16/8/19

"Η έρημος των Ταρτάρων", Dino Buzzati



Όσες φορές κι αν διαβάσει κανείς το αριστούργημα του Ντίνο Μπουτζάτι, Η έρημος των Ταρτάρων, θα ενθουσιαστεί. Το είχα διαβάσει πριν καμιά δεκαετία σε μετάφραση Ανταίου Χρυσοστομίδη(εκδ. Αστάρτη), και η επανέκδοσή του από το Μεταίχμιο σε μετάφραση Μαρίας Οικονομίδου μού έδωσε μεγάλη χαρά γιατί η έκδοση της Αστάρτης ήταν χρόνια εξαντλημένη. Στην αρχή είπα πως δεν θα το ξαναδιαβάσω, μα το βιβλίο με τριγυρνούσε όπως με βασανίζει κατά καιρούς το Πέδρο Πάραμο, και κάποια στιγμή η επανανάγνωση φαινόταν μονόδρομος. 

Ο υπολοχαγός Τζοβάνι Ντρόγκο έχει πάρει την πρώτη του μετάθεση και ξεκινά από την πόλη να βρει το Οχυρό, ένα κάστρο στα βόρεια σύνορα, που φαίνεται να μην ξέρει κανείς πού είναι. Ο Ντρόγκο έχει όνειρα και φιλοδοξίες, έχει τελειώσει πια τη σχολή, είναι νέος χωρίς να είναι νεανίας, και θέλει να χτίσει την καριέρα του, να ερωτευτεί, να περάσει καλά. Ανακαλύπτει πως το Οχυρό είναι ένα μέρος ξεχασμένο από τον θεό και στην αρχή θέλει να φύγει αμέσως. Του ζητούν να κάνει τέσσερις μήνες υπομονή και μετά να δηλώσει ασθένεια και να φύγει. Όμως όταν έρχεται ο καιρός ο υπολοχαγός δεν φεύγει, τον ρουφάει η καθημερινότητα, η συνήθεια, κάτι ασαφές στο ίδιο το κάστρο, η προοπτική να έρθει από τα σύνορα μια ορδή Ταρτάρων, να γίνει πόλεμος και να δοξαστεί. Και τέσσερα χρόνια μετά είναι ακόμα εκεί όπου δεν συμβαίνει τίποτα. Κι έπειτα το Οχυρό γίνεται η ζωή του με τέτοιο τρόπο, που δεν αγαπά πια την κοπέλα ποθούσε, και δεν μοιάζει σπίτι του το πατρικό του στην πόλη, και δεν τον νοιάζουν τα αδέλφια κι η μάνα του, ούτε οι φίλοι του, και δεν έχει σημασία που δεν θα κάνει καριέρα. Σημασία έχουν μόνο οι Τάρταροι που θα έρθουν από την Έρημο. Αυτοί οι άνθρωποι είναι μια κάποια λύσις. 

Οι Τάρταροι – ονομασία ανάμεσα στους Τατάρους και τα τάρταρα- δεν κάνουν την εμφάνισή τους παρά πολύ αργά. Αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν ποτέ το θέμα. Το ζήτημα ήταν πάντα η ζωή, η ματαιότητά της, ο τρόπος που η καθημερινότητα σε κρατά στάσιμο, κι αυτή η σταθερότητα γίνεται η μόνη συντροφιά, το μόνο που έχεις. Και περνάνε τα χρόνια και οι εποχές, και η νεότητα αλλάζει, κι έπειτα δεν είσαι πια νέος, και η μόνη σταθερά είναι η μονιμότητά στην ανία. Και μια ελπίδα. Πως θα έρθουν οι Τάρταροι. 

Η έρημος των Ταρτάρων σε κερδίζει από την πρώτη στιγμή, αν και η πλοκή είναι αργή και βασανιστική, συχνά νιώθεις τυλιγμένος στην αχλή του ονείρου. Ο Τζιοβάνι Ντρόγκο είναι ένας άνθρωπος συμπαθής, με τον οποίο ταυτίζεσαι, γίνεσαι ένα, κι εσύ έτσι ζεις. Η ζωή του κυλάει όπως η δική μας, δεμένη σε μια περίεργη, ακαθόριστη ιδέα δόξας ή έστω δράσης, κι η δράση δεν έρχεται ποτέ, ως τον θάνατο. Λίγα είναι τα βιβλία που μπορούν να μιλήσουν με τόση ενάργεια για αυτό που συμβαίνει στα ανθρώπινα, Αυτό το μυθιστόρημα είναι λιτό, αιχμηρό, χωρίς φτιασίδια, μένει στη μνήμη, σε κυνηγάει χρόνια μετά, για να το ξαναδιαβάσεις, για να καταλάβεις∙ τι είναι αυτό που καίει τα σωθικά μας και ταυτόχρονα τα κατατρώει και μας οδηγεί στον θάνατο. 


                                                          Κατερίνα Μαλακατέ




"Η έρημος των Ταρτάρων", Ντίνο Μπουτζάτι, μετ. Μαρία Οικονομίδου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019, σελ. 292







9/8/19

"Πλην", Andrew Sean Greer



Διάβασα τον κύριο Πλην με μεγάλο κέφι, (και) γιατί ήμουν σε διακοπές. Η ιδέα για ένα κωμικό μυθιστόρημα τριγυρνάει πολύ καιρό στο μυαλό μου, είναι ερεθιστικό να στήσεις κάτι αστείο, που δεν μοιάζει γυμνασιακό και είναι λογοτεχνία. Το ακόμα πιο δύσκολο για τον Άντριου Σων Γκρίερ ήταν πως διάλεξε ρεαλιστικό πλαίσιο- οι πιο σπουδαίοι κωμικοί λογοτέχνες που ξέρω γράφουν φανταστικό. 

Ο Άρθουρ Πλην είναι ένας πενηντάρης γκέι συγγραφέας, που ξέρει πως είναι μέτριος και "δεν θα βρεθεί κανείς δίπλα του σε μια πτήση να έχει ακούσει τα βιβλία του". Ανδρώθηκε ερωτικά και συγγραφικά όσο είχε δεσμό με τον Ρόμπερτ, σπουδαίο άντρα και ποιητή. Τα τελευταία χρόνια αυτή η σχέση είχε τελειώσει, κι ο Άρθουρ είχε δεσμό με τον πολύ νεότερό του Φρέντι. Αυτή τη δεύτερη σχέση δεν την πήρε ποτέ στα σοβαρά, και χώρισε τον νεαρό για να βρει τον δρόμο του. Μόνο όταν είδε την πρόσκληση γάμου με έναν άλλον άντρα, κατάλαβε πως δεν θα άντεχε κάτι τέτοιο. Κι έκανε το πιο ώριμο πράγμα της γης, αντί να απλά να αρνηθεί να παραβρεθεί στον γάμο του εραστή του, αποδέχτηκε όλες τις άκυρες λογοτεχνικές προσκλήσεις, κι έτσι ξεκίνησε ένα ταξίδι- γύρος της Γης και καταβύθισης στον εαυτό. 

Το βιβλίο είναι μια γλυκιά σάτιρα για τον λογοτεχνικό κόσμο στα πέρατα της Οικουμένης- παντού ίδιοι είμαστε, φοβισμένοι κάπως, εγωιστές, επηρμένοι και χωρίς συναίσθηση του γελοίου- αλλά και τη γκέι κοινότητα. Ένα βιβλίο για έναν μεσόκοπο λευκό γκέι αποτυχημένο λογοτέχνη που περιπλανιέται. Μα ποιος θα ενδιαφερόταν για κάτι τέτοιο, αναρωτιέται ο ίδιος ο Πλην μέσα στο βιβλίο. Αλλά ενδιαφερόμαστε. Κυρίως γιατί ο Άρθουρ Πλην είναι ένας άνθρωπος καλών προθέσεων και καλής πάστας. Είναι πληγωμένος από τον έρωτα, μα δεν θα το έδειχνε ποτέ για να μην χαλάσει τη χαρά του εραστή του, είναι πληγωμένος από τη μετριότητά του, όμως την αποδέχεται, είναι ένας άνθρωπος που έχασε τόσους φίλους από AIDS, που μοιάζει σαν να είναι ο μόνος επιζών. Και θα γίνει και πενήντα. 

Το μυθιστόρημα έχει αμήχανες και βαρετές σεκάνς- ίσως στο πρωτότυπο να ήταν πιο αστείες, γιατί τα λογοπαίγνια είναι πολύ δύσκολο να τα μεταφράσεις. Έχει όμως και λαμπρές σκηνές, που σου δημιουργούν από απλό χαμόγελο ως γλυκόπικρα γέλια. Γελάμε κυρίως όταν αναγνωρίζουμε κομμάτια του εαυτού μας. Όλο το αστείο δεν μπορεί ποτέ να μεταφερθεί σε μια άλλη γλώσσα- ας πούμε θεωρώ μάλλον άκυρη τη μετάφραση του επωνύμου από Less σε Πλην. Παρ’ όλα αυτά το μυθιστόρημα διατηρεί μια φρεσκάδα που σε καθηλώνει. Κι έχει και στιγμές βάθους. Κι ίσως τον πιο έξυπνο αφηγητή από καταβολής λογοτεχνίας (δεν θα κάνω spoiler). 

Δεν είναι το «Πλην» ένα μεγαλοφυές μυθιστόρημα, δεν έχει καν τη σατανική μαγεία του χιούμορ ενός Ντάγκλας Άνταμς, ενός Γκέιμαν, ενός Πράτσετ. Έχει όμως κάτι από τη γλύκα και την πίκρα του Γούντι Άλεν, σε κάνει στο τέλος να χαμογελάς σκεφτικός. Πιστεύω πως αν διάβαζα το "Πλην" στο πρωτότυπο η γνώμη μου για αυτό θα ήταν διαφορετική, πιθανώς ακόμα καλύτερη. Η ίδια η απόφαση της μετάφρασης ενός τέτοιου βιβλίου ήταν άθλος. Και θα ήθελα ο Άρθουρ Πλην να είναι η αρχή για πολλούς πολλούς κωμικούς χαρακτήρες στο μέλλον. 



                                                              Κατερίνα Μαλακατέ



"Πλην", Άντριου Σων Γκριερ, μετ. Παλμύρα Ισμυρίδου, εκδ. Δώμα, 2019, σελ. 318














Υ.Γ. Φυσικά και δεν ξέρω πώς θα μετέφερα εγώ το λογοπαίγνιο του επωνύμου, δεν θέλω χαζά. 





2/8/19

"Εκεί που τελειώνει η ιστορία", Alessandro Piperno



Ομολογώ πως έχω διαβάσει μόνο άλλο ένα από τα βιβλία του Αλεσσάντρο Πιπέρνο, το «Με τις χειρότερες προθέσεις», περίπου μια δεκαετία πριν. Έχω όμως στο νου μου τη φήμη που τον ακολουθεί, από αυτόν περιμένουν αρκετοί ένα μεγάλο Ιταλικό μυθιστόρημα. Προς το παρόν, το τελευταίο του βιβλίο, το «Εδώ που τελειώνει η ιστορία», είναι ένα τίμιο βιβλίο, με αρκετές αμήχανες κι άλλες τόσες πολύ καλές στιγμές, που πιθανώς να με ενθουσίαζε αν δεν είχα μεγαλύτερες προσδοκίες. 

Πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος είναι ο Ματτέο, που γυρνά στη Ρώμη μετά από δεκατέσσερα χρόνια, αφού έχει φύγει στην Καλιφόρνια κυνηγημένος για χρέη. Στην Αμερική αφήνει πίσω του δύο γυναίκες, μια πρώην και μια νυν. Αλλά και στην Ρώμη έχει αφήσει μια πρώην και μια νυν. Και δυο, ενήλικα πια, παιδιά, με τα οποία παραδόξως είχε καλές σχέσεις, αν και ο μεγάλος του γιος, ο Τζόρτζιο, τώρα δεν θέλει καν να τον δει. Η κόρη του, η Μαρτίνα, είναι ένα κορίτσι κάπως μπερδεμένο, εικοσάχρονο, που ενώ είναι παντρεμένη με τον πάμπλουτο, ωραιότατο και αφοσιωμένο συνομήλικό της Λορέντσο, πιστεύει πως είναι ερωτευμένη με την αδελφή του, Μπέννυ. 

Οι γυναίκες του Ματτέο πάντα τελικά τον συγχωρούσαν, αυτό είναι το βασικό του προτέρημα, πείθει τους ανθρώπους για τις καλές προθέσεις του. Έτσι κι η Φρανσέσκα, η μητέρα της Μαρτίνα, που τον δέχτηκε στο κρεβάτι της μετά από τόσα χρόνια και δύο άλλους γάμους και δεν τον χώρισε ποτέ, αφήνοντας τον να είναι δίγαμος και τρίγαμος. Είναι από αυτούς που καταφέρνουν τους άλλους να μην τους κρατούν κακία, αν και όπως αποδεικνύεται στο βιβλίο, τίποτα δεν μπορεί να είναι χωρίς συνέπειες.

Οι χαρακτήρες του Πιπέρνο είναι ζωντανοί, η Εβραϊκή κοινότητα της Ρώμης, σκιαγραφείται πολύ καλά, οι ανθρώπινες σχέσεις πρωταγωνιστούν. Λείπει ίσως κάτι από την κατασκευή του μυθιστορήματος, που θα το ανέβαζε ένα σκαλί παραπάνω, θα του έδινε μεγαλύτερο βάθος και ένταση. Πάντως το «εκεί που τελειώνει η ιστορία» δεν παύει να είναι μια ενδιαφέρουσα ιστορία, εξαιρετικά ειπωμένη από έναν κομψό και άνετο αφηγητή. Δεν έχεις τίποτα να προσάψεις στον συγγραφέα, μόνον ίσως πως θα ήθελες κάτι παραπάνω, κάτι που να σε αιφνιδιάσει, και να σε ρίξει στα βαθιά της λογοτεχνίας. 




                                                             Κατερίνα Μαλακατέ




"Εκεί που τελειώνει η ιστορία", Αλεσσάντρο Πιπέρνο, μετ. Άννα Παπασταύρου, εκδ. Πατάκη, 2019, σελ. 331

28/7/19

"Η ξηρασία", Jane Harper



Υποδειγματικό pageturner που δεν κάνει πουθενά κοιλιά και κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, είναι η Ξηρασία της Jane Harper. Ένα βιβλίο που δεν μοιάζει με πρωτόλειο- αν και είναι- και σε προδιαθέτει να διαβάσεις τα επόμενά της με λαχτάρα. 

Σε μικρή πόλη της Αυστραλίας, την Κιβάρα, έχει να βρέξει δύο χρόνια. Η ξηρασία φτάνει τους αγρότες στα όριά τους οικονομικά, οι φάρμες της περιοχής δυσκολεύονται να επιβιώσουν, κι η ένταση φτάνει στο αποκορύφωμα, όταν οι Χάντλερ βρίσκονται νεκροί. Όλοι πιστεύουν πως ο νεαρός πατέρας Λουκ σκότωσε την οικογένειά του- τον εξάχρονο γιο και την όμορφη και έξυπνη σύζυγό του- και μετά αυτοκτόνησε. Τότε όμως γιατί χαρίστηκε στο δεκαοκτάμηνο μωρό τους; Για την κηδεία εμφανίζεται ο άλλοτε κολλητός του Λουκ, Άρον Φαλκ, που τώρα είναι αστυνομικός οικονομικών εγκλημάτων. Παρ’ όλο που το κλίμα στην πόλη δεν τον σηκώνει, θα μείνει, για να ξεκαθαρίσει μαζί με τον τοπικό αστυνόμο, τι πραγματικά έγινε. 

Το παρελθόν στοιχειώνει το βιβλίο, ξετυλίγεται αργά, μαζί με την ιστορία στο παρόν. Η συγγραφέας χρησιμοποιεί έξυπνα τη σχέση του Λουκ και του Άρον με συνεχή φλας μπακ,  δίνει μικρά δολώματα για το τι θα γίνει παρακάτω. Ταυτόχρονα αναλύεται όλη η νοοτροπία της υπαίθρου στην Αυστραλία, η μικρή κλειστή κοινωνία με τα πάθη, την αγριότητα και τις παρεκτροπές της. Τόσο οι πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες όσο και οι δευτερεύοντες είναι χτισμένοι αριστοτεχνικά, ενώ η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα εντείνεται όσο προχωρά η πλοκή. 

Η Ξηρασία είναι πολύ καλά δομημένη, σε βάζει στη λογική να βρεις το δολοφόνο, αν και όσο περνάνε οι σελίδες δεν σε νοιάζει μόνο αυτό, υπάρχουν κι άλλα που σε αφορούν. Πρόκειται για καθαρόαιμο αστυνομικό, χωρίς όμως τις φλυαρίες και τις κοινοτοπίες του είδους. Ένα μυθιστόρημα καλογραμμένο, ιδανικό για να σε ξαναβάλει σε αναγνωστικό ρυθμό, να δημιουργήσει τη γέφυρα που χρειάζεται ανάμεσα στα βιβλία, τη μίξη ανάμεσα σε ευκολοδιάβαστα και πιο δύστροπα, που κάνει την ανάγνωση αληθινή ψυχαγωγία. 




                                                    Κατερίνα Μαλακατέ




"Η Ξηρασία", Jane Harper, μετ. Χίλντα Παπαδημητρίου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019, σελ. 420

24/7/19

"Συζητήσεις με φίλους", Sally Rooney





Δυσκολεύτηκα να βρω έναν λόγο για να συνεχίσω το διάβασμα του «Συζητήσεις με φίλους» της 28χρονης Σάλλυ Ρούνεϋ, κι αν τελικά το τελείωσα είναι για να καταλάβω γιατί ένα τέτοιο βιβλίο μπορεί να «αντιπροσωπεύει τη γενιά των millennials» ή τι το νέο κομίζει στη λογοτεχνία που το ξεχωρίζει και το καθιστά αρκετά σημαντικό για να ασχοληθούν τόσοι μαζί του. Ομολογώ πως ως το τέλος, δεν το βρήκα. Η Ρούνεϋ φαίνεται να αδιαφορεί για τη λογοτεχνική γλώσσα, το κείμενο μοιάζει άχαρο και κακογραμμένο. Έχει σε κάποια σημεία φρεσκάδα, σαν να διαβάζεις στάτους στα κοινωνικά δίκτυα, όμως πώς αυτό μπορεί να μετουσιωθεί σε λογοτεχνία ατόφιο και μη επεξεργασμένο, μου διαφεύγει. Τα πράγματα δεν βελτιώνονται ούτε από την ιστορία, γεμάτο δήθεν χαρακτήρες, με σχηματική πλοκή, στηρίζεται κυρίως στην ανάλυση των διαπροσωπικών σχέσεων. Συχνά νιώθεις πως διαβάζεις το «Sex and the city» του 2020.



H Φράνσις είναι μια 21χρονη ποιήτρια, που παλιά τα είχε με τη Μπόμπι, ενώ τώρα είναι απλά κολλητές. Μαζί κάνουν περφόρμανς ποίησης, ώσπου τους ανακαλύπτει η 37χρονη κριτικός λογοτεχνίας Μελίσσα. Η Μπόμπι θα γοητευτεί από τη Μελίσσα, μα η Φράνσις θα γοητευτεί από τον άντρα της, τον Νικ. Ο Νικ είναι 32χρονος, ηθοποιός, κούκλος, που πάσχει και από κατάθλιψη. Παρακολουθούμε τη Φράνσις και τη Μπόμπι στην εκδρομή που κάνουν όλοι μαζί στη Γαλλία, όπου η Μελίσσα τις καλεί σε μια έπαυλη που δεν είναι δική της, ενώ η Φράνσις πηδιέται με τον άντρα της. Η πλοκή είναι απελπιστικά αργή, η ηρωίδα- που όταν πληγώνεται ρίχνει και μια τσιμπιά στο μπράτσο της μέχρι να ματώσει και μετά βάζει τσιρότο, ενώ πάσχει από ενδομητρίωση και για αυτό έχει βαριές περιόδους-, είναι μάλλον αντιπαθής και εγωκεντρική.

Το να παρουσιάσεις τη γενιά που ανδρώθηκε μέσα στην κρίση, τους εικοσάρηδες, σαν ανθρώπους τόσο ρηχούς, που κινούνται και κοιμούνται με την προηγούμενη γενιά με άνεση μα δεν μπορούν να δέσουν ούτε τα κορδόνια τους, είναι επιφανειακό και εύκολο. Το θέμα με τα chat και τα mail δεν τσουλάει, φαίνεται παρωχημένο. Η τεχνολογία μάς προλαβαίνει συνεχώς, αν το έγραφε τώρα η Ρούνεϋ, μόλις 2 χρόνια μετά, η γλώσσα θα ήταν ήδη άλλη. Αυτή η γλώσσα είναι και το βασικό πρόβλημα. Για να γράψεις μυθιστόρημα σε μια γλώσσα έξω από τα καθιερωμένα λογοτεχνικά πρότυπα απαιτούνται κότσια και γνώση. Εδώ φαίνεται η συγγραφέας απλά να μην μπορεί, και να το επιδεικνύει κιόλας.




Εν ολίγοις, θα περίμενα από ένα μυθιστόρημα σαν κι αυτό, πολλαπλά επίπεδα. Για να μπορέσει να εκφράσει μια γενιά, δεν αρκεί η στείρα καταγραφή ενός κομματιού της, με μια γλώσσα του συρμού, απαιτείται άλλη δεξιοτεχνία. Το βάθος δεν επιτυγχάνεται όταν κανείς το παίζει μπλαζέ και αδιάφορος, αντίθετα χρειάζεται σκάψιμο και προσπάθεια. Εικάζω πως αν η Σάλλυ Ρούνεϋ είναι η νέα Φρανσουάζ Σαγκάν, ο νέος Τρούμαν Καπότε ή ο νεός Σάλιντζερ, όπως κατά κόρον διαφημίζεται, τότε η λογοτεχνία μας θα έχει σοβαρότατα προβλήματα στο μέλλον. 


                                             
                                                                    Κατερίνα Μαλακατέ


"Συζητήσεις με φίλους", Σάλλυ Ρούνεϋ, μετ. Μαρία Φακίνου, εκδ. Πατάκη, 2019, σελ. 382







Υ. Γ. Γενικά τα μεγάλα λόγια στα οπισθόφυλλα με κάνουν να κρατώ πια μικρό καλάθι.


11/7/19

"εκεί που ζούμε", Χρίστος Κυθρεώτης




Αυτό που εντυπωσιάζει στο βιβλίο του Χρήστου Κυθρεώτη, «εκεί που ζούμε», είναι η αφηγηματική άνεση, ο αβίαστος τρόπος με τον οποίο ακολουθούμε τη φωνή του πρωτοπρόσωπου αφηγητή και κεντρικού χαρακτήρα, Αντώνη Σπετσιώτη, σαν να είναι κάποιος δικός μας άνθρωπος, ίσως κι ο άλλος μας εαυτός. Θα μπορούσες να διαβάζεις ένα τέτοιο μυθιστόρημα συνέχεια, να έχεις τον ήρωα πλάι σου για πολλές σελίδες. Όμως -κι εδώ ίσως είναι κλειδί της ιστορίας-, ο συγγραφέας έχει βάλει όριο, ξέρουμε από την αρχή πως θα παρακολουθήσουμε μόνο μία μέρα από τη ζωή του Σπετσιώτη, και μάλιστα γνωρίζουμε τι θα κάνει ή τι προγραμματίζει να κάνει μέσα σε αυτή. Αυτό το αφηγηματικό πλαίσιο απελευθερώνει τον αναγνώστη κι απογειώνει το βιβλίο. 

Ο Αντώνης είναι δικηγόρος, βρέθηκε στη δικηγορία λίγο πολύ τυχαία, 35αρης, «συνεργάτης» σε ένα γραφείο. Έχει δύο μεγάλες σχέσεις πίσω του, τη Στέλλα και την Άννα, και δυο χωρισμένους γονείς. Αυτή τη Παρασκευή πρέπει πρώτα να αντιμετωπίσει μια ζόρικη υπόθεση στο δικαστήριο – ένα κέντρο αισθητικής έχει βάλει μια κυρία να υπογράψει ένα σωρό αποδείξεις για θεραπείες και τώρα κινδυνεύει να χάσει το σπίτι της-, να δει την πρώτη του κοπέλα τη Στέλλα με την οποία δεν έχει ξεκόψει, να συνοδέψει τον πατέρα του από το Χαλκούτσι στο Δήλεσι, όσο εκείνος οδηγεί ένα γεωτρύπανο, και τελικά αργά το βράδυ να βρεθεί στα «γενέθλια» ενός μπαρ, για να τα πει με την πρώην του, την Άννα. 

Ο Αντώνης είναι ένας χαρακτηριστικός άνθρωπος της γενιάς μας, καλών προθέσεων και πάστας, έξυπνος, απομονωμένος, σε μια δουλειά που δεν μοιάζει καθόλου ιδανική, χαμένος και αποπροσανατολισμένος, αλλά ταυτόχρονα τρυφερός και δοτικός. Ο Αντώνης νοιάζεται∙ για τη μάνα του που σπατάλησε τη ζωή της με τον πατέρα του πριν τον χωρίσει, για τον πατέρα του που κατέληξε μόνος σε ένα παράπηγμα στο Χαλκούτσι, αλλά πέρασε και τη ζωή του μόνος πάνω σε ένα γεωτρύπανο, γιατί αγαπούσε πολύ τη δουλειά του, για τις παλιές κοπέλες του, ακόμα και για την αγαθή πελάτισσα του ινστιτούτου αισθητικής. Αυτό δεν τον εμποδίζει να εκνευρίζεται, να χαίρεται, να μην μπορεί να δει τον εαυτό του ειλικρινά. Ο Αντώνης σε δύο μήνες θα φύγει από την Ελλάδα γιατί τον πήραν σε μια θέση στο εξωτερικό που ούτε καν ξέρει τι είναι, και δεν το ‘χει πει σε κανέναν, ούτε στην ίδια του τη μάνα. 





Οι ήχοι και οι εικόνες της πόλης πρωταγωνιστούν στο μυθιστόρημα. Κι η Ελλάδα της κρίσης. Αυτό όμως που το ξεχωρίζει, και το κάνει ένα από καλύτερα βιβλία που διάβασα φέτος, είναι η καθαρότητα. Ο ήρωας του Κυθρεώτη ψάχνει να βρει τον εαυτό του ή μάλλον προσπαθεί να υπερασπίσει αυτό που είναι ο εαυτός του, με μεγάλη δύναμη, η φωνή του είναι ξεκάθαρη, κι όταν ουρλιάζει, κι όταν ψιθυρίζει, κι όταν είναι δίκαιος, κι όταν είναι άδικος. Δεν έχει σημασία αν συμφωνείς ή όχι μαζί του, αν ταυτίζεσαι ή όχι, σου αρκεί που τον ξέρεις. Σπάνια συγγραφέας μπαίνει τόσο στο πετσί του ήρωά του. 

Το «εκεί που ζούμε» είναι ευκολοδιάβαστο και πολυεπίπεδο μαζί, βουτάει στα βαθιά της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, ακόμα και στους δευτεραγωνιστές, ειδικά στη φιγούρα του πατέρα. Αποδεικνύει πως η λογοτεχνία, τις περισσότερες φορές, φτιάχνεται από τα χωμάτινα υλικά του εαυτού μας, κι όχι μόνο από τη δομή και τη φόρμα. Ο Χρίστος Κυθρεώτης τα κατάφερε, έστησε ένα μυθιστόρημα που ακούγεται περίτεχνο- 440 σελίδες για μία μόνο μέρα ενός ήρωα- μα απελευθερώθηκε από τη μεγάλη παράδοση των μοντερνιστικών μυθιστορημάτων σε αυτή τη μανιέρα, έβαλε ψυχή και τον εαυτό του, κι έγραψε ένα βιβλίο που είμαι σίγουρη πως θα τον καθιερώσει ως έναν από τους βασικούς εκπροσώπους της γενιάς μας. 



                                                                    Κατερίνα Μαλακατέ


 
"εκεί που ζούμε", Χρίστος Κυθρεώτης, εκδ. Πατάκη, 2019, σελ. 440














Υ.Γ. 42 Η πρώτη φωτογραφία στην ανάρτηση είναι δικιά μου, η τελευταία της Αγγελικής Μποζίκη. Η φωτογραφία εξωφύλλου πάντως είναι του Ιάκωβου Ανυφαντάκη. 



3/7/19

"Σάμα", Antonio di Benedetto



Ένας άνθρωπος σε πτώση. Αυτό είναι ο Σάμα του Αντόνιο ντι Μπενεντέτο. Ένας άντρας που από κορεχιδόρ (διοικητής της επαρχίας στην Αργεντινή) καταλήγει νομικός σύμβουλος σε μια περιοχή πολύ μακριά από την οικογένειά του, μάλλον κάπου στην Παραγουάη, μόνο και μόνο γιατί δεν είναι Ισπανός αλλά απόγονος Ισπανών, κρεολός, Αμερικάνος. Ο Αντόνιο ντι Μπενεντέτο, αν και τοποθετεί την ιστορία του σε μια ταραγμένη εποχή στα τέλη του 18ου αιώνα, λίγο πριν τους πολέμους ανεξαρτησίας από τους Ισπανούς αποικιοκράτες, δεν γράφει ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Γράφει όμως ένα βιβλίο βαθιά προσωπικό, βασισμένο στις μεταπτώσεις, τις ασάφειες, τις ματαιώσεις του ανθρώπινου ψυχισμού. Ένα υπαρξιακό μυθιστόρημα, που οι ειδικοί τώρα τοποθετούν κοντά στον Ξένο του Καμύ ή τη Ναυτία του Σαρτρ, αν και έχει τη γοητεία της Λατινικής Αμερικής, που δεν διαθέτουν τα άλλα. 

Ο κορεχιδόρ ήμουν κάποτε εγώ: ένας άνθρωπος της Δικαιοσύνης, ένας δικαστής. Τούτη η αίγλη, αν και όχι τόσο λαμπερή όσο ενός ήρωα, ήταν τόσο αγνή, τόσο ανώτερη, που κανείς δεν μπορούσε να την αμαυρώσει, να την αρνηθεί. Ένας άνθρωπος άφοβος, με την αποστολή και τη θέληση να δώσει τουλάχιστον ένα τέλος στα εγκλήματα. Άφοβος.
"Του μίλησα για το ποιος ήταν ο Σάμα". Ένα αντιφέγγισμα από τη λαμπρότητα της άλλης μου ζωής, που δεν πρόσφερε καμιά παρηγοριά στη μουντάδα των ημερών που τώρα ζούσα. 

Ο Σάμα δεν είναι ένας συμπαθητικός ήρωας, ανατρέπει διαρκώς τις αρχές του, συμπεριφέρεται αλλοπρόσαλλα και ανήθικα, καταρρέει. Αυτό όμως με κάποιο τρόπο, και παρά την πρωτοπρόσωπη αφήγησή του, που δηλώνει το αντίθετο, δεν γίνεται προσωπικό. Πιθανότατα κάθε άντρας που θα βρισκόταν στη θέση του, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την οικογένεια και τα παιδιά του, ματαιωμένος και υποβιβασμένος χωρίς λόγο, απλήρωτος, αναγκασμένος να μένει από δω κι από εκεί, θα άρχιζε αργά και σταθερά να διαλύεται. Ο Σάμα νιώθει αποξενωμένος και μόνος, χάνει την ταυτότητα και την ανθρωπιά του, παραδίδεται σε κατά φαντασίαν σεξουαλική λαγνεία, κρατά τα προσχήματα μέχρι ένα σημείο, αυτό της απόλυτης ένδειας. Μετά δεν ενδιαφέρεται καν για αυτά- αυτό που ήταν, ο πυρήνας του, έχει κατακερματιστεί, και τίποτα πια δεν τον σώζει. Πρόκειται για ένα βιβλίο εξαιρετικά μετρημένο λεκτικά, με οικονομία δράσης και σκηνών, που όμως μεταφέρει τον ψυχισμό του ήρωα με ακρίβεια. Είναι σαν να είμαστε μέσα στο κεφάλι του, δεν του συγχωρούμε τις κτηνωδίες, τα μικρά ατοπήματα και τις μεγάλες γκάφες, μα με κάποιον τρόπο τον κατανοούμε. Μέσα από τον Σάμα η γελοιότητα αλλά και η τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, διατρανώνονται. 

Ο ντι Μπενεντέτο, που έγραψε το Σάμα περίπου την εποχή που γραφόταν το Πέδρο Πάραμο, επέλεξε να ζήσει και να γράψει μακριά από τα λογοτεχνικά κέντρα. Για αυτό, αν και ήταν γνωστός στους Λατινοαμερικάνους συγγραφείς, στη Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη τον ξέραμε ελάχιστα. Η μετάφραση και έκδοση του Σάμα το 2016 στα αγγλικά τον επανέφερε στο προσκήνιο και αποκατέστησε την αδικία. [Βέβαια εμείς εδώ στην Ελλάδα είχαμε διαβάσει και τους Αυτόχειρες το 2014]. Δεν ξέρω τι κάνει έναν συγγραφέα «καλά κρυμμένο μυστικό», τι κάνει ένα βιβλίο «αποκάλυψη», εξήντα δύο χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση. Ξέρω όμως τι είναι καλή λογοτεχνία- όχι να την ορίσω, απλά ξέρω να την αναγνωρίζω όταν τη διαβάζω. Και το Σάμα είναι σίγουρα ένα σπουδαίο λογοτεχνικό επίτευγμα. 


                                          Κατερίνα Μαλακατέ



«Σάμα», Αντόνιο ντι Μπενεντέτο, μετ. Άννα Βερροιοπούλου, εκδ. Καστανιώτη, 2018, σελ. 297







Υ.Γ. 42 Στη φωτογραφία ό,τι πιο κοντινό σε μάτε στην Ελλάδα, ice tea ροδάκινο χωρίς ζάχαρη. Αλλά δεν είχα νεροκολοκύθα. 

28/6/19

"Κόκαλα από ήλιο", Mike McCormac



Το «Κόκαλα από ήλιο» του Μάικ ΜακΚόρμακ δεν έχει ούτε μια τελεία. Είναι ένα μυθιστόρημα 325 σελίδων απ’ όπου απουσιάζουν εντελώς τα σημεία στίξης. Για αυτό υπάρχει ένας καλός λόγος, αλλά δεν μπορώ να σας τον αποκαλύψω, πρέπει να το διαβάσετε και να φτάσετε στο τέλος. 

Πρόκειται για μια βουτιά στις αναμνήσεις ενός συνηθισμένου άντρα, του πολιτικού μηχανικού Μάρκους Κόνγουεϊ, που μας αφηγείται σκόρπια στιγμιότυπα από τον βίο του με τη γυναίκα του τη Μερέιντ και τα δύο του παιδιά, την καλλιτέχνιδα Άγκνες και τον κάπως θυμωμένο και τρελαμένο, Ντάρρα. Η ιστορία του, που θα μπορούσε να θυμίζει οποιαδήποτε άλλη, είναι γεμάτη μικρές ήττες αλλά και νίκες, αγάπη και πάθος, ρουτίνα και θυμό, απώλεια και φθορά. Ο Μάρκους φαίνεται να αναρωτιέται για το τι είναι αυτό που μένει τελικά από μια πολύχρονη μονογαμική σχέση, από τη γονεϊκή φροντίδα, από τη σχέση με την πολιτική και τα επαγγελματικά. 

Το μυθιστόρημα είναι αυστηρά μονοφωνικό, όπως και η ζωή. Αυτό που ακούμε είναι τα γεγονότα όπως διαδραματίζονται στο κεφάλι του ήρωα. Η απουσία τυπικής στίξης κάνει το αποτέλεσμα ακόμα πιο αληθοφανές και κάπως προκλητικό, σαν κάποιος να καταγράφει το χάος της ανθρώπινης σκέψης- κάποτε αναλαμβάνει το συνειδητό, άλλοτε το ασυνείδητο. Είναι από τις σπάνιες φορές που η σύζευξη φόρμας και περιεχομένου είναι τόσο επιτυχής. Με λίγα λόγια, το αφηγηματικό εύρημα του ΜακΚόρμακ, ένα μυθιστόρημα-μία πρόταση, έχει λόγο ύπαρξης. 

Δεν ξέρω αν το «Κόκαλα από ήλιο» μοιάζει με τα μυθιστορήματα του Σαραμάγκου ή του Τζόυς, όπως κατά κόρον γράφτηκε στις κριτικές- κατά τη γνώμη μου δεν μοιάζει ούτε μιμείται κανέναν από τους δύο- και πιθανότατα δεν θα μιλούσα ούτε για «αναγέννηση του υψηλού μοντερνισμού» και άλλα τέτοια βαρύγδουπα. Πρόκειται για ένα βιβλίο καλογραμμένο, που μένει στη μνήμη καιρό αφού το έχεις διαβάσει, ενώ φράσεις και καταστάσεις ξεπηδούν μπροστά σου εκεί που δεν το περιμένεις. Είναι μια καλή απόπειρα καταγραφής της ίδιας της ζωής∙ και του θανάτου.


                                               Κατερίνα Μαλακατέ



"Κόκαλα από ήλιο", Μάικ ΜακΚόρμακ, μετ. Παναγιώτης Κεχαγιάς, εκδ. Αντίποδες, 2018, σελ.336












26/6/19

"Το δεξί χέρι", Μανώλης Ανδριωτάκης



Το δεξί χέρι του Μανώλη Ανδριωτάκη είναι ένα παράξενα επίκαιρο πολιτικό μυθιστόρημα, που δεν διστάζει να φωτογραφίσει πρόσωπα και καταστάσεις και να καταπιαστεί με την χαμέρπεια της πολιτικής σε επίπεδο κομμάτων και εξουσίας. 

Πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος είναι ο Πέτρος Χρήστου, ένας μέτριας ευφυίας άνθρωπος, με πτυχίο κοινωνικών επιστημών, που ζει στο Παρίσι τα τελευταία χρόνια ενώ βιοπορίζεται με το να γράφει τις διπλωματικές φοιτητών. Ο Πέτρος ζει εν πολλοίς απομονωμένος στη Γαλλία, χωρίς φίλους, κι έχει μεγάλη δυσκολία να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους. Για κάποιον καιρό αρθρογραφεί ως blogger Καρλ Μαρξ, η ενασχόλησή του με το διαδίκτυο θα λήξει άδοξα όμως, όταν κάποιος χακάρει τον υπολογιστή του και βρίσκει αποδείξεις πως πλήρωνε για ιντερνετικό σεξ. 

Ένα τηλεφώνημα θα αλλάξει τη ζωή του Πέτρου, η παλιά του συμφοιτήτρια και μοναδική του φίλη, Σωτηρία, ηγείται του κόμματος των «Δημοκρατών», είναι έτοιμη να αναλάβει την πρωθυπουργία και θέλει να εντάξει τον Πέτρο στο επικοινωνιακό της επιτελείο. Ο Πέτρος στην αρχή νιώθει σαν χαμένος, δε έχει άλλα εφόδια για τη δουλειά παρά μόνον τη φιλία του με τη Σωτήρια. Γρήγορα όμως βρίσκει πατήματα, θαυμάζει αυτή τη γυναίκα που είναι ακέραια πολιτικός και νοιάζεται πραγματικά για το καλό της χώρας και συντάσσεται ολόψυχα στο πλευρό της. 

Όλα τα κακώς κείμενα της πολιτικής ζωής της χώρας περνούν από τις σελίδες του βιβλίου, διεφθαρμένοι επαγγελματίες πολιτικοί διαπλεκόμενοι με οικονομικά συμφέροντα, γλοιώδη ανθρωπάκια που φοβούνται για την καρέκλα τους, αήθεις δημοσιογράφοι, γελοίοι τρομοκράτες που όμως κάνουν τη ζημιά τους, εκβιαστές του διαδικτύου, μπλόγκερς, ινφλουένσερς στα σόσιαλ μίντια. 

Ο κεντρικός ήρωας διανύει μέσα σε όλα αυτά την προσωπική του διαδρομή, ενώ στην αρχή η πρωτοπρόσωπη αφήγησή του μοιάζει αφελής και κοινότοπη, σιγά σιγά γίνεται ενδιαφέρουσα και μεστή, για να φτάσει ο ίδιος σε μια ωρίμανση που συνάδει επιτέλους με τα σαράντα πέντε χρόνια του, να συνειδητοποιήσει τι είναι σημαντικό και τι όχι, και να αρχίσει να ζει φυσιολογικά. 

Το δεξί χέρι μιλά για άβολες αλήθειες, για αυτά που ξέρουμε όλοι πως γίνονται στην πολιτική σκηνή της χώρας αλλά κανένας δεν μπορεί να αποδείξει. Στην αρχή ο ήρωας μοιάζει άνευρος, όσο το βιβλίο σε βάζει σιγά σιγά στα νερά του. Σίγουρα πρόκειται για ένα από τα πιο ενδιαφέροντα αναγνώσματα εν μέσω προεκλογικής περιόδου αν και η αξία του συνεχίζει και μετά. Μόνο αν το ενδιαφέρον μας για την πολιτική δεν εξαντλείται τον καιρό της κάλπης, μπορούμε να πάρουμε ουσιαστικές πολιτικές αποφάσεις για τη ζωή μας. 


                                                                                   Κατερίνα Μαλακατέ


"Το δεξί χέρι", Μανώλης Ανδριωτάκης, εκδ. Μεταίχμιο, 2019, σελ.413 




19/6/19

"Οδηγίες για οικιακές βοηθούς", Lucia Berlin





Διαβάζοντας τη συλλογή διηγημάτων «Οδηγίες για οικιακές βοηθούς» της Λουσία Μπερλίν έχεις την αίσθηση πως διαβάζεις μυθιστόρημα, τέτοια είναι η ενότητα της θεματολογίας και του ύφους∙ ένα χαμηλότονο, σπαρακτικό μυθιστόρημα, που η Μπερλιν το έγραφε όλη της τη ζωή. Το βιβλίο περιλαμβάνει 44 από τα συνολικά 77 διηγήματα που έγραψε η συγγραφέας κατά τη διάρκεια ενός ταραχώδους βίου- δύο γάμοι, τέσσερα παιδιά, αλκοολισμός, ατελείωτες μετακινήσεις, δουλειές του ποδαριού, ανέχεια και μιζέρια καθώς και μια πιθανή κακοποίηση από τον παππού της. 

Τα διηγήματα έχουν πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, η Μπερλίν κατορθώνει να φτιάξει λογοτεχνία από τις ίδιες της τις σάρκες, δεν την νοιάζει η ακρίβεια των γεγονότων, η πραγματικότητα ως έχει, την ενδιαφέρει όμως η αλήθειά της. Τα κείμενα που την ορίζουν περισσότερο είναι αυτά που ασχολούνται με τη σχέση της με τη μητέρα και την οικογένεια εν γένει, αλλά και αυτά που μιλούν για το πώς είναι η ίδια ως μητέρα. Μια μητέρα που επανέλαβε το μοτίβο της αλκοολικής μητέρας της. Κάποια μιλούν και για τα νεανικά της χρόνια, όπου ο πατέρας της την έπαιρνε κοντά του στη Χιλή, αντί για τη μητέρα της, που ήταν συνέχεια «στο δωμάτιο της». Ο λόγος της είναι καθαρός, ο ρυθμός είναι υποβλητικός και το σύνολο εξαιρετικά γοητευτικό. Μοιάζει σαν όλη της η ζωή να είναι λογοτεχνία βιωμένη, σαν να τραγουδάει συνεχώς στον ίδιο και τον ίδιο σκοπό. Κι αυτό δεν είναι βαρετό, γιατί κάθε φορά ο σκοπός βελτιώνεται, βαθαίνει και μεστώνει. 

Είχα πολύ καιρό να διαβάσω συλλογή διηγημάτων που να με συναρπάσει, να με κρατήσει πλήρως αφοσιωμένη. Τείνω να κάνω απιστίες στα διηγήματα, να αφήνω τα βιβλία μισοτελειωμένα, μα αυτό σε ρουφούσε συνεχώς στον κόσμο του. Τα τραύματα των ηρωίδων της είναι βαθιά, ανομολόγητα και ομολογημένα, ο κόσμος που ζει σκληρός και ανελέητος, όμως οι ήρωες της δεν είναι ανήθικοι, ξέρουν πως βουλιάζουν, ξέρουν πως βυθίζονται. Δεν ξέρουν πώς να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Η γραφή της είναι γυναικεία, με ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να συνεπάγεται αυτό, με μια βρώμικη ευαισθησία που μόνο η πολυπλοκότητα ενός τέτοιου πλάσματος θα μπορούσε να πετύχει. Το χιούμορ εναλλάσσεται με τη μελαγχολία κι αφήνει τελικά μια γλυκόπικρη γεύση. 

Η Λουσία Μπερλίν είχε ελάχιστη αναγνώριση όσο ζούσε, ακόμα κι όταν γλίτωσε από τις μετακινήσεις και τη χειρωνακτική εργασία και βρήκε μια θέση στο Πανεπιστήμιο, λίγοι την ήξεραν. Πέθανε σχετικά νέα, από μια σκληρή ασθένεια, μέσα στην αφάνεια.Την ανακάλυψαν στην Αμερική έντεκα χρόνια μετά τον θάνατό της κι είμαι σίγουρη πως δεν θα την ξεχάσουν ποτέ ξανά.


                                                                Κατερίνα Μαλακατέ




"Οδηγίες για οικιακές βοηθούς", Λουσία Μπερλίν, μετ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Στερέωμα, 2018, σελ. 572

6/6/19

"Πλατεία Διαμαντιού", Mercè Rodoreda



Η Μερσέ Ροδορέδα είναι μάλλον η σπουδαιότερη Καταλανή συγγραφέας και η Πλατεία Διαμαντιού το πιο συζητημένο έργο της. Δεν είναι τυχαίο πως ο Χάρολντ Μπλουμ την περιλαμβάνει στον «Δυτικό κανόνα» στο «Η χαοτική εποχή: μια προφητεία για τον κανόνα». Πρόκειται για μια συγγραφέα που αναγκάστηκε να αφήσει την Ισπανία μετά τον εμφύλιο, να ζήσει σχεδόν όλη της τη ζωή ως πολιτική πρόσφυγας, και να γυρίσει στην πατρίδα της μόλις τρία χρόνια πριν πεθάνει. Ο θάνατός της δεν έγινε γνωστός εκτός Ισπανίας, αλλά όταν ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες έμαθε για το χαμό της, έγραψε ένα εκπληκτικό κείμενο στη μνήμη της. 

Όταν η Ροδορέδα έγραφε την Πλατεία Διαμαντιού, μόλις και μετά βίας θυμόταν πια πώς ήταν το μέρος, είχε χρόνια να το επισκεφτεί. Παρ’ όλα αυτά κατάφερε να στήσει ένα μυθιστόρημα που ο τόπος και η ιστορία πρωταγωνιστούν εξίσου, όσο κι οι ήρωες. Κεντρική φιγούρα και αφηγήτρια η Νατάλια, ένα κορίτσι που παντρεύτηκε νωρίς έναν άντρα μπλεγμένο με τα πολιτικά και μονίμως απόντα στον πόλεμο. Προσπάθησε να τα καταφέρει όσο καλύτερα μπορούσε, σε ένα σπίτι γεμάτο περιστέρια- η εμμονή του άντρα της- και δύο παιδιά που αγαπούσε με τον τρόπο της, να βρει τον εαυτό της ενώ γύρω της το πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι έβραζε και την παρέσερνε. 

Η αφήγηση είναι εξαιρετικά χαμηλότονη, μιλά για πράγματα σκαιά με τον πιο φυσικό τρόπο και για αυτό ο πόνος που αποπνέει το κείμενο είναι ασφυκτικός. Η Νατάλια ακόμα κι όταν σκέφτεται λόγω της πείνας στον Πόλεμο να αυτοκτονήσει αφού σκοτώσει τα παιδιά της, το κάνει απαλά, σαν να είναι κι αυτό μέρος της ζωής και της ανάσας. Το μυθιστόρημα έχει πολλά κομμάτια stream of consciousness, η δράση φαίνεται μέσα από τα λεγόμενα, σαν να πέφτει μια αραχνούφαντη κουρτίνα πάνω στα γεγονότα. Αυτό κάνει τα πράγματα σπαρακτικά. 

Πρόκειται για ένα πολυδιασπασμένο, πρωτοπρόσωπο κείμενο στα πρότυπα του μοντερνισμού. Τα ζητήματα που θίγονται είναι θέματα φύλου, εθνικής ταυτότητας, κοινωνικής τάξης, θρησκευτικής πίστης. Το βασικό μοτίβο όμως είναι η ζωή κι ο θάνατος και το μάταιο ενδιάμεσό τους. Ό,τι συμβαίνει, γίνεται μέρος της ρουτίνας, αυτού που είναι να γίνει, το σημαντικό μπλέκεται με το ασήμαντο∙ ακόμα κι όταν η πραγματικότητα σε γρονθοκοπά, κι αυτό να είναι μέρος της καθημερινότητας. 

Η γραφή της Μερσέ Ροδορέδα μου θύμισε έντονα Βιρτζίνια Γουλφ, μια Ισπανίδα Γουλφ με διαφορετική ποιότητα θλίψης. Οι ηρωίδες τους, ο τρόπος που αρχίζουν αργά και σταδιακά να αντιλαμβάνονται το φύλο και τον εαυτό τους, αλλά και η γραφή που μοιάζει χωρίς κορυφώσεις συναισθηματικές ενώ στην πράξη φλέγεται, τις κατατάσσει πολύ κοντά στο μυαλό μου. Οι δυο τους μίλησαν για έμφυλα και πολιτικά ζητήματα, με έναν τρόπο γυναικείο και καθαρό. 

Η Πλατεία Διαμαντιού είναι ένα πραγματικά καλό μυθιστόρημα, από αυτά που θα μείνουν κλασικά. Μιλάμε για ένα βιβλίο γοητευτικό, που δεν σε παρασύρει στον ρυθμό του, που τελειώνει αργά μα το θυμάσαι για καιρό. Μέρες μετά την ανάγνωση συνεχίζω να το σκέφτομαι, ζηλεύω τη θαυμαστή του οικονομία, νιώθω δέος για το πώς- μόνο η λογοτεχνία μπορεί- να εκφράσει αυτό που βρίσκεται βαθιά μέσα μας. Κάτι ανθρώπινο και απάνθρωπο συνάμα, που μας κάνει να συνεχίζουμε πορευόμαστε όσο κι αν ο κόσμος γύρω μας σκάει σε χίλια κομμάτια. 



                                                                 Κατερίνα Μαλακατέ

"Πλατεία Διαμαντιού", Μερσέ Ροδορέρα, μετ. Ευρυβιάδης Σοφός, εκδ. Καστανιώτη, 2019, σελ. 235

2/6/19

"Σεροτονίνη", Michel Houellebecq



Κάποια από τα βιβλία του Μισέλ Ουελμπέκ μού άρεσαν πολύ, όπως ο Χάρτης και η Επικράτεια ή η Υποταγή, κάποια άλλα πραγματικά με ενόχλησαν με τον μισογυνισμό τους, σε σημείο να μην γράψω καν για αυτά, πράγμα σπάνιο. Η Σεροτονίνη είναι μάλλον το πιο μέτριο μυθιστόρημά του που έχω διαβάσει, δεν μου δημιούργησε έντονα συναισθήματα, κατά ώσεις με έκανε να βαρεθώ με την μάλλον άνευρη και άνοστη γραφή. 

Ένας πενηντάχρονος υπάλληλος, ο Φλοράν Κλωντ του Υπουργείου Γεωργίας αποφασίζει να αφήσει την ερωμένη του, μια νεαρή Γιαπωνέζα που νοιάζεται μόνο για τα λούσα και τα λεφτά, και να εξαφανιστεί. Ξενοικιάζει το διαμέρισμα όπου έμεναν, αφήνοντάς την οικονομικά ξεκρέμαστη, κι αυτός ξεκινά να ζει σε ξενοδοχεία, στο Παρίσι και στη Γαλλική επαρχία, βυθίζεται όλο και πιο πολύ στην κατάθλιψη, αρχίζει να παίρνει αντικαταθλιπτικά, οπότε έχει και πτώση της σεξουαλικής επιθυμίας. Μέσα στη θλίψη του επισκέπτεται έναν φίλο, παλιό αριστοκράτη που το αρχοντικό του προσπάθησε να το κάνει φάρμα και μπανγκαλόου και μπλέκει και σε μια διαμαρτυρία των Γάλλων γαλακτοπαραγωγών. 

Πρόκειται για έναν κλασικά ουελμπεκικό ήρωα, έναν μίζερο και αξιολύπητο μεσήλικα λευκό άντρα που αναπολεί τις γυναίκες της ζωής του και τις κατατάσσει ανάλογα με το πόσο καλή πίπα του έπαιρναν. Η σταδιακή κατάρρευσή του Φλοράν Κλωντ είναι ίσως το καλύτερο κομμάτι του βιβλίου, και το μόνο που έχει πραγματικό νόημα, μας δίνει κάποιες στιγμές βάθους. Ακόμα όμως κι αυτό το θέμα ο συγγραφέας το χειρίζεται επιφανειακά και τσαπατσούλικα, ειδικά όσο κάνει πλάκα με τα αντικαταθλιπτικά, τον ψυχίατρο και την πτώση της λίμπιντο. 

Τα συνήθη θέματα του Ουελμπέκ είναι εδώ, ματαιότητα, ανικανότητα να βρεις ποιος είσαι, ματαίωση σε έναν καταναλωτικό κόσμο όπου δεν υπάρχει νόημα. Μα και τα συνήθη ελαττώματα είναι εδώ, μισογυνισμός, εκτενής ενασχόληση με το σεξουαλικό ζήτημα ενός άντρα που γερνάει, ένα πέρασμα ενός παιδόφιλου που παραμένει ατιμώρητος, μια προθήκη με όπλα στην εξοχή όπου έχει πρόσβαση ο καθένας, μια χλευαστική απεικόνιση μιας γυναίκας στα τριανταπέντε που μεγαλώνει μόνη το παιδί της. 

Η ιστορία με το γάλα δεν μου θυμίζει πολύ Κίτρινα Γιλέκα. Και δεν έχει και μεγάλη σημασία, ο Ουελμπέκ δεν είναι πολιτικός προφήτης, συγγραφέας είναι. Στη Σεροτονίνη αφέθηκε στις εμμονές του, στη δική του μιζέρια και δυστυχία, ίσως και στις ευκολίες του. Στο δεύτερο μέρος το μυθιστόρημα διασώζεται κάπως, όσο ο ήρωας παλεύει να μην αυτοκτονήσει, και βρίσκει κάποιο πάτημα στην αγάπη. Η συνολική γεύση πάντως είναι κάπως στυφή, σαν να μπαγιάτεψε η πρόκληση, σαν να μην έχει νόημα να ανέχεσαι πια κάποιον πολύ οικείο που δεν πρόκειται να διορθωθεί ποτέ. Αναρωτήθηκα αν θα ξαναδιαβάσω Ουελμπέκ μετά τη Σεροτονίνη, μπήκα στον πειρασμό να τον ξεγράψω. Όσο κι αν με απογοήτευσε όμως, η απάντηση είναι πως θα τον ξαναδιαβάσω, λίγοι συγγραφείς του καιρού μας τολμούν όπως αυτός, το επόμενο ίσως είναι πάλι αριστουργηματικό. 



                                                          Κατερίνα Μαλακατέ





"Σεροτονίνη", Μισέλ Ουελμπέκ, μετ. Γιώργος Καράμπελας, εκδ. Εστία, 2019, σελ.320



27/5/19

"Η Εβραία νύφη", Νίκος Δαββέτας





Η Εβραία νύφη του Νίκου Δαββέτα κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 2009 από τις εκδόσεις Κέδρος, έκανε αμέσως αίσθηση, απέσπασε το βραβείο της Ακαδημίας και καθιέρωσε τον συγγραφέα της στη συνείδηση του κοινού. Έκτοτε, έχει κυκλοφορήσει άλλες δύο φορές, μία από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, και τώρα από τις εκδόσεις Πατάκη. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που ακολουθεί τον Δαββέτα και όχι άδικα, μάλλον πρόκειται για το καλύτερό του ως τώρα.

Με φοβερή οικονομία εικόνων και λόγου, ο συγγραφέας στήνει ένα μυθιστόρημα που καταπιάνεται με πολλά θέματα ταυτόχρονα, κανένα δεν εξαντλεί, κανένα δεν ακουμπά επιφανειακά. Το βιβλίο αρχίζει εντυπωσιακά, ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, μεσήλικας δημοσιογράφος, βρίσκεται στο μπάνιο της Νίκης, μιας γυναίκας με την οποία έχει μόλις κάνει έρωτα. Παντού βρώμα και δυσωδία, ούτε να κατουρήσεις δεν μπορείς, κι ένας τοίχος με φωτογραφίες του πατέρα της. Η Νίκη είναι ανορεξική, τιμωρεί το σώμα της, γιατί δεν μπορεί να ανεχτεί το αμάρτημα του πατρός της, είναι ένα κορίτσι που το στοιχειώνει το παρελθόν, σαν πένθος.  Ο αφηγητής την ερωτεύεται, και γίνονται ζευγάρι. Αν και η κοπέλα δεν φαίνεται ικανή να ανεχτεί καν τον εαυτό της, πόσο μάλλον την αγάπη ενός άλλου ανθρώπου. 

Ο πατέρας της Νίκης κατέδιδε Εβραίους στην Κατοχή, κι  έπειτα καρπωνόταν την περιουσία τους. Φυσικά δεν τιμωρήθηκε ποτέ, πέθανε ως ένα ευυπόληπτο μέλος της κοινωνίας, με δόξα και τιμές. Ο πατέρας του αφηγητή ήταν αριστερός που υπηρετούσε τη στρατιωτική θητεία στη Μακρόνησο και τελικά βρέθηκε στην πρώτη γραμμή του μετώπου του Εμφυλίου, να κυνηγά τους συντρόφους του. Δεν κατάφερε να συνέλθει ποτέ, ήταν τυχοδιώκτης και τζογαδόρος, και πέθανε άδοξα. Το ζευγάρι, δεν μπορεί να ξεφύγει από το συναισθηματικό βάρος της οικογενειακής ιστορίας, ο καθένας δείχνει να βουλιάζει όλο και πιο πολύ σε ένα τέλμα που τους κυνηγά από τότε που γεννήθηκαν.


https://en.wikipedia.org/wiki/The_Jewish_Bride



Το μυθιστόρημα κινείται ανάμεσα σε δύο αφηγηματικούς χρόνους και τρεις άξονες πλοκής- η ερωτική ιστορία του δημοσιογράφου και της Νίκης, η ιστορία των Εβραίων της Θεσσαλονίκης και αυτή του Εμφυλίου.  Δεν πρόκειται για ιστορικό μυθιστόρημα, μα για ένα βιβλίο που προσπαθεί να μιλήσει για το Κακό, με όρους του σήμερα και του χθες, να διαχειριστεί τη συλλογική ευθύνη και τη μνήμη, όπως διαμορφώνουν τη σημερινή ζωή μας. Η φιγούρα της κάτισχνης Νίκης είναι καθηλωτική, κι έρχεται σε ευθεία αντίστιξη με τον πίνακα με τον οποίο έχει εμμονή η κοπέλα - την Εβραία νύφη του Ρέμπραντ-, αλλά και όσα ξέρουμε για το Ολοκαύτωμα. Η Νίκη δεν είναι Εβραία, την κατατρώει η ενοχή για πράξεις που δεν έκανε εκείνη. Και για τον αφηγητή, η σχέση με τον δικό του πατέρα και τη δράση του, είναι ανοιχτή πληγή. 

Ως τη μέση, το βιβλίο μοιάζει κάπως κοινότοπο, όμως σιγά σιγά βαθαίνει. Διάφορες ιστορίες εγκιβωτίζονται στη βασική πλοκή, το μυθιστόρημα ανοίγει, κάνει το πολιτικό προσωπικό κι έπειτα πάλι πολιτικό, δεν αφήνει τον αναγνώστη να εφησυχάσει. Και όλα αυτά, με μια αφήγηση πυκνή και ουσιαστική, πουθενά δεν χάνεις το νήμα, πουθενά ο συγγραφέας δεν βάζει επίτηδες τρικλοποδιές στον αναγνώστη. Τα πραγματολογικά στοιχεία είναι προσεκτικά διασταυρωμένα, η γλώσσα λιτή και περιεκτική, το κείμενο αντέχει σε πολλές αναγνώσεις, οι χαρακτήρες- και τα πάθη τους- είναι αληθινά. Όλα αυτά μαζί καθιστούν την Εβραία νύφη ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, ένα βιβλίο που χαίρεσαι να το διαβάζεις, και που το αποτύπωμα της ανάγνωσής του σου μένει στο μυαλό για καιρό μετά. 


                                                                Κατερίνα Μαλακατέ




"Η Εβραία νύφη", Νίκος Δαββέτας, εκδ. Πατάκης, σελ.286, 2019













Υ.Γ. 42 Θα ήθελα για εξώφυλλο τον πίνακα του Ρέμπραντ 

20/5/19

"Η θεραπεία των αναμνήσεων", Χρήστος Αστερίου




Είχα καιρό να διαβάσω ένα πραγματικά εξαιρετικό ελληνικό μυθιστόρημα. «Η θεραπεία των αναμνήσεων» του Χρήστου Αστερίου, επτά χρόνια μετά το πολύ πετυχημένο «Ίσλα Μπόα», είναι ένα ζηλευτό βιβλίο, με βάθος και συναίσθημα, ρυθμό και πλοκή. Εκκινεί αργά, παίρνει το χρόνο του στην αφήγηση, χτίζει τον ήρωα του και τελικά καταδύεται στα ενδότερα της ανθρώπινης ύπαρξης και φτάνει σε ερωτήματα ταυτότητας που απασχολούν όλους μας. Μα κυρίως αναρωτιέται, «υπάρχει κανένας που να ξέρει πραγματικά τους γονείς του;». 

Πρωταγωνιστής είναι ο Μάικ Μπουζιάνης, επιτυχημένος συγγραφέας στην Αμερική, που ξεκίνησε ως stand up comedian και κατέληξε κωμικός συγγραφέας. Τον βλέπουμε σε μια φάση της ζωής του που όλα καταρρέουν, βιώνει ένα άσχημο διαζύγιο, δεν μπορεί να γράψει τίποτα κι έχει αρχίσει να εξαρτάται από το ποτό. Σε μια μεγάλη παρουσίαση για χάρη του, καταρρέει μπροστά σε όλους και πέφτει. Από κει ξεκινά η άνοδος, αρχίζει να διδάσκει δημιουργική γραφή, βρίσκει έναν νέο έρωτα κι επικεντρώνεται στη ζωή του κι όχι των άλλων. Γράφει τη δική του ιστορία πια, διερευνά τη σχέση του με την οικογένεια, τον εαυτό, την πατρίδα, τον πατέρα. Και ανακαλύπτει πράγματα που δεν ήξερε, για τους γονιούς αλλά κυρίως για τον ίδιο. 

Θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς τη Θεραπεία των αναμνήσεων ως ένα ταξίδι αυτογνωσίας, αλλά μάλλον η ταμπέλα θα αδικούσε το βιβλίο που είναι πολυεπίπεδο και σε σημεία στοχαστικό. Μου φαίνεται πως πιο πολύ από όλα το χαρακτηρίζει το παιχνίδι από όπου πήρε τον τίτλο του: για να θεραπεύσουν τους ανοϊκούς ασθενείς, οι ψυχίατροι στήνουν ένα γαϊτανάκι αναμνήσεων, αντικείμενα, φωτογραφίες, ανθρώπους, μήπως βοηθήσουν τη μνήμη. Έτσι κι αυτό το μυθιστόρημα, δεν είναι ένα παιχνίδι νοσταλγίας, είναι μια λειτουργική άσκηση μνήμης. Πρόκειται για ένα βιβλίο που χτυπάει τον αναγνώστη ακριβώς εκεί που πονάει, στη μεγάλη αναντιστοιχία ανάμεσα στην εξωτερική πραγματικότητα κι αυτό που αισθανόμαστε μέσα μας. Ο Μάικ Μπουζιάνης, που στην αρχή του μυθιστορήματος φαίνεται να διακατέχεται από όλη την ματαιότητα που μας υπαγορεύει η σύγχρονη ζωή σιγά σιγά μεταμορφώνεται, όχι μόνο από το εσωτερικό του ταξίδι, αλλά γιατί αναγκάζεται να διερευνήσει τις ρίζες του, να ασχοληθεί με τους γονείς του, με την κόρη του, με μια νεαρή γυναίκα που τον αγαπά. Όλα όσα πρωτύτερα του φαίνονταν επιφανειακά και δίχως νόημα, τώρα σπάζει το κέλυφος και βλέπει τον πυρήνα τους. 

Το χιούμορ και η μουσική δίνουν ρυθμό στην ανάγνωση, η αφήγηση είναι τελείως φυσική, η γλώσσα είναι όσο πρέπει λιτή και αποστασιοποιημένη, κάποιες σκηνές θαρρείς πως τις έχουν γράψει σπουδαίοι ξένοι συγγραφείς- όπως ο Ροθ ή ο Όστερ. Διάβασα τη Θεραπεία των αναμνήσεων λαίμαργα, και τώρα κάπως σαν να μετάνιωσα που τελείωσε, ήθελα κι άλλο. Κι αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα κοπλιμέντα που μπορεί να κάνει ένας αναγνώστης σε ένα βιβλίο, να μην θέλει να τελειώσει, να συνεχίσει να επιθυμεί να βρίσκεται στον κόσμο του. 


                                                  Κατερίνα Μαλακατέ





"Η θεραπεία των αναμνήσεων", Χρήστος Αστερίου, εκδ. Πόλις, 2019, σελ. 299




16/5/19

Στη 16η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης





Τρίτη χρονιά φέτος που πήγα στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης. Δεν είχα καμία δουλειά, κανένα πάνελ, και καμία υποχρέωση να είμαι εκεί. Πήγα γιατί ήθελα, γιατί περνάω πολύ καλά σε αυτή τη μεγάλη γιορτή, γιατί βλέπω μαζεμένους ανθρώπους του βιβλίου που τους νιώθω δικούς μου, κι άλλους που τους θαυμάζω από μακριά. Και φυσικά πήγα και για την ωραία εκδρομή. Πάνω από 500 εκδηλώσεις με θέμα το βιβλίο (το πρόγραμμα των εκδηλώσεων και για τις τέσσερις μέρες είναι πάνω από 100 σελίδες), κάποιες κοινότοπες και βαρετές- ένας συγγραφέας μιλάει για το βιβλίο ενός άλλου και μας λέει πόσο αριστουργηματικό είναι-, κι άλλες πραγματικά ενδιαφέρουσες και σημαντικές, που θέτουν θέματα ουσίας για αναγνώστες και επαγγελματίες. 





Η Έκθεση γίνεται στο γνωστό συνεδριακό κέντρο που γίνεται και η ΔΕΘ, και έχει τριπλό χαρακτήρα. Πρώτα από όλα εμπορικό, υπάρχουν σε μικρά ή μεγαλύτερα σταντ σχεδόν όλοι οι εκδοτικοί οίκοι, ο καθένας μπορεί να αγοράσει ό,τι θέλει και να ενημερωθεί για τις νέες κυκλοφορίες. Αυτό για τους μικρούς εκδοτικούς είναι ιδιαίτερα σημαντικό, κάποια από τα βιβλία τους δεν φτάνουν σε όλα τα βιβλιοπωλεία, οι αναγνώστες μπορούν να τα δουν μόνο στις Εκθέσεις. Το δεύτερο κομμάτι της είναι οι εκδηλώσεις. Το τρίτο οι επαγγελματικές επαφές για το βιβλίο, σε έναν χώρο που συγκεντρώνονται όλοι. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που παραμένει στην Θεσσαλονίκη, αν γινόταν στην Αθήνα δεν θα είχε αντίστοιχη συμμετοχή επαγγελματιών τόσες ώρες κάθε μέρα. Ο καθένας θα έκανε την παρουσίασή του και θα έφευγε.  Η αλήθεια είναι πως η ίδια η πόλη δεν ζει στον ρυθμό της ΔΕΒΘ. Οι περισσότεροι Θεσσαλονικείς δεν ξέρουν καν τι συμβαίνει, τη μπερδεύουν με ένα παζάρι ξεπουλήματος βιβλίων που γίνεται στην παραλία κάποια άλλη χρονική στιγμή, δεν αντιλαμβάνονται πως σπουδαίοι Έλληνες και ξένοι συγγραφείς μαζεύονται τόσο κοντά τους για ένα τετραήμερο. 

Η διοργάνωση μού φάνηκε φέτος καλύτερη. Μοναδικό μελανό σημείο και φέτος η αδυναμία στην ουσία να φιλοξενήσει σωστά τους ξένους συγγραφείς. Είχα μεγάλη λαχτάρα να δω τον Λάζλο Κρασναχορκάι, αλλά η εκδήλωση έγινε σε μια στενή αίθουσα, με ελάχιστα ακουστικά διερμηνείας. Δεν πρόλαβα να πάω μια ώρα πριν κι έτσι έμεινα όρθια, χωρίς δυνατότητα μετάφρασης από τα ουγγρικά- ε, πόσο να με κρατήσει το γαλάζιο βλέμμα του Λάζλο, δεν άντεξα πολύ κι έφυγα. Κάπως πρέπει να μαζευτεί και το πρόγραμμα των εκδηλώσεων, κάποιες γίνονται για να γίνονται με λίγο κόσμο και απροετοίμαστους ομιλητές, ενώ κάποιες συμπίπτουν χρονικά κι είναι αδύνατο να τις παρακολουθήσεις.

Γύρισα από τη Θεσσαλονίκη ειλικρινά αναζωογονημένη- όλο αυτό έχει και κάπως χαρακτήρα σχολικής εκδρομής- με νέες εικόνες και πληροφορίες. Και με ανανεωμένη την όρεξή μου∙ για βιβλία και διάβασμα. 



                                                      Κατερίνα Μαλακατέ






14/5/19

"Στη ζωή νωρίς νυχτώνει", Ελένη Πριοβόλου




Η Ελένη Πριοβόλου έχει ένα μάλλον σπάνιο χάρισμα, η αφηγηματική της δεινότητα είναι τέτοια που φτιάχνει βιβλία που μπορούν να διαβαστούν κυριολεκτικά από όλους, και από εκείνους τους αναγνώστες που αναζητούν τη συγκίνηση και την πλοκή, και από αυτούς που θέλουν δεύτερο και τρίτο επίπεδο, βάθος. Είναι λίγες οι αντίστοιχες περιπτώσεις συγγραφέων- Ελλήνων και ξένων- που μπορούν να αποτελέσουν σκαλοπάτι για τον ανυποψίαστο αναγνώστη, να τον περάσουν στην αντίπερα όχθη των υποψιασμένων. 

Το «Στη Ζωή νωρίς νυχτώνει» είναι ένα χορταστικό βιβλίο πεντακοσίων σελίδων. Σε πρώτη ανάγνωση έχουμε εδώ ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης, δύο νέα κορίτσια, στη δεκαετία του ’60 που προσπαθούν να βρουν ποιες είναι μέσα στην κοινωνική και πολιτική αναταραχή της εποχής, να βάλουν όρια ανάμεσα στον καθωσπρεπισμό της οικογένειας, το πολιτικό και σεξουαλικό καζάνι που βράζει γύρω τους και το ποιες είναι. Η Οριάν- από το Οριάνθη- πιο απελευθερωμένη, κόρη διπλωμάτη και ορφανή από μητέρα και η πολύ πιο φοβισμένη και συντηρητική Άρια- από το Αριστέα- θα μπλέξουν τις ζωές του για λίγο, κι έπειτα θα χαθούν μετά από ένα ντου της αστυνομίας. Θα ξαναβρεθούν, πολλά χρόνια μετά, το 2015, και θα ξανασυστηθούν. 

Η Πριοβόλου βάζει από την αρχή το θέμα της χειραφέτησης της γυναίκας μπροστά, ένα θέμα που έκαιγε τότε και συνεχίζει να καίει. Παρακολουθεί τρεις γενιές γυναικών, αναγνωρίζει τα σημάδια της αλλαγής, δίνει μέσω της εγγονής της Οριάν της Οζ, την πορεία αυτού του αγώνα. Αλλά δεν μένει εκεί. Οι δύο ηρωίδες της είναι βαθιά πολιτικοποιημένες, η καθεμιά με τον τρόπο της, πιο έντονα η Οριάν και πιο χαμηλόφωνα η Άρια. Και αναγκάζονται να φύγουν από την Ελλάδα με τη δικτατορία. Η Άρια καταλήγει στον Καναδά κι η Οριάν πηγαίνει στον πατέρα της, στον Λίβανο, εκεί που έχει γεννηθεί. 

Με προσεκτικά φλας μπακ και εγκιβωτισμένες μικροϊστορίες, η φλεγόμενη Ιστορία της Μέσης Ανατολής διατρέχει το βιβλίο. Ένα δύσκολο πολιτικό θέμα, που αρκετοί δεν θα άγγιζαν- το παλαιστινιάκο, ο εμφύλιος στον Λίβανο, οι παναραβιστές, οι δυτικόφιλοι, οι δύο υπερδυνάμεις στην περιοχή- ο πόλεμος, σε αντίστιξη με την ειρήνη. Εδώ το μυθιστόρημα φαίνεται πως κρύβει αρκετή έρευνα πίσω του, δεν είναι ένα απλό πέρασμα αυτό που κάνει η Οριάν από τη Βηρυτό, σημαδεύει τη ζωή της και το βιβλίο. Μέσα από όλα αυτά προκύπτουν τα βασικά ζητήματα: ταυτότητας, πατρίδας, οικογένειας. Τι καθορίζει την προσωπική μας ιστορία και ανάπτυξη, πού είναι η πατρίδα μας και τι βαραίνει, ο τόπος, η γλώσσα, οι άνθρωποι, η θρησκεία, η συγκυρία; Ποιοι άνθρωποι θα είναι κοντά μας στα στερνά μας; Ξέρουν ποτέ τα παιδιά τους γονείς τους; Οι γονείς τα παιδιά; Ποιος είναι οικογένεια και με ποιον περνάμε τελικά τη ζωή μας. 

Μυθιστόρημα πολυφωνικό, με γλώσσα κάπως παλιακή – ίσως αυτό να το κάνει πιο προσιτό σε ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, αν κι εγώ πιστεύω πως ένα τέτοιο κείμενο γραμμένο πιο σύγχρονα θα μπορούσε να είναι ακόμα πιο επιδραστικό-, ένα βιβλίο που χαίρεσαι να το πιάνεις στα χέρια του για να το συνεχίσεις τα βράδια. Με πολλές πολιτικές και κοινωνικές αιχμές, μα αφήγηση ήπια και στρογγυλή, με ιδέες ολοκληρωμένες. Το μεγάλο ατού του βιβλίου είναι αυτό, ξέρει τι θέλει να πει, το εντάσσει μέσα στην πλοκή, οι ήρωες δεν μοιάζουν χάρτινοι, ούτε μόνο αφορμές για τον καμβά, ενώ ταυτόχρονα το φόντο- οι τόποι, η πολιτική, το κοινωνικό γίγνεσθαι είναι το βασικό θέμα. Έχουμε να διδαχτούμε δύο τρία πράγματα από τον τρόπο που αφηγείται η Πριοβόλου, από την ξεκάθαρη σκέψη της και τα ερωτήματα που βάζει, χωρίς να τα απαντά. Και κυρίως από τον τρόπο που από το πολιτικό και το ιστορικό κουβάρι φτιάχνει λογοτεχνία.


                                                                  Κατερίνα Μαλακατέ



"Στη ζωή νωρίς νυχτώνει", Ελένη Πριοβόλου, εκδ. Καστανιώτη, 2019, σελ. 512

5/5/19

"Το παιδί", Γιάννης Παλαβός




Ο Γιάννης Παλαβός και η μικρή φόρμα τα έχουν βρει εξαιρετικά μεταξύ τους, μοιάζει η γραφή του να είναι φτιαγμένη για τις μπουκιές ανάγνωσης, κατορθώνει σε μικρά κείμενα να δώσει άλλη πνοή. Συνηθίζω να λέω πως διηγήματα μπορούν να γράψουν σχεδόν όλοι οι γραφιάδες, καλά διηγήματα όμως ελάχιστοι∙ ο Παλαβός ανήκει σε αυτή την περίεργη κάστα των διηγηματογράφων. 

Το παιδί είναι μια συλλογή που έχει κοινό τον τόπο, τα διηγήματα είναι τοποθετημένα στην ελληνική επαρχία- φανταζόμαστε τον τόπο καταγωγής του συγγραφέα, το Βελβεντό Κοζάνης. Κι έχουν και κάτι άλλο κοινό, την αγριότητα της επαρχίας, τη ματαιότητα της ζωής, και τον θάνατο. Όλα αυτά όχι σκοτεινά, με δύναμη, με διαύγεια όπως αυτή που δίνει μια μοναχική βόλτα στο βουνό. Σου μεταδίδουν τη φύση και τη φύση των ανθρώπων, ζωντανά, νιώθεις σαν να είσαι εκεί και να ανασαίνεις τον καθαρό αέρα- και το ματωμένο χώμα.

Ξεχωρίζει το πρώτο, Το ελάφι, που έρχεται από τη μακρά παράδοσή μας στο διήγημα, βγαίνει απευθείας από τα σωθικά του Παπαδιαμάντη. Και η προτελευταία Πένσα, που με ελάχιστα λιτά μέσα δίνει την ιστορία της ανθρωπότητας. Σε όλα πρωταγωνιστούν οι άνθρωποι, το τοπίο, και ο τρόπος που σκεφτόμαστε. Σε όλα η γλώσσα είναι πυκνή, τα αφηγηματικά μέσα λίγα και ξεκάθαρα. Σε όλα κάτι συμβαίνει, δεν έχουμε εδώ θραύσματα ομφαλοσκόπησης, μόνο κομμάτια πραγματικότητας- περιγραφή και δράση. 

Ο Παλαβός δεν γράφει πολύ, κάποια από τα διηγήματα είχαν δημοσιευτεί ήδη από το 2012, κι η συλλογή ολοκληρώθηκε το 2019. Το προηγούμενο του βιβλίο (Το αστείο, 2012) βραβεύτηκε με το Κρατικό και το βραβείο του περιοδικού Αναγνώστης. Φαντάζομαι πως Το παιδί θα έχει παρόμοια τύχη. 



                                                           Κατερίνα Μαλακατέ


«Το παιδί», Γιάννης Παλαβός, εκδ. Νεφέλη, 2019, σελ. 105

30/4/19

"Μίστερ Γκουίν", Alessandro Baricco



Έχω αδυναμία στον Αλεσσάντρο Μπαρρίκο, αν κι είχα να τον διαβάσω πολλά χρόνια. Το «Μίστερ Γκουίν» περιλαμβάνει, στην ελληνική του έκδοση, δύο βιβλία- το ομώνυμο μυθιστόρημα και τη νουβέλα «Τρεις φορές το ξημέρωμα». Και τα δύο μού θύμισαν γιατί μου αρέσει τόσο πολύ η γραφή του και με έβαλαν ξανά σε έναν κόσμο ονειρικό και κάπως διεστραμμένο, αλλά τελικά διαυγή και κατανοητό.

Ένας μοναχικός συγγραφέας με μέτρια εκδοτική επιτυχία αποφασίζει να γράψει ένα άρθρο στη Γκάρντιαν όπου μεταξύ άλλων 51 πραγμάτων που υπόσχεται να μην ξανακάνει είναι να μην ξαναγράψει. Στην αρχή κανένας δεν τον παίρνει στα σοβαρά, ιδίως ο ατζέντης και κολλητός του φίλος. Όσο όμως ο καιρός περνά, φαίνεται να το εννοεί. Η μανία για το γράψιμο τον καταδιώκει κι αποφασίζει να γίνει "αντιγραφέας", να φτιάχνει με έναν δικό του ιδιότυπο τρόπο το πορτρέτο ενός προσώπου που θα του ποζάρει 32 μέρες γυμνό, αλλά αντί να το ζωγραφίζει, θα το γράφει. Η επιχείρηση, αν και μοιάζει καταδικασμένη, τελικά στέφεται με επιτυχία. 

Το «τρεις φορές το ξημέρωμα» είναι μια νουβέλα που παίζει ρόλο στην πλοκή του "Μίστερ Γκουίν", αν και στην πραγματικότητα ο Μπαρρίκο την εξέδωσε ένα χρόνο μετά το μυθιστόρημα. Πάντως σε πολλές μεταφράσεις, τα δύο βιβλία κυκλοφορούν μαζί. 

Ο Αλεσσάντρο Μπαρίκκο έχει ιδιαίτερο τρόπο γραφής, αναγνωρίσιμο. Παρόλο που πολλά κομμάτια του μυθιστορήματος είναι αφήγηση, κι όχι πράξη, σε βάζει τόσο βαθιά στην ιστορία του που δεν μπορείς να αφήσεις το βιβλίο από τα χέρια σου. Έχει αυθεντικό ταλέντο ως παραμυθάς, ό,τι κι αν αφηγούταν, θα το έκανε με τέτοιο τρόπο που θα κρεμόσουν από τα χείλη του- ή έστω τις σελίδες του βιβλίου. Σε αυτά τα βιβλία έχει και πολύ ενδιαφέρον θέμα. Η μοναξιά των ανθρώπων, η ματαιότητα της ζωής και του χρόνου που περνάει και μας οδηγεί ένα βήμα πιο κοντά στο τέλος, οι ανθρώπινες σχέσεις που φτάνουν πάντα ως ένα σημείο, διακριτό, πέρα από το οποίο καθένας μονάχος του πορεύεται.

Αλλά και τα βάσανα του γραφιά, η ανάγκη για γράψιμο και παρατήρηση που κατατρύχει τους ανθρώπους που γράφουν, η ανάγκη από ένα σημείο και μετά να ξεφύγεις από το λογοτεχνικό σινάφι που κάνει κύκλους και κυνηγάει την ουρά του. Ο ήρωας του Μπαρρίκο μοιάζει να είναι το άλτερ ίγκο του, ένας γενναίος άνθρωπος που δεν απαρνείται την κλίση του, αλλά ξεμπερδεύει με όλα τα συμπαραμαρτούντα- συμβόλαια, κριτικές, συναναστροφές-, κρατά μόνο την ουσία, αυτό που τον αφορά και αποκόπτει όλα τα άλλα. Μαζί του παρασύρει και τους λίγους ανθρώπους που έρχονται κοντά του σε ένα ταξίδι αυτογνωσίας. 

Απόλαυσα τον «Μίστερ Γκουίν», βυθίστηκα σχεδόν αμέσως στον κόσμο του και δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου. Και θυμήθηκα τι όμορφα είναι να ξαναγυρνάς σε συγγραφείς που αγαπάς, με την καρδιά ανοιχτή κι ικανή ακόμα να συγκινηθείς από μια καλογραμμένη ιστορία. 



                                                                 Κατερίνα Μαλακατέ



«Μίστερ Γκουίν», Αλεσσάντρο Μπαρίκκο, μετ. Άννα Παπασταύρου, εκδ. Πατάκη, 2019, σελ.316