο, έχω ανοίξει ένα βιβλιοπωλείο αλλά τα βασικά δεν άλλαξαν : διαβάζω και δουλεύω πολύ (στο βιβλιοπωλείο αλλά πρέπει να γυρίσω και στο φαρμακείο, πώς να το κάνουμε τώρα). 

Έχω πολλά για τα οποία πρέπει να ευγνωμονώ το blogging και για αυτό δεν πρόκειται έτσι εύκολα να το απαρνηθώ. Για αρχή έβαλε τα διαβάσματα μου σε μια σειρά, με γλίτωσε από τη σαβούρα, από τον σωρό- τώρα πια όλο και πιο σπάνια αγοράζω βιβλία από το οπισθόφυλλο, ξέρω τι θέλω να διαβάσω και πότε. Από την άλλη είναι συχνά η ψυχοθεραπεία μου, το προσωπικό μου ημερολόγιο, η διέξοδος από την καθημερινότητα. Έχω ένα κακό κι ένα καλό. Είμαι εύκολη στην πρώτη επαφή, δύσκολη στην δεύτερη∙ το πρώτο τείχος δεν υπάρχει, το δεύτερο είναι σχεδόν αδιαπέραστο. Μπορώ να λέω πολλά με πολλούς αλλά λίγα με πολύ λίγους. Αυτόν τον κόμπο τον λύνει το blogging και το γράψιμο, με αφήνουν να εκδηλωθώ και να απλωθώ.

Δεν θέλω καθόλου να μπω στην διαμάχη ανάμεσα στα απλά κείμενα του «βιβλιοblogging» και τα σύνθετα της «κριτικής». Ο καθένας έχει τον χώρο και τον χρόνο του, τον τρόπο του να βλέπει τα πράγματα. Ούτε σε κουβέντες για το αν πρέπει ή όχι να έχω σαφή πολιτική στάση μέσα από αυτό το blog. Έχω, είναι συχνά φανερή, άλλοτε όταν δεν θέλω παραμένει μόνο για μένα. Κι αν αρχίσω να παίρνω πολύ στα σοβαρά τον εαυτό μου, μπορείτε πάντα και να με μπατσίσετε.

Υ.Γ 42 Συνεχίζω να μην απολαμβάνω τα ανώνυμα mails που με αποκαλούν άσχετη, βλάχα και διάφορα άλλα, αλλά τι να κάνουμε.
Υ.Γ. 42-2 Υπολογίζω πως θα συνεχίζω να σας πρήζω για καιρό. Συντονιστείτε.      

14/1/14

"Κανείς δεν θέλει να πεθάνει" - Παρουσίαση

Το Σάββατο 18 Ιανουαρίου  στις 7 μ.μ είστε όλοι καλεσμένοι μου. Θα χαρώ τόσο πολύ να σας δω στην παρουσίαση του "Κανείς δεν θέλει να πεθάνει" στο Booktalks, Αρτέμιδος 47 και Αγ. Αλεξάνδρου 58 στο Π. Φάληρο. Για το βιβλίο θα μιλήσουν η  Ελένη Γκίκα, συγγραφέας και πολύπειρη βιβλιοκριτικός και η δική μας Βιβή Γεωργαντοπούλου της Λέσχης Ανάγνωσης Degas. 


"Μια ογδοντάχρονη Αγγλίδα σε κώμα θα αλλάξει μια νύχτα κορμί με την τριαντάχρονη Ουκρανή που την προσέχει. Μεθυσμένη από την ξαφνική παράταση της ζωής, θα παραστρατήσει στα σοκάκια των Αθηνών, θα νιώσει κυνηγημένη, μόνη, θα φτάσει ως το τελευταίο σκαλί της εξαθλίωσης. Παράλληλα ένας μαύρος άντρας που δουλεύει στα φανάρια θα δει την πράσινη λάμψη που σκίζει τον ουρανό και θα ενεργοποιηθεί. Κι η δεκαοκτάχρονη εγγονή της Αγγλίδας με το κορμί που τόσο μοιάζει στη γιαγιά της θα φτάσει ως την τρέλα. 
Τι τους ενώνει; Ένα πράσινο αφρικανικό μενταγιόν, ένας Ινδός θεός εγκατεστημένος σε μια μονοκατοικία κάπου στις παρυφές της Αττικής και η πεποίθηση πως κανείς δεν θέλει να πεθάνει.
Μια νουβέλα που πραγματεύεται τη ζωή και το θάνατο, την ύπαρξη του θεού ή και την ανυπαρξία, το τι θα έκανες την αθανασία αν στην χάριζαν έτσι ξαφνικά. Θέτει ένα σωρό ερωτήματα και φυσικά δεν απαντάει σε κανένα."



Γράφει η Ελένη Γκίκα για το βιβλίο: (ολόκληρη την κριτική θα την βρείτε εδώ)


"Το φανταστικό, ως είδος, είναι εκείνο που σου επιτρέπει να πεις περισσότερα, τα απίστευτα με έναν τρόπο παραμυθητικό, αλληγορικό, παραβολικό. Ο Χριστός ό,τι ήταν να πει με παραβολές δεν μας τα ‘πε; Οι προφήτες, ο Ιωάννης, οι Μπορίς και Αρκάντι Στρουγκάρσιο, ο Στάνισλαβ Λεμ, ο Πόε, ο Κασάρες, ο Μπόρχες, ο Ταρκόφσκι όχι μόνο με τη «Θυσία» αλλά και με όλο του το έργο, επιμένοντας ότι απλώς γράφει για την πραγματικότητα και την αλήθεια, γιατί αυτό το αλλόκοτο ως είδος είναι, τελικά, οπτική. Η συγγραφική ματιά ή ο σκηνοθετικός φακός τού να μπορεί κάποιος να κοιτά τη ζωή. Διότι ο καθένας μας, τελικά, «βλέπει» μια άλλη ζωή. Και η Κατερίνα Μαλακατέ το διαθέτει εγγενώς αυτό! Αυτό, αν δεν το ‘χεις, δεν μπορείς και να το κατασκευάσεις. Αυτού του είδους η λογοτεχνία είναι θέμα, νομίζω, κατασκευαστικό. Γιατί δεν μιλάμε για μαγικό ρεαλισμό απλώς, αλλά για ένα σύμπαν πίσω από τα φαινόμενα που συνεχίζει να υπάρχει αφανώς και ταυτοχρόνως με τα φαινόμενα. Στην Ελλάδα λίγοι το έχουν και επιτυγχάνουν σ’ αυτό, ο Τάσος Ρούσσος, ο Βασίλης Κυριλλίδης, ο Μάκης Πανώριος κι εν μέρει στο έργο του και ο Νίκος Βλαντής. Με νωπή την Λίζα Πράις και την ανταλλαγή σωμάτων, η Κατερίνα ήρθε για να δώσει σ’ αυτό το μεγάλο φαουστικό ζήτημα, οντολογική και φιλοσοφική προοπτική.
Το βιβλίο με τύλιξε με την ατμόσφαιρα σαν αράχνη από την πρώτη στιγμή: «Ποτέ δεν ξέρεις από ποιον πρέπει να φυλάγεσαι και για πόσο», «στην πατρίδα του δεν θα επέτρεπε να αφήνονταν επάνω του αυτά τα κουρέλια», «Το μοτίβο είναι ο θάνατος» ο τίτλος του πρώτου κεφαλαίου από την Κατερίνα, η ζωή μας – θα σκεφτεί κανείς- αυτήν εδώ τη στιγμή."

και παρακάτω

"Ένα βιβλίο που αποτελεί ήδη εγγύηση για βιβλία πολλά, κι ας τελειώσουμε με την εξήγηση. Για την λογοτεχνία απαιτούνται δυο βασικά: η αφηγηματική άνεση και οι εμμονές, το αίνιγμα. Η σκιά. Δίχως τις εμμονές η αφηγηματική άνεση είναι γκόλεμ νεκρό, χωρίς λόγο, δεν έχει λόγο και διάθεση να γράψει κανείς! Κι η Κατερίνα έχει πολλούς λόγους. Την περιμένει εξάλλου άλυτο κάπου εκεί και αυτό που ρωτά, δηλαδή, «το μεγαλύτερο μυστικό του Κόσμου»."

Η Ευρυδίκη Αμανατίδου σημειώνει: (ολόκληρη η κριτική εδώ)


"Το συναρπαστικό ταξίδι στις ζωές των άλλων ή καλύτερα στα σώματα των άλλων, που στήνει η συγγραφέας, γίνεται μυστηριώδες και πολύπλοκο, καθώς παρακολουθούμε σε παράλληλη εξέλιξη την ιστορία ενός μαύρου άντρα που δουλεύει στα φανάρια και που το μενταγιόν της Ελίζας είναι η δική του ενεργοποίηση.
Χρησιμοποιώντας στοιχεία μαγικού ρεαλισμού, η συγγραφέας μιλάει για τη ζωή και τον θάνατο, τον έρωτα, την ύπαρξη, την ανυπαρξία, αλλά και την έννοια της αθανασίας. Οι ήρωες περιδιαβαίνουν μια λούμπεν Αθήνα ή βρίσκονται σε απομονωμένα σπίτια στην εξοχή. Στα πέριξ μιας πλατείας που σηματοδοτεί την οικονομική εξαθλίωση ή κάπου στα βάθη και τα μυστήρια της αφρικανικής ζούγκλας. Σε ένα κοριτσίστικο δωμάτιο μιας ελιτίστικης κατοικίας ή πάνω σε έναν λόφο με θέα όνειρα ζωής υφασμένα με τα στημόνια της τρέλας.
Δεν θέλω να πεθάνω. Τελικά μπορεί και να μην πεθάνω ή ακόμη και να μην υπάρχει θάνατος. Κανείς δεν ξέρει."

Η Κατερίνα Σαμψώνα στο postin.gr


"Μια νουβέλα που σε κρατάει σε αγωνία για το ποιος τελικά θα κρατήσει το μενταγιόν και για το αν η πραγματικότητα και η λογική επικρατήσει της επιθυμίας για το ακατόρθωτο. Το τέλος του βιβλίου είναι ανατρεπτικό και κλείνει το μάτι ειρωνικά στις παραλογες επιθυμίες του μυαλού."

Η Αγγελική Μποζίκη : (ολόκληρη η κριτική καθώς και διαγωνισμός για να κερδίσετε δυο αντίτυπα εδώ)


"Μια ιστορία που ακροβατεί μεταξύ της φαντασίας και της πραγματικότητας και πραγματεύεται με ξεχωριστό τρόπο θέματα όπως ο θάνατος και η αθανασία, η θρησκεία, η μετανάστευση και η εξαθλίωση στην οποία φτάνουν οι ξένοι που αναγκάζονται να αλλάξουν πατρίδα. Το βιβλίο είναι μικρό και ο λόγος μεστός και ουσιαστικός και σε κάνει να αναρωτηθείς για το τι θα έκανες αν ήσουν η ηρωίδα ή κάποιος που αναγκάστηκε να αφήσει την χώρα του για να κυνηγήσει τι αλήθεια; Και ο έρωτας; Τι ρόλο παίζει στη ζωή μας και που μας οδηγεί; Είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα νουβέλα που με κάνει να ανυπομονώ για τα επόμενα και αυτή τη φορά δεν ξέρω αν θα περιμένω την έκδοση."

Και ο Σπύρος Γλύκας συμπληρώνει: (ολόκληρη η κριτική εδώ)


"Το βιβλίο είναι καλογραμμένο, πυκνό. Άλλοτε σε παρασύρει να το διαβάσεις μονορούφι και άλλοτε είναι στιγμές που επιστρέφεις σε κάτι που μόλις διάβασες για να το σκεφτείς ή ακόμα και να το υπογραμμίσεις. Δεν διαβάζω πια συχνά Ελληνική λογοτεχνεία για τον εξής λόγο: αισθάνομαι πολύ κοντά σ' αυτά που γράφουν, ιστορικά, 'τοπικά' και θέλω συνεχώς να βρίσκομαι σε άλλες χώρες, κοινωνίες, φυλές γιατί μ αυτό τον τρόπο εμπνέομαι σ' αυτή τη φάση της ζωής μου. Αυτό δεν σημαίνει ότι σνομπάρω ούτε ότι είμαι απόλυτος. Είναι θέμα προτιμήσεων και λόγω της συγγραφής, 'δρόμων' που με παρασέρνουν καθώς προσπαθώ να εξελίξω τα κείμενα μου. Στο βιβλίο αυτό υπάρχει η ισορροπία που επιθυμώ να έχει ένα ελληνικό μυθιστόρημα του 21 αιώνα. Μου έλλειψε μονάχα λίγη έκταση παραπάνω γιατί απλά μου άρεσε και δεν μου έφτασε.
Αν λοιπόν αυτή είναι η αρχή για την εκδοτική παρουσία της Κατερίνας Μαλακατέ στην λογοτεχνία, είμαι βέβαιος ότι η συνέχεια θα είναι πολύ ενδιαφέρουσα ..."

Υ.Γ42  Επειδή κάποια προβληματάκια με τη διανομή τα είχαμε στις γιορτές, μπορείτε να βρείτε το βιβλίο στα κεντρικά βιβλιοπωλεία (Πολιτεία, Πρωτοπορία, Ιανός), σε όλα τα e-shops, να το παραγγείλετε στα συνοικιακά (διανομέας : Τζεβελέκου, 2103844588) και φυσικά στο λατρεμένο Booktalks και το μικροβιβλιοπωλείο της Χαραμάδας στην Πάτρα. 

Υ.Γ 42-42 Ξεύρω, ξεύρω είμαι ψωνάρα. Βαράτε ασύστολα. 

14/12/13

"Κανείς δεν θέλει να πεθάνει", Κατερίνα Μαλακατέ



Για κάποιο λόγο δεν περίμενα πως θα συγκινηθώ όταν θα έβλεπα το πρώτο μου τυπωμένο βιβλίο. Είχα την αίσθηση πως θα είναι σα να κερδίζει ένα διήγημα σε ένα διαγωνισμό, θα χαιρόμουν στιγμιαία κι αυτό είναι όλο. Όμως τώρα που κρατάω το πρώτο μου μυθιστόρημα στα χέρια, που το εξώφυλλο λέει το όνομά μου, έχω μια αλλόκοτη έξαψη. Θέλω ταυτόχρονα να κρυφτώ και να το φωνάξω σε όλον τον κόσμο. Φοβάμαι τόσο πολύ πως θα μπω στον κόπο να δικαιολογηθώ για αυτά που έγραψα και για αυτά που δεν έγραψα, πως θα στεναχωρηθώ αν το δω να μένει στα ράφια ή αν δεν μείνει στα ράφια αλλά δω την απογοήτευση στα μάτια κάποιου αναγνώστη. Κι έπειτα λοξοδρομεί η σκέψη μου σε όλους αυτούς που κάναν τον κόπο μέσα από το blog να ζητήσουν να το διαβάσουν στην ανέκδοτη μορφή του και στις συγκινητικές πρώτες εντυπώσεις τους. Α, και θυμάμαι και κάτι άλλο. Με αφορμή αυτό το βιβλίο βρέθηκα με τον Librofilo για πρώτη φορά. Και τώρα υπάρχει το Booktalks. Και σκέφτομαι, κοιτώντας το όμορφο εξώφυλλο ο,τι, από ένα χειρόγραφο που προέκυψε κάτι που μου άλλαξε τη ζωή, δεν μπορεί παρά να βγουν κι άλλα καλά. 

Το "Κανείς δεν θέλει να πεθάνει" θα πωλείται για αυτό το Σαββατοκύριακο αποκλειστικά από το Booktalks που έχει εγκαίνια την Κυριακή στις 6 μ.μ. Από Δευτέρα θα βρεθεί και στα υπόλοιπα βιβλιοπωλεία. 



Υ.Γ. 42 Το ότι είμαι τόσο ανίκανη να τραβήξω μια φωτογραφία της προκοπής έχεις αποδειχθεί πλειστάκις σε τούτο το μπλογκ. Αφού το τράβηξα καμιά δεκαριά φορές τελικά χρησιμοποίησα την φωτογραφία που ανέβασε χθες βράδυ η Αγγελική Μποζίκη στο facebook!