21/1/22

"Όλα γίνονται", Elizabeth Strout

 




Μια μίξη ανάμεσα στην Όλιβ Κίτριτζ και το Όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον είναι το Όλα γίνονται της Ελίζαμπεθ Στράουτ. Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2017, έναν μόλις χρόνο μετά τη Λούσυ Μπάρτον, και κρατάει τη Λούσυ ως κεντρικό συνεκτικό χαρακτήρα. Στα πρότυπα όμως της Κίτριτζ, μιλάμε κι εδώ για ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα, με ιστορίες που μόνη σύνδεση έχουν πως διαδραματίζονται στην ίδια πόλη, κι οι ήρωές τους με κάποιον τρόπο διαπλέκονται, ο ένας είναι δευτεραγωνιστής στην ιστορία του άλλου.

Αυτή τη φορά γυρνάμε στο Αμγκας, τη γενέθλια πόλη της Λούσυ Μπάρτον. Η Ελίζαμπεθ Στράουτ ασχολείται κι εδώ με τα αγαπημένα της θέματα, πόσο η κοινωνική καταγωγή μπορεί να επηρεάσει τη ζωή σου, οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, η καλοσύνη, η αδικία, ο τρόπος που καθένας ζει τελικά μια δική του ανεξάρτητη ζωή από όπου κι αν ξεκίνησε. Και φυσικά η ακραία φτώχια, και οι επιλογές μας. Επανέρχεται το μοτίβο, αδέλφια που ξεκίνησαν από το ίδιο background, αλλά οι επιλογές τους καθόρισαν τελικά το πώς έζησαν. Ποιος παντρεύτηκε τον πλούσιο σύντροφο, ποιος ξέμεινε στο χωριό έρμαιο του τραύματος, ποιος γηροκόμησε τους γονείς, ποιος έγινε συγγραφέας και ξέφυγε από όλη αυτή τη μιζέρια.

Η ίδια η Λούσυ Μπάρτον κάνει την εμφάνιση της στο κομμάτι που αφορά τον αδελφό της, και δεν μπορεί να αντέξει ούτε μια ώρα στο πατρικό της, με τα αδέλφια της. Το τραύμα της, παρόλο το μεγάλο συγγραφικό ταξίδι, είναι ανεπεξεργαστο ακόμα, κι ας είναι μεσήλικη.

Η Ελίζαμπεθ Στράουτ έχει μια μοναδική ικανότητα, μπορεί να σε εγκιβωτίσει μες στην ιστορία του κάθε ήρωα της, χωρίς καν να το καταλάβεις. Μόλις μπεις στο κουτί – τον μικρόκοσμό του—είναι σαν να είσαι κι εσύ εκεί, να ζεις μαζί του, να νιώθεις μαζί του. Έτσι δεν ενοχλεί καθόλου η σπονδυλωτή δομή, ούτε της Κίτριτζ, ούτε εδώ. Το αντίθετο το κείμενο πλουταίνει και βαθαίνει, όσο οι ιστορίες εναλλάσσονται. Ομολογώ πως διάβασα το Όλα γίνονται υστερόβουλα. Έχω καλό αναγνωστικό ρυθμό τελευταία και δεν θα ήθελα τίποτα να με μπλοκάρει ξανά. Κι από αυτή την άποψη το αγάπησα. Όμως δεν παύει να είναι μια από τα ίδια. Σαν ξαναζεσταμένο φαγητό, νόστιμο ακόμα, αλλά τίποτα το ιδιαίτερο.



                                       Κατερίνα Μαλακατέ



"Όλα γίνονται", Ελίζαμπεθ Στράουτ, μετ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Άγρα, 2021, σ.243

13/1/22

"Americana", Don DeLillo

 




To Americana, που εκδόθηκε το 1971, είναι το πρώτο μυθιστόρημα του μεγάλου Don DeLillo. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό βιβλίο, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς πως ο συγγραφέας του ακόμα διερευνούσε αν θα γίνει για συγγραφέας, όσο το έγραφε. Ο DeLillo είχε μόλις παρατήσει την καλοπληρωμένη δουλειά του στη διαφήμιση, είχε εγκατασταθεί σε ένα μικρό διαμερισματάκι και ζούσε με πενιχρά μέσα για τέσσερα χρόνια, γράφοντας. Παραδόξως, αν και ο ίδιος έβλεπε πολλές αδυναμίες, βρήκε αμέσως εκδότη. Για τα επόμενα δέκα χρόνια, έγραψε πολύ, βιβλία που δεν είχαν την ίδια ποιότητα, και μπαίνοντας πια στη δεκαετία του '80 βρήκε τη φωνή του. Αποκορύφωμα ο Λευκός θόρυβος το 1985 που τον έκανε γνωστό σε όλους, και ο Υπόγειος κόσμος το 1997, που τον καθιέρωσαν ως έναν από τους σπουδαιότερους αμερικάνους συγγραφείς της γενιάς του, δίπλα στον Πίντσον, τον Ροθ, τον ΜακΚάρθυ (αν εμπιστευτούμε τον Δυτικό κανόνα του Χ. Μπλουμ).

Κεντρικός ήρωας στο Americana είναι ένας νεαρός τηλεοπτικός παραγωγός, ο Ντέιβιντ Μπελ. Στο πρώτο μέρος τον βλέπουμε να δουλεύει σε μια αδηφάγα εταιρία, να μην κάνει στην ουσία τίποτα, αλλά να ασχολείται με έναν κόσμο απατηλό, γεμάτο ίντριγκες, πισώπλατα μαχαιρώματα, δείπνα, ωραίες γυναίκες και λεφτά. Στο δεύτερο μέρος, ο Μπελ βγαίνει στον δρόμο μαζί με την εικαστικό Ντόνοβαν που πολύ τη γουστάρει, παρεπιμπτόντως κι άλλους δυο. Με ένα αυτοκινούμενο διασχίζουν τις Μεσοδυτικές Πολιτείες για να κάνει ο Ντέιβιντ ένα ντοκιμαντέρ για τους Ναβάχο. Στο τρίτο μέρος, ο ήρωας μας τα παρατάει όλα για να κάνει μια πειραματική, αβαν γκαρντ ταινία, με πρωταγωνιστές που διαλέγει σε μια πόλη που δεν ξέρει πού είναι. Και στο τέταρτο πια, αφού έχει χάσει τη δουλειά του και ο ερωτικό του ενδιαφέρον, βγαίνει με ωτοστόπ στον δρόμο.

Το πρώτο μέρος του βιβλίου, ένα από τα λίγα του που έχουν τόσα αυτοβιογραφικά στοιχεία, είναι πραγματικά εντυπωσιακό. Ο ΝτεΛίλλο του μέλλοντος κάνει εντυπωσιακή είσοδο, με αυτή την ξηρή ειρωνεία για την αμερικάνικη κοινωνία και το αμερικάνικο όνειρο που διέπει όλα τα μεγάλα έργα του. Στο δεύτερο μέρος, που είναι η δική του αγωνία για το πώς γίνεται κανείς καλλιτέχνης, τα λεφτά, τον έρωτα, την μάλλον οιδιπόδεια σχέση με τη μητέρα, τα πράγματα γίνονται πιο χαοτικά, και το βιβλίο έχει και κακές στιγμές. Η πιο ενδιαφέρουσα ηρωίδα είναι η καλλιτέχνιδα που συνοδεύει τον Ντέιβιντ στο ρόουντ τριπ στις Μεσοδυτικές Πολιτείες. Πρόκειται για έναν χαρακτήρα εξαιρετικά Ντελιλικό, γριφώδη και ενταγμένο στο μυθιστόρημα με εξαιρετικό τρόπο, χωρίς όμως να μαθαίνουμε τίποτα για το παρελθόν της. Αυτή την τεχνική θα την χρησιμοποιήσει ο Ντελίλλο στο μέλλον, οι ήρωες είναι συχνά σαν να φύτρωσαν. 

Απόλαυσα το μυθιστόρημα. Είμαι από αυτές που αγαπούν τον Ντελίλο για τα μεγάλα του βιβλία, και δεν κρύβω πως θεωρώ τις νεότερες μικρότερες νουβέλες του υποδεέστερες του προηγούμενου έργου. Από την άλλη το Americana είναι και κάπως απογοητευτικό, για μας τους συγγραφείς. Αυτό είναι το πρωτόλειο του. Για αυτό έγινε ο Ντελίλο. Οι υπόλοιποι μπορούμε μόνο να τρώμε τη σκόνη του.


                 Κατερίνα Μαλακατέ



"Americana", Don DeLillo, μετ. Άννα Παπασταύρου, εκδ. Gutenberg 2021, σ. 592

4/1/22

"Το παλάτι του φεγγαριού", Paul Auster

 




Ο Πολ Όστερ είναι μακράν ο αγαπημένος μου από τους εν ζωή αμερικάνους συγγραφείς. Τον ανακάλυψα σχετικά αργά αναγνωστικά, πριν από μια δεκαετία περίπου, κι έκτοτε κατασπαράζω συστηματικά το ευμέγεθες έργο του, χωρίς ακόμα να έχω τελειώσει τα άπαντα. Αυτή τη φορά πάντως, για χάρη της Λέσχης Ανάγνωσης του Booktalks, ξαναδιάβασα Το παλάτι του φεγγαριού κι η αίσθηση πως πρόκειται για σπουδαίο βιβλίο δεν με εγκατέλειψε.

Το παλάτι του φεγγαριού εκδόθηκε το 1989, όταν ο συγγραφέας του ήταν μόλις 42 ετών. Είναι πολύ διαφορετικό από τα βιβλία που τον είχαν καθιερώσει ως τότε: την ελλειπτική και αποσπασματική, μεταμοντέρνα Τριλογία της Νέας Υόρκης και το memoir Η επινόηση της μοναξιάς. Εδώ έχουμε το πρώτο από μια σειρά από μυθιστορήματα, που έγιναν χαρακτηριστικά για το ύφος και τον συγγραφικό του τρόπο. Αν και συνεχίζει να γράφει σε γλώσσα εντελώς απλή, με ρυθμό και να μιλά κυρίως για θέματα που τον απασχολούν μέσα από το βίωμα, η πλοκή γίνεται φαντασμαγορική, ασθματική. Ιστορίες μπαίνουν μέσα σε άλλες ιστορίες, σα μπάμπουσκες, η αίσθηση της πραγματικότητας αλλοιώνεται, η αληθοφάνεια παύει να τον απασχολεί, και όλο το μυθιστόρημα μοιάζει σαν ένα πυροτέχνημα συμπτώσεων, μια ωδή στην τυχαιότητα.

Όλο αυτό αφήνει ελάχιστα περιθώρια στον αναγνώστη να βαρεθεί ή να δυσκολευτεί. Αντίθετα τον παρασέρνει σε ένα ρυθμό ανάγνωσης φρενήρη. Μέχρι που αναγκάζεται ο ίδιος να επιβραδύνει, όσο οι συμπτώσεις πια κραυγάζουν πως υπάρχει κι άλλο επίπεδο εδώ, και πρέπει να το ανακαλύψεις. Ο Όστερ γράφει πολυεπίπεδα μυθιστορήματα. Μόνο που αυτά τα επίπεδα διαμορφώνονται σε σπείρες κι όχι το ένα πάνω στο άλλο. Έτσι δεν αρκεί να «σκάψεις» για να βρεις τι κρύβεται από κάτω. Πρέπει να αφεθείς στη δίνη τους, για να μπορέσεις να αφουγκραστείς το βαθύτερο νόημα.

Πρωταγωνιστής είναι ο Μάρκο Στάνλει Φογκ (ναι, ναι, ό,τι σκέφτεστε για τα ονόματα στον Όστερ και άλλα τόσα, είναι αλήθεια) που οι φίλοι του τον φωνάζουν MS (σαν την αρρώστια ή το Manuscript). O Μάρκο είναι εικοσάχρονος φοιτητής, που έχει χάσει και του δυο γονείς του πολύ νωρίς και μεγάλωσε με τον θείο του, έναν μποέμ κλαρινετίστα, που σπάνια στάθηκε σαν πατρική φιγούρα στο αγόρι, πιο πολύ σαν φίλος. Όταν πεθαίνει και ο θείος του, ο Μάρκο δεν κληρονομεί τίποτα άλλο εκτός από τις κούτες του με τα βιβλία (όπως κι ο Όστερ από τον δικό του θείο). Ο Μάρκο διαβάζει συστηματικά το περιεχόμενο από τις κούτες, και φαίνεται να μην νοιάζεται που σε λίγο θα μείνει χωρίς σπίτι και φαγητό. Και καταλήγει άστεγος στο Σέντραλ Παρκ.

Παρ’ όλο που αυτό είναι από τα πρώτα μυθιστορήματα του, όλες οι εμμονές του Όστερ είναι εδώ. Βασική, πρώτη, το ταξίδι ενηλικίωσης προς μια καλλιτεχνική ταυτότητα. Ο ήρωάς του μπαίνει και βγαίνει σε όλες αυτές τις ιστορίες γιατί ψάχνει να βρει ποιος είναι. Δεύτερη, το παιχνίδι της τυχαιότητας και των συμπτώσεων, πόση σημασία έχουν στη ζωή μας κι αν αυτές μας καθορίζουν. Τρίτη, η έλλειψη του πατέρα, η αναζήτηση του πατρικού προτύπου. Εδώ ο ήρωας φτάνει στα άκρα, όταν βρίσκει πια τον πατέρα του, τον γκρεμίζει αμέσως μέσα σε έναν τάφο και τον σπάει σε χίλια κομμάτια. Μόνο τότε, τον αναγνωρίζει ως πατέρα.

Μικρότερες εμμονές διατρέχουν το κείμενο. Όπως αυτή για ένα «κλειστό δωμάτιο» ή μια σπηλιά που θα σε σώσει καλλιτεχνικά. (τον φίλο του Μάρκο τον λένε Τσίμερ). Η ιδέα μιας ασκητικής ζωής στη φύση, στα πρότυπα του Γουίτμαν και του Θορώ. Η πείνα, όπως περίπου εκφράζεται στον Χάμσουν. Η ακραία φτώχια. Μια τυχαία κληρονομιά που σου αλλάζει τη ζωή. Η τυφλότητα, η χωλότητα, η αρτιμέλεια. Ο αβάσταχτος πόνος. Τα ονόματα. Οι διακειμενικές αναφορές. Ο Ντοστογιέφσκι. Το χιούμορ. Η επιστήμη.


Ήταν το καλοκαίρι που ο Άνθρωπος πάτησε πρώτη φορά στο φεγγάρι. Ήμουν πολύ νέος τότε, αλλά δεν πίστευα πως υπήρχε κάποιο μέλλον.

Σε όλα αυτά, δεσπόζει το φεγγάρι, στην εμβληματική αρχή, ως ένας κόσμος για να τον κατακτήσεις. Στη μέση ως μια πινακίδα νέον που αναβοσβήνει ενός κινέζικου εστιατορίου. Στο τέλος σαν μια αχτίδα μέλλοντος. Ο ήλιος είναι το παρελθόν, η γη το παρόν, το φεγγάρι το μέλλον. Αυτό είναι το κομβικό σημείο του βιβλίου. Κι όταν στο τέλος ο ήρωας ξαναβρίσκεται στην αρχή, χωρίς λεφτά, χωρίς συγγένειες, χωρίς σπουδές, δεν είναι με κανέναν τρόπο ο ίδιος, έχει βρει ήδη την κλίση του.

Το Παλάτι του φεγγαριού είναι ένα χαρακτηριστικό βιβλίο, τα επόμενα του Όστερ είναι γραμμένα στο ίδιο μοτίβο και στις ίδιες εμμονές. Με αυτό βρίσκει την πραγματική του φωνή και τη θέση του στην παγκόσμια λογοτεχνία. Τα επόμενα βιβλία του, και είναι πολλά, έχτισαν σιγά σιγά τη φήμη του, για να φτάσουμε στο αποκορύφωμα, το 4321, ένα βιβλίο που μοιάζει σαν να είναι όλα του τα μυθιστορήματα μαζί.



                                          Κατερίνα Μαλακατέ


"Το παλάτι του φεγγαριού", Πολ Όστερ, μετ. Σταυρούλα Αργυροπούλου, εκδ. Μεταίχμιο, 2013, σ.411