6/6/19

"Πλατεία Διαμαντιού", Mercè Rodoreda



Η Μερσέ Ροδορέδα είναι μάλλον η σπουδαιότερη Καταλανή συγγραφέας και η Πλατεία Διαμαντιού το πιο συζητημένο έργο της. Δεν είναι τυχαίο πως ο Χάρολντ Μπλουμ την περιλαμβάνει στον «Δυτικό κανόνα» στο «Η χαοτική εποχή: μια προφητεία για τον κανόνα». Πρόκειται για μια συγγραφέα που αναγκάστηκε να αφήσει την Ισπανία μετά τον εμφύλιο, να ζήσει σχεδόν όλη της τη ζωή ως πολιτική πρόσφυγας, και να γυρίσει στην πατρίδα της μόλις τρία χρόνια πριν πεθάνει. Ο θάνατός της δεν έγινε γνωστός εκτός Ισπανίας, αλλά όταν ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες έμαθε για το χαμό της, έγραψε ένα εκπληκτικό κείμενο στη μνήμη της. 

Όταν η Ροδορέδα έγραφε την Πλατεία Διαμαντιού, μόλις και μετά βίας θυμόταν πια πώς ήταν το μέρος, είχε χρόνια να το επισκεφτεί. Παρ’ όλα αυτά κατάφερε να στήσει ένα μυθιστόρημα που ο τόπος και η ιστορία πρωταγωνιστούν εξίσου, όσο κι οι ήρωες. Κεντρική φιγούρα και αφηγήτρια η Νατάλια, ένα κορίτσι που παντρεύτηκε νωρίς έναν άντρα μπλεγμένο με τα πολιτικά και μονίμως απόντα στον πόλεμο. Προσπάθησε να τα καταφέρει όσο καλύτερα μπορούσε, σε ένα σπίτι γεμάτο περιστέρια- η εμμονή του άντρα της- και δύο παιδιά που αγαπούσε με τον τρόπο της, να βρει τον εαυτό της ενώ γύρω της το πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι έβραζε και την παρέσερνε. 

Η αφήγηση είναι εξαιρετικά χαμηλότονη, μιλά για πράγματα σκαιά με τον πιο φυσικό τρόπο και για αυτό ο πόνος που αποπνέει το κείμενο είναι ασφυκτικός. Η Νατάλια ακόμα κι όταν σκέφτεται λόγω της πείνας στον Πόλεμο να αυτοκτονήσει αφού σκοτώσει τα παιδιά της, το κάνει απαλά, σαν να είναι κι αυτό μέρος της ζωής και της ανάσας. Το μυθιστόρημα έχει πολλά κομμάτια stream of consciousness, η δράση φαίνεται μέσα από τα λεγόμενα, σαν να πέφτει μια αραχνούφαντη κουρτίνα πάνω στα γεγονότα. Αυτό κάνει τα πράγματα σπαρακτικά. 

Πρόκειται για ένα πολυδιασπασμένο, πρωτοπρόσωπο κείμενο στα πρότυπα του μοντερνισμού. Τα ζητήματα που θίγονται είναι θέματα φύλου, εθνικής ταυτότητας, κοινωνικής τάξης, θρησκευτικής πίστης. Το βασικό μοτίβο όμως είναι η ζωή κι ο θάνατος και το μάταιο ενδιάμεσό τους. Ό,τι συμβαίνει, γίνεται μέρος της ρουτίνας, αυτού που είναι να γίνει, το σημαντικό μπλέκεται με το ασήμαντο∙ ακόμα κι όταν η πραγματικότητα σε γρονθοκοπά, κι αυτό να είναι μέρος της καθημερινότητας. 

Η γραφή της Μερσέ Ροδορέδα μου θύμισε έντονα Βιρτζίνια Γουλφ, μια Ισπανίδα Γουλφ με διαφορετική ποιότητα θλίψης. Οι ηρωίδες τους, ο τρόπος που αρχίζουν αργά και σταδιακά να αντιλαμβάνονται το φύλο και τον εαυτό τους, αλλά και η γραφή που μοιάζει χωρίς κορυφώσεις συναισθηματικές ενώ στην πράξη φλέγεται, τις κατατάσσει πολύ κοντά στο μυαλό μου. Οι δυο τους μίλησαν για έμφυλα και πολιτικά ζητήματα, με έναν τρόπο γυναικείο και καθαρό. 

Η Πλατεία Διαμαντιού είναι ένα πραγματικά καλό μυθιστόρημα, από αυτά που θα μείνουν κλασικά. Μιλάμε για ένα βιβλίο γοητευτικό, που δεν σε παρασύρει στον ρυθμό του, που τελειώνει αργά μα το θυμάσαι για καιρό. Μέρες μετά την ανάγνωση συνεχίζω να το σκέφτομαι, ζηλεύω τη θαυμαστή του οικονομία, νιώθω δέος για το πώς- μόνο η λογοτεχνία μπορεί- να εκφράσει αυτό που βρίσκεται βαθιά μέσα μας. Κάτι ανθρώπινο και απάνθρωπο συνάμα, που μας κάνει να συνεχίζουμε πορευόμαστε όσο κι αν ο κόσμος γύρω μας σκάει σε χίλια κομμάτια. 



                                                                 Κατερίνα Μαλακατέ

"Πλατεία Διαμαντιού", Μερσέ Ροδορέρα, μετ. Ευρυβιάδης Σοφός, εκδ. Καστανιώτη, 2019, σελ. 235

2/6/19

"Σεροτονίνη", Michel Houellebecq



Κάποια από τα βιβλία του Μισέλ Ουελμπέκ μού άρεσαν πολύ, όπως ο Χάρτης και η Επικράτεια ή η Υποταγή, κάποια άλλα πραγματικά με ενόχλησαν με τον μισογυνισμό τους, σε σημείο να μην γράψω καν για αυτά, πράγμα σπάνιο. Η Σεροτονίνη είναι μάλλον το πιο μέτριο μυθιστόρημά του που έχω διαβάσει, δεν μου δημιούργησε έντονα συναισθήματα, κατά ώσεις με έκανε να βαρεθώ με την μάλλον άνευρη και άνοστη γραφή. 

Ένας πενηντάχρονος υπάλληλος, ο Φλοράν Κλωντ του Υπουργείου Γεωργίας αποφασίζει να αφήσει την ερωμένη του, μια νεαρή Γιαπωνέζα που νοιάζεται μόνο για τα λούσα και τα λεφτά, και να εξαφανιστεί. Ξενοικιάζει το διαμέρισμα όπου έμεναν, αφήνοντάς την οικονομικά ξεκρέμαστη, κι αυτός ξεκινά να ζει σε ξενοδοχεία, στο Παρίσι και στη Γαλλική επαρχία, βυθίζεται όλο και πιο πολύ στην κατάθλιψη, αρχίζει να παίρνει αντικαταθλιπτικά, οπότε έχει και πτώση της σεξουαλικής επιθυμίας. Μέσα στη θλίψη του επισκέπτεται έναν φίλο, παλιό αριστοκράτη που το αρχοντικό του προσπάθησε να το κάνει φάρμα και μπανγκαλόου και μπλέκει και σε μια διαμαρτυρία των Γάλλων γαλακτοπαραγωγών. 

Πρόκειται για έναν κλασικά ουελμπεκικό ήρωα, έναν μίζερο και αξιολύπητο μεσήλικα λευκό άντρα που αναπολεί τις γυναίκες της ζωής του και τις κατατάσσει ανάλογα με το πόσο καλή πίπα του έπαιρναν. Η σταδιακή κατάρρευσή του Φλοράν Κλωντ είναι ίσως το καλύτερο κομμάτι του βιβλίου, και το μόνο που έχει πραγματικό νόημα, μας δίνει κάποιες στιγμές βάθους. Ακόμα όμως κι αυτό το θέμα ο συγγραφέας το χειρίζεται επιφανειακά και τσαπατσούλικα, ειδικά όσο κάνει πλάκα με τα αντικαταθλιπτικά, τον ψυχίατρο και την πτώση της λίμπιντο. 

Τα συνήθη θέματα του Ουελμπέκ είναι εδώ, ματαιότητα, ανικανότητα να βρεις ποιος είσαι, ματαίωση σε έναν καταναλωτικό κόσμο όπου δεν υπάρχει νόημα. Μα και τα συνήθη ελαττώματα είναι εδώ, μισογυνισμός, εκτενής ενασχόληση με το σεξουαλικό ζήτημα ενός άντρα που γερνάει, ένα πέρασμα ενός παιδόφιλου που παραμένει ατιμώρητος, μια προθήκη με όπλα στην εξοχή όπου έχει πρόσβαση ο καθένας, μια χλευαστική απεικόνιση μιας γυναίκας στα τριανταπέντε που μεγαλώνει μόνη το παιδί της. 

Η ιστορία με το γάλα δεν μου θυμίζει πολύ Κίτρινα Γιλέκα. Και δεν έχει και μεγάλη σημασία, ο Ουελμπέκ δεν είναι πολιτικός προφήτης, συγγραφέας είναι. Στη Σεροτονίνη αφέθηκε στις εμμονές του, στη δική του μιζέρια και δυστυχία, ίσως και στις ευκολίες του. Στο δεύτερο μέρος το μυθιστόρημα διασώζεται κάπως, όσο ο ήρωας παλεύει να μην αυτοκτονήσει, και βρίσκει κάποιο πάτημα στην αγάπη. Η συνολική γεύση πάντως είναι κάπως στυφή, σαν να μπαγιάτεψε η πρόκληση, σαν να μην έχει νόημα να ανέχεσαι πια κάποιον πολύ οικείο που δεν πρόκειται να διορθωθεί ποτέ. Αναρωτήθηκα αν θα ξαναδιαβάσω Ουελμπέκ μετά τη Σεροτονίνη, μπήκα στον πειρασμό να τον ξεγράψω. Όσο κι αν με απογοήτευσε όμως, η απάντηση είναι πως θα τον ξαναδιαβάσω, λίγοι συγγραφείς του καιρού μας τολμούν όπως αυτός, το επόμενο ίσως είναι πάλι αριστουργηματικό. 



                                                          Κατερίνα Μαλακατέ





"Σεροτονίνη", Μισέλ Ουελμπέκ, μετ. Γιώργος Καράμπελας, εκδ. Εστία, 2019, σελ.320



27/5/19

"Η Εβραία νύφη", Νίκος Δαββέτας





Η Εβραία νύφη του Νίκου Δαββέτα κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 2009 από τις εκδόσεις Κέδρος, έκανε αμέσως αίσθηση, απέσπασε το βραβείο της Ακαδημίας και καθιέρωσε τον συγγραφέα της στη συνείδηση του κοινού. Έκτοτε, έχει κυκλοφορήσει άλλες δύο φορές, μία από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, και τώρα από τις εκδόσεις Πατάκη. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που ακολουθεί τον Δαββέτα και όχι άδικα, μάλλον πρόκειται για το καλύτερό του ως τώρα.

Με φοβερή οικονομία εικόνων και λόγου, ο συγγραφέας στήνει ένα μυθιστόρημα που καταπιάνεται με πολλά θέματα ταυτόχρονα, κανένα δεν εξαντλεί, κανένα δεν ακουμπά επιφανειακά. Το βιβλίο αρχίζει εντυπωσιακά, ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, μεσήλικας δημοσιογράφος, βρίσκεται στο μπάνιο της Νίκης, μιας γυναίκας με την οποία έχει μόλις κάνει έρωτα. Παντού βρώμα και δυσωδία, ούτε να κατουρήσεις δεν μπορείς, κι ένας τοίχος με φωτογραφίες του πατέρα της. Η Νίκη είναι ανορεξική, τιμωρεί το σώμα της, γιατί δεν μπορεί να ανεχτεί το αμάρτημα του πατρός της, είναι ένα κορίτσι που το στοιχειώνει το παρελθόν, σαν πένθος.  Ο αφηγητής την ερωτεύεται, και γίνονται ζευγάρι. Αν και η κοπέλα δεν φαίνεται ικανή να ανεχτεί καν τον εαυτό της, πόσο μάλλον την αγάπη ενός άλλου ανθρώπου. 

Ο πατέρας της Νίκης κατέδιδε Εβραίους στην Κατοχή, κι  έπειτα καρπωνόταν την περιουσία τους. Φυσικά δεν τιμωρήθηκε ποτέ, πέθανε ως ένα ευυπόληπτο μέλος της κοινωνίας, με δόξα και τιμές. Ο πατέρας του αφηγητή ήταν αριστερός που υπηρετούσε τη στρατιωτική θητεία στη Μακρόνησο και τελικά βρέθηκε στην πρώτη γραμμή του μετώπου του Εμφυλίου, να κυνηγά τους συντρόφους του. Δεν κατάφερε να συνέλθει ποτέ, ήταν τυχοδιώκτης και τζογαδόρος, και πέθανε άδοξα. Το ζευγάρι, δεν μπορεί να ξεφύγει από το συναισθηματικό βάρος της οικογενειακής ιστορίας, ο καθένας δείχνει να βουλιάζει όλο και πιο πολύ σε ένα τέλμα που τους κυνηγά από τότε που γεννήθηκαν.


https://en.wikipedia.org/wiki/The_Jewish_Bride



Το μυθιστόρημα κινείται ανάμεσα σε δύο αφηγηματικούς χρόνους και τρεις άξονες πλοκής- η ερωτική ιστορία του δημοσιογράφου και της Νίκης, η ιστορία των Εβραίων της Θεσσαλονίκης και αυτή του Εμφυλίου.  Δεν πρόκειται για ιστορικό μυθιστόρημα, μα για ένα βιβλίο που προσπαθεί να μιλήσει για το Κακό, με όρους του σήμερα και του χθες, να διαχειριστεί τη συλλογική ευθύνη και τη μνήμη, όπως διαμορφώνουν τη σημερινή ζωή μας. Η φιγούρα της κάτισχνης Νίκης είναι καθηλωτική, κι έρχεται σε ευθεία αντίστιξη με τον πίνακα με τον οποίο έχει εμμονή η κοπέλα - την Εβραία νύφη του Ρέμπραντ-, αλλά και όσα ξέρουμε για το Ολοκαύτωμα. Η Νίκη δεν είναι Εβραία, την κατατρώει η ενοχή για πράξεις που δεν έκανε εκείνη. Και για τον αφηγητή, η σχέση με τον δικό του πατέρα και τη δράση του, είναι ανοιχτή πληγή. 

Ως τη μέση, το βιβλίο μοιάζει κάπως κοινότοπο, όμως σιγά σιγά βαθαίνει. Διάφορες ιστορίες εγκιβωτίζονται στη βασική πλοκή, το μυθιστόρημα ανοίγει, κάνει το πολιτικό προσωπικό κι έπειτα πάλι πολιτικό, δεν αφήνει τον αναγνώστη να εφησυχάσει. Και όλα αυτά, με μια αφήγηση πυκνή και ουσιαστική, πουθενά δεν χάνεις το νήμα, πουθενά ο συγγραφέας δεν βάζει επίτηδες τρικλοποδιές στον αναγνώστη. Τα πραγματολογικά στοιχεία είναι προσεκτικά διασταυρωμένα, η γλώσσα λιτή και περιεκτική, το κείμενο αντέχει σε πολλές αναγνώσεις, οι χαρακτήρες- και τα πάθη τους- είναι αληθινά. Όλα αυτά μαζί καθιστούν την Εβραία νύφη ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, ένα βιβλίο που χαίρεσαι να το διαβάζεις, και που το αποτύπωμα της ανάγνωσής του σου μένει στο μυαλό για καιρό μετά. 


                                                                Κατερίνα Μαλακατέ




"Η Εβραία νύφη", Νίκος Δαββέτας, εκδ. Πατάκης, σελ.286, 2019













Υ.Γ. 42 Θα ήθελα για εξώφυλλο τον πίνακα του Ρέμπραντ 

20/5/19

"Η θεραπεία των αναμνήσεων", Χρήστος Αστερίου




Είχα καιρό να διαβάσω ένα πραγματικά εξαιρετικό ελληνικό μυθιστόρημα. «Η θεραπεία των αναμνήσεων» του Χρήστου Αστερίου, επτά χρόνια μετά το πολύ πετυχημένο «Ίσλα Μπόα», είναι ένα ζηλευτό βιβλίο, με βάθος και συναίσθημα, ρυθμό και πλοκή. Εκκινεί αργά, παίρνει το χρόνο του στην αφήγηση, χτίζει τον ήρωα του και τελικά καταδύεται στα ενδότερα της ανθρώπινης ύπαρξης και φτάνει σε ερωτήματα ταυτότητας που απασχολούν όλους μας. Μα κυρίως αναρωτιέται, «υπάρχει κανένας που να ξέρει πραγματικά τους γονείς του;». 

Πρωταγωνιστής είναι ο Μάικ Μπουζιάνης, επιτυχημένος συγγραφέας στην Αμερική, που ξεκίνησε ως stand up comedian και κατέληξε κωμικός συγγραφέας. Τον βλέπουμε σε μια φάση της ζωής του που όλα καταρρέουν, βιώνει ένα άσχημο διαζύγιο, δεν μπορεί να γράψει τίποτα κι έχει αρχίσει να εξαρτάται από το ποτό. Σε μια μεγάλη παρουσίαση για χάρη του, καταρρέει μπροστά σε όλους και πέφτει. Από κει ξεκινά η άνοδος, αρχίζει να διδάσκει δημιουργική γραφή, βρίσκει έναν νέο έρωτα κι επικεντρώνεται στη ζωή του κι όχι των άλλων. Γράφει τη δική του ιστορία πια, διερευνά τη σχέση του με την οικογένεια, τον εαυτό, την πατρίδα, τον πατέρα. Και ανακαλύπτει πράγματα που δεν ήξερε, για τους γονιούς αλλά κυρίως για τον ίδιο. 

Θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς τη Θεραπεία των αναμνήσεων ως ένα ταξίδι αυτογνωσίας, αλλά μάλλον η ταμπέλα θα αδικούσε το βιβλίο που είναι πολυεπίπεδο και σε σημεία στοχαστικό. Μου φαίνεται πως πιο πολύ από όλα το χαρακτηρίζει το παιχνίδι από όπου πήρε τον τίτλο του: για να θεραπεύσουν τους ανοϊκούς ασθενείς, οι ψυχίατροι στήνουν ένα γαϊτανάκι αναμνήσεων, αντικείμενα, φωτογραφίες, ανθρώπους, μήπως βοηθήσουν τη μνήμη. Έτσι κι αυτό το μυθιστόρημα, δεν είναι ένα παιχνίδι νοσταλγίας, είναι μια λειτουργική άσκηση μνήμης. Πρόκειται για ένα βιβλίο που χτυπάει τον αναγνώστη ακριβώς εκεί που πονάει, στη μεγάλη αναντιστοιχία ανάμεσα στην εξωτερική πραγματικότητα κι αυτό που αισθανόμαστε μέσα μας. Ο Μάικ Μπουζιάνης, που στην αρχή του μυθιστορήματος φαίνεται να διακατέχεται από όλη την ματαιότητα που μας υπαγορεύει η σύγχρονη ζωή σιγά σιγά μεταμορφώνεται, όχι μόνο από το εσωτερικό του ταξίδι, αλλά γιατί αναγκάζεται να διερευνήσει τις ρίζες του, να ασχοληθεί με τους γονείς του, με την κόρη του, με μια νεαρή γυναίκα που τον αγαπά. Όλα όσα πρωτύτερα του φαίνονταν επιφανειακά και δίχως νόημα, τώρα σπάζει το κέλυφος και βλέπει τον πυρήνα τους. 

Το χιούμορ και η μουσική δίνουν ρυθμό στην ανάγνωση, η αφήγηση είναι τελείως φυσική, η γλώσσα είναι όσο πρέπει λιτή και αποστασιοποιημένη, κάποιες σκηνές θαρρείς πως τις έχουν γράψει σπουδαίοι ξένοι συγγραφείς- όπως ο Ροθ ή ο Όστερ. Διάβασα τη Θεραπεία των αναμνήσεων λαίμαργα, και τώρα κάπως σαν να μετάνιωσα που τελείωσε, ήθελα κι άλλο. Κι αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα κοπλιμέντα που μπορεί να κάνει ένας αναγνώστης σε ένα βιβλίο, να μην θέλει να τελειώσει, να συνεχίσει να επιθυμεί να βρίσκεται στον κόσμο του. 


                                                  Κατερίνα Μαλακατέ





"Η θεραπεία των αναμνήσεων", Χρήστος Αστερίου, εκδ. Πόλις, 2019, σελ. 299




16/5/19

Στη 16η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης





Τρίτη χρονιά φέτος που πήγα στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης. Δεν είχα καμία δουλειά, κανένα πάνελ, και καμία υποχρέωση να είμαι εκεί. Πήγα γιατί ήθελα, γιατί περνάω πολύ καλά σε αυτή τη μεγάλη γιορτή, γιατί βλέπω μαζεμένους ανθρώπους του βιβλίου που τους νιώθω δικούς μου, κι άλλους που τους θαυμάζω από μακριά. Και φυσικά πήγα και για την ωραία εκδρομή. Πάνω από 500 εκδηλώσεις με θέμα το βιβλίο (το πρόγραμμα των εκδηλώσεων και για τις τέσσερις μέρες είναι πάνω από 100 σελίδες), κάποιες κοινότοπες και βαρετές- ένας συγγραφέας μιλάει για το βιβλίο ενός άλλου και μας λέει πόσο αριστουργηματικό είναι-, κι άλλες πραγματικά ενδιαφέρουσες και σημαντικές, που θέτουν θέματα ουσίας για αναγνώστες και επαγγελματίες. 





Η Έκθεση γίνεται στο γνωστό συνεδριακό κέντρο που γίνεται και η ΔΕΘ, και έχει τριπλό χαρακτήρα. Πρώτα από όλα εμπορικό, υπάρχουν σε μικρά ή μεγαλύτερα σταντ σχεδόν όλοι οι εκδοτικοί οίκοι, ο καθένας μπορεί να αγοράσει ό,τι θέλει και να ενημερωθεί για τις νέες κυκλοφορίες. Αυτό για τους μικρούς εκδοτικούς είναι ιδιαίτερα σημαντικό, κάποια από τα βιβλία τους δεν φτάνουν σε όλα τα βιβλιοπωλεία, οι αναγνώστες μπορούν να τα δουν μόνο στις Εκθέσεις. Το δεύτερο κομμάτι της είναι οι εκδηλώσεις. Το τρίτο οι επαγγελματικές επαφές για το βιβλίο, σε έναν χώρο που συγκεντρώνονται όλοι. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που παραμένει στην Θεσσαλονίκη, αν γινόταν στην Αθήνα δεν θα είχε αντίστοιχη συμμετοχή επαγγελματιών τόσες ώρες κάθε μέρα. Ο καθένας θα έκανε την παρουσίασή του και θα έφευγε.  Η αλήθεια είναι πως η ίδια η πόλη δεν ζει στον ρυθμό της ΔΕΒΘ. Οι περισσότεροι Θεσσαλονικείς δεν ξέρουν καν τι συμβαίνει, τη μπερδεύουν με ένα παζάρι ξεπουλήματος βιβλίων που γίνεται στην παραλία κάποια άλλη χρονική στιγμή, δεν αντιλαμβάνονται πως σπουδαίοι Έλληνες και ξένοι συγγραφείς μαζεύονται τόσο κοντά τους για ένα τετραήμερο. 

Η διοργάνωση μού φάνηκε φέτος καλύτερη. Μοναδικό μελανό σημείο και φέτος η αδυναμία στην ουσία να φιλοξενήσει σωστά τους ξένους συγγραφείς. Είχα μεγάλη λαχτάρα να δω τον Λάζλο Κρασναχορκάι, αλλά η εκδήλωση έγινε σε μια στενή αίθουσα, με ελάχιστα ακουστικά διερμηνείας. Δεν πρόλαβα να πάω μια ώρα πριν κι έτσι έμεινα όρθια, χωρίς δυνατότητα μετάφρασης από τα ουγγρικά- ε, πόσο να με κρατήσει το γαλάζιο βλέμμα του Λάζλο, δεν άντεξα πολύ κι έφυγα. Κάπως πρέπει να μαζευτεί και το πρόγραμμα των εκδηλώσεων, κάποιες γίνονται για να γίνονται με λίγο κόσμο και απροετοίμαστους ομιλητές, ενώ κάποιες συμπίπτουν χρονικά κι είναι αδύνατο να τις παρακολουθήσεις.

Γύρισα από τη Θεσσαλονίκη ειλικρινά αναζωογονημένη- όλο αυτό έχει και κάπως χαρακτήρα σχολικής εκδρομής- με νέες εικόνες και πληροφορίες. Και με ανανεωμένη την όρεξή μου∙ για βιβλία και διάβασμα. 



                                                      Κατερίνα Μαλακατέ






14/5/19

"Στη ζωή νωρίς νυχτώνει", Ελένη Πριοβόλου




Η Ελένη Πριοβόλου έχει ένα μάλλον σπάνιο χάρισμα, η αφηγηματική της δεινότητα είναι τέτοια που φτιάχνει βιβλία που μπορούν να διαβαστούν κυριολεκτικά από όλους, και από εκείνους τους αναγνώστες που αναζητούν τη συγκίνηση και την πλοκή, και από αυτούς που θέλουν δεύτερο και τρίτο επίπεδο, βάθος. Είναι λίγες οι αντίστοιχες περιπτώσεις συγγραφέων- Ελλήνων και ξένων- που μπορούν να αποτελέσουν σκαλοπάτι για τον ανυποψίαστο αναγνώστη, να τον περάσουν στην αντίπερα όχθη των υποψιασμένων. 

Το «Στη Ζωή νωρίς νυχτώνει» είναι ένα χορταστικό βιβλίο πεντακοσίων σελίδων. Σε πρώτη ανάγνωση έχουμε εδώ ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης, δύο νέα κορίτσια, στη δεκαετία του ’60 που προσπαθούν να βρουν ποιες είναι μέσα στην κοινωνική και πολιτική αναταραχή της εποχής, να βάλουν όρια ανάμεσα στον καθωσπρεπισμό της οικογένειας, το πολιτικό και σεξουαλικό καζάνι που βράζει γύρω τους και το ποιες είναι. Η Οριάν- από το Οριάνθη- πιο απελευθερωμένη, κόρη διπλωμάτη και ορφανή από μητέρα και η πολύ πιο φοβισμένη και συντηρητική Άρια- από το Αριστέα- θα μπλέξουν τις ζωές του για λίγο, κι έπειτα θα χαθούν μετά από ένα ντου της αστυνομίας. Θα ξαναβρεθούν, πολλά χρόνια μετά, το 2015, και θα ξανασυστηθούν. 

Η Πριοβόλου βάζει από την αρχή το θέμα της χειραφέτησης της γυναίκας μπροστά, ένα θέμα που έκαιγε τότε και συνεχίζει να καίει. Παρακολουθεί τρεις γενιές γυναικών, αναγνωρίζει τα σημάδια της αλλαγής, δίνει μέσω της εγγονής της Οριάν της Οζ, την πορεία αυτού του αγώνα. Αλλά δεν μένει εκεί. Οι δύο ηρωίδες της είναι βαθιά πολιτικοποιημένες, η καθεμιά με τον τρόπο της, πιο έντονα η Οριάν και πιο χαμηλόφωνα η Άρια. Και αναγκάζονται να φύγουν από την Ελλάδα με τη δικτατορία. Η Άρια καταλήγει στον Καναδά κι η Οριάν πηγαίνει στον πατέρα της, στον Λίβανο, εκεί που έχει γεννηθεί. 

Με προσεκτικά φλας μπακ και εγκιβωτισμένες μικροϊστορίες, η φλεγόμενη Ιστορία της Μέσης Ανατολής διατρέχει το βιβλίο. Ένα δύσκολο πολιτικό θέμα, που αρκετοί δεν θα άγγιζαν- το παλαιστινιάκο, ο εμφύλιος στον Λίβανο, οι παναραβιστές, οι δυτικόφιλοι, οι δύο υπερδυνάμεις στην περιοχή- ο πόλεμος, σε αντίστιξη με την ειρήνη. Εδώ το μυθιστόρημα φαίνεται πως κρύβει αρκετή έρευνα πίσω του, δεν είναι ένα απλό πέρασμα αυτό που κάνει η Οριάν από τη Βηρυτό, σημαδεύει τη ζωή της και το βιβλίο. Μέσα από όλα αυτά προκύπτουν τα βασικά ζητήματα: ταυτότητας, πατρίδας, οικογένειας. Τι καθορίζει την προσωπική μας ιστορία και ανάπτυξη, πού είναι η πατρίδα μας και τι βαραίνει, ο τόπος, η γλώσσα, οι άνθρωποι, η θρησκεία, η συγκυρία; Ποιοι άνθρωποι θα είναι κοντά μας στα στερνά μας; Ξέρουν ποτέ τα παιδιά τους γονείς τους; Οι γονείς τα παιδιά; Ποιος είναι οικογένεια και με ποιον περνάμε τελικά τη ζωή μας. 

Μυθιστόρημα πολυφωνικό, με γλώσσα κάπως παλιακή – ίσως αυτό να το κάνει πιο προσιτό σε ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, αν κι εγώ πιστεύω πως ένα τέτοιο κείμενο γραμμένο πιο σύγχρονα θα μπορούσε να είναι ακόμα πιο επιδραστικό-, ένα βιβλίο που χαίρεσαι να το πιάνεις στα χέρια του για να το συνεχίσεις τα βράδια. Με πολλές πολιτικές και κοινωνικές αιχμές, μα αφήγηση ήπια και στρογγυλή, με ιδέες ολοκληρωμένες. Το μεγάλο ατού του βιβλίου είναι αυτό, ξέρει τι θέλει να πει, το εντάσσει μέσα στην πλοκή, οι ήρωες δεν μοιάζουν χάρτινοι, ούτε μόνο αφορμές για τον καμβά, ενώ ταυτόχρονα το φόντο- οι τόποι, η πολιτική, το κοινωνικό γίγνεσθαι είναι το βασικό θέμα. Έχουμε να διδαχτούμε δύο τρία πράγματα από τον τρόπο που αφηγείται η Πριοβόλου, από την ξεκάθαρη σκέψη της και τα ερωτήματα που βάζει, χωρίς να τα απαντά. Και κυρίως από τον τρόπο που από το πολιτικό και το ιστορικό κουβάρι φτιάχνει λογοτεχνία.


                                                                  Κατερίνα Μαλακατέ



"Στη ζωή νωρίς νυχτώνει", Ελένη Πριοβόλου, εκδ. Καστανιώτη, 2019, σελ. 512

5/5/19

"Το παιδί", Γιάννης Παλαβός




Ο Γιάννης Παλαβός και η μικρή φόρμα τα έχουν βρει εξαιρετικά μεταξύ τους, μοιάζει η γραφή του να είναι φτιαγμένη για τις μπουκιές ανάγνωσης, κατορθώνει σε μικρά κείμενα να δώσει άλλη πνοή. Συνηθίζω να λέω πως διηγήματα μπορούν να γράψουν σχεδόν όλοι οι γραφιάδες, καλά διηγήματα όμως ελάχιστοι∙ ο Παλαβός ανήκει σε αυτή την περίεργη κάστα των διηγηματογράφων. 

Το παιδί είναι μια συλλογή που έχει κοινό τον τόπο, τα διηγήματα είναι τοποθετημένα στην ελληνική επαρχία- φανταζόμαστε τον τόπο καταγωγής του συγγραφέα, το Βελβεντό Κοζάνης. Κι έχουν και κάτι άλλο κοινό, την αγριότητα της επαρχίας, τη ματαιότητα της ζωής, και τον θάνατο. Όλα αυτά όχι σκοτεινά, με δύναμη, με διαύγεια όπως αυτή που δίνει μια μοναχική βόλτα στο βουνό. Σου μεταδίδουν τη φύση και τη φύση των ανθρώπων, ζωντανά, νιώθεις σαν να είσαι εκεί και να ανασαίνεις τον καθαρό αέρα- και το ματωμένο χώμα.

Ξεχωρίζει το πρώτο, Το ελάφι, που έρχεται από τη μακρά παράδοσή μας στο διήγημα, βγαίνει απευθείας από τα σωθικά του Παπαδιαμάντη. Και η προτελευταία Πένσα, που με ελάχιστα λιτά μέσα δίνει την ιστορία της ανθρωπότητας. Σε όλα πρωταγωνιστούν οι άνθρωποι, το τοπίο, και ο τρόπος που σκεφτόμαστε. Σε όλα η γλώσσα είναι πυκνή, τα αφηγηματικά μέσα λίγα και ξεκάθαρα. Σε όλα κάτι συμβαίνει, δεν έχουμε εδώ θραύσματα ομφαλοσκόπησης, μόνο κομμάτια πραγματικότητας- περιγραφή και δράση. 

Ο Παλαβός δεν γράφει πολύ, κάποια από τα διηγήματα είχαν δημοσιευτεί ήδη από το 2012, κι η συλλογή ολοκληρώθηκε το 2019. Το προηγούμενο του βιβλίο (Το αστείο, 2012) βραβεύτηκε με το Κρατικό και το βραβείο του περιοδικού Αναγνώστης. Φαντάζομαι πως Το παιδί θα έχει παρόμοια τύχη. 



                                                           Κατερίνα Μαλακατέ


«Το παιδί», Γιάννης Παλαβός, εκδ. Νεφέλη, 2019, σελ. 105

30/4/19

"Μίστερ Γκουίν", Alessandro Baricco



Έχω αδυναμία στον Αλεσσάντρο Μπαρρίκο, αν κι είχα να τον διαβάσω πολλά χρόνια. Το «Μίστερ Γκουίν» περιλαμβάνει, στην ελληνική του έκδοση, δύο βιβλία- το ομώνυμο μυθιστόρημα και τη νουβέλα «Τρεις φορές το ξημέρωμα». Και τα δύο μού θύμισαν γιατί μου αρέσει τόσο πολύ η γραφή του και με έβαλαν ξανά σε έναν κόσμο ονειρικό και κάπως διεστραμμένο, αλλά τελικά διαυγή και κατανοητό.

Ένας μοναχικός συγγραφέας με μέτρια εκδοτική επιτυχία αποφασίζει να γράψει ένα άρθρο στη Γκάρντιαν όπου μεταξύ άλλων 51 πραγμάτων που υπόσχεται να μην ξανακάνει είναι να μην ξαναγράψει. Στην αρχή κανένας δεν τον παίρνει στα σοβαρά, ιδίως ο ατζέντης και κολλητός του φίλος. Όσο όμως ο καιρός περνά, φαίνεται να το εννοεί. Η μανία για το γράψιμο τον καταδιώκει κι αποφασίζει να γίνει "αντιγραφέας", να φτιάχνει με έναν δικό του ιδιότυπο τρόπο το πορτρέτο ενός προσώπου που θα του ποζάρει 32 μέρες γυμνό, αλλά αντί να το ζωγραφίζει, θα το γράφει. Η επιχείρηση, αν και μοιάζει καταδικασμένη, τελικά στέφεται με επιτυχία. 

Το «τρεις φορές το ξημέρωμα» είναι μια νουβέλα που παίζει ρόλο στην πλοκή του "Μίστερ Γκουίν", αν και στην πραγματικότητα ο Μπαρρίκο την εξέδωσε ένα χρόνο μετά το μυθιστόρημα. Πάντως σε πολλές μεταφράσεις, τα δύο βιβλία κυκλοφορούν μαζί. 

Ο Αλεσσάντρο Μπαρίκκο έχει ιδιαίτερο τρόπο γραφής, αναγνωρίσιμο. Παρόλο που πολλά κομμάτια του μυθιστορήματος είναι αφήγηση, κι όχι πράξη, σε βάζει τόσο βαθιά στην ιστορία του που δεν μπορείς να αφήσεις το βιβλίο από τα χέρια σου. Έχει αυθεντικό ταλέντο ως παραμυθάς, ό,τι κι αν αφηγούταν, θα το έκανε με τέτοιο τρόπο που θα κρεμόσουν από τα χείλη του- ή έστω τις σελίδες του βιβλίου. Σε αυτά τα βιβλία έχει και πολύ ενδιαφέρον θέμα. Η μοναξιά των ανθρώπων, η ματαιότητα της ζωής και του χρόνου που περνάει και μας οδηγεί ένα βήμα πιο κοντά στο τέλος, οι ανθρώπινες σχέσεις που φτάνουν πάντα ως ένα σημείο, διακριτό, πέρα από το οποίο καθένας μονάχος του πορεύεται.

Αλλά και τα βάσανα του γραφιά, η ανάγκη για γράψιμο και παρατήρηση που κατατρύχει τους ανθρώπους που γράφουν, η ανάγκη από ένα σημείο και μετά να ξεφύγεις από το λογοτεχνικό σινάφι που κάνει κύκλους και κυνηγάει την ουρά του. Ο ήρωας του Μπαρρίκο μοιάζει να είναι το άλτερ ίγκο του, ένας γενναίος άνθρωπος που δεν απαρνείται την κλίση του, αλλά ξεμπερδεύει με όλα τα συμπαραμαρτούντα- συμβόλαια, κριτικές, συναναστροφές-, κρατά μόνο την ουσία, αυτό που τον αφορά και αποκόπτει όλα τα άλλα. Μαζί του παρασύρει και τους λίγους ανθρώπους που έρχονται κοντά του σε ένα ταξίδι αυτογνωσίας. 

Απόλαυσα τον «Μίστερ Γκουίν», βυθίστηκα σχεδόν αμέσως στον κόσμο του και δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου. Και θυμήθηκα τι όμορφα είναι να ξαναγυρνάς σε συγγραφείς που αγαπάς, με την καρδιά ανοιχτή κι ικανή ακόμα να συγκινηθείς από μια καλογραμμένη ιστορία. 



                                                                 Κατερίνα Μαλακατέ



«Μίστερ Γκουίν», Αλεσσάντρο Μπαρίκκο, μετ. Άννα Παπασταύρου, εκδ. Πατάκη, 2019, σελ.316

22/4/19

"Πατρίδα", Fernando Aramburu



Είναι δύσκολο, σχεδόν ακατόρθωτο, να μιλήσεις για τις 718 σελίδες της Πατρίδας του Φερνάντο Αραμπούρου, χωρίς να αφήσεις κάποιο σημαντικό ζήτημα απέξω. Κι αυτό γιατί πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που πραγματεύεται το καυτό θέμα της ΕΤΑ, της τρομοκρατίας και της ανεξαρτησίας της χώρας των Βάσκων, με ψυχρό αίμα. Το βιβλίο δεν χαϊδεύει κανενός τα αυτιά- ενώ σαφώς παίρνει πολιτική θέση. Και τέτοια κείμενα, τόσο κοντά στα γεγονότα, είναι σπάνια και γενναία. Μην ξεχνάμε πως μόλις το 2011 η ΕΤΑ δήλωσε πως σταματάει δια παντός τον ένοπλο αγώνα. 

«Έχω καιρό να διαβάσω ένα βιβλίο τόσο πειστικό και συγκινητικό, τόσο ευφυώς σχεδιασμένο» έγραψε για την Πατρίδα ο Μάριο Βάργκας Λιόσα και θα συμφωνήσω με τον πολυαγαπημένο μου Περουβιανό συγγραφέα. 

Στο βιβλίο πρωταγωνιστούν δυο οικογένειες, της Μίρεν και της Μπιττόρι. Οι δυο τους, φίλες από τα νεανικά τους χρόνια, είναι παντρεμένες με δύο κολλητούς φίλους, τον Χοσίαν και τον Τσιάτο. Και τα παιδιά των δύο οικογενειών αγαπιούνται. Μόνο ο μεγάλος γιος της Μίρεν, ο Χόσε Μάρι, αποστασιοποιείται, αρχίζει να μπλέκει με την ΕΤΑ μπαίνει στον ένοπλο αγώνα. Η μάνα του τον στηρίζει κι είναι περήφανη για κείνον. Τα άλλα δυο παιδιά της οικογένειας, η Αράντσα και ο Γκόρκα, ευφυέστερα και διαβασμένα, είναι πολύ πιο μετριοπαθή. 

Όλα αρχίζουν όταν ο άντρας της Μπιττόρι, ο Τσιάτο, επιτυχημένος επιχειρηματίας με φορτηγά, αρνείται να πληρώσει τον «επαναστατικό φόρο» στην ΕΤΑ και στοχοποιείται. Οι δυο οικογένειες δεν μιλιούνται πια, αρχίζουν να εμφανίζονται στο χωριό όλο και περισσότερα συνθήματα κατά του Τσιάτο, σχεδόν δεν μπορούν να ζήσουν εκεί. Πεισματάρηδες, μένουν στο χωριό, και τελικά η ΕΤΑ δολοφονεί τον Τσιάτο. Είναι μάλλον ασαφές αν το έγκλημα το διαπράττει ο Χόσε Μάρι, αν και αφήνονται υπόνοιες. 

Χρόνια αργότερα, ο Χόσε Μάρι είναι στη φυλακή, η Μπιττόρι αρχίζει να πηγαίνει κρυφά ξανά στο χωριό της, η Αράντσα είναι καθηλωμένη μετά από εγκεφαλικό σε αναπηρική καρέκλα, η Μίρεν είναι πιο ξεροκέφαλη από ποτέ- ενώ δεν σκαμπάζει από πολιτικά είναι εθνικά υπερήφανη που ο γιος της είναι φυλακή λόγω του ένοπλου αγώνα, κι ας έχει σκοτώσει ανθρώπους, ίσως μάλιστα και τον καλύτερό τους φίλο. Νιώθει έξαλλη που ο Χόσε Μάρι χάνει τα νιάτα του στη φυλακή, που έφαγε ξύλο όταν τον ανέκριναν και που δεν τον φέρνουν σε μια φυλακή κοντά στην πατρίδα. 

Η τρομοκρατία, τα θύματα, οι θύτες, το ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο, αλλά κυρίως η μνήμη και η συγχώρεση, αν μπορούν να υπάρξουν, με ποιο τρόπο, στοιχειώνουν όλο το μυθιστόρημα. Ο Αραμπούρου είναι εξαιρετικός στο ψυχογράφημα. Όλο το χωριό βαφτίζει τη Μπιττόρι «η τρελή» όταν εκείνη δειλά δειλά ξαναγυρνάει σπίτι. Μα τι τρελό έκανε; Ο άντρας της δολοφονήθηκε από την ΕΤΑ γιατί δεν έδωσε λεφτά. Όμως είναι τόσο Βάσκα, όσο κι εκείνοι. Μια χαροκαμένη Βάσκα που πλήρωσε πολύ ακριβά. Μια Βάσκα που μιλάει καλά τα βάσκικα, σε αντίθεση με τον φερόμενο ως δολοφόνο, τον Χόσε Μάρι που δεν τα μιλάει σωστά. Τι είναι τελικά αυτό που όπλισε το χέρι του ενός- κι η φωτογραφία του είναι αναρτημένη στο δημαρχείο σαν να είναι ήρωας-, τι τον ξεχωρίζει από τη γειτόνισσά του. Τι τον κάνει περισσότερο Βάσκο. 

Ταυτότητα, πατρίδα, οικογένεια, γλώσσα, όλοι αυτοί οι άνθρωποι εκκινούν από το ίδιο σημείο, δυο αμόρφωτες Βάσκες κοπελίτσες που παντρεύονται δυο φίλους. Ο ένας τα καταφέρνει οικονομικά, ο άλλος όχι. Τα παιδιά του ενός γίνονται γιατρός και δικηγόρος. Του άλλου, ο ένας φυλακή, η άλλη δουλεύει σε παπουτσάδικο, ο τρίτος γκέι ραδιοφωνικός παραγωγός. Ο κόσμος γύρω τους αλλάζει και τους απομονώνει. Και μεταμορφώνονται σε νησίδες μοναξιάς, ο καθένας με τις χτυπητές διαφορές του. Αποκτούν ταυτότητα μέσα από τη μοναξιά τους. Και τη θλίψη. Πόσες απώλειες, και από τις δύο πλευρές. Το κυριότερο που έχασαν είναι ο ένας τον άλλον και καθένας την ησυχία του και τη στήριξη της οικογένειας. Για μια ιστορία που ενώ είναι σημαντική και πολιτική, ίσως και να μην είναι. Μπορείς να συγχωρέσεις, αν έχεις χάσει τόσα πολλά; Μπορείς να ζητήσεις συγγνώμη; Ο συγγραφέας διερευνά αυτά τα ερωτήματα σχεδόν με ωμότητα και τραχύτητα. Κανένας από τους ήρωες του δεν είναι συμπαθής, ούτε αντιπαθής. Όλοι έχουν χάσει τη ζωή τους. Άξιζε τον κόπο; Κάποιοι είναι θύματα και κάποιοι θύτες. Αυτό μάς ζητάει να μην ξεχάσουμε. Δεν ζυγίζει το ίδιο η οδύνη του θύτη και του θύματος. Δεν θα μπορούσε. Πονούν όμως κι οι δύο. 

Γενναιότητα∙ σε μια χώρα που ακόμα στοχοποιούνται πρόσωπα, το να μιλήσεις ανοιχτά για αυτό το θέμα απαιτεί κότσια. Ο Αραμπούρου βέβαια δεν ζει στην Ισπανία πια. Και πάλι. Τρομοκρατία και εθνικισμός, ταυτότητα και πατρίδα, γλώσσα και οικογένεια. Ταλανίζουν την Ευρώπη όλο τον προηγούμενο αιώνα. Ταλανίζουν και τον δικό μας αιώνα. Αν δεν υπάρξει τρόπος μέσω της λογοτεχνίας να το διαπραγματευτούμε, τότε αμιγώς πολιτικά φαντάζει βουνό. Το βιβλίο μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, θα γίνει και σειρά από το HBO. Αξίζει τον κόπο. Αν αναγνωρίσουμε τον διπλανό μας ή τον εαυτό μας, αν αναγνωρίσουμε τον πόνο, κι ας μην είμαστε Βάσκοι, κι ας μην είμαστε Ισπανοί, κι ας μην είμαστε θύματα – ή θύτες- της τρομοκρατίας. Μήπως είμαστε όλοι; Γιατί αυτό που ζούμε, σε όλη την Ευρώπη, εμένα κάτι μου θυμίζει. 


                                                                     Κατερίνα Μαλακατέ



«Πατρίδα», Φερνάντο Αραμπούρου, μετ. Τιτίνα Σπερελάκη, εκδ. Πατάκη, 2019, σελ. 718 

14/4/19

"Όπως ποτέ", Μισέλ Φάις



Έχω διαβάσει και τα δύο προηγούμενα βιβλία της άτυπης τριλογίας του Μισέλ Φάις που ολοκληρώνεται με το Όπως ποτέ- το Από το πουθενά και το Lady cortisol. Για κανένα δεν έγραψα κείμενο, γιατί ένιωσα πως θα τα αδικούσα, θα χανόταν κάτι από την περίεργη μαγεία τους. Πρόκειται για βιβλία στα οποία οφείλεις να αφεθείς, αν προσπαθήσεις να τα προσεγγίσεις με τη λογική θα απογοητευτείς οικτρά. 

Ο Φάις σε αυτά τα τρία βιβλία γράφει ακραία αποσπασματικά, σχεδόν θραυσματικά, ξεχνάει τις λογοτεχνικές συμβάσεις, αρνείται να αναφέρει χαρακτηριστικά και γεγονότα, κρατάει ατόφιο το συναίσθημα. Αν αυτό ακούγεται επιφανειακό, δεν είναι, γιατί όσο προχωράει ο ασθματικός του λόγος, μπαίνουμε βαθιά στην ψυχοσύνθεση του άφαντου ήρωα, αρχίζουν να είναι αδιάφορες οι λεπτομέρειες, σε αφορά σε άλλο επίπεδο αυτό που γράφεται. 

[]Και με μάτια κλειστά, κάθομαι έξω από την πόρτα. Παρά λίγο να πω, μέσα από την πόρτα. Επόμενο δεν είναι; Περιστρεφόμενος. Αν και ακίνητος, όλα γυρίζουν. Και τότε αισθάνομαι, όχι όλες τις φορές, το έχω αισθανθεί πάντως, πως αν το θέλω τόσο πολύ, αν το θέλω μέσα από την καρδιά μου να μπω εκεί μέσα, όταν ανοίξω τα μάτια μου, όταν σταματήσει η περιδίνησή μου, θα βρίσκομαι εκεί. Ναι, θα βρίσκομαι εκεί μέσα. Αυτοπροσώπως. ‘Η έστω το φάσμα μου. Αισθάνομαι άσχημα ακόμα και που το λέω. Αλλά, ναι, έχω πέσει και σ’ αυτές τις αγυρτίες. Στο μεταξύ, η κυρία Αποτυχία με γλεντάει. Με προκλητικό σαδισμό μου συμπαραστέκεται. Πίνει, καπνίζει, λιμάρει τα νύχια της, κρεπάρει με τα χέρια τα μαλλιά της, φρεσκάρει το κραγιόν της και με προτρέπει να συνεχίσω. Μου ψιθυρίζει, σχεδόν λάγνα, στο αυτό πως θα βρίσκεται για πάντα δίπλα μου.[] 

Μπαίνω στον πειρασμό πολλά κομμάτια να τα διαβάζω δυνατά στον εαυτό μου, όπως κάνω με την ποίηση. Δεν είμαι τελείως πεπεισμένη πως κείμενα «ροής συνείδησης» σαν κι αυτό είναι αμιγώς πεζογραφικά. Από την άλλη, το βιβλίο σε σημεία είναι τόσο υποβλητικό, που δεν σε νοιάζουν οι ορισμοί. Αυτού του είδους η λογοτεχνία, μοιάζει απλή, δεν είναι. Αν παρασυρθεί ο συγγραφέας, υπάρχει ισχυρή πιθανότητα να μη βγαίνει κανένα νόημα. Αν πάλι ξεκινήσει από μια στέρεη αφηγηματική δεξαμενή, τότε το αποτέλεσμα είναι ηδονικό. 


                                                    Κατερίνα Μαλακατέ


   
"Όπως ποτέ", Μισέλ Φάις, εκδ. Πατάκη, 2019, σελ. 150
















3/4/19

"Περίγραμμα", Rachel Cusk



Με γοήτευσε η γραφή της Ρέιτσελ Κασκ στο πολυσυζητημένο «Περίγραμμα» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Gutenberg σε μετάφραση της Αθηνάς Δημητριάδου. Πρόκειται για το πρώτο μέρος της Τριλογίας, αυτό που εκτυλίσσεται στην Ελλάδα, - τα επόμενα, Transit και Kudos, τα περιμένουμε σύντομα- κι εντάσσεται σε αυτό το νέο είδος που ονομάζεται auto-fiction. Δεν πολυσυμπαθώ αυτά τα βιβλία, όπου ο συγγραφέας μάς δίνει ατόφιο το βίωμα του, μασκαρεμένο ως πεζογραφία, κάποια όμως είναι ενδιαφέροντα. 

Η καινοτομία στην περίπτωση της Κασκ είναι πως το άλτερ ίγκο της μέσα στο «Περίγραμμα», η συγγραφέας Φέι, που έχει την ηλικία της, είναι χωρισμένη, έχει δυο παιδιά κι έρχεται στην Ελλάδα για να διδάξει σε ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής, όπως η Κασκ, είναι μια παθητική αφηγήτρια. Είναι δέκτης πολλών ιστοριών, και εμπειριών, μας λέει ελάχιστα για την ίδια, παίζει το ρόλο του φίλτρου και του αναμεταδότη. Αυτή η φαινομενική ανυπαρξία της φιγούρας του αφηγητή αφήνει τις μικροϊστορίες να λάμψουν, και να έρθουν στο προσκήνιο τα βασικά θέματα που αφορούν τη συγγραφέα, η ζωή της, ο γάμος, τα παιδιά, το γράψιμο, η συνειδητοποίηση της ηλικίας και της ματαιότητας. 

Η Ρέιτσελ Κασκ γράφει το 2014, όμως δεν ενδιαφέρεται να δώσει μια εικόνα της Ελλάδας της Κρίσης, οι Έλληνες που συναντάει έχουν μάλλον υπαρξιακά προβλήματα. Αν με ενόχλησε κάτι, είναι οι διακριτές φιγούρες, πως αναγνώριζα ανθρώπους και καταστάσεις- την κάπως φιλάρεσκη αλλά εξαιρετικά εύγλωττη και τελικά συμπαθή συγγραφέα που πέρασε καιρό στο Βερολίνο, τη λεσβία ποιήτρια, την πανέμορφη εκδότρια, τα παιδιά του σεμιναρίου. Αυτό είναι πρόβλημα μόνο για τον Έλληνα αναγνώστη στο συγκεκριμένο, αλλά φαντάζομαι πως δημιουργεί ενδοιασμούς για όλο το auto-fiction στους ανθρώπους που μπορούν να αναγνωρίσουν το βίωμα. 

Με απασχόλησαν αρκετά οι απόψεις της Κασκ για τη γραφή. Στα παιδιά του σεμιναρίου δημιουργικής γραφής ζητάει μόνο εικόνες, δεν φαίνεται να την απασχολεί ιδιαίτερα που αναγκάζονται για χάρη της να γράψουν σε μια γλώσσα που δεν είναι η μητρική τους, σε μια αποστροφή μάλιστα λέει πως η ελληνική δεν είναι γλώσσα διεθνής, ε, τι να γίνει, έπαιξε κι έχασε. Φαίνεται να μην ενδιαφέρεται για την ίδια τη μυθοπλασία, έχει λίγο σεβασμό για την πλοκή και τους ήρωες, τους μεταχειρίζεται, κι έπειτα τους πετάει. 

Αν και το ίδιο το βιβλίο είναι σαγηνευτικό, η ιδέα πως θα επικρατήσει το auto-fiction τελικά με ενοχλεί. Καταλαβαίνω την έλξη που μου ασκεί, είναι μια οριακή κλειδαρότρυπα, που όταν γράφεται από καλό γραφιά, σου δίνει την αίσθηση της φρεσκάδας και της αμεσότητας. Από την άλλη, αν κυριαρχήσει, θα γεμίσουμε κοινότοπες ιστορίες, δίχως πραγματικό βάθος. Γιατί για να γράψεις τέτοιου είδους κείμενα, χωρίς να πλατειάσεις, και χωρίς να πέσεις στην παγίδα της αυταρέσκειας, χρειάζεται μία μαντλέν∙ πόσοι έχουν τη γεύση της στο μυαλό τους, είναι άλλο ζήτημα. 



                                                                   Κατερίνα Μαλακατέ


"Περίγραμμα", Rachel Cusk, μετ. Αθηνά Δημητριάδου, εκδ. Gutenberg, σελ. 247, 2019

29/3/19

Δέκα χρόνια μετά




Σαν σήμερα, πριν δέκα χρόνια, δημιουργήθηκε το Διαβάζοντας. Και με αυτό, εννοώ το blog κι όχι όλα τα άλλα εργαλεία που το συνοδεύουν. Όταν το έφτιαξα, το 2009, είχα μια αμυδρή ιδέα, κάπως σκοτεινή, για το πώς δουλεύουν τα blogs. Επισκεπτόμουν μερικά τακτικά, αλλά δεν λάμβανα μέρος στις συζητήσεις, ανακάλυπτα βιβλία κι έπαιρνα σιωπηλά μια γεύση από έναν βιβλιόφιλο κόσμο που μέχρι τότε μόνο ονειρευόμουν. Έφτιαξα το Διαβάζοντας σε μια παρόρμηση, ένα βράδυ. Ήταν ένα στιγμιαίο λάθος. Παραλίγο δε, να το λένε «ΔιαβάΖωντας». Οριακά απέφυγα το μάλλον προφανές και κάπως δημοσιογραφίστικο λογοπαίγνιο. 

Ανέβασα το πρώτο πόστ- ήταν για τον Λιόσα- και το ποστάρισα στο Facebook. Τότε ήταν της μόδας οι bloggers να είναι ανώνυμοι, αλλά για κάποιο λόγο δεν συμπαθούσα την ανωνυμία. Το ίδιο βράδυ σχεδόν, ανακάλυψε το blog ένας καλός παλιός μου συμμαθητής και γνωστός blogger. Και συνειδητοποίησα πως δεν ήμουν μόνη. Στους διαλόγους μας χρωστάω το ότι κράτησα το blog ζωντανό τον πρώτο καιρό. Κι έπειτα δεν με ένοιαζε πια, ήμουν μέρος της κοινότητας. Δεν ήξερα να το ορίσω, ούτε και τώρα, αλλά το blog σημάδεψε μια εποχή, αυτή της μετάβασης. Μπόρεσα μέσα από αυτό, από τα μικρά και κάποτε κάπως ξετσίπωτα κείμενα που ανέβαζα εδώ, να καταλάβω πως εκείνο το μοναχικό κορίτσι που ξεκοκκάλιζε βιβλία καθισμένο στους διαδρόμους της σχολικής βιβλιοθήκης- γιατί η καρτέλα του ήταν ήδη γεμάτη και δεν του δάνειζαν άλλα αυτή την εβδομάδα- ήμουν εγώ. Και ενήλικη, αυτή ήμουν, όσο κι αν προσπαθούσα να το ξορκίσω∙ για τους άλλους. 

Το blogging είναι μοναχική διαδικασία, μοιάζει σε αυτό με το διάβασμα και το γράψιμο. Όμως στην εποχή των social media, η μοναχικότητα άλλαξε μορφές. Έφτιαξα τη σελίδα στο facebook αλλά και το group, ίσα για να ανεβάζω τα ποστ μου εκεί, να απελευθερώσω το προφίλ μου από τη μονοτονία των αναρτήσεων για βιβλία. Στην πράξη, εκείνη την εποχή ήμουν ενεργή μόνο στο twitter- μεγάλο σχολείο το twitter, ευνοούσε τον ρυθμό, την καυστικότητα και την ατάκα. Όταν το πράγμα άρχισε να γίνεται σιχαμερά κομματικοποιημένο, έκλεισα τον λογαριασμό μου. Και τότε ήρθε η σειρά του Facebook. 

Αλλά για την άνθηση εκεί, θα σας πως μια άλλη φορά, ίσως αν καταφέρω ποτέ να θυμηθώ πότε φτιάχτηκε το group. Θα σας πω πως αγαπώ το blog γιατί είναι ένα αρχείο των κειμένων μου, και με ένα τρόπο των βιβλίων που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια- κι ας μην είναι όλα εδώ. Το blog έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της ανάγνωσης (μου). Δεν κρατάω ποτέ σημειώσεις, όμως έχω πάντα στον νου μου πως πιθανότατα κάτι θα γράψω για το βιβλίο που διαβάζω. Υπάρχουν μισοτελειωμένα κείμενα που δεν ανέβηκαν ποτέ; Φυσικά. Υπάρχουν συγγραφείς που τους αδίκησα, στη θέρμη της πρώτης ανάγνωσης; Βεβαίως. Υπάρχουν κείμενα που ξαναδιάβασα και τα εκτίμησα διαφορετικά; Πώς αλλιώς; Και κείμενα δικά μου για τα οποία δεν είμαι φοβερά περήφανη; Ένα σωρό. Αυτή είναι η χαρά του μέσου, η διαφορά του, δίνει την αίσθηση της πρώτης ανάγνωσης, με όλα τα καλά και τα κακά της. 

Είμαι συγγραφέας γιατί υπάρχει το blog; Έγραφα και πριν. Όμως η καθημερινή τριβή με το κείμενο είναι μεγάλο σχολείο. Διαβάζω πιο πολύ γιατί υπάρχει το blog; Ναι. Αυτό με έβαλε σε μια παρέα βιβλιόφιλων, άλλαξε τις αναγνωστικές μου συνήθειες και τους ρυθμούς. Φταίει το blog που υπάρχει το Booktalks; Εννοείται. Είμαι ευγνώμων για κείνο το στιγμιαίο λάθος δέκα χρόνια πριν; Ε, ναι!





27/3/19

"Υπόγειος σιδηρόδρομος", Colson Whitehead



Ο Υπόγειος σιδηρόδρομος του  Colson Whitehead πήρε και το National Book Award 2016 και το Pulitzer 2017, κάτι που συμβαίνει σπάνια στην Αμερική. Πραγματεύεται ένα θέμα που πονάει βαθιά τη χώρα και τη διχάζει ακόμα και τώρα, αυτό του φυλετικού ρατσισμού. Η δράση τοποθετείται στην Αμερική πριν τον Εμφύλιο, η δουλεία είναι νόμιμη κι άνθρωποι είναι ιδιοκτησίες άλλων ανθρώπων, σαν τα πράγματα και τα κτήματα. Μόνο που τα σκαμνιά, τα τραπέζια και τα χωράφια δεν ματώνουν, oι σκλάβοι πεθαίνουν με όλους τους δυνατούς τρόπους, σακατεύονται, υποτιμούνται, μαστιγώνονται. Οι μαύροι δεν είναι άνθρωποι, ακόμα και τα κατοικίδια είναι σε καλύτερη μοίρα, τα παιδιά τους πεθαίνουν συνήθως, αλλά ακόμα κι αυτά που επιβιώνουν πωλούνται μακριά. Η ζωή στις φυτείες του Νότου είναι μαρτυρική, όμως δεν είναι πολύ καλύτερη ούτε στις Βόρειες πολιτείες, ίσως λίγο λιγότερο βάναυση. Ο εφιάλτης μιας ζωής στη σκλαβιά δεν φαίνεται να τελειώνει παρά με τον θάνατο.  

Κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος η Κόρα, που γεννήθηκε σκλάβα σε μια φυτεία στη Τζόρτζα (sic). Στην αρχή την παρακολουθούμε ως μια έφηβη, που την παράτησε η μητέρα της όταν το έσκασε από τη φυτεία. Το κορίτσι προσπαθεί να επιβιώσει, συμπεριφέρεται κάπως ελεύθερα και για αυτό τη στέλνουν στην καλύβα των τρελών. Ώσπου μια μέρα έρχεται ένας σκλάβος από την Βιρτζίνια, ο Σίζαρ, μεγαλωμένος αλλιώς, και την πείθει να αποδράσουν. Παίρνουν τον υπόγειο σιδηρόδρομο και ακολουθούν ένα σωρό σταθμούς, από την Νότια Καρολίνα, ως τη Βόρεια, ως την Ιντιάνα και την Καλιφόρνια. Η Κόρα θα περάσει ξυστά από τις διαδικασίες της στείρωσης και της εξάπλωσης της σύφιλης, θα κρυφτεί για μήνες σε μια χαραμάδα στα δοκάρια μιας οροφής, θα αλυσοδεθεί από έναν κυνηγό σκλάβων, θα ζήσει σε ένα κοινόβιο με ελεύθερους μαύρους. Στην πορεία παντού πτώματα, βασανισμοί- αποκορύφωμα το «Μονοπάτι της Ελευθερίας», εκατοντάδες μαύρα κορμιά κρεμασμένα αφήνονται στη σήψη και τα όρνια. 

Ο υπόγειος σιδηρόδρομος ήταν ο ευφημισμός που χρησιμοποιούταν στην πορεία των σκλάβων για την ελευθερία, ο Whitehead τον φαντάζεται πραγματικό. Είναι το τρικ του για να μας βάλει στην ιστορία, να εξηγήσει πώς όποιοι κι αν είναι οι νόμοι, εσύ προσωπικά μπορείς να αντισταθείς, πως έχει σημασία ακόμα και η επανάσταση του ενός. Το βιβλίο αρχίζει εντυπωσιακά, ο συγγραφέας δεν μασάει τα λόγια του. Στην πορεία βέβαια υπάρχουν έντονες στιγμές διδακτισμού, κλισέ, κάποιες ιδέες μοιάζουν βγαλμένες από τη δική μας πολίτικαλι κορέκτ εποχή κι όχι από τη βαναυσότητα της εποχής της δουλειάς.  Δεν παύει πάντως να είναι ένα συγκλονιστικό ανάγνωσμα. Αρκεί να φανταστεί κανείς πόσο κοντινή ήταν εκείνη η εποχή, πόσα φαίνεται να έχουν αλλάξει, αλλά στην ουσία παραμένουν ίδια. Ομολογώ πως θα απολάμβανα καλύτερα μια λιγότερο γραμμική και σχεδιασμένη πλοκή, μοιάζαν στο τέλος οι σκηνές να δημιουργούνται πλαστά, κι αυτό έκανε τους ήρωες χάρτινους, δεν μπορούσες να ταυτιστείς, να νιώσεις. Όμως και πάλι πρόκειται για ένα βιβλίο που πρέπει να διαβάσει κανείς. Για να μην ξεχνά∙ και να μην ξεχνιέται. 


                                                                     Κατερίνα Μαλακατέ


"Υπόγειος σιδηρόδρομος", Κόλσον Γουάιτχεντ, μετ. Γιώργος Μπλάνας, εκδ. Ψυχογιος, σελ. 417, 2018  

21/3/19

"Η βλάβη", Friedrich Dürrenmatt



Ο Φρίντριχ Ντίρενματ υπήρξε σπουδαίος θεατρικός συγγραφέας, σκιτσογράφος και θεωρητικός του θεάτρου. Το θεατρικό «Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» τον έκανε γνωστό σε όλον τον κόσμο. Εμένα όμως μου αρέσουν πολύ και οι νουβέλες του, που μοιάζουν και δεν μοιάζουν με τα θεατρικά, έχουν την ίδια αίσθηση του γκροτέσκου, κινούνται με την ίδια άνεση ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό, και περιγράφουν την παραδοξότητα του κόσμου μας με μεγάλη ευκρίνεια. 

«Η βλάβη» είναι χαρακτηριστική. Πρωταγωνιστής ο Αλφρέντο Τραπς, ένας εμπορικός αντιπρόσωπος που το πολυτελέστατο αμάξι του «μένει» ένα απόγευμα σε μια επαρχιακή πόλη. Κι εκείνος αντί να περπατήσει μισή ώρα για να πάρει το τρένο, σκέφτεται μήπως έχει κανένα «τυχερό» και αποφασίζει να διανυκτερεύσει. Αλλά τι ατυχία, το αγαπημένο του ξενοδοχείο στην πόλη έχει συνέδριο γουρουνοεκτροφέων κι έτσι το μόνο μέρος να μείνει είναι η έπαυλη ενός ηλικιωμένου, που του παραχωρεί δωμάτιο δωρεάν και τον προσκαλεί για δείπνο με τους φίλους του. 

Ο οικοδεσπότης του είναι συνταξιούχος δικαστής και η παρέα του αποτελείται από άλλα τρία γεροντάκια, ένα εισαγγελέα, έναν συνήγορο δικηγόρο, κι έναν δήμιο. Του εξηγούν πως τους αρέσει να παίζουν το παιχνίδι «δίκη» και πως ο μόνος ρόλος που μένει για τον Τραπς είναι αυτός του κατηγορούμενου. Ο Τραπς, μιας και δεν βρέθηκε καμιά γκομενοδουλειά, δέχεται να παίξει για να περάσει ευχάριστα το βράδυ. Κι έτσι ξεκινά ένα λουκούλλειο γεύμα κατά το οποίο τούς λέει πως μέχρι πρόσφατα δεν ήταν τόσο πλούσιος, ήταν ένας γυρολόγος, αλλά με το που πέθανε ο προϊστάμενός του, πήρε εκείνος τη δουλειά με έναν μεγάλο αντιπρόσωπο και όλα άλλαξαν για αυτόν, τη γυναίκα και τα τέσσερα παιδιά τους. Επιμένει πως είναι αθώος για το θάνατο του προϊσταμένου του, όμως ο δικαστήριο έχει άλλη γνώμη. 

Η νουβέλα είναι εκπληκτική, παίζει με το συνεχές σασπένς, ποιοι είναι αυτοί και τι νομιμοποίηση έχουν, θα εκτελεστεί με κάποιον τρόπο η ποινή, βάζει τον Τραπς- και εμάς- στο δίλημμα τι είναι ηθικό και τι νόμιμο και δίνει με εξαιρετικά λιτά μέσα την εικόνα της κοινωνίας, που δεν διαφέρει πενήντα χρόνια μετά και τόσο από τη σημερινή. «Η βλάβη» είναι ένα έργο συμβολικό όλης της παράνοιας του σύγχρονου κόσμου μας, της ανάγκης για κατανάλωση, της πιεστικής καθημερινότητας, των οικογενειακών δεσμών. Όπως λέει ο ίδιος ο συγγραφέας εξάλλου στο πρώτο μέρος: «[]δεν απειλεί πια κανένας θεός, καμία δικαιοσύνη, κανένα πεπρωμένο[], αλλά τροχαία ατυχήματα, σπασίματα φραγμάτων εξαιτίας κακής κατασκευής, έκρηξη ενός εργοστασίου ατομικών βομβών, προκαλεσμένη από έναν αφηρημένο βοηθό εργαστηρίου, λάθος ρυθμισμένες αναπαραγωγικές μηχανές. Σ’ αυτό τον κόσμο των βλαβών οδηγεί ο δρόμος μας, στη σκονισμένη άκρη του οποίου, δίπλα στις ρεκλάμες για παπούτσια Bally, Studebaker, Icecreme και τις αναμνηστικές πλάκες των σκοτωμένων σε δυστυχήματα προκύπτουν ακόμη μερικές πιθανές ιστορίες, ενώ από ένα κοινό πρόσωπο κοιτάζει η ανθρωπότητα, η ατυχία επεκτείνεται χωρίς πρόθεση στο γενικό, το δικαστήριο και η δικαιοσύνη γίνονται ορατά, ίσως και η χάρη, συμπτωματικά, αντικατοπτρισμένα στο μονόκλ ενός μεθυσμένου». 





                                                                          Κατερίνα Μαλακατέ


"Η βλάβη", Φρήντριχ Ντύρενματ, μετ. Γιώργος Βαμβαλής, εκδ. Επίκουρος, 1970, σελ. 78













15/3/19

«Στο χείλος της αβύσσου», Erich Kästner



Τούτο το βιβλίο, που περιγράφει τη ζωή στη μεγαλούπολη εκείνης της εποχής, δεν είναι φωτογραφικό λεύκωμα∙ είναι σάτιρα. Δεν καταγράφει τα γεγονότα∙ υπερβάλλει. Ο ηθικός άνθρωπος αντικρίζει την εποχή του κρατώντας παραμορφωτικό καθρέφτη. Η καρικατούρα, δόκιμο μέσο στην τέχνη, είναι ό,τι πιο ακραίο μπορεί να χρησιμοποιήσει. 

Ο ίδιος ο Κέστνερ δίνει το στίγμα του βιβλίου του, στον πρόλογο. Το «Στο χείλος της αβύσσου», που για πολλά χρόνια κυκλοφορούσε με τον τίτλο «Φάμπιαν. Η ιστορία ενός ηθικολόγου», είναι ένα βιβλίο ευφυές, με ακραίες χιουμοριστικές – αλλά και σεξουαλικές- σκηνές. Είναι επίσης ένα βιβλίο βαθιά πολιτικό, μια τοιχογραφία του Μεσοπολέμου. Και προφητικό, γιατί προμηνύει τον Πόλεμο που ακολούθησε. 

Ο Φάμπιαν είναι διδάκτωρ Φιλοσοφίας, ένας έξυπνος και ταλαντούχος νεαρός, που δουλεύει υποαμειβόμενος σε μια διαφημιστική εταιρεία. Ζει σε μια άθλια παγωμένη κάμαρα. Ο κολλητός του φίλος, ο Λαμπούντε, προέρχεται από εύπορη οικογένεια, τον απασχολεί η πολιτική, είναι μέλος μιας φράξιας, και είναι κι αυτός λαμπρός φιλόλογος. Μαζί ξενυχτούν, φιλοσοφούν, συχνάζουν σε καταγώγια, μπλέκουν σε περιπέτειες. Ο Φαμπιάν γνωρίζει την Κορνέλια στο ατελιέ μιας γλύπτριας, όπου γίνονται ένα σωρό όργια. Και μόλις συνειδητοποιεί πως με αυτή την κοπέλα θέλει να συνεχίσει, χάνει τη δουλειά του, και χάνει και την κοπέλα, που αποφασίζει να τον αφήσει για κάποιον πλούσιο. 

Οι δικαστές των ηθών κρίνουν τον συγγραφέα, οι δικαστές της τέχνης κρίνουν το βιβλίο. 
Τούτο το βιβλίο δεν έχει πλοκή. Εκτός από την εξής μία: όταν κάνεις μια δουλειά που αμείβεται με διακόσια εβδομήντα μάρκα τον μήνα, δεν έχεις τίποτα να χάσεις. Δεν υπάρχει ούτε πορτοφόλι, ούτε μαργαριταρένιο κολιέ, ούτε ανάμνηση, ούτε κάτι άλλο από αυτά που συνήθως χάνονται στην αρχή μιας ιστορίας και εμφανίζονται πάλι, προς γενική ικανοποίηση, στο τελευταίο κεφάλαιο. Σε τούτο το βιβλίο δεν ξαναβρίσκουμε τίποτα. Κι όμως, παρόλο που ο συγγραφέας δεν χρησιμοποίησε πέτρες για να χτίσει το οικοδόμημά του, δεν πιστεύει σε καμία περίπτωση ότι το μυθιστόρημα είναι ένα καλλιτεχνικό είδος που δεν διαθέτει μορφή. 

Ο Φάμπιαν είναι ένας νέος με πολλά προσόντα. Παραμένει ηθικός, ενώ γύρω του τα πάντα μοιάζουν να βουλιάζουν στη σήψη, είναι σαν φάρσα ή κακόγουστο αστείο. Η ηθική του δεν περιλαμβάνει την υποκριτική ηθική των άλλων, δεν αποστρέφεται τις διασκεδάσεις, ή το σεξ, αποστρέφεται την υποκρισία και την παρακμή, τον πόλεμο που έρχεται και την εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο.Το μυθιστόρημα είναι απολαυστικό, σε βυθίζει αργά στον κόσμο του, από τον οποίο δεν θέλεις να βγεις. Και τελειώνει απότομα, σχεδόν ανάρμοστα, γελοία. Γιατί η τυχαιότητα και η γελοιότητα ορίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη. 

Ο Φάμπιαν υπήρξε μπεστ σέλερ, αν και το κυνήγησαν ανελέητα, κυρίως λόγω των σεξουαλικών σκηνών- που περιλαμβάνουν ακόμα και λεσβιακές σκηνές (τι σκάνδαλο για την εποχή!). Ο Κέστνερ επέλεξε να παραμείνει στη Γερμανία κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τα βιβλία του απαγορεύτηκαν και πετάχτηκαν στην πυρά, ενώ ο ίδιος περιορίστηκε να γράφει ανώδυνα θεατρικά με ψευδώνυμο. Το ίδιο το μυθιστόρημα κυκλοφορούσε για πολλά χρόνια, και μέχρι το θάνατο του, αρκετά πετσοκομμένο, έλειπε ένα ολόκληρο κεφάλαιο, το πιο σεξουαλικό. Τώρα πια κυκλοφορεί παντού στην αρχική εκδοχή του, και με τον αρχικό του τίτλο. 

Ο Κέστνερ δεν έγραψε άλλο μυθιστόρημα αυτής της πνοής, αν και ήταν πολυγραφότατος, ένας λαϊκός συγγραφέας, που τον λάτρευαν για τα παιδικά του βιβλία και για την απλή του γλώσσα. Αυτή στάθηκε πολλές φορές εμπόδιο στο να τον κατατάξουν εκεί που αξίζει. Πάντως όποιος διαβάσει αυτό το βιβλίο δεν νομίζω πως θα έχει αμφιβολία πως ανήκει στο Πάνθεον της λογοτεχνίας.


                                                              Κατερίνα Μαλακατέ



«Στο χείλος της αβύσσου», Έριχ Κέστνερ, μετ. Άντζη Σαλταμπάση, εκδ. Πόλις, 2018, σελ. 348











Υ.Γ. 42 με πλάγια, μπλε γράμματα, η γνώμη του ίδιου του Κέστνερ για το έργο του- αποσπάσματα από προλόγους εκδόσεων. 

Υ.Γ. 42-42 Η έκδοση είναι υπερπλήρης, επίμετρα, πρόλογοι του συγγραφέα, πώς αποκαταστάθηκε το βιβλίο, όλα. 

11/3/19

"Ελέφαντας", Raymond Carver



Απόλαυσα τον Ελέφαντα περισσότερο από όσο έχω απολαύσει πολλά πολυδιαφημισμένα βιβλία αυτόν τον καιρό. Ο Ρέιμοντ Κάρβερ δεν θεωρείται τυχαία ο σπουδαιότερος Αμερικανός διηγηματογράφος. Η συλλογή διηγημάτων Ελέφαντας και άλλες ιστορίες δημοσιεύτηκε το 1988 μετά τον θάνατό του και κρύβει διαμάντια, όπως το ομώνυμο διήγημα, το Menudo, αλλά και το Θέλημα με πρωταγωνιστή τον Άντον Τσέχωφ. Με τον τελευταίο τον συγκρίνουν συχνά, αν και μοιάζει κάπως ιερόσυλη η σύγκριση. Έχουν πάντως κι οι δυο τη μεγάλη ικανότητα να κάνουν σημαντικό το καθημερινό, να φτιάχνουν ιστορία αυτό που φαίνεται ένα τετριμμένο συμβάν αλλά κρύβει πίσω του τη βιαιότητα της ζωής μας. 

Τα γνωστά μοτίβα των διηγημάτων του είναι εδώ: αστικό περιβάλλον, ήρωες που φυτοζωούν σε δουλειές του ποδαριού ή είναι άνεργοι, που έχουν συζυγικά προβλήματα και θέματα με τα παιδιά τους, ήρωες που ψάχνουν στη μιζέρια της καθημερινότητας- δουλειά, φτώχεια, οικογένεια- κάπου να πιαστούν∙ και συνήθως δεν βρίσκουν. Σε αυτή την συλλογή πάντως, με την οποία ο Κάρβερ θεωρούσε πως έκανε στροφή, οι άνθρωποι πια χαλαρώνουν, φαίνονται πιο στοργικοί, λιγότερο απαισιόδοξοι, δεν σφίγγουν τα δόντια με τον ίδιο τρόπο. Και ο τρόπος γραφής είναι λιγότερο σφιχτός, κάπως πιο λυρικός, δεν σε κάνει να νιώθεις τη θηλιά στο λαιμό σου. 

Ο Κάρβερ είχε τραγική ζωή, μεγάλωσε σε φτωχική οικογένεια, έκανε ο ίδιος παιδιά σχεδόν έφηβος και χρειάστηκε να δουλέψει για να τα μεγαλώσει- θρυλείται μάλιστα πως κατέβαινε στο αυτοκίνητό του για να γράψει, γιατί είχαν μόνο ένα δωμάτιο. Ως τα τριάντα του ήταν ήδη αλκοολικός όπως ο πατέρας του, βίαιος με τη γυναίκα και τα παιδιά του. Η γυναίκα του δούλευε πολύ σκληρά για να τους συντηρήσει, όσο εκείνος σπούδαζε και μεθούσε. Η οικογένεια χρεοκόπησε δύο φορές, ώσπου τον ανακάλυψε ο επιμελητής Gordon Lish. Αυτός τον βοήθησε να εκδοθεί, κάνοντας όμως υπερβολική επιμέλεια στα γραπτά του- κάποιοι λένε πως ο τόσο αυστηρός μινιμαλισμός τους Κάρβερ οφείλεται κυρίως στον επιμελητή. Το αποτέλεσμα ήταν ο Κάρβερ να καταξιωθεί επιτέλους και να του αποδώσουν τις τιμές που του αξίζουν. Αποτοξινώθηκε από το αλκοόλ, χώρισε τη γυναίκα του, παντρεύτηκε την ποιήτρια Τες Γκάλαχερ, ξεφορτώθηκε τον επιμελητή, και πέθανε χτυπημένος από καρκίνο του πνεύμονα, στα 50 του. Ο ίδιος πίστευε πως δεν είχε ακόμα δώσει την καλύτερη του δουλειά. Άφησε πάντως πίσω του διηγήματα- δικά του ή έστω με τη βοήθεια του Lish- απαράμιλλα. 

Η τέχνη του διηγήματος μπορεί να μοιάζει απλή, όλοι λένε πως μπορούν να γράψουν ένα. Η τέχνη του καλού διηγήματος όμως είναι για λίγους. Και του αριστουργηματικού, για ελάχιστους. Ο Ρέιμοντ Κάρβερ, με όλους τους δαίμονες του- κι ίσως εξαιτίας αυτών- ήταν ένας από αυτούς.


                                                     Κατερίνα Μαλακατε

"Ελέφαντας", Ρέιμοντ Κάρβερ, μετ. Τρισεύγενη Παπαιωάννου, εκδ. Μεταίχμιο, 2018









6/3/19

"ρηχό νερό, σκιές", Άκης Παπαντώνης





Είχα μια ανησυχία μετά τον Καρυότυπο, το εντυπωσιακό πρώτο βιβλίο του Άκη Παπαντώνη, πως δεν θα έγραφε δεύτερο, πως ένα τόσο ψυχρό και ταυτόχρονα συναισθηματικό πρώτο βήμα, μπορεί να σε αφήσει μετέωρο μετά. Ευτυχώς ο συγγραφέας με διέψευσε πανηγυρικά, και πριν από λίγες μέρες εκδόθηκε το δεύτερο βιβλίο του, «ρηχό νερό, σκιές», που μοιάζει με τον Καρυότυπο ως προς το στυλιζάρισμα και τον λόγο, αλλά έχει διαφορετικό τρόπο ως προς την πλοκή. 

Με αφορμή την έκρηξη στον 4ο αντιδραστήρα του πυρηνικού σταθμού «Β.Ι.Λένιν», ο Παπαντώνης μάς γνωρίζει τρεις γενιές ανθρώπων, παίζει με την ιστορία, τις σχέσεις μεταξύ τους, τον χρόνο και τον χώρο. Και τελικά, φτιάχνει ένα σπονδυλωτό αφήγημα, που στην αρχή δυσκολεύεσαι να παρακολουθήσεις τη ροή του, έπειτα όμως με κάποιο τρόπο σε ρουφάει και σε κερδίζει. 

Δεν πρόκειται σίγουρα για μια γραμμική ιστορία, ούτε για ένα βιβλίο που μπορείς να το διαβάσεις ελαφρά αφηρημένος. Απαιτεί έναν ενεργητικό αναγνώστη, που θα μπορεί να μπαινοβγαίνει στις ιστορίες και τις ζωές. Μόνο έτσι θα συγκινηθείς από την ερωτική ιστορία του βιβλίου, μόνον έτσι θα νιώσεις λίγο από το κενό των ηρώων, πριν και μετά την έκρηξη. Γιατί η πυρηνική έκρηξη είναι μόνο η αφορμή, και τη φρίκη της τη νιώθουμε μόνο από τη σιωπή και το κενό. Κανείς δεν ουρλιάζει. Κανείς δεν μιλά καν για αυτή. Υπάρχει και δεν υπάρχει στο μυθιστόρημα.

Το "ρηχό νερό, σκιές" του Άκη Παπαντώνη, αν και μου άρεσε λιγότερο από τον Καρυότυπο, βάζει τις βάσεις, μας εξηγεί πώς θέλει εκείνος να παίξει το λογοτεχνικό παιχνίδι, μοιάζει κάπως σαν διακήρυξη προθέσεων. Ο συγγραφέας χειρίζεται καλά τη γλώσσα, έχει ιδέες έξω από τις καθιερωμένες, ξέρει να παίζει ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό. Πάνω από όλα φαίνεται διατεθειμένος να πειραματιστεί λογοτεχνικά- αδιάφορο αν θα πετύχει ή θα αποτύχει- να ρισκάρει και να δοκιμαστεί. Όλα αυτά θέτουν γερά θεμέλια για το μέλλον, γιατί αν το ένστικτό μου δεν με γελά, ο Παπαντώνης ήρθε στα λογοτεχνικά πράγματα για να μείνει.



                                                                  Κατερίνα Μαλακατέ



"ρηχό νερό, σκιές", Άκης Παπαντώνης, εκδ. Κίχλη, 2019, σελ. 163









1/3/19

"Τραγούδα, άταφο πουλί", Jesmyn Ward



Το «Τραγούδα, άταφο πουλί» πήρε το National Book Award το 2017. Μπορώ να καταλάβω γιατί, είναι ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα που χειρίζεται ένα θέμα που καίει ακόμα στην Αμερική, που μοιάζει εν πολλοίς άλυτο και στάσιμο. Λευκοί και έγχρωμοι σε μια προσπάθεια να ξεχάσουν τι έχει συμβεί μεταξύ τους- τη σκλαβιά, τα πάθη και τα μίση-, χωρίς να τα καταφέρνουν, γιατί το παρελθόν είναι πολύ κοντινό, το παρόν διατηρεί ακόμα πολλές αγκυλώσεις και το μέλλον είναι άδηλο.

Ο Τζότζο είναι ένα δωδεκάχρονο αγόρι που έχει μεγάλο δέσιμο με την πεντάχρονη αδελφή του Κέιλα. Οι γονείς τους είναι η μαύρη Λιόνι, που τον έκανε στα δεκαεφτά της και ο λευκός Μάικλ. Η Λιόνι είναι εθισμένη στα ναρκωτικά, ο Μάικλ είναι έγκλειστος στη φυλακή Πάρτσμαν. Τη μόνη σταθερότητα στη ζωή των δύο παιδιών τη δίνουν οι μαύροι παππούδες τους, με τους οποίους ζουν, o Πατερούλης (Pop), που είναι βυθισμένος στις αναμνήσεις από τη δική του θητεία στην Πάρτσμαν, τότε που έμοιαζε μάλλον σαν στρατόπεδο εργασίας, και η Μαμάκα (Mama), που πεθαίνει από καρκίνο. Η οικογένεια του Μάικλ μισεί τα εγγόνια της, γιατί είναι μιγάδες. Όταν η Λιόνι μαθαίνει πως ο Μάικλ θα αποφυλακιστεί, αποφασίζει να πάρει τα παιδιά, και μια λευκή φίλη της εξίσου εθισμένη, και να πάνε να τον παραλάβουν όλοι μαζί. Έτσι ξεκινά ένα ταξίδι δρόμου, που δεν μοιάζει με τα άλλα, δίχως στιγμές απελευθέρωσης, μόνο αηδίας και τρόμου.

Η Λιόνι δεν ξέρει πώς να είναι μητέρα, έχει μπλέξει ανάμεσα στα λευκά πεθερικά της, στον μεγάλο έρωτα για τον άντρα της και την εξάρτησή της, δεν μπορεί να διαχειριστεί το γεγονός πως ένας ξάδελφος του άντρα της σκότωσε τον αδελφό της στο κυνήγι μόνο και μόνο για μην κερδίσει ένας μαύρος και νιώθει μίσος όταν η πεντάχρονη Κέιλα απευθύνεται στον αδελφό της όταν έχει ανάγκη, κι όχι στην ίδια. Ο Τζοτζο προσπαθεί να καταλάβει και να επιβιώσει∙ γύρω του ένας πατέρας απών, μια μητέρα απούσα, ένα πλασματάκι που τον αγαπάει παθολογικά και οι παππούδες του. Η Λιόνι στο ταξίδι αφήνει τα παιδιά της νηστικά, δεν την νοιάζει αν πεινάνε, τα κουβαλάει μαζί ως διαπιστευτήρια του έρωτά της για τον Μάικλ. Κι η μικρή Κέιλα τους εκδικείται όλους, ξερνώντας Cheerios και Gatorade, όσο δεν την ταΐζουν και την έχουν μερόνυχτα δεμένη στο παιδικό καθισματάκι στο αμάξι. 

Τα φαντάσματα του παρελθόντος, σε μια Αμερική που προσπαθεί ακόμα να συμβιβαστεί με αυτά αλλά δεν τα καταφέρνει, η δυσκολία της μητρότητας, ο υφέρπων ρατσισμός που επηρεάζει τις ζωές όλων, συνθέτουν μια εικόνα εφιαλτική για τον νεαρό Τζοτζο, που προσπαθεί απλά να υπάρξει. Το μυθιστόρημα είναι πολυφωνικό, θυμίζοντας ίσως σε κάποιες στιγμές το «Καθώς ψυχορραγώ», αν και η σύγκριση μοιάζει ανίερη. Ο Τζοτζο σκιαγραφείται εκπληκτικά, όμως οι χαρακτήρες γύρω του, φαντάσματα ή μη, μοιάζουν σχηματικοί. Η Jesmyn Ward έχει μεγάλη αφηγηματική δεινότητα και μιλάει για ένα θέμα που την αφορά άμεσα. Αν και το βιβλίο φαίνεται σε στιγμές πολύ προγραμματικό, σαν να ξεπερνάει το θέμα την πλοκή και τους χαρακτήρες, σαν να βλέπεις μέσα από τις συγγραφικές ραφές, δεν παύει να είναι άξιο να διαβαστεί. Ο Τζότζο, το παιδί που ψάχνει να πιαστεί έστω κι από μια μικρή λωρίδα αγάπης, και που δίνει τόση αγάπη στην μικρή Κέιλα, έχω την αίσθηση πως θα σωθεί. Κι αυτό είναι τόσο παρηγορητικό, που δύσκολα θα τον βγάλω από τη μνήμη μου. 



                                                                                Κατερίνα Μαλακατέ

"Τραγούδα, άταφο πουλί", Τζάσμιν Γουόρντ, μετ. Ιωάννα Ηλιάδη, εκδ. Παπαδόπουλος, 2018, σελ. 303