Μου φαίνεται
κάπως περίεργο να μιλήσω για ένα τόσο μεγάλο έργο όπως το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο», μιας και μόλις τελείωσα τον πρώτο τόμο που επιγράφεται «Από
τη μεριά του Σουάν». Τί θα μπορούσα να προσθέσω άραγε στις κριτικές για τον
Προυστ∙ φαντάζομαι τίποτα. Από την άλλη ήταν τόσο έντονα τα συναισθήματά μου
που θα ήταν άδικο να μην αναφέρω καν την ανάγνωση, θα ήταν σα να την έκρυβα από
τον ίδιο μου τον εαυτό, να την απαρνιόμουν. Ξέρω με σιγουριά πως τον τόμο
κάποτε θα τον ξαναδιαβάσω – φαντάζομαι όταν και κάποτε τελειώσω και τους
υπόλοιπους- ή ίσως και νωρίτερα.
Αφηγητής είναι πιθανότατα ο ίδιος ο συγγραφέας, κάποια από τις εκφάνσεις του καλύτερα, μια περσόνα που θέλει να γράψει ένα βιβλίο σαν το "Αναζητώντας", που είναι αλλά δεν είναι ο Προυστ, και τα πρόσωπα είναι και δεν είναι ο δικός του περίγυρος. Το πρώτο πρόσωπο δημιουργεί την ψευδαίσθηση της οικειότητας, που χάνεται στο δεύτερο μέρος κι έπειτα ξαναβρίσκεται μόνο μια μακρινή της ανάμνηση στο τρίτο.
Στο πρώτο κομμάτι μας αφηγείται το πώς περνούσε ως παιδί στην εξοχική κατοικία της οικογένειας του στο Κομπραί, μας μιλά για την προσκόλληση στη μητέρα του και το πόσο αποζητούσε το βραδινό αποχαιρετιστήριο φιλί της που κάποτε κάποτε το έχανε γιατί τους επισκεπτόταν ο κύριος Σουάν. Κι έπειτα με αφορμή μια μνήμη που ξύπνησε γιατί βούτηξε ένα γλύκισμα σε ένα τίλιο, μας μιλά για την θεία του Λεονί, μια γυναίκα που επέλεξε να μην ξαναβγεί από το δωμάτιο της και την πιστή της υπηρέτρια Φρανσουάζ. Η πασίγνωστη πρώτη φράση "Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς" ήδη οδηγεί σε μια ταύτιση, σε βάζει σε ένα οικείο περιβάλλον, κι ας είναι οι τρόποι της Γαλλικής κοινωνίας των αρχών του περασμένου αιώνα κάπως παλιακοί.
Στο
δεύτερο μέρος παρακολουθούμε τον κύριο Σουάν στον έρωτα του για μια γυναίκα
ολίγον παρδαλή, την Οντέτ, που συχνάζει στο σαλόνι των Βεντυρέν που είναι πολύ κατώτερο του επιπέδου του, κι όμως αυτός αποζητά απεγνωσμένα την συντροφιά τους, γιατί ο έρωτάς του είναι στηριγμένος σε ένα κράμα από ζήλια, αποστροφή και επιθυμία.
Στο
τρίτο μέρος, και για μένα δυσκολότερο στην ανάγνωση, ο αφηγητής δεν είναι πια παιδί και μας αφηγείται τη σχέση του με την Ζιλμπερτίν Σουάν, την κόρη του Σουάν και της Οντέτ.
Αν
και φαινομενικά το βιβλίο αποτελείται από αναμνήσεις ατάκτως ερριμένες,
διεξοδικά αναλυμένες και πιθανώς άσχετες μεταξύ τους, η δύναμη της αφήγησης
είναι τέτοια που σε βάζει απευθείας στην κάθε ιστορία, σε κάνει μέτοχο της κάθε
πράξης. Η γραφή είναι συναρπαστική, υποβάλλει έναν σχετικά αργό ρυθμό
ανάγνωσης, συχνά είναι αδύνατο να διαβάσει κανείς πάνω από είκοσι, τριάντα
σελίδες γιατί εκεί που είναι γλυκά αποκοιμισμένος με τις λεπτομέρειες της
κοσμικής ζωής στο Παρίσι του προσφέρεται αναπάντεχα, ίσως και στην ίδια πρόταση
ένα κομμάτι από τη σοφία της ζωής.
Δεν
ξέρω αν θα χαρακτήριζα τον «Αναζητώντας τον καινούργιο χρόνο» μοντέρνο, έχει πολλά κοινά με τα κλασικά ρεαλιστικά μυθιστορήματα του 19ου αιώνα, αλλά ταυτόχρονα το διέπει μια πνοή σύγχρονη,
διαφορετική ∙ πηδά στον συμβολισμό με χαρακτηριστική ευκολία, αποδομεί τον χρόνο - που κάποτε συστέλλεται κι άλλοτε διαστέλλεται μέσα στις λεπτομέρειες με άνεση. Ο Προυστ δε διστάζει να μιλήσει για σχέσεις λεσβιακές ( ο ίδιος ήταν ομοφυλόφιλος χωρίς να το λέει), να μιλήσει για κοκότες σα να ήταν κυρίες, και για κυρίες σα να ήταν αγίες, να δώσει το πλαίσιο της ζωής του σα μια ιστορία που θα μπορούσε να ειπωθεί, ενώ κανείς άλλος δεν θα τολμούσε να το κάνει, θα έμοιαζε με αδιάφορο προσωπικό ημερολόγιο. Αν και οι υπόλοιπες σελίδες είναι το ίδιο δυνατές, υποψιάζομαι πως η ρήση πως "έργα σαν το "Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο" περιόρισαν αισθητά τα όρια του ανείπωτου" δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα.
"Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο- Ι - Από τη μεριά του Σουάν", Μαρσέλ Προυστ, μετ. Παύλος Ζάννας, εκδ. Εστία, 2009, σελ. 445.
"Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο- Ι - Από τη μεριά του Σουάν", Μαρσέλ Προυστ, μετ. Παύλος Ζάννας, εκδ. Εστία, 2009, σελ. 445.

