28/6/22

"Το γεγονός", Annie Ernaux




Ομολογώ πως δεν είμαι από τους θιασώτες του autofiction της Ανί Ερνό, το θεωρώ πολύ προσωπικό της, σαν να μην εμβαθύνει στα γεγονότα, απλά μας τα παραθέτει χωρίς λογοτεχνικότητα και συναίσθημα. Παρ’ όλο που έχω χάσει κι εγώ ένα γονιό, τα αντίστοιχα βιβλία της που περιγράφουν την εμπειρία, δεν με συγκίνησαν, ούτε μου κίνησαν το ενδιαφέρον λογοτεχνικά.

«Το γεγονός» όμως έχει ως κεντρικό θέμα του ένα τελείως διαφορετικό ζήτημα. Αφορά την εμπειρία της με τη «διακοπή κυήσεως» στη Γαλλία του 1960. Η νεαρή τότε φοιτήτρια, μένει έγκυος από ένα αδιάφορο αγόρι που δεν τον αγαπά και δεν την αγαπά, και η μόνη επιλογή είναι η διακοπή της κύησης. Μόνο που το 1963 η άμβλωση στη Γαλλία είναι παράνομη. Αβοήθητη και εντελώς άμαθη, τριγυρνά στις φτωχές γειτονιές του Παρισιού ψάχνοντας μια λύση, και τελικά καταφεύγει σε μια παράνομη «μαία». Αυτά που περιγράφει πως έζησε, πρέπει να τα διαβάσουν όλοι. Γιατί όλα έγιναν στην πολιτισμένη Ευρώπη. Γιατί ακόμα κι όταν έπαθε μόλυνση και κινδύνεψε να αιμορραγήσει μέχρι θανάτου, ο γιατρός τής έδωσε σημασία μόνο όταν κατάλαβε πως είναι φοιτήτρια, μία από «αυτούς».

Η έκτρωση στη Γαλλιά νομιμοποιήθηκε πάνω από δέκα χρόνια μετά την εμπειρία της Ερνό, χρειάστηκε η δυναμική παρέμβαση της Σιμόν Μποβουάρ, ένα μανιφέστο 300 γυναικών του πνεύματος που δήλωναν πως έχουν κάνει έκτρωση, που λοιδωρήθηκαν και σχεδόν διαπομπεύτηκαν μέχρι να αλλάξει ο νόμος.

Το «γεγονός» είναι συνταρακτικό βιβλίο. Αφορά μόνον όσες έχουμε μήτρα; Δεν το πιστεύω. Αντίθετα, αφορά, με όλες τις ειδεχθείς του λεπτομέρειες, κι όσους δεν έχουν. Ένα σοβαρό ποσοστό των γυναικών που θα το διαβάσει έχει δική του εμπειρία με την άμβλωση. Μπορεί να συγκρίνει πώς έγινε η όλη διαδικασία στην δική της περίπτωση, να ταυτιστεί ή να νιώσει ανακούφιση που τότε που διέκοψε εκείνη την κύηση, το γεγονός δεν ήταν πια παράνομο.

Το βιβλίο της Ενρό είναι τραγικά επίκαιρο, έπειτα από τις πρόσφατες εξελίξεις στις ΗΠΑ. Αυτή είναι η δύναμη του καλού autofiction, πιάνει τον παλμό της εποχής, το πολύ προσωπικό γίνεται κοινωνικό, συλλογικό και χτυπάει την πόρτα της κοινωνίας, βαράει καμπάνες, ικανές να ακουστούν στα πέρατα της Οικουμένης. Οι γυναίκες θα συνεχίσουν να ορίζουν εκείνες το σώμα τους, νόμιμα ή παράνομα. Μόνο που παράνομα, θα κινδυνεύουν συνεχώς να πεθάνουν. Δεν είναι τυχαίο που το βιβλίο έγινε αμέσως ταινία. Μας αφορά. Ο φάκελος άμβλωση έχει πάλι ανοίξει. Δυστυχώς.


                               Κατερίνα Μαλακατέ


"
Το γεγονός", Ανί Ερνό, μρφ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδ. Μεταίχμιο, 2022, σ.108




22/6/22

"Αγιογραφία", Νίκος Παναγιωτόπουλος





Η Αγιογραφία είναι από τα πιο ιδιαίτερα βιβλία του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Όλα τα πεζογραφικά του κείμενα διαφέρουν μεταξύ τους, μα αυτό είναι το μόνο που απαιτεί από τον αναγνώστη λίγη προσπάθεια για να γοητευτεί. Γιατί σε αυτό το μυθιστόρημα, το πιο σπουδαίο εύρημα είναι η γλώσσα.

Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, ο Αντώνιος Ευσταθίου ή Ευστάθιος Αντωνίου, ένας άντρας που βρίσκεται σχεδόν στο νεκροκρέβατό του, στέλνει μια μακροσκελή επιστολή στον Αρχιεπίσκοπο ιστορώντας πώς παρεβρέθηκε στις τελευταίες στιγμές της ζωής του μοναχού Ιωάννη Ορφανού που η εκκλησία θέλει να αγιοποιήσει. Με μια γλώσσα που μοιάζει με αυτή που θα χρησιμοποιούσε ένας ενωμοτάρχης τη δεκαετίας του ’80, γεμάτη καθαρευουσιανισμούς, σολοικισμούς, φορτωμένη την ορθογραφία άλλων εποχών, ο αφηγητής πιάνει το νήμα της ιστορίας από τότε που αναγκάστηκε να παρασταθεί στον Ορφανό τη νύχτα που πέθανε. Κι ο «άγιος» τού εξομολογήθηκε όλη τη ζωή του, πώς βρέθηκε παιδάκι ορφανό στο Θερμό, πώς κατέληξε με ένα μοναστήρι κι έναν άγιο στα χέρια του.

Το βασικό που απασχολεί τον Παναγιωτόπουλο σε αυτό το βιβλίο είναι το θέμα της πίστης, της πίστης στη θρησκεία, στο κόμμα, στο μεταφυσικό, στο θαύμα. Οι κάτοικοι του Θερμού παίρνουν ένα ορφανό παιδάκι που το ξυλοφορτώνει ο θετός πατέρας του, και για το οποίο δεκάρα δεν έδωσαν ακόμα κι αν από το ξυλοφόρτωμα ο πατέρας σκότωσε τη μάνα του, και στηριγμένοι σε μια δυο συγκυρίες, το ανακηρύσσουν άγιο. Δεν χρειάζεται καν να κουνήσει το δαχτυλάκι του.

Αυτή η ομαδική παράκρουση σύντομα διαφαίνεται πως θα έχει οφέλη για όλους, για το παιδί που γλίτωσε το ξυλοφόρτωμα και τώρα το κανακεύουν όλη μέρα, για το χωριό οικονομικά. Κι έτσι στήνεται μια ιστορία που όμοιά της υπάρχει σε πάρα πολλά μέρη. Σε μια ταραγμένη εποχή για την ελληνική επαρχία -όλα αυτά συμβαίνουν χοντρικά ανάμεσα στο 1900 και το 1940- σε ένα τοπίο κάποτε παπαδιαμαντικό, που όμως εμένα πιότερο μου θυμίζει Καρκαβίτσα στον Ζητιάνο, ο μικρός Γιάννης Ορφανός, μετατρέπεται σε Άγιο.

Κι όταν πια μπαφιάζει από την αγιότητα του, και τη μοναξιά του, και την υποκρισία, και το ψέμα και ζητά να φύγει, τότε το άγριο πλήθος που δεν συγχωρεί κανέναν, τον λιντσάρει. Γιατί φυσικά η παράκρουσή τους δεν έχει να κάνει με το αντικείμενο της λατρείας τους. Ήθελαν να πιστέψουν, κι έπειτα βόλευε που πίστεψαν, κι έπειτα οικονομικά βόλευε και τα εγγόνια και τα δισέγγονά τους που πίστεψαν. Η πραγματικότητα δεν έχει καμία σχέση, βολεύεται κατά το δοκούν, αιωρείται.

Αλλά γιατί να πιστέψουμε έναν πρωτοπρόσωπο αφηγητή που πεθαίνει και μας διηγείται από δεύτερο χέρι την ιστορία που άκουσε από έναν άλλον αφηγητή που πέθαινε; Αυτό το υπέροχο κόλπο δίνει στο βιβλίο πολλαπλά επίπεδα, είδωλα της πραγματικότητας. Αναγκάζει και τον αναγνώστη να διαλέξει «στρατόπεδο» διαισθητικά, σχεδόν μεταφυσικά. Ο αφηγητής αφήνει πολλά χάσματα, δικαιολογείται συνεχώς στον Αρχιεπίσκοπο για αυτά, πράγμα εξόχως ύποπτο, μας λέει μόνο στο τέλος και επί τροχάδην τη δική του ιστορία, έχει πράγματα να κρύψει, και φυσικά δεν έχει καν όνομα. Ή μάλλον έχει αυτό το διπλό όνομα. Σαν τα δυο πρόσωπα του Ιανού.

Το σίγουρο είναι πως στο (φανταστικό) μοναστήρι του Άι Γιάννη του Ορφανού συρρέει ακόμα και σήμερα πλήθος κόσμου. Φτάνει στο φροντισμένο πάρκινγκ με τα αυτοκίνητά του, αγοράζει τάματα, μέλια, κεριά και χυλοπίτες από τους πάγκους, ανεβαίνει και προσκυνά στην πηγή που αναβλύζει το αγίασμα της Αγίας Παρασκευής, κι έπειτα αγοράζει εικονίτσες επαργυρωμένες και τον βίο του Αγίου στο μαγαζάκι του μοναστηριού.


                                                    Κατερίνα Μαλακατέ


"Αγιογραφία", Νίκος Παναγιωτόπουλος, εκδ. Μεταίχμιο, 2022 (Πόλις, 2003), σ. 328

15/6/22

"Μητροφάγος", Roque Larraquy




Οριακά διεστραμμένο το μυθιστόρημα του Ρόκε Λαρράκι, Μητροφάγος∙ πάντως διαβολεμένα ευφυές με χιούμορ και διάθεση να σχολιάσει τους καιρούς μας, την τέχνη, την επιστήμη, τη μεταφυσική, να φτάσει στα όρια τις αντοχές του αναγνώστη στη φρίκη, να τον εξοικειώσει μαζί της, όπως και με την πραγματικότητα.

Σε ένα σανατόριο το 1907 στήνεται ένα πείραμα για να διαπιστωθεί αν υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο. Δεκάδες καρκινοπαθείς τελικού σταδίου ξεγελιούνται με το πρόσχημα ενός θαυματουργού ορού που θα τους θεραπεύσει. Κι όταν οι ελπίδες τους καταρρέουν, παρεμβαίνουν οι γιατροί, και τους ζητούν να δωρίσουν το σώμα τους, ή μάλλον το κεφάλι τους, στην επιστήμη. Εκατό και βάλε χρόνια μετά, ένας καλλιτέχνης κάνει το δικό του σώμα έργο τέχνης, αυτοακρωτηριάζεται, χρησιμοποιεί ένα σαρκοφάγο έντομο, διαλύεται.

Γκροτέσκο, στα όρια της φάρσας, με μια δύναμη εντελώς αλλόκοτη, το Μητροφάγος, μιλάει με την τόλμη που μόνο στην τέχνη συγχωρείται, για την φαυλότητα της ανθρώπινης φαντασίας, την κινητήριο δύναμη όλου του πολιτισμού αλλά και όλης της φρικαλεότητας. Τέρατα παρελαύνουν στις σελίδες του, τέρατα που προέκυψαν βαθιά από τη μήτρα της ίδιας της ανθρωπότητας, σαν το μωρό με τα δυο κεφάλια, ή τα δυο μωρά με το ένα σώμα, που χρησιμοποιεί ο καλλιτέχνης.  Τα βάζουμε στη γυάλα και στη φορμόλη, τα κοιτάμε εξονυχιστικά σε ένα περίεργο freak show, αλλά τελικά εκεί, στις εσχατιές της φαντασίας, εδρεύουν οι χίμαιρες και τα οράματα, λίγο να μετακινηθείς, λίγο να παρασυρθείς και το όνειρο γίνεται φρικτός εφιάλτης. Αλλά τελικά, μήπως αυτά, δεν είναι τα πραγματικά τέρατα;

Φυσικά από ένα τέτοιο βιβλίο δεν θα μπορούσε να λείπει ο έρωτας, τσακίζονται οι γιατροί για τα μάτια της προϊσταμένης νοσοκόμας, Μενέντες. Όταν τελικά ο πρωταγωνιστής μας την κατακτά, την βάζει σε μια γυάλα κι αυτή μαραίνεται. Δεν έχει καμία σημασία πια. Μόνο η φωτιά θα μας σώσει.

Δεν είναι για όλους τους αναγνώστες, κάποιοι θα σιχαθούν και θα ανατριχιάσουν, κάποιοι δεν θα μπορούν να κοιμηθούν τα βράδια βλέποντας αυτοσχέδιες γκιλοτίνες κι ομιλούσες κεφαλές σε κύκλο. Ούτε κι εμένα με γοήτευσε εντελώς, σε κάποια σημεία ήθελα να το πετάξω από δίπλα μου να μην το βλέπω. Όμως ξέρω πως καλή λογοτεχνία γράφουμε και διαβάζουμε μέσα στα σκοτάδια μας, σκάβοντας εκεί που εδράζονται οι πιο μύχιοι φόβοι μας, κι οι πιο ντροπιαστικές ελπίδες μας. Ε, ο Λαρράκι μάλλον προχώρησε ένα βήμα παραπάνω αυτή την ανασκαφή.



                                                                         Κατερίνα Μαλακατέ 


Υ.Γ.42  Σιγά μη σας πω τι είναι Μητροφάγος. Μουχαχαχ



"Μητροφάγος, Ρόκε Λαρράκι, μετ. Έφη Γιαννοπούλου, εκδ. Αντίποδες, 2022, σ. 177

2/6/22

"Να θυμηθώ να παραγγείλω", Στέλιος Μάινας






Με ένα δύσκολο θέμα καταπιάστηκε στο πρώτο του μυθιστόρημα ο Στέλιος Μάινας, την ευθανασία, το ποιος έχει ή όχι δικαίωμα να βάλει τέλος στη ζωή κάποιου που επιθυμεί να μη ζει πια ή που λόγω ασθένειας δεν έχει πια καμία ποιότητα ζωής. 

Πρωταγωνίστρια μια γιατρός αναισθησιολόγος, γύρω στα σαράντα πέντε. Όμορφη γυναίκα, αφοσιωμένη στην επιστήμη της, ανύπαντρη και χωρίς παιδιά, που δεν διστάζει να ανακουφίσει ασθενείς που το έχουν ανάγκη. Πρόκειται για έναν άνθρωπο με ιδιαίτερη ευαισθησία στον πόνο, στιγματισμένο από τον θάνατο. Αλλά μήπως δεν είμαστε όλοι; Έναν άνθρωπο που με μια αμπούλα καλίου αυτοχρήζεται "ευεργέτης" ή φονιάς. 


Δίπλα μου είχα το κορίτσι που σχεδόν μεγάλωσα, να νιώθω το χνότο της πάνω μου, να νιώθω πως την αγαπώ, πως είναι κομμάτι μου, κι ας μην έχω γεννήσει, και λίγο πιο μακριά, σ' ένα κρεβάτι εντατικής, δεμένος με τις αλυσίδες του Προμηθέα, ο αγαπημένος μου φίλος, ένα κομμάτι από τον εαυτό μου, μας παρακαλούσε: Ελευθερώστε με! 

Κι έτσι καταλήγει στη φυλακή. Από εκεί, τη φυλακή δηλαδή, μας αφηγείται την ιστορία της, μας μιλά για τους ανθρώπους που αγάπησε, την αδελφή, την ανιψιά της, τον πρόσφατό της έρωτα, τον Άγγελο. Και μας εξηγεί τους λόγους.

Το μυθιστόρημα δεν γίνεται σε κανένα σημείο μελό, ούτε βαραίνει ανελέητα. Ασχολείται με την ευθανασία τόσο, όσο. Δεν πρόκειται για δοκίμιο ή πραγματεία, ο Μάινας περισσότερο θέτει ερωτήματα παρά έχει τις απαντήσεις. Η γραφή είναι ανάλαφρη, σε σημεία υπερβολικά προφορική, σαν να σου αφηγείται την ιστορία ένας παραμυθάς παρά ένας αφηγητής. Αυτό είναι το μεγάλο προσόν του, μιας και οι σελίδες φεύγουν χωρίς να το καταλάβεις, αλλά ταυτόχρονα και η βασική του αδυναμία, γιατί δεν αφήνει χώρο για δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης. Και το θέμα είναι τέτοιο που θα μπορούσαν να υπάρχουν πολλαπλά επίπεδα.

Δεν έχω διαβάσει το πρώτο βιβλίο του Στέλιου Μάινα, «Τα φαινόμενα απατούν», μια συλλογή διηγημάτων του 2010 από τις εκδόσεις Καστανιώτη, πάντως αυτό το μυθιστόρημα ήταν μια μικρή έκπληξη. Συνηθίζουμε να κρίνουμε τα βιβλία συγγραφέων που προέρχονται από άλλους καλλιτεχνικούς χώρους με καλυμμένη συγκατάβαση. Αυτό είναι ένα βιβλίο που αποδεικνύει πως κάνουμε λάθος.


                                Κατερίνα Μαλακατέ



"Να θυμηθώ να παραγγείλω", Στέλιος Μάινας, εκδ. Μεταίχμιο, 2022. σ. 305

26/5/22

"Ρωγμή στον τοίχο", Μαρία Δριμή

 




Στο γραφείο ενός εκδότη εισβάλλει ένας επιτυχημένος ηθοποιός. Απαιτεί να μάθει γιατί το χειρόγραφό του απορρίφθηκε. Ο εκδότης τον συμπαθεί, και τελικά συναινεί να το διαβάσει ο ίδιος και να του δώσει τεκμηριωμένη απάντηση. Έτσι δίνεται η κλωτσιά για να αρχινίσει ο μύθος, γιατί στην πραγματικότητα κύρια ιστορία του βιβλίου, είναι η εγκιβωτισμένη, το autofiction που έχει γράψει πρωτοπρόσωπα ο ηθοποιός για τη ζωή του. Σε αυτήν ένας νεαρός φοιτητής ιατρικής διαπιστώνει πως στη μεσοτοιχία με το διπλανό διαμέρισμα υπάρχει ένα ράγισμα. Από εκεί θα γνωρίσει τους γείτονές του, θα συνειδητοποιήσει το μυστικό που στοιχειώνει αλλά και ομορφαίνει τις ζωές τους, και θα αλλάξει κι αυτός ζωή. Αλλά και ο εκδότης θα αλλάξει, όσο διαβάζει το κείμενο του ηθοποιού.

Η νουβέλα είναι γραμμένη με απλά δομικά στοιχεία, ξεκάθαρη, ίσως σε κάποια σημεία υπερβολικά διδακτική, στα περισσότερα όμως η απλότητα χαρίζει στο κείμενο. Δεν χάνεται το βασικό θέμα, που είναι τι ορίζει τη ρότα που πήρε η ζωή μας, πόσο η αλληλεπίδραση με τον άλλον μπορεί να ξεκαθαρίσει το ποιοι είμαστε. Ο νεαρός φοιτητής είναι ένας χαρακτήρας ολοκληρωμένος, ταυτιζόμαστε και τον ακολουθούμε. Οι υπόλοιποι ήρωες τον πλαισιώνουν, δεν είναι κατ’ ανάγκη πλήρεις, όμως έχει ο καθένας τη λειτουργική του θέση. Και το ωραίο εύρημα για τη ζωή των γειτόνων – που δεν θα αποκαλύψω— χαρίζει βάθος στο κείμενο. Και ανθρωπιά.

Η «Ρωγμή στον τοίχο» είναι το πρώτο πεζογραφικό βιβλίο της Μαρίας Δριμή, που όμως έχει ασκηθεί αρκούντως στη γραφή με τα θεατρικά της. Γι’ αυτό έχουμε εδώ πολύ λίγες από τις παιδικές ασθένειες ενός πρωτόλειου, κοινώς η συγγραφέας δεν μπλέκει όλα τα θέματα μαζί, είναι ξεκάθαρο ποια ιδέα πραγματεύεται και οι αφηγητές της δεν κρίνουν τους ήρωες της, αφήνουν τον αναγνώστη να βγάλει τα συμπεράσματά του. Η ιδέα θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει μυθιστόρημα, ήδη ο εγκιβωτισμός της κεντρικής ιστορίας μέσα σε μια άλλη ιστορία, μας προϊδεάζει πως εδώ διακυβεύονται πολλά που μένουν ανείπωτα. Το ίδιο και οι εναλλαγές των αφηγητών. Η γλώσσα της Δριμή δεν είναι περίτεχνη, εξυπηρετεί το σκοπό της, να μας πει τον μύθο. Είναι όμως ξακάθαρη και λαμπερή, δεν έχει σκοτεινιές στον βωμό του ύφους. Τη συγγραφέα τη νοιάζουν οι εικόνες, οι απλές γραμμές που συνθέτουν σταδιακά κάτι πολυπλοκότερο.

Τη μικρή νουβέλα τη διάβασα μέσα σε μια μέρα, επίτευγμα αν σκεφτεί κανείς την πολυπλοκότητα της δικής μου ζωής, την απόλαυσα, μπήκα στην ιστορία και είδα τη ζωή με την αθωότητα του νεαρού ήρωα. Έζησα ξανά αυτόν τον πρώτο έρωτα που νομίζεις πως είναι ο μοναδικός. Τη χαρά του ανθρώπου που βρήκε σχετικά νωρίς πού ανήκει. Και τελικά κατέληξα να τη θυμάμαι αρκετό καιρό μετά την πρώτη ανάγνωση, με λεπτομέρεια. Κι αυτό δεν είναι μικρό επίτευγμα.

                                      Κατερίνα Μαλακατέ


"Ρωγμή στον τοίχο", Μαρία Δριμή, εκδ. Ιωλκός, 2022, σ. 106



19/5/22

"Κλίμακα Μπόγκαρτ", Μαρία Φακίνου

 


Δεν ξέρω αν οι αμαρτίες των γονιών μας θα μας παιδεύουν μια ολόκληρη ζωή. Αν μπορούμε να φάμε τις τύψεις, το θυμό, τα πάθη μας, να γίνουμε τόσο μεγαλόσωμοι που να μην έχει πια καμία σημασία ο πόνος. Δεν ξέρω πώς μπορείς να συγχωρήσεις και πότε. Ξέρω μονάχα πως η Μαρία Φακίνου, με τη αυτή τη μικρή νουβέλα, προσπαθεί να το διερευνήσει. Χωρίς να χαρίζεται στον αναγνώστη ή να του χαϊδεύει τα αυτιά, χωρίς να του λέει «δεν πειράζει», «κι αυτό θα περάσει». Κάποια τραύματα δεν κλείνουν ποτέ.

Μάνα 
λέξη που μόνο το παιδί σου σε λέει, ιδιότητα που μόνο αν έχεις παιδί αποκτάς, μάνα κανενός ίσον λήμμα που λείπει από το προσωπικό σου λεξικό, πάει και τελείωσε, η μάνα σου ο πατέρας σου ο εφοριακός ποτέ δεν μπορούνε να σε πούνε
Μάνα

Η "Κλίμακα Μπόγκαρτ" αγγίζει πολλά θέματα, τη μητρότητα, την υποταγή στην αντρική φιγούρα, το "έτσι μας μάθανε", την πατριαρχία που μπαίνει σε κάθε μικρή πτυχή της καθημερινότητας, ανεπαισθήτως, και μας μπουκώνει. Την αλήθεια του καθενός. Όλα τα βλέπουμε από την πλευρά ενός άντρα. Ή περίπου. 

εκεί μέσα, στην Παλόμα, κάθετί δυσάρεστο που μπορεί να είχε συμβεί στο σπίτι, κάθε κακό όνειρο που μπορεί να σ' είχε ξυπνήσει στις τέσσερις παρά τέταρτο μαζί με το σκουπιδιάρικο
Απορριματοφόρο
δεν εξαφανιζόταν, αλλά υποχωρούσε, φωνή που ξεμακραίνει, βάρκα που την παίρνει το κύμα, πρώτος πάντα ο ιδιοκτήτητης του καταστήματος στη γωνία με τα παπούτσια, τσακωνόσασταν για τη μπάλα, η ταμίας της τράπεζας, μικρή κύφωση από το μέτρα μέτρα, γράφε διπλότυπα, κίτρινο χαρτάκι ο πελάτης, άσπρο η τράπεζα, ένας
Μυστήριος τύπος
με ένα μαγαζάκι που πουλούσε πράγματα μόνο για αριστερόχειρες, έπειτα ό,τι έφερνε η μέρα, οχτώ το βράδυ κλείδωνες και με τα πόδια Ψαρών 21

Πάντα μυστήριος αυτός που ξεχωρίζει έστω και λίγο. Αλλά αυτός που θα έπρεπε να ξεχωρίζει πολύ, ο βασανιστής, ο θύτης, ποτέ δεν ξεχωρίζει, αυτός ενσωματώνεται, γίνεται ένα με τους υπολοίπους. Όλοι άλλωστε βασανιζόμαστε. Κεντρικοί ήρωες μια οικογένεια, η μητέρα, η κόρη, ο πατέρας. Αυτός ο πατέρας που θαρρεί πως μπορείς να ξεχάσεις. Που νομίζει πως αρκεί να είσαι «καλός οικογενειάρχης και κουβαλητής» μετά, όταν όλα έχουν τελειώσει. Μια μητέρα που αγνοεί τον πόνο, χωρίς κανέναν συγκεκριμένο λόγο. Και μια κόρη που στο τέλος τούς έφαγε όλους.

Το κείμενο είναι μαυλιστικό, σε παρασέρνει στον ρυθμό του από την αρχή, μακροσκελείς περιγραφές, μακροπερίοδος λόγος, σχεδόν παντελής απουσία κάθε τελείας, προσδίδουν ύφος και την αίσθηση του χάους. Για ώρα δεν ξέρεις ποιος μιλάει, αν ιστορεί κάτι άξιο λόγου, χάνεσαι σε μαιάνδρους. Ο αφηγητής χρησιμοποιεί το δεύτερο πρόσωπο, πραγματικά δύσκολο στη σχετικά μεγάλη φόρμα∙ εδώ φαίνεται σαν να είναι η αυτονόητη επιλογή. Δεν υπάρχει σασπένς βεβαίως. Ξέρεις με σιγουριά πως το τραύμα είναι εδώ. Το πολιτικό μπλέκεται με το προσωπικό. Η μνήμη, η ανάμνηση, γίνεται προσωπική και χάνει κάθε αντικειμενικότητα. Όλα βαίνουν προς τον θάνατο. Και η ιστορία με την Ιστορία κάνουν μαζί πάρτυ με τις ζωές μας. Ζωές στον αυτόματο.


                                        Κατερίνα Μαλακατέ



"Κλίμακα Μπόγκαρτ", Μαρία Φακίνου, εκδ. Αντίποδες, 2022, σ.107 


10/5/22

"Είμαι το τέρας που σας μιλά", Paul B. Preciado






Δεν βρίσκω τα λόγια να μιλήσω για αυτό το βιβλίο. Κι αν κάνω λάθος; Κι αν δεν χρησιμοποιήσω τον σωστό όρο; Κι αν δεν μεταφέρω σωστά αυτό που είναι η αλήθεια του συγγραφέα. Εδώ μιλάμε για μια αλήθεια εντελώς υπαρκτή, η πρόσληψή της έχει ανοίξει μια τεράστια κουβέντα για το τι είναι φύλο, αξίζει τον κόπο να την καταλάβεις.

Μα ειλικρινά αξίζει να μιλήσεις για αυτό το βιβλίο, όσο κόπο κι αν σου κάνει, ακόμα κι αν δεχτείς αργότερα μια επίθεση του τύπου «δεν κατάλαβες τίποτα». «Προσπάθησα», αυτή είναι η μόνη απάντηση. Και προς ώρας, πρέπει να είναι αρκετή. Αργότερα δεν θα είναι.

Το «Είμαι το τέρας που σας μιλά» του Πωλ Μπ. Πρεθιάδο είναι η ομιλία ενός διεμφυλικού άντρα σε μη δυαδικό σώμα, ενώπιον της Σχολής του φροϋδικού αιτίου της Γαλλίας στις 17 Νοεμβρίου 2019. Την ομιλία αυτή δεν κατάφερε ο Πρεθιάδο να την εκφωνήσει ολόκληρη, προκάλεσε μεγάλο σάλο στους παρευρισκόμενους, ο ομιλητής τη συντόμευσε κατά τα ¾, μια γυναίκα ψυχαναλύτρια του φώναξε «Μην τον αφήνετε να μιλάει, είναι ο Χίτλερ». Λίγες μέρες μετά από αυτή την ομιλία, οι ψυχαναλυτικές ενώσεις διασπάστηκαν.

Ο συγγραφέας που αυτοπροσδιοριζόταν ως γυναίκα ως το 2014, που ανακοίνωσε πως ξεκινά τη φυλομετάβαση και άλλαξε το όνομά του σε Πωλ, είναι ένας άνθρωπος που έχει πολλά να πει για το σώμα, για τη δυαδικότητα. Για το πώς η ψυχανάλυση ψυχιατρικοποίησε την αίσθηση που έχεις ένας διεμφυλικός για τον εαυτό του, κι ακόμα και τώρα, βασίζει τόσο πολύ τις θεωρίες του Φρόυντ για τα δύο φύλα, που δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει την αλλαγή. Το σώμα είναι η πατρίδα μας, και ταυτότητα τού δίνουμε εμείς. Δεν μπορείς να το κανονικοποιήσεις, να το κόψεις και να το ράψεις με ορμόνες ή εγχειρήσεις, για να το ορίσεις.

«Η μετάβαση φύλου είναι η εγκαθίδρυση μιας κάθετης επικοινωνίας με την ορμόνη που σβήνει ή καλύτερα επισκιάζει αυτό που εσείς αποκαλείτε θηλυκό φαινότυπο, αφυπνίζοντας μια νέα γενεαλογία. Αυτή αφύπνιση είναι μια επανάσταση. Πρόκειται για μια μοριακή εξέγερση. Είναι μια επίθεση ενάντια στην εξουσία του ετεροπατριαρχικού εγώ, της ταυτότητας και του ονόματος. Μια διεργασία αποαποικιοποίησης του σώματος.

Μέσα από αυτή τη διαδικασία, της αλλαγής, ο συγγραφέας ένιωσε στον πυρήνα του όλες τις κοινωνικές συμβάσεις για το φύλο, συνειδητοποίησε τη δύναμη που θα είχε αν απαγκιστρωθούμε από αυτές.

«Η μετάβαση φύλου ισοδυναμεί με το να κατανοήσει κανείς ότι οι πολιτισμικοί κώδικες της αρρενωπότητας και της θηλυκότητας είναι ασήμαντοι σε σύγκριση με την άπειρη ποικιλία που έχουν οι τροπικότητες της ύπαρξης.

[…]

Είμαι το μικρό κορίτσι που διασχίζει ένα χωριό της Κανταβρίας και σκαρφαλώνει στις κερασιές γρατζουνώντας τις γάμπες της. Είμαι το αγόρι που κοιμάται σε έναν στάβλο μαζί με τις αγελάδες. Είμαι η αγελάδα που σκαρφαλώνει στο βουνό και κρύβεται από τα ανθρώπινα βλέμματα. […] Είμαι το άτομο που αρνείται να προσδιοριστεί ως γυναίκα και χορηγεί στον εαυτό του μικρές δόσεις τεστοστερόνης κάθε μέρα. Είμαι ένα Ορλάντο που γράφεται με χημεία.[…] Το μόνο πράγμα που ήταν ηρωικό ήταν η επιθυμία μου να ζήσω[…] Οι παρατηρήσεις πάνω στο σώμα μου και οι προσωπικές μου δοκιμασίες δεν είναι ατομικές, αντιθέτως, περιγράφουν τους πολιτικούς τρόπους με τους οποίους κανονικοποιείται ή αποδομείται το κοινωνικό φύλο, το βιολογικό φύλο και η σεξουαλικότητα, και επομένως μπορούν να συνεισφέρουν στη συγκρότηση μιας αντισυμβατικής γνώσης ενάντια στις ηγεμονικές γλώσσες της ψυχολογίας, της ψυχανάλυσης και των νευροεπιστημών».

Ο Πρεθιάδο είναι φιλόσοφος, συγγραφέας και εικαστικός επιμελητής. Έχει διδάξει σε πολλά Πανεπιστήμια, ήταν προσωπικός φίλος του Ντεριντά, είναι ένας άνθρωπος των ανθρωπιστικών επιστημών και των γραμμάτων. Το σώμα του το χρησιμοποιεί για να στοχαστεί πάνω στην κοινωνία και τις κοινωνικές κατασκευές, στην ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης.

«Το ξέρω ότι έχω μετατρέψει το σώμα μου σε ένα ανθρώπινο showroom: αλλά προτιμώ να γίνει η ζωή μου ένας λογοτεχνικός θρύλος, ένα βιοπολιτικό σόου, από το να αφήσω την ψυχιατρική, την φαρμακολογία, την ψυχανάλυση, την ιατρική ή τα ΜΜΕ να κατασκευάσουν μια αναπαράσταση του εαυτού μου ως αφομοιωμένου, δυαδικού και εκπαιδευμένου ομοφυλόφιλου ή διεμφυλικού, ως ενός καλλιεργημένου τέρατος ικανού να εκφράζεται στη γλώσσα της νόρμας.

[…]

Η μετάβαση φύλου αυτή καθ’ αυτή είναι μια διαδικασία ευκολότερη από το να πηγαίνει κανείς στο σχολείο κάθε μέρα, την ίδια ώρα, για μεγάλο μέρος της παιδικής του ηλικίας και της εφηβείας του, ευκολότερη από έναν μονογαμικό γάμο χωρίς απιστίες, ευκολότερη από την εγκυμοσύνη και τη γέννα, ευκολότερη από τη δημιουργία οικογένειας, ευκολότερη από το να βρει κανείς μια ικανοποιητική μόνιμη δουλειά, ευκολότερη από την ευτυχία σε μια καταναλωτική κοινωνία, ευκολότερη από τα γεράματα και τον εγκλεισμό σε νοσοκομείο.

Για να το πω όσο πιο απλά γίνεται: όλοι εσείς διακεκριμένοι σοφοί της Σχολής του φροϋδικού αιτίου θα μπορούσατε να είστε ομοφυλόφιλοι ή να γίνετε τρανς.[…] Η θηλυκότητα ή η αρρενωπότητά σας, τις οποίες επωμίζεστε και υπερασπίζεστε, δεν είναι λιγότερο κατασκευασμένες από τη δική μου».


                                                          Κατερίνα Μαλακατέ



"Είμαι το τέρας που σας μιλά", Πωλ Μπ. Πρεθιάδο, μετ. Αναστασία Μελιά Ελευθερίου, εκδ. Αντίποδες, 2022, σ. 114

29/4/22

"Μάθημα ελληνικών", Χαν Γκανγκ 한강

 


 


Αν και σε καμία περίπτωση δεν φτάνει την πολυπλοκότητα της Χορτοφάγου, το Μάθημα ελληνικών είναι ένα ήσυχο βιβλίο, που επικεντρώνεται σε ένα θέμα και το εξαντλεί σε βάθος. Η απλότητα και το βάθος μαζί, κάνουν καλό στην ψυχή. Εκεί έχω καταλήξει.

Μια γυναίκα δουλεύει όλα της τα χρόνια με τη γλώσσα, όταν ξαφνικά χάνει τη φωνή της. Το είχε πάθει ξανά όταν ήταν παιδί, αδυνατεί να μιλήσει. Η γυναίκα έχει πρόσφατα χωρίσει, πέθανε η μητέρα της, κι ο πρώην άντρας της της πήρε την επιμέλεια του παιδιού. Αρχίζει μαθήματα αρχαίων ελληνικών, ίσως με την κρυφή ελπίδα πως θα λειτουργήσουν όπως κάποτε τα Γαλλικά που τη βοήθησαν να βρει φωνή. Ο δάσκαλός της είναι ένας σαραντάρης άντρας που γύρισε πρόσφατα από την Γερμανία όπου είχε μεταναστεύσει για χρόνια η οικογένειά του. Ο άντρας σύντομα θα χάσει την όρασή του, το ξέρει από μικρός, μα τώρα θα γίνει οριστικά. Του έχουν μείνει ένα δύο χρόνια προοδευτικού θολώματος, κι έπειτα σκοτάδι.

Ο υπαινιγμός είναι τέχνη. Κι αυτή την τέχνη την εξασκεί και εδώ εξαιρετικά η Χαν Γκανγκ. Τίποτα δεν λέγεται, όλα όμως αφήνεται να υπονοηθούν, σαν να σέρνονται ύπουλα και είναι έτοιμα να σου επιτεθούν ανα πάσα στιγμή. Οι αισθήσει που σε εγκαταλείπουν, η γλώσσα ως πατρίδα και καταφύγιο (ειδικά μια γλώσσα τόσο διαφορετική από τη δική σου και πεθαμένη εκατοντάδες χρόνια), η παιδική ηλικία, οι σχέσεις με τους γονείς που διαμορφώνουν το παρόν, το κάθε παρόν, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Η φθορά και η λήθη. Και το πλησίασμα, δυο ανθρώπων τόσο πληγωμένων που δεν φανταζόσουν ποτέ πως μπορούν να σώσουν ο ένας τον άλλον.

Βιβλίο υποτονικό, σε στιγμές μαυλιστικό, που δεν θέλεις να τελειώσει γιατί η πλοκή του είναι εντελώς αδιάφορη. Θέλεις να συνεχίσει να σε έχει στα δίκτυα του, να μην βγεις από αυτόν τον κόσμο που φαίνεται να έχει μόνο μια έγνοια, την πολυπλοκότητα της ίδιας της ζωής. Αυτό είναι συνάμα συνταρακτικό και ανακουφιστικό. Η Χαν Γκανγκ καταφέρνει με μια απλή συμβολική ιστορία να φτιάξει δυο ήρωες γοητευτικούς μες στις δυσκολίες και τις αναπηρίες τους.

Η κορεάτικη είναι μια κουλτούρα πολύ διαφορετική από τη δική μας, το νιώθω βαθιά στα κόκκαλα μου κάθε φορά που διαβάζω βιβλίο συγγραφέα κορεάτικης καταγωγής. Ο Κορεάτες μεγαλώνουν αλλιώς, βλέπουν τη ζωή με άλλον τρόπο, κι όμως τα μυθιστορήματα της Χαν Γκάνγκ έχουν κάτι το οικείο. Το δράμα είναι βαθιά ανθρώπινο. Ο καθηγητής των ελληνικών, ποτέ δεν έμαθε τέλεια Γερμανικά, όσα χρόνια κι αν έλειψε, μόνο στην Κορέα νιώθει πως δεν ξεχωρίζει. Και η αίσθηση του ανήκειν -έστω κι απλά ο ένας στον άλλον- είναι το θέμα όλου του μυθιστορήματος.


                                Κατερίνα Μαλακατέ


"Μάθημα ελληνικών", Χαν Γκανγκ, μτφ. Αμαλία Τζιώτη, εκδ. Καστανιώτη, 2022, σ.192 



12/4/22

"Αρχίζουμε από το τέλος", Chris Whitaker

 




Είχα καιρό να διαβάσω whodunit αστυνομικό, εμπορικό και γρήγορο, όταν έπιασα το «Αρχίζουμε από το τέλος». Επίσης ίσως να είχα κι ελαφρύ πυρετό. Πάντως το μυθιστόρημα ανταποκρίθηκε πλήρως, με ξενύχτησε όταν έπρεπε και μου κράτησε συντροφιά, όχι για πολύ 2-3 μέρες, ίσα ίσα να μπορέσω να βγάλω το δύσκολο.

Φυσικά, όπως τα περισσότερα αντίστοιχα που έχω διαβάσει, πάσχει από την ασθένεια της υπερπλοκής, ήρωες εμφανίζονται, κι έπειτα πεθαίνουν εν ριπεί οφθαλμού, ακριβώς μόλις τους συμπαθήσεις, δολοφόνοι κάνουν σουλάτσο, λες και το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου είναι να σκοτώσεις έναν άνθρωπο, έστω και τυχαία. Κεντρικός χαρακτήρας είναι ένας αστυνομικός που δεν έχει λύσει ποτέ ούτε μια υπόθεση και πάσχει από ανίατη ασθένεια. Α, και ο πραγματικός δολοφόνος κάνει μπαμ αμέσως.

Δύο παιδιά, η Ντάτσες, δώδεκα χρονών και ο Ρόμπιν, έξι χρονών, προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα μόνα τους με ελάχιστα χρήματα, γιατί η μητέρα τους είναι μια άσωτη που δουλεύει ενίοτε τραγουδίστρια σε κακόφημα μπαρ, κάνει σωρηδόν απόπειρες αυτοκτονίας και τα παραμελεί. Ο μόνος που νοιάζεται για αυτά είναι ο στρογγυλός, ροδαλός αστυνόμος Γουόκ, παιδικός φίλος της μαμάς τους. Κι αργότερα ο Βίνσεντ, ο κολλητός του Γουόκ, που μόλις βγήκε έπειτα από τριάντα χρόνια στη φυλακή

Άλλα σπόιλερ σε αστυνομικό, εγώ δεν κάνω.-

Το μυθιστόρημα έχει κάποιες νύξεις για τις διαλυμένες οικογένειες, για το τραύμα, για τη θανατική ποινή, για την ιδρυματοποίηση, για την οικολογία, χωρίς να φτάνει σε κάποιο βάθος κι αυτό είναι ξεκούραστο. Ενεργοποιεί την ταύτιση από την πρώτη στιγμή, με το πιο εύκολο τρικ, έχοντας για κεντρική πρωταγωνίστρια ένα παιδί δώδεκα χρονών και πιάνει σωστά όλες τις αποχρώσεις του μελό. Βέβαια πιθανολογώ πως ο συγγραφέας έχει χρόνια να συναναστραφεί με μια δωδεκάχρονη, κι έτσι η πρωταγωνίστρια άλλοτε μοιάζει οκτώ, κι άλλοτε σαράντα οκτώ ετών, χωρίς καμία συνέπεια.

Η πλοκή έχει κάποια παιδαριώδη λάθη, είναι δύσκολο να χειριστείς όλους αυτούς τους χαρακτήρες, κι η μετάφραση είναι μέτρια, γεμάτη αγγλισμούς και κυριολεξίες που σε κάνουν να γελάς και να χάνεις τον ρυθμό της αφήγησης. Αυτό είναι πάντα κακό σημάδι, σημαίνει πως ο μεταφραστής βαρέθηκε, «μπήκε στον αυτόματο» για να βγουν οι πολλές σελίδες. Γενικά, μόλις αρχίσει κανείς να ψάχνει τις «ραφές» του κείμενου, είναι κακά τα μαντάτα για ένα μυθιστόρημα που δεν διεκδικεί δάφνες μεταμοντερνισμού. Κι αν κατάφερα εγώ που είμαι εξαιρετικά επιρρεπής στο μελόδραμα, να αρχίσω να ασχολούμαι με τα δομικά στοιχεία της πλοκής, αντί να κλαίω για τους πεθαμένους, τότε μάλλον κάτι πήγε λάθος.


                                              Κατερίνα Μαλακατέ

 
"Αρχίζουμε από το τέλος", Chris Whitaker, μετ. Γιώργος Μπαρουξής, εκδ. Μεταίχμιο, 2022, σ.482

7/4/22

"Μια χούφτα σκόνη", Evelyn Waugh

 




Θα έλεγα ψέματα, αν υποκρινόμουν πως ήξερα τον Ίβλιν Γουό (Evelyn Waugh) πριν από την έκδοση του «Μια χούφτα σκόνη» από τις εκδόσεις Gutenberg, αν και δεν είναι αυτό το πρώτο του βιβλίο πoυ μεταφράζεται στα ελληνικά. Ξεκίνησα να το διαβάζω γιατί στο οπισθόφυλλο ο Γκράχαμ Γκρην ισχυρίζεται πως ο Γουό είναι ο καλύτερος συγγραφέας της γενιάς τους (κοινώς τσίμπησα το διαφημιστικό τυράκι). Και ενθουσιάστηκα.

Το «Μια χούφτα σκόνη» είναι μια καυστική σάτιρα της αστικής τάξης του Μεσοπολέμου, αλλά παράλληλα είναι και ένα βιβλίο πικρό, και τολμηρό. Ο Γουό εξάλλου δεν διστάζει να σκοτώσει τον μόνο συμπαθητικό ήρωα της ιστορίας του. Η όμορφη λαίδη Μπρέντα είναι παντρεμένη με τον Τοντ για επτά χρόνια. Ζουν σε ένα βαρύ γοτθικό σπίτι, κακάσχημο κατά την άποψή της, που η συντήρησή του απαιτεί πάνω από το μισό ετήσιο τους εισόδημα. Έχουν κι ένα αγοράκι τον Τζον Άντριους, που τον μεγαλώνουν οι νταντάδες. Έτσι, όταν τους επισκέπτεται ένας ανυπόληπτος νεαρός, ο Τζον Μπίβερ, η Μπρέντα ξεμυαλίζεται μαζί του και πιάνει ένα διαμέρισμα στο Λονδίνο για να τον βλέπει με πρόσχημα τις σπουδές. Πίσω μένουν ο γιος και ο άντρας της.

Το μυθιστόρημα έχει αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, γράφτηκε κατά τη διάρκεια του δύσκολου διαζυγίου του Γουό από την πρώτη του σύζυγο (που την έλεγαν κι εκείνη Evelyn). Σατιρίζει τα ήθη της εποχής, τις μικρότητες, τα προσχήματα. Αυτό που κυριαρχεί στο βιβλίο είναι η ανυπαρξία ειλικρινών συναισθημάτων, όλα, ακόμα και οι οικογενειακοί δεσμοί, μοιάζουν μικροί, ανύπαρκτοι, και ο κάθε χαρακτήρας ζει σε μια αφόρητη μοναξιά που διανθίζεται από κοινωνικές συναναστροφές.

Το τελευταίο κεφάλαιο με τον Άνθρωπο που αγαπούσε τον Ντίκενς, φαίνεται κάπως αποκομμένο από το υπόλοιπο βιβλίο, αλλά είναι μακράν το αγαπημένο μου. Ο Γουό μοιάζει σε αυτό να παίζει με την ιδέα πως η τέχνη θα μας σώσει και να την απορρίπτει σκωπτικά. Κι αν αναλογιστεί κανείς και την ιστορία του ίδιου του Ντίκενς, το αστείο γίνεται ακόμα πιο σουρρεαλιστικό.

Απόλαυσα το «Μια χούφτα σκόνη», είναι φανερά γραμμένο από έναν δεξιοτέχνη. Είναι από εκείνα τα βιβλία που σε ρουφάνε στην πλοκή τους, ενεργοποιούν την ταύτιση, δεν μπορείς εύκολα να τα αποχωριστείς. Όμως όταν τα τελειώσεις, δεν νιώθεις πως τελείωσαν, συνεχίζει η ιστορία να δουλεύει μέσα σου, δεν διάβασες κάτι κενό, χωρίς νόημα. Ίσως δε, να με έσπρωξε ξανά προς τον Ντίκενς.

                                  
                                                   Κατερίνα Μαλακατέ


"Μια χούφτα σκόνη", Evelyn Waugh, μετ. Παλμύρα Ισμυρίδου, εκδ. Gutenberg, 2022, σ. 376 



28/3/22

"Τι είδε η γυναίκα του Λωτ", Ιωάννα Μπουραζοπούλου

 




Το Τι είδε η γυναίκα του Λωτ κυκλοφόρησε το 2007 σε μια εποχή που η ελληνική λογοτεχνία ήταν σε βαθιά κάμψη (σε μένα προκαλούσε απόγνωση) και κανονικά θα έπρεπε να τα έχει σαρώσει όλα και να μας αλλάξει άρδην. Το μόνο που χρεώνω στο βιβλίο είναι πως δεν το έκανε. Το διάβασα τότε κι ένιωσα νέο αέρα να κυκλοφορεί σε ένα μπαγιάτικο τοπίο, όπου το σινάφι ανακύκλωνε τις εμμονές του ή ενδιαφερόταν περισσότερο για να μπει κάποιο κείμενό του σε τρέντι περιδικά της προηγούμενης εποχής. 

Η γυναίκα του Λωτ δεν τα σάρωσε όλα. Λειτούργησε όμως διαβρωτικά. Η Ιωάννα Μπουραζοπούλου έγινε μεγάλη σταρ. Όχι, αυτό δεν είναι αλήθεια. Αλλά θα έπρεπε να γίνει μεγάλη σταρ, μια ποπ σταρ της λογοτεχνίας κι από κάτω να ξεροσταλιάζουμε οι θαυμαστές της. Στην πραγματικότητα είναι η πιο σεμνή συγγραφέας που έχω γνωρίσει.

Πρόκειται για ένα βαθιά πολιτικό μυθιστόρημα, γραμμένο ύπουλα, άλλοτε νομίζεις πως πρόκειται για επιστολικό μυθιστόρημα, για ένα μαθηματικό νουάρ που πρέπει να λύσεις τον γρίφο, μερικές φορές μια δυστοπία για το εγγύς μέλλον. Ας ξεκαθαρίσουμε τι δεν είναι, δεν ανήκει στην επιστημονική φαντασία και για αυτό οι φαντασάδες αυτού του τόπου λατρεύουν να το μισούν∙ είναι η πιο καλογραμμένη δυστοπία της γενιάς μας, αλλά αγνοεί επιδεικτικά όλους τους κανόνες του είδους. Δεν είναι Greek crime όπως προσπάθησαν να το πλασάρουν στον αγγλόφωνο κόσμο. Και σίγουρα δεν είναι επιστολικό, αγνοεί επιδεικτικά τον Βέρθερο, και τις Επικίνδυνες σχέσεις και τον Δράκουλα, κι ό,τι ξέρατε ποτέ για τα επιστολικά μυθιστορήματα.

Στο μέλλον, η Υπερχείλιση έχει αλλάξει την γεωγραφία όλης της γης, καταβύθισε όλες τις χώρες γύρω από τη Νεκρά θάλασσα και από την τρύπα ανάβλυσε ένα βιολετί αλάτι, μαυλιστικό. Έτσι η Βιέννη και το Παρίσι γίνανε λιμάνια και ο Νότος χαμένη πατρίδα. Αμέσως στήθηκε μια εταιρία «οι Εβδομηντα πέντε» που έχτισε μια Αποικία πάνω εκεί που αναβλύζει το βιολετί αλάτι, στις όχθες του Ιορδάνη, και εκμεταλλεύεται το ναρκωτικό που πωλείται πανάκριβα. Εκεί διοικεί ο Κυβερνήτης Βερά και τα τσιράκια του: η γυναίκα του, ο δικαστής, ο γιατρός, ο ιερέας, ο φρούραρχος και ο γραμματικός του. Οι υπόλοιποι άποικοι είναι χωρισμένοι σε κάστες, κάνουν τη δουλειά τους χωρίς πολλά πολλά, γιατί όλοι κάτι έχουν να κρύψουν ή να ξεχάσουν.

Αν σας θυμίζει κάτι αυτή η εταιρία που ελέγχει όλη την πόλη που έφτιαξε δίπλα στην πηγή της εκμετάλλευσης, που βρέθηκε να ελέγχει όλο το αλάτι κι όλο τον πλούτο, εκμεταλλευόμενη τον Φόβο και τον Πόθο του καθενός, να το ξεχάσετε. Δεν είναι μια απλή αλληγορία όλο αυτό. Οι χαρακτήρες, που μοιάζουν όμοιοι όσο μιλάνε στις επιστολές, στήνονται διεξοδικά. Οι πρώτες σελίδες του βιβλίου φαίνονται ψυχρές, σχεδόν κλινικές. Κι έπειτα κάθε στοιχείο μετράει, και φτιάχνει μια Βιβλική παραβολή, μια πραγματεία για την ανθρώπινη φύση, για την κακία και τη φαυλότητά της, για την ανοησία και την πλεονεξία της. Και τελικά για την αγάπη.

Τι είναι πραγματικότητα, τι παραίσθηση, ποιος λέει αλήθεια και ποιος ψέματα; Τι είναι ηθική και ποιος την ορίζει; Πώς διαμορφώνεται η ζωή του καθενός, τυχαία, από την ειμαρμένη, από το σθένος και το κουράγιο του, από τα γεγονότα; Και ο Μεσσίας μήπως έχει τη μορφή ενός Πειρατή ανάμεσα στη Νέμεση και την Κάθαρση; Κι ένα Κουτί πράσινο, μπας και παίζει με τη συλλογική μας φαντασίωση ενός Κιβωτίου που θα μας σώσει;

Η Μπουραζοπούλου γράφει πάντα πολιτικά. Ό,τι άλλο κι αν είναι αυτό το μυθιστόρημα, αυτό είναι κυρίως, ένα Καράβι για πλοηγηθείς στις πιο μύχιες άνομες σκέψεις σου, να καταλάβεις πώς το ατομικό γίνεται συλλογικό και πολιτικό χωρίς καν να το καταλάβεις και κυρίως χωρίς καν να διανοηθείς πως μπορείς να το διαχειριστείς. Μήπως όμως μπορείς; Μπας και τελικά όσο βαθιά κι αν είσαι χωμένος, μπορείς πάντα να σηκώσεις το χέρι και να σπάσεις την αλυσίδα; Ή έστω τον μαίανδρο;

Όσα και να πει κανείς για αυτό το περίπλοκο αρχιτεκτόνημα, γραμμένο σε μια γλώσσα πηγαία προσεγμένη, σχεδόν εκνευριστικά τέλεια, είναι λίγα. Το όνειρό μου όταν μεγαλώσω είναι να γίνω Ιωάννα Μπουραζοπούλου. Όνειρο μάλλον απατηλό, και εν πολλοίς άδικο για μένα, γιατί απαιτεί ταλέντο αστείρευτο. Αυτή τη βιβλιάρα εξάλλου η Ιωάννα Μπουραζοπούλου την εξέδωσε πριν καν κλείσει τα σαράντα. Eat her dust.

                               Κατερίνα Μαλακατέ



"Τι είδε η γυναίκα του Λωτ", Ιωάννα Μπουραζοπούλου, εκδ. Καστανιώτη, 2007





21/3/22

Πώς επιλέγουμε το επόμενο βιβλίο (της Λέσχης)

 

Λέσχη ανάγνωσης Booktalks


Θα επιχειρήσω σήμερα να σας βάλω στο κεφάλι ενός συντονιστή Λέσχης Ανάγνωσης, δηλαδή μιας συντονίστριας, στο δικό μου, για να σας εξηγήσω περίπου πώς επιλέγονται τα βιβλία. Μοιάζει πιθανότατα λιγάκι με τους συνειρμούς που κάνει ένας οποιοσδήποτε αναγνώστης για να διαλέξει το επόμενο βιβλίο. Μόνο που σε αυτή την περίπτωση αυτή η αναγνώστρια έχει λίγους παραπάνω αναγνώστες στον νου της, καμιά εκατοστή συνολικά.

Η τελευταία επιλογή για τη Λέσχη Ανάγνωσης του Booktalks ήταν η «Ιστορία του κόσμου σε 10 ½ κεφάλαια» του Julian Barnes. Αυτή τη φορά μάλιστα ήταν μια επιλογή που την κάναμε με μια συντονίστρια λέσχης ακόμα, μιας και στη διαδικτυακή λέσχη είχαμε μαζί μας και τη Λέσχη Φιλαναγνωσίας της Κομοτηνής. 

Γιατί Μπαρνς λοιπόν;

Πρωτίστως γιατί πρόκειται για έναν συγγραφέα που αγαπώ προσωπικά. Εκ των πραγμάτων το υποκειμενικό στοιχείο, η προσωπικότητα της συντονίστριας δίνει τον τόνο, καθορίζει τον τρόπο που λειτουργεί η κάθε Λέσχη. Σε άλλες λέσχες ο συντονιστής κάνει θεωρητική εισαγωγή, σαν φιλολογικό μάθημα, σε άλλες κάνει ένα μέλος εισαγωγή για τον/την συγγραφέα, σε άλλες σαν τη δική μας, μπαίνουμε στην κουβέντα αγνοί, και τα συμπεράσματα προκύπτουν αβίαστα, στη ροή του λόγου του καθενός, ανάλογα με το ποιος είναι ο/η αναγνώστης/ αναγνώστρια.

Δεύτερον, γιατί είναι ένα βιβλίο πραγματικά διασκεδαστικό, γεμάτο από βρετανικό φλέγμα, ορεξάτο, που στον πυρήνα του κρύβει όλα τα μεγάλα θέματα, μιλάει για τη ζωή και τη ματαιότητά της, για τον θάνατο, και το πώς γράφεται η Ιστορία, και πώς η ιστορία του καθενός μας, μιλάει για διαχωρισμούς, για τη θρησκεία, για την επιστήμη, για πολιτική. Και τελικά βάζει ένα ερώτημα που μόνο αν περάσει μέσα σου και σε ποτίσει ολόκληρο θα το κατανοήσεις: Υπάρχει ελεύθερη βούληση; Κι αυτό έχει σημασία;

Τρίτον όμως και κυριότερο γιατί είναι ένα μυθιστόρημα που μοιάζει σαν εγχειρίδιο μεταμοντερνισμού. Σχεδόν όλα τα στοιχεία της θεωρίας είναι εδώ, αποσπασματικότητα, διακειμενικότητα, έχει γραφτεί με την τεχνική του bricolage (όπως θα ήθελε μάλλον ο Λεβί Στρος), δημιουργεί ένα παζλ ιστοριών στα πρότυπα του Περέκ, σε κάνει να ψάχνεις το νήμα, τι ενώνει αυτές τις ατελείωτες ιστορίες, όπως ο Καλβίνο, σε σημεία αναγνωρίζεις την λεπτή στρώση ειρωνείας του Μπόρχες να ξεπηδά από τις σελίδες κ.ο.κ Πρόκειται για ιστορίες φαινομενικά άσχετες μεταξύ τους που τις ενώνουν μοτίβα, σε κάθεμια έχουμε ένα πλοίο, έχουμε νερό, έχουμε το μοτίβο της διάσωσης, αλλά και τον διαχωρισμό καθαρών- ακάθαρτων. Έτσι ένα σαράκι μας μιλάει μέσα από την κιβωτό του Νώε, μετά μια πραγματεία για τη «Σχεδία» του Ζερικό, μια δίκη ζωύφιων στο Μεσαίωνα, έναν αμερικάνο αστρονάυτη να ψάχνει τον σκελετό του Νώς στα βάθη της Τουρκίας κ.ο.κ. Δέκα κεφάλαια και ένα μισό, κουτσουρεμένο, αυτό της αγαπής. Δέκα κεφάλαι αμφισβήτησης του κόσμου έτσι όπως τον ξέρουμε σήμερα, κι όλων των στεγανών.

Ο Μπαρνς είναι ένας πολυδιαβασμένος σοφός, θεωρητικός της λογοτεχνίας, ξέρει πολύ καλά πως γράφει μεταμοντέρνα, για την ακρίβεια γράφει επίτηδες έτσι. Την ίδια εποχή, το 1989 γράφεται περίπου και η Νοσταλγία του Καρταρέσκου που διαβάσαμε στη Λέσχη πριν από κανένα εξάμηνο, και Το παλάτι του φεγγαριού του Όστερ που διαβάσαμε πριν κανένα δίμηνο. Με τον Μπαρνς κλείνει ένας κύκλος μεταμοντέρνων βιβλίων, που μοιάζει το καθένα αρχετυπικό για αυτό που είναι. Δύσκολο και κλειστοφοβικό όπως η Νοσταλγία, φαντασμαγορικό με αλλεπάλληλες πλοκές, τόση πλοκή που θες να την ξεράσεις, όπως του Όστερ. Και με την πιο παιχνιδίαρικη διάθεση του κόσμου να πει ένας σωρό πράγματα, όπως του Μπαρνς. Γιατί αν δεις τα 10 ½ κεφάλαια ως ένα σύνολο ευφυών ιστοριών που άλλες σου άρεσαν κι άλλες όχι, έχεις χάσει τη χαρά του μυθιστορήματος, του παιχνιδιού και του όλου.
 


Και γιατί Ουελμπέκ στο επόμενο; 

Η πρώτη σκέψη είναι για τις αντιθέσεις μεταξύ τους. Ένας Άγγλος, ένας Γάλλος, ένας πολυδιαβασμένος θεωρητικός με απρoσμέτρητη ευγένεια, το τρομερό παιδί των γαλλικών γραμμάτων που βγαίνει συνέχεια στην τηλεόραση και βγάζει στη διανόηση τη γλώσσα, ένας ανθρωπιστής κι ένας μισάνθρωπος. Στον πυρήνα τους όμως μοιάζουν. Είναι κι οι δυο εξαιρετικοί  αφηγητές ιστοριών, που εξελίσσουν τη σκέψη τους, κάνουν λογοτεχνία με τα πιο στέρεα υλικά, το πρωτογενές ταλέντο και τη σκληρή δουλειά. Και γράφουν ακόμα και σήμερα σπουδαία βιβλία, πχ. ο Μπαρνς το Άντρας με κόκκινο μανδύα, ο Ουελμπέκ την Εκμηδένιση

Ο Ουελμπέκ είναι περσόνα αμφιλεγόμενη, έχει κατηγορηθεί σχεδόν για τα πάντα, από ισλαμοφοβία, ως μισανθρωπισμό, μισογυνισμό, φιλελεύθερο κυνισμό, πολλοί δεν τον διαβάζουν από θέση. Αλίμονο όμως αν δεν διαβάζαμε τα βιβλία που γράφουν άνθρωποι που αντιπαθούμε. Γιατί μέσα σε όλα αυτά τα αντιφατικά, ο Ουελμπέκ παραμένει ένας από τους καλύτερους εν ζωή Γάλλους συγγραφείς. Μυθιστορήματα όπως Ο χάρτης και η επικράτεια, ακόμα και η πρόσφατη Υποταγή είναι αδύνατον να τα αγνοήσει κανείς. 



                         Κατερίνα Μαλακατέ


* Η Λέσχη Ανάγνωσης του Booktalks γίνεται κάθε μήνα με δύο τρόπους, το Σάββατο συναντιόμαστε στο Π. Φάληρο διά ζώσης στο βιβλιοπωλείο. Την Κυριακή με τα μέλη μας από μακριά μέσω zoom. Χθες και προχθές συζητήσαμε για την "Ιστορία του κόσμου σε 10 ½ κεφάλαια" του Τζούλιαν Μπαρνς. Το Σάββατο 16 Απριλίου στις 5μ.μ. στο βιβλιοπωλείο και την Κυριακή 17 Απριλίου στις 8μ.μ. στο zoom θα μιλήσουμε για την «Εκμηδένιση» του Μισέλ Ουελμπέκ.


7/3/22

"Εκμηδένιση", Michel Houellebecq

 




Η Εκμηδένιση είναι σαγηνευτικό μυθιστόρημα∙ προερχόμενο από τον Ουελμπέκ δεν θα μπορούσε παρά είναι τέτοιο. Αν εξαιρέσει κανείς τη φλύαρη και εντελώς άνιση Σεροτονίνη, δεν έχει τύχει να διαβάσω μυθιστόρημά του που να μην αξίζει τον κόπο. Γιατί ποτέ του δεν κρύβεται, ανοίγεται σε κάθε αναγνώστη, δεν φοβάται να περιγράψει την ανθρώπινη δυστυχία, ούτε τη μιζέρια της ανθρώπινης κατάστασης. Φαίνεται βέβαια στα τελευταία βιβλία του πως είναι πια ένας μετανοημένος μισάνθρωπος. Στην Εκμηδένιση, με τον τόσο γλαφυρό τίτλο, κυριαρχεί η αγάπη.

Σαν να ενηλικιώθηκε το τρομερό παιδί των γαλλικών γραμμάτων, αδιαφορώντας πάντα για τον καλλωπισμό της γλώσσας (τον αγαπώ για αυτό, είμαστε υπερπλήρεις από comme il faut συγγραφείς που δεν μπορούν να πουν τα βασικά με το όνομά τους), στήνει ένα μυθιστόρημα κατ’ επίφαση μονάχα πολιτικό, αλλά στην ουσία βαθιά προσωπικό κι ανθρώπινο. Αυτή τη φορά το άλτερ ίγκο του δεν είναι ο σαραντάρης πρωταγωνιστής του, αλλά ο πατέρας του πρωταγωνιστή, καθηλωμένος στην αναπηρική πολυθρόνα του μετά το εγκεφαλικό, που παρατηρεί και καταλαβαίνει τα πάντα, αλλά δεν μπορεί να μιλήσει. Αυτό που χρειάζεται είναι στοργή.

Ο Πωλ, ο κεντρικός ήρωας, είναι υψηλά ιστάμενος υπάλληλος που δουλεύει δίπλα στον υπουργό Οικονομικών Μπρυνό, έναν τεχνοκράτη που θα ήθελε να γίνει Πρόεδρος. Βέβαια ο απερχόμενος Πρόεδρος δεν διαλέγει τελικά τον τεχνοκράτη, αλλά έναν παλιάτσο κωμικό για να τον διαδεχτεί. Ταυτόχρονα τρέχει και μια υπόθεση περίεργης κυβερβοπειρατείας που ξεκινά σχετικά αθώα αλλά καταλήγει σε τρομοκρατικές ενέργειες. Ο Πωλ είναι αποξενωμένος από την γυναίκα του, την Πρυντάνς και φαίνεται πως ασχολείται μόνο με τη δουλειά του. Ώσπου ο πατέρας του παθαίνει εγκεφαλικό και αναγκάζεται να πάει στο πατρικό του στο Μποζωλαί. Εκεί θα συναναστραφεί ξανά την αδελφή του τη Σεσίλ, μια πανέμορφη γυναίκα, καλή χριστιανή, και καλή μαγείρισσα, γεμάτη συμπόνοια. Και θα καταστρώσει μαζί με τα αδέλφια του τη διάσωση του πατέρα τους από το ίδρυμα που έχει μπει για αποκατάσταση. Όταν γυρίσει, οι σχέσεις τους με την Πρυντανς θα αρχίσουν από την αρχή.

Τα βασικά θέματα είναι τα πολιτικά, όπως πάντα. Τον συγγραφέα απασχολεί η κατάσταση στη Γαλλία αλλά και παγκοσμίως με την τρομοκρατία, την άνοδο των ρατσιστών, η περίπλοκη κατάσταση με τη θρησκεία (δεν παραλείπει να αφήσει αντιισλαμικές αιχμές). Όμως εδώ κυριαρχούν και τα ανθρώπινα, μιλά για τη φθορά του σώματος και τον θάνατο, τη στοργή και τη φροντίδα για τον άλλον, τους δεσμούς αίματος που δένουν τα μέλη μιας οικογένειας. Καταπιάνεται με το πολύ σοβαρό θέμα της περίθαλψης, του υγειονομικού συστήματος, της παρηγορητικής φροντίδας. Σε αυτές τις 664 σελίδες  εγκιβωτίζει αρκετές υποιστορίες, παραμένει πάντως σχετικά πιστός στον ήρωα του, τον ακολουθεί μέχρι το απόλυτο τέλος. 

Δεν πρόκειται για ένα φαντασμαγορικό βιβλίο, όπως αυτά που μας έχει συνηθίσει. Είναι ένα μυθιστόρημα ηπιότερων τόνων, ισάξιο όμως με τα καλύτερά του. Οι αναγνώστες ανά των κόσμο έχουν περίεργη σχέση με τον Ουελμπεκ, οι πιο πολλοί αγαπούν να τον μισούν, τον διαβάζουν και τον ακολουθούν μα ταυτόχρονα τον αποκαθηλώνουν. Συζητήσεις για το αν είναι ή όχι μισογύνης (είναι, βαθιά, ακόμα κι εδώ που είναι ηπιότερος, είναι φανερό πως τρέφει συμπάθεια μόνο για τις γυναίκες που σκοπό της ζωής τους έχουν να φροντίζουν έναν άντρα, είναι καλές, μειλίχιες και συμπονετικές), για τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Το σίγουρο είναι πως πρόκειται για έναν συγγραφέα που δεν μπορείς να αγνοήσεις.


                           Κατερίνα Μαλακατέ

"Εκμηδένιση", Μισέλ Ουελμπεκ, μετ. Γιώργος Καράμπελας, εκδ. Εστία, 2022, σ. 664


12/2/22

Εργαστήριο Δημιουργικής Γραφής στο Booktalks

 





Πώς και πού

Διά ζώσης στο Booktalks (Αρτέμιδος 47, Π. Φάληρο) κάθε Τετάρτη 6-9 μ.μ., ξεκινώντας από την Τετάρτη 2 Μαρτίου 2022 και για δέκα συναντήσεις.

Εισηγήτρια η Κατερίνα Μαλακατέ *

Μέγιστος αριθμός συμμετεχόντων 12. Απαραίτητη η επίδειξη πιστοποιητικού εμβολιασμού, θα τηρηθούν όλα τα μέτρα για την αποφυγή του covid 19. Το εργαστήριο θα λάβει χώρα στον εσωτερικό χώρο του καφέ του Booktalks.

                                         
Σκοπός και τρόπος διεξαγωγής

Σκοπός των εργαστηρίων δημιουργικής γραφής είναι η εξοικείωση με τα βασικά στοιχεία της γραφής. Εκκινώντας από τη μικρή φόρμα και καταλήγοντας στη μεγάλη, πώς δομείται ένα μικροδιήγημα, ένα διήγημα, μια νουβέλα και τελικά ένα μυθιστόρημα. Στο πρώτο μισό κάθε συνάντησης θα διαπραγματευόμαστε σε θεωρητικό επίπεδο ζητήματα όπως η δομή, οι χαρακτήρες, οι διάλογοι, οι περιγραφές, η εστίαση, η γλώσσα, το ύφος. Θα μιλήσουμε και για πιο πρακτικά θέματα όπως οι διορθώσεις, η επιμέλεια, οι εκδοτικές πρακτικές. Στο δεύτερο μισό της συνάντησης θα συζητάμε για τα κείμενα των συμμετεχόντων. Η συστηματική γραφή και η τριβή με τα κείμενα είναι πολύτιμοι αρωγοί στη συγγραφική πορεία και για αυτό κάθε εβδομάδα θα απαιτείται ο καθένας να γράφει αλλά και να εκφέρει άποψη για τα γραπτά των υπολοίπων.


Σε ποιους απευθύνεται

Σε αυτούς που ήδη γράφουν και θα ήθελαν να ασχοληθούν συστηματικά με τη λογοτεχνία και τη γραφή. Σε όσους είναι φανατικοί αναγνώστες και θα ήθελαν να δοκιμαστούν και στη γραφή.


Κόστος

Το συνολικό κόστος και για τις δέκα συναντήσεις θα είναι 210 ευρώ, που μπορεί να καταβληθεί σε τρεις άτοκες δόσεις, στην αρχή της 1ης , της 4ης και της 7ης συνάντησης.



Για πληροφορίες αλλά και να δηλώσετε συμμετοχή: 2109802520, info@booktalks.gr και kmalakate@gmail.com. Θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας.



*Βιογραφικό εισηγήτριας




Η Κατερίνα Μαλακατέ γεννήθηκε στην Αθήνα το 1978 και σπούδασε Φαρμακευτική στο ΕΚΠΑ. Ασχολήθηκε με τη γραφή από πολύ μικρή και έλαβε μέρος σε αρκετούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, με αποτέλεσμα τη συμμετοχή της σε έξι συλλογικές εκδόσεις διηγημάτων. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια δημιουργικής γραφής στο Deree και στο ΕΚΕΒΙ, καθώς και στο Μεταπτυχιακό Δημιουργικής Γραφής (ΕΑΠ/ Πανεπιστήμιο Φλώρινας).

Το 2009 ξεκίνησε το ιστολόγιο Διαβάζοντας κι έκτοτε αναρτώνται εκεί αδιαλείπτως κριτικές της για βιβλία. Από το 2011 διαχειρίζεται και την ομώνυμη βιβλιοφιλική ομάδα στο Facebook. Το 2013 (συν)δημιούργησε το βιβλιοπωλείο-καφέ Booktalks. Εκείνη τη χρονιά εκδόθηκε και η νουβέλα «Κανείς δεν θέλει να πεθάνει». Το 2014 ξεκίνησε η ραδιοφωνική εκπομπή Διαβάζοντας στον amagi radio, που κράτησε πέντε περίπου χρόνια. Από την εκπομπή πέρασαν δεκάδες άνθρωποι του βιβλίου, συγγραφείς, μεταφραστές, επιμελητές, εκδότες. Είναι συντονίστρια της Λέσχης Ανάγνωσης του βιβλιοπωλείου. Το 2016 εκδόθηκε το πρώτο της μυθιστόρημα «Το Σχέδιο» από τις εκδόσεις Μελάνι, ενώ το 2020 το δεύτερο, με τίτλο «Χωρίς πρόσωπο» από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.



9/2/22

"Η εποχή των τυφώνων", Fernanda Melchor

 




Τελείωσα την Εποχή των τυφώνων στις δύο και μισή τη νύχτα. Λάθος μου, έπρεπε να κρατηθώ, να σβήσω το φως πολύ νωρίτερα, να κοιμηθώ. Μετά το τέλος του βιβλίου δεν κοιμήθηκα για ώρες. Δεν είναι δυνατόν να κοιμηθείς. Πρόκειται για βιβλίο που σε ταράζει βαθιά και προκαλεί εφιάλτες.

Από τα σκληρότερα ίσως μυθιστορήματα που διάβασα ποτέ, Η εποχή των τυφώνων μιλά για ανθρώπους κατεστραμμένους ήδη από τα παιδικά τους χρόνια, που ξεσκίζουν ο ένας τον άλλον, γιατί σχεδόν από την γέννα, τους έχουν ξεσκίσει. Ο καθένας έχει μια φοβερή ιστορία για το τι του έκαναν, για το πώς έζησε. Όμως καμία αφήγηση δεν είναι πρωτοπρόσωπη, γιατί ο θύτης της μιας ιστορίας είναι το θύμα της επόμενης. Και δεν μιλάμε για απλά εγκλήματα, μα για πράγματα που σε διαπερνούν μια ζωή.

Κεντρική όλων η φιγούρα της Μάγισσας, ψηλή, άχαρη, πάντα με ένα βέλο να σκεπάζει το πρόσωπό της, κληρονόμησε από τη μάνα της, τη γριά Μάγισσα, τη γνώση για ένα σωρό ματζούνια, κι ένα ερημωμένο σπίτι με μια τόση δα μικρή πόρτα με κάγκελα, και κάτι καταπατημένα κτήματα, και την ανάγκη για αγάπη.

Όλοι οι ήρωες της – νεαρότατης- μεξικανής συγγραφέα Φερνάντα Μελτσόρ ψάχνουν για αποδοχή και αγάπη. Όλοι με έναν τρόπο καταλήγουν στα σκουπίδια, ή να γίνουν οι ίδιοι σκουπίδια. Κατεστραμμένες ζωές βουτηγμένες στη φτώχια, τα ναρκωτικά και τη βία. Άνθρωποι που δεν αγάπησαν κι ούτε πρόκειται να αγαπηθούν. Και βία, βία, βία, σεξ και πάλι βία. Μια βία που ξεκινάει από την αδικία της φτώχιας και του ακραίου σεξισμού, για να φτάσει στην ψυχή του καθενός και να την μολύνει, να την αφήσει χωρίς καμία ελπίδα.

Εντυπωσιακό μυθιστόρημα, με τόλμη και δύναμη γραμμένο, με μια γλώσσα που σοκάρει και δεν συναντάμε σχεδόν ποτέ στη λόγια και "πολιτισμένη" μυθοπλασία. Πώς αλλιώς όμως να μιλήσεις για το κακό, πως αλλιώς να εκφράσεις αυτό που σου διαλύει τα σωθικά. Ένα βιβλίο μάθημα γραφής, γιατί εδώ το σκληρό βίωμα γίνεται λογοτεχνία, σκοτεινή, βουτηγμένη στο σπέρμα και στα κάτουρα, αλλά ολόλαμπρη. Μια λογοτεχνία που βάζει σοβαρή υποψηφιότητα για βραβείο τέχνης και ειλικρίνειας.


                                                           Κατερίνα Μαλακατέ



"Η εποχή των τυφώνων, Fernanda Melchor, μετ. Αγγελική Βασιλάκου, εκδ. Δώμα, 2021, σ.244

 

26/1/22

"Φοβάμαι ταυρομάχε" , Pedro Lemebel

 




Ιδιαίτερη φιγούρα της Χιλής, ο Πέδρο Λεμεμπέλ, εικαστικός και ακτιβιστής (ιδρυτής της ομάδας Φοράδες της Αποκάλυψης Yeguas del Apocalipsis), ταλαντούχος χρονικογράφος, λατρεμένος του Μπολάνιο. Για χρόνια, ξεκινώντας από τη δεκαετία του '80 και εν μέσω της δικτατορίας του Πινοσέτ, οργάνωνε δρώμενα για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, αυτός, μια ξεφωνημένη φτωχή  κομμουνίστρα "αδελφή", που μεγάλωσε στις παραγκουπόλεις. Και με το μοναδικό του μυθιστόρημα, το Φοβάμαι ταυρομάχε κατόρθωσε να αναπαραστήσει μια ολόκληρη εποχή με τέτοια ενάργεια, σκύβοντας με άφατη αγάπη πάνω από τον/την ήρωα/ιδα του, την Τρελή από Απέναντι.

Η Τρελή από Απέναντι ζει σε ένα καχεκτικό γωνιακό σπιτάκι, που το φτιάχνει -- πιότερο με τη φαντασία της--, υπέροχο. Για να ζήσει, κεντάει τραπεζομάντηλα για κυρίες της αριστοκρατίας. Και για έπιπλα χρησιμοποιεί τις κούτες που της φέρνει να φυλάει ο Κάρλος. Αυτός και οι φίλοι του χρησιμοποιούν το σπίτι της Τρελής για καταφύγιο. Και η Τρελή είναι τρελά και παλαβά ερωτευμένη μαζί του, κι ας ξέρει πως είναι πια μεγάλη, και ποτέ δεν ήταν και φοβερά ελκυστική. Και δεν θίγεται ποτέ που της μιλάμε με τις αντρικές αντωνυμίες, και παίρνει την ευτυχία της στιγμής από όπου κι αν προέρχεται, για η Τρελή ξέρει, πως δεν έχει δικαιώματα κι ούτε στον ήλιο μοίρα.

Συμπρωταγωνιστής ο ίδιος ο Αουγούστο Πινοσέτ αυτοπροσώπως και η φαφλατού κομψευόμενη κυρία του. Σε ένα ντελίριο αντουανισμού, όσο οι άλλοι πεινάνε ή βασανίζονται, η κυρία του ασχολείται με το επόμενό της συνολάκι από το Παρίσι κι ο Αουγούστο πώς να την αποφύγει. Συμπρωταγωνιστής είναι κι ο Κάρλος κι οι φίλοι του της Αντίστασης, η Τρελή ποτέ δεν ξέρει τι κάνουν σπίτι της, αλλά φυσικά ξέρει. Και τα ανέχεται για τον έρωτα, αλλά όχι μόνον για τον Έρωτα.

Το μυθιστόρημα είναι γραμμένο σε μια γλώσσα λυρική, με ρυθμό, με τραγούδια, με ανάκατο συναντακτικό, κι είναι μάλλον το σπουδαιότερο λογοτεχνικό βιβλίο που έχω διαβάσει για την δικτατορία του Πινοσέτ (κι έχω διαβάσει αρκετά). Ταυτόχρονα είναι ένα βιβλίο που μπορεί να ιδωθεί μέσα από τα γυαλιά της κουίρ κριτικής. Ο Λεμεμπέλ μιλάει για τις "αδελφές" της Λατινικής Αμερικής, διαλέγει μια περιθωριακή φιγούρα, κι όχι έναν «καθωσπρέπει» πλούσιο γκέι, για μια άλλη διαφορετικότητα, που δεν μπορεί να εκφραστεί με δυτικούς όρους. Γιατί το να είσαι Τρελή και φτωχή είναι και μια ταξική συνθήκη. Κι η απόγνωση αυτής της συνθήκης δίνεται με τόσο τρυφερό τρόπο, που θες να αγκαλιάσεις την Τρελή, να της δώσεις αγάπη, να της θυμίσεις πως είναι άνθρωπος.

Το Φοβάμαι ταυρομάχε είναι τόσο δυνατό και τόσο γλυκό συνάμα γιατί είναι βιωματικό. Μα εδώ δεν μιλάμε για βίωμα ανεπεξέργαστο, αλλά για έναν  καλλιτέχνη που ήξερε να μετατρέπει τη σκληρότητα σε τέχνη. Σπουδαίο βιβλίο, που δεν θέλεις να το αφήσεις από τα χέρια σου, γεμάτο χιούμορ και θυμό, οργή κι ύστερα μια παράξενη μοιρολατρεία για τη ζωή. Δεν έγραψε άλλο μυθιστόρημα ο Λεμεμπέλ, τα υπόλοιπα βιβλία του είναι συλλογές διηγημάτων ή χρονικογραφημάτων, αλλά κι αυτό, μόνον, φτάνει.

"Φοβάμαι ταυρομάχε", Πέδρο Λεμεμπέλ, μετ- επιμ: Κώστας Αθανασίου, εκδ. Καστανιώτη, 2021, σ. 234











21/1/22

"Όλα γίνονται", Elizabeth Strout

 




Μια μίξη ανάμεσα στην Όλιβ Κίτριτζ και το Όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον είναι το Όλα γίνονται της Ελίζαμπεθ Στράουτ. Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2017, έναν μόλις χρόνο μετά τη Λούσυ Μπάρτον, και κρατάει τη Λούσυ ως κεντρικό συνεκτικό χαρακτήρα. Στα πρότυπα όμως της Κίτριτζ, μιλάμε κι εδώ για ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα, με ιστορίες που μόνη σύνδεση έχουν πως διαδραματίζονται στην ίδια πόλη, κι οι ήρωές τους με κάποιον τρόπο διαπλέκονται, ο ένας είναι δευτεραγωνιστής στην ιστορία του άλλου.

Αυτή τη φορά γυρνάμε στο Αμγκας, τη γενέθλια πόλη της Λούσυ Μπάρτον. Η Ελίζαμπεθ Στράουτ ασχολείται κι εδώ με τα αγαπημένα της θέματα, πόσο η κοινωνική καταγωγή μπορεί να επηρεάσει τη ζωή σου, οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, η καλοσύνη, η αδικία, ο τρόπος που καθένας ζει τελικά μια δική του ανεξάρτητη ζωή από όπου κι αν ξεκίνησε. Και φυσικά η ακραία φτώχια, και οι επιλογές μας. Επανέρχεται το μοτίβο, αδέλφια που ξεκίνησαν από το ίδιο background, αλλά οι επιλογές τους καθόρισαν τελικά το πώς έζησαν. Ποιος παντρεύτηκε τον πλούσιο σύντροφο, ποιος ξέμεινε στο χωριό έρμαιο του τραύματος, ποιος γηροκόμησε τους γονείς, ποιος έγινε συγγραφέας και ξέφυγε από όλη αυτή τη μιζέρια.

Η ίδια η Λούσυ Μπάρτον κάνει την εμφάνιση της στο κομμάτι που αφορά τον αδελφό της, και δεν μπορεί να αντέξει ούτε μια ώρα στο πατρικό της, με τα αδέλφια της. Το τραύμα της, παρόλο το μεγάλο συγγραφικό ταξίδι, είναι ανεπεξεργαστο ακόμα, κι ας είναι μεσήλικη.

Η Ελίζαμπεθ Στράουτ έχει μια μοναδική ικανότητα, μπορεί να σε εγκιβωτίσει μες στην ιστορία του κάθε ήρωα της, χωρίς καν να το καταλάβεις. Μόλις μπεις στο κουτί – τον μικρόκοσμό του—είναι σαν να είσαι κι εσύ εκεί, να ζεις μαζί του, να νιώθεις μαζί του. Έτσι δεν ενοχλεί καθόλου η σπονδυλωτή δομή, ούτε της Κίτριτζ, ούτε εδώ. Το αντίθετο το κείμενο πλουταίνει και βαθαίνει, όσο οι ιστορίες εναλλάσσονται. Ομολογώ πως διάβασα το Όλα γίνονται υστερόβουλα. Έχω καλό αναγνωστικό ρυθμό τελευταία και δεν θα ήθελα τίποτα να με μπλοκάρει ξανά. Κι από αυτή την άποψη το αγάπησα. Όμως δεν παύει να είναι μια από τα ίδια. Σαν ξαναζεσταμένο φαγητό, νόστιμο ακόμα, αλλά τίποτα το ιδιαίτερο.



                                       Κατερίνα Μαλακατέ



"Όλα γίνονται", Ελίζαμπεθ Στράουτ, μετ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Άγρα, 2021, σ.243