Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φεράντε Έλενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φεράντε Έλενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

21/10/20

"Η απατηλή ζωή των ενηλίκων", Elena Ferrante

 




Αγάπησα βαθιά την Έλενα Φέρραντε, από τότε που διάβασα τις Μέρες Εγκατάλειψης (στην έκδοση με το φοβερό εξώφυλλο, της Άγρας). Τότε είχα ξαγρυπνήσει για να τελειώσω το διάβασμα in one sitting (σικ). Επιτέλους μια συγγραφική φωνή που καταλάβαινε τον κυκεώνα της γυναικείας ζωής σήμερα, με τους πολλαπλούς ρόλους και τις πολλαπλές φωνές μες στο κεφάλι μας. 

Ο ενθουσιασμός μου μετριάστηκε με την Τετραλογία, που απόλαυσα πιο πολύ ως σειρά, παρά ως βιβλία. Συνεχίζει πάντως η Φερράντε στο μυαλό μου να είναι μια μαγική φιγούρα, μια συγγραφική περσόνα που κατόρθωσε ό,τι λίγοι έχουν καταφέρει, να κάνει παγκόσμιο μπεστσέλλερ χωρίς να κάνει βασικές εκπτώσεις στην ποιότητα της γραφής ή τα θέματα που πραγματεύεται. Για αυτό και διάβασα την «Απατηλή ζωή των ενηλίκων» μόλις βγήκε. 

Η έφηβη Τζοβάννα ζει σε ένα σπίτι διανοούμενων στην καλή περιοχή της Νάπολης και η ζωή της μοιάζει ειδυλλιακή. Η οικογένεια είναι αγαπημένη και ανοιχτή στη συζήτηση, οικονομικό πρόβλημα δεν υπάρχει, οι δυο κολλητές της είναι κορίτσια της ίδιας τάξης, για την ακρίβεια κόρες των κολλητών των γονιών της. Ώσπου κρυφακούει τον πατέρα της να λέει πως είναι τόσο άσχημη, όσο η αδελφή του η Βιττόρια. Η Βιττόρια, που μένει ακόμα στην κακή περιοχή της Νάπολης, είναι αμόρφωτη και δουλεύει καθαρίστρια, είναι μια μυθική φιγούρα για τη Τζοβάννα, που δεν την έχει συναντήσει ποτέ, και συμβολίζει με κάποιον τρόπο το απόλυτο Κακό, ό,τι δεν θα ήθελαν οι γονείς της να γίνει. Το να την παρομοιάζει ο πατέρας της με αυτή την γυναίκα διαστρεβλώνει εντελώς την εικόνα για την εμφάνιση και το σώμα της και ξυπνά το ενδιαφέρον της για αυτόν τον «άλλο» κόσμο, τον βρώμικο και θλιβερό, στον οποίο μεγάλωσε ο πατέρας της αλλά τελικά άφησε πίσω. Επιμένει και πετυχαίνει να γνωρίσει τη Βιττόρια και μαζί της μια ολόκληρη νοοτροπία. Και διχάζεται, πότε είναι η καθωσπρέπει Τζοβάννα, πότε η πιο άγρια και σκοτεινή Τζαννίνα. 

Στην αρχή το μυθιστόρημα μου τράβηξε το ενδιαφέρον, αν και το θέμα ήταν τετριμμένο πια για Φερράντε, το έχει γράψει και το έχει ξαναγράψει. Πραγματεύεται την εφηβεία, την ενηλικίωση, το ψέμα, την ηθική. Και σκιαγραφεί τον κοινωνικό και οικονομικό διχασμό της Νάπολης, που είναι οικείος σε όλον τον Μεσογειακό Νότο. Όμως οι χαρακτήρες μοιάζουν άψυχοι, το μεγάλο ατού της, η ψυχογράφηση, φαίνεται εδώ να μην είναι στα καλύτερά του. Από κάποια στιγμή και μετά, ίσως μετά τη μέση, γίνεται βασανιστικά φλύαρο. Όλα όσα έπρεπε να ειπωθούν, έχουν ήδη ειπωθεί, και μοιάζει το κείμενο διεκπεραιωτικό, για να τελειώσουν οι σελίδες. Με αποκορύφωμα, ένα από τα πιο αποκαρδιωτικά και αναληθοφανή τέλη. 

Πιθανώς η απογοήτευσή μου είναι δυσανάλογα μεγάλη. Όλοι οι συγγραφείς δικαιούνται ένα μέτριο βιβλίο. Απλά η Φερράντε για μένα ήταν κάτι σαν προσωπικό μυστικό, μια μεγάλη αποκάλυψη, που ξαφνικά την ανακάλυψε όλος ο κόσμος. Και μετά ξεφούσκωσε. 


                       Κατερίνα Μαλακατέ


Η φωτογραφία από τη σειρά "Η υπέροχη φίλη μου"  


   "Η απατηλή ζωή των ενηλίκων", Έλενα Φερράντε, μετ. Δήμητρα Δότση, εκδ. Πατάκη, 2020, σ.429

12/12/16

«Το νέο όνομα», Elena Ferrante



Ξεκίνησα να διαβάζω το δεύτερο βιβλίο της Τετραλογίας της Νάπολης της Φερράντε με ένα αίσθημα αμηχανίας. Για κάποιες σελίδες δυσκολεύτηκα να μπω στην ιστορία, οι ατελείωτες λεπτομέρειες για τη ζωή της Λίλα και της Έλενα με βγάλαν εκτός ρυθμού. Ένιωσα σαν παιδάκι που κρυφοκοιτάει από την κλειδαρότρυπα τους διπλανούς, αλλά στην ουσία δεν τους ξέρει. Ήθελα να πετάξω το βιβλίο, όπως η Έλενα πετάει τα τετράδια με το ημερολόγιο της Λίλα στο ποτάμι.

Κι έπειτα, καθώς οι λεπτομέρειες συνέχιζαν, αποκαλύφτηκε ξανά αυτό που κάνει το γράψιμο της Φερράντε μοναδικό: οι λέξεις πίσω από τις λέξεις, οι ιστορίες πίσω από τις ιστορίες· με λίγα λόγια η αλήθεια. Μετά την σελίδα 50 η συγγραφέας με είχε κερδίσει ξανά, με τύλιξε στο μικρό της δαχτυλάκι. Διάβασα σχεδόν απνευστί το υπόλοιπο, κι ας είδα για πρώτη φορά, για λίγο, αυτό που επιφανειακά κάνει πολλούς αναγνώστες να απορρίπτουν την Φερράντε. Μένουν στην επιφάνεια, στην απλή γλώσσα, στην κοινότοπη ιστορία. 

Η ιστορία της Λίλα και της Έλενα, δυο κοριτσιών που ορίζουν τη γυναικεία φιλία, αλλά που στιγμές στιγμές μοιάζουν να είναι οι διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος, η μία το alter ego της άλλης, διαδραματίζεται στη Νάπολη. Και η Νάπολη είναι η έτερη πρωταγωνίστρια. Ο Ιταλικός νότος για την ακρίβεια, η φτώχια, οι αντιθέσεις του. Στο μυαλό σου στήνεται ένα σκηνικό που μοιάζει τόσο πολύ με τις Ιταλικές ταινίες του ‘50 που δεν μπορείς να το αγνοήσεις. 

Όμως αυτό που ξεχωρίζει τη γραφή της Φερράντε είναι η βία. Η βία των σχέσεων, η βία των απαιτήσεων, η βία της φτώχειας, η βία του πλούτου. Είναι κι η ικανότητά της να εκφράσει τις γυναίκες, να πει όλα όσα δεν τολμάνε, και μέσα από τις γραμμές, να στήσει ένα διαφορετικό πορτρέτο από το ιδανικό που έχουμε στο μυαλό μας.

Συνεχίζω να πιστεύω πως η Φερράντε των Ημερών εγκατάλειψης είναι πιο καίρια από την Φερράντε της Τετραλογίας. Εδώ, για την ώρα η ιστορία κάποιες στιγμές πλατειάζει, χάνει το ρυθμό της. Βέβαια όταν γράφει κανείς τόσες λέξεις, μοιάζει αναπόφευκτο. Ένα είναι σίγουρο, η συγγραφέας-μεταφράστρια* είναι εξαιρετικά ικανή να σε κάνει στο τέλος να λυσσάς για να διαβάσεις το επόμενο. 


                                                                                    Κατερίνα Μαλακατέ




«Το νέο όνομα», Έλενα Φερράντε, μετ. Δήμητρα Δότση, εκδ. Πατάκης, 2016, σελ. 581

25/5/16

"Η Υπέροχη φίλη μου", Elena Ferrante



Ανακάλυψα την Έλενα Φερράντε πριν περίπου τρία χρόνια, όταν διάβασα τις «Μέρες Εγκατάλειψης» μέσα σε ένα βράδυ. Τότε με είχε συνεπάρει η γραφή της, η απλότητα και η αμεσότητά της, η ικανότητά της να λέει σκληρές αλήθειες για την γυναικεία φύση, μακριά από όλες τις συμβάσεις που ορίζουν την θηλυκή μας πλευρά συνώνυμη της μητρότητας και της χαριτωμένης αφέλειας. Πάνω από όλα τότε, με είχε συγκλονίσει με πόση ενάργεια μπορούσε να αποτυπώσει αυτό το αίσθημα της ματαίωσης, για τα όνειρα που σε βάζουν να τρέφεις όταν είσαι μικρή, κι όταν τελικά μεγαλώνεις πέφτουν και σε πλακώνουν. 

Στις «Μέρες Εγκατάλειψης» η Φερράντε είχε μεγάλες, κολοσσιαίες στιγμές παροξυσμού. Αυτό είναι που αλλάζει εδώ, στην «Υπέροχη φίλη μου», το πρώτο από τα βιβλία της περίφημης Τετραλογίας της Νάπολης. Και κάτι άλλο διαφοροποιείται, δεν υπάρχει πια το στοιχείο της έκπληξης. Δεν διαβάζεις πια μια «αποκάλυψη», μια συγγραφέα που δεν την ξέρει κανείς, διαβάζεις ένα παγκόσμιο μπεστ σέλερ. Κι αυτό, καλώς ή κακώς, είναι στοιχείο απομάγευσης. 

Στην «Υπέροχη φίλη μου» πρωταγωνίστριες είναι δύο φίλες, η Έλενα και η Λίλα. Η Έλενα, που αναλαμβάνει και τον ρόλο της αφηγήτριας, είναι ένα παιδί ήσυχο και φοβισμένο, η κόρη του πορτιέρη του City Plaza, ενώ η Λίλα είναι η κόρη του τσαγκάρη, άγρια, αδύνατη και άσχημη. Και οι δυο πηγαίνουν στο δημοτικό, και δένονται όταν αποκαλύπτεται πως η Λίλα εκτός από αλάνι, είναι και εξαιρετικά έξυπνη. Οι ζωές τους φαίνεται να χωρίζονται όταν οι γονείς της Λίλας δεν την αφήνουν να συνεχίσει στο Γυμνάσιο, ενώ της Έλενα με χίλια ζόρια, της δίνουν τελικά την άδεια. Η φιλία τους όμως θα επιζήσει, η Λίλα θα βαλθεί να μορφωθεί διαβάζοντας όλα τα βιβλία της βιβλιοθήκης, ενώ την πόρτα θα χτυπήσει η εφηβεία, τα αγόρια, οι έρωτες. Από όμορφο στρουμπουλό κοριτσάκι, η Έλενα θα γίνει μια μάλλον υπεραναπτυγμένη έφηβος με ακμή, ενώ η Λίλα θα ανθήσει, θα γίνει ψηλή και με ιδιαίτερη χάρη και ξαφνικά από εκεί που δεν την πλησίαζε κανείς, θα ερίζουν για κείνη όλα τα αγόρια της γειτονιάς. 

Μια γειτονιά από τις φτωχικές της Νάπολης, όπου η βία είναι βαθιά συνυφασμένη με την ζωή των ανθρώπων, όπου το να ξεπλένεις χρήμα για την Καμόρα είναι σχεδόν η νόρμα, ενώ το να μορφώνονται τα παιδιά και μάλιστα οι γυναίκες είναι κάτι ανήκουστο, σχεδόν εξωτικό. Η Έλενα και η Λίλα ονειρεύονται να ξεφύγουν, να γίνουν πλούσιες. Νομίζουν πως αν γράψουν βιβλίο θα πλουτίσουν. Η Λίλα φτιάχνει κάτι περίεργα σχέδια για να γίνει πλούσια μέσω τους τσαγκάρικου. 

Το βιβλίο σε πρώτο επίπεδο είναι ένας ύμνος στην γυναικεία φιλία, με όλα τα σκαμπανεβάσματά της. Η Έλενα δένει την ζωή της με αυτή της χαρισματικής Λίλας, παρατάει την δική της όταν την χρειάζεται η φίλη, κατά καιρούς φυσικά αποστασιοποιείται, συνειδητοποιεί την ζήλια της, μετά ξανά την καταπνίγει. Σε δεύτερο επίπεδο, η Φερράντε δεν ξεχνά, τι είναι αυτό που δίνει δύναμη στην λογοτεχνία της, μιλά με δύναμη και πάθος για την θέση της γυναίκας σε μια κοινωνία που πάντα ήταν διατεθειμένη να καθορίζει τα θέλω μας, για τον αγώνα του ατόμου να βγει από τα στενά πλαίσια που ορίζει η καταγωγή και το φύλο του, για δουλειά, καριέρα, σχέσεις, λεφτά, αισθήματα. Η Φερράντε είναι ατρόμητη, γεμάτη πάθος. Η Φερράντε είναι παραμυθού, ξέρει να στήνει σύμπαντα. 

Το σκηνικό, η φτωχή Νάπολη, μοιάζει σε στιγμές με ταινία νεορεαλιστικού κινηματογράφου, είναι μια κοινωνία μεταιχμιακή, στην αλλαγή, όπου η μία γενιά προσπαθεί να ξεφύγει από την άλλη- είναι χαρακτηριστική η αποστροφή της Έλενα για την κουτσή, αλλήθωρη και αμόρφωτη μάνα της- όπου υπάρχουν θέματα «τιμής», και η επιβίωση δεν είναι πάντα εξασφαλισμένη. 

Η Φερράντε γράφει απλά, δημιουργεί οικειότητα και ταύτιση και απέχθεια. Με άγρια συναισθήματα, ανόθευτα. Μιλάει για τα μεγάλα και τα σημαντικά με όρους κατανοητούς, χωρίς περιττές φιοριτούρες. Δεν χρειάζονται όταν κατέχεις με τόση άνεση το υλικό σου και μπορείς να το περάσεις στον αναγνώστη. Δεν δίνω δεκάρα για την ταυτότητά της συγγραφέως, δεν με νοιάζει καθόλου αν είναι ή δεν είναι η Τετραλογία ένα ειλικρινές αυτοβιογραφικό κείμενο όπως του Κνάουσγκορντ ή μια τόσο καλοκουρδισμένη μίμηση. Με νοιάζει που είναι λογοτεχνία, που πηγαίνει την τέχνη ένα βήμα παρά πέρα, που προσφέρει αγνή αναγνωστική απόλαυση, όσο σε βάζει σε βαθιά φιλοσοφικά και κοινωνικά θέματα. 

Το πρώτο μέρος της Τετραλογίας της Νάπολης είναι ένα απολαυστικό μυθιστόρημα μαθητείας, ένα βιβλίο που χρειάζεται στην αρχή να το υπομείνεις, όσο να καταλάβεις το βάθος και την έντασή του, να συνηθίσεις την αφηγήτρια που είναι έφηβη και για αυτό κάπως άμαθη και δειλή. Όταν όμως μπεις στον κόσμο του, ξέρεις πως εδώ μιλάμε για την αληθινά μεγάλη αφήγηση, για ένα καινούριο είδος μυθοπλασίας, με νέους όρους, που πιθανότατα θα ορίσει την λογοτεχνία του καιρού μας. Και θα μείνει ως μέρος της κληρονομιάς του μέλλοντος.

                                                                    
                                                                     
                                                                                        Κατερίνα Μαλακατέ


"Η Υπέροχη φίλη μου", Έλενα Φερράντε, μετ. Δήμητρα Δότση, εκδ. Πατάκη, 2016, σελ. 436

23/7/13

"Μέρες εγκατάλειψης", Elena Ferrante




Βιβλίο που με κράτησε ξάγρυπνη ως να το τελειώσω τα χαράματα (πράγμα που όλο και λιγότερο συχνά μου συμβαίνει τελευταία) το «Μέρες εγκατάλειψης» της Έλενα Φεράντε κατάφερε να με βασανίσει, να με κάνει φρικτά να ταυτιστώ κι έπειτα να με λυτρώσει με έναν τρόπο που μόνο η περασμένη ώρα και η αίσθηση της ησυχίας και της μοναξιάς της νύχτας θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν.

Ηρωίδα η Όλγα, μια γυναίκα που βρίσκεται από την μια στιγμή στην άλλη σε μια απάλευτη κατάσταση, ο άντρας την παρατά στα ξαφνικά, εκείνη και τα δυο παιδιά τους ηλικίας δέκα και έξι ετών, έτσι χωρίς δικαιολογία, χωρίς να αφήσει τηλέφωνο επικοινωνίας ή διεύθυνση. Εκείνη στην αρχή προσπαθεί να τον ξανακερδίσει με μακαρονάδες όταν έρχεται να δει τα παιδιά του, να τον βάλει κάτω να της εξηγήσει τι συμβαίνει. Όμως εκείνος αρνείται πεισματικά να δώσει οποιαδήποτε πληροφορία, κι εκείνη μένει μετέωρη στα τριανταοκτώ της, έχοντας- όπως όλοι οι χρονίως παντρεμένοι- προδώσει αρκετά από τα όνειρά της, χωρίς δουλειά, χωρίς τίποτα άλλο από τη σκέψη εκείνου. Αρχίζει να παραμελεί τα παιδιά, το σπιτικό, τον εαυτό της, τον σκύλο, να γίνεται απότομη με τους φίλους, αθυρόστομη, ανίκανη να τα βγάλει πέρα με την απαιτητική καθημερινότητα. Με λίγα λόγια διαλύεται, η κατάστασή της φτάνει σε μια απεγνωσμένη κορύφωση μια μέρα που όλα πια πάνε αγωνιωδώς στραβά και καταλήγει σε μια τραγωδία. Το τέλος μόνο δίνει τη λύση και την λύτρωση, τον συμβιβασμό.

Η ηρωίδα της Φεράντε είναι ευαίσθητη αλλά δεν είναι τρελή, είναι μια συνηθισμένη γυναίκα, σε μια συνηθισμένη κατάσταση που δεν μπορεί να κουμαντάρει τον εαυτό της. Περισσότερο ταυτίστηκα με τον τρόπο που αντιδρούν τα παιδιά κι εκείνη, φοβήθηκα για αυτά, ένιωσα ένα ατελείωτο καρδιοχτύπι στην ιδέα πως θα μπορούσαν να πάθουν κακό μες στην παραφροσύνη της. Έρωτας, εγωισμός, απόγνωση, γάμος, απώλεια, η αίσθηση της ζωής που χάθηκε και δεν γυρίζει πίσω. Ο φόβος καθενός που βλέπει μια μακρόχρονη σχέση να πεθαίνει.

Καλογραμμένο μυθιστόρημα, αρχετυπικό ως προς τη δομή που οδηγεί στην κάθαρση, καταλαβαίνω απόλυτα γιατί έγινε μπεστ σέλερ πριν από 10 χρόνια στην Ιταλία. Και ελπίζω κάποτε και τα δικά μας μπεστ σέλερ να γίνουν σαν κι αυτό. Κι αυτό για σχέσεις και έρωτες μιλάει, αλλά με λόγο μεστό και συγκροτημένο, χωρίς ροζ διαλόγους και ατελείωτες σάχλες. 

"Μέρες εγκατάλειψης", Έλενα Φεράντε, μετ. Σταύρος Παπασταύρου, εκδ. Άγρα, 2004, σελ. 269