Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαν Τόμας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαν Τόμας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

26/4/21

"Η Λόττε στη Βαϊμάρη", Thomas Mann








Όταν παίρνει κανείς την απόφαση να διαβάσει κάποιο από τα βιβλία του Τόμας Μαν, ξέρει πως πρόκειται να πέσει στα βαριά και στα βαθιά της λογοτεχνίας και πως υπάρχει μια κάποια πιθανότητα –για τα πιο μεγάλα του ιδίως—να μην καταφέρει να ολοκληρώσει την ανάγνωση. Δεν είχα λοιπόν ψευδαισθήσεις παίρνοντας στα χέρια μου την Λόττε στη Βαϊμάρη, δεν την επέλεξα για το ομολογουμένως εκπληκτικό εξώφυλλο της νέας έκδοσης (παραμένει στην παλιά μετάφραση του Θ.Παρασκευόπουλου, με το παλιό επίμετρο του Κ. Ψυχοπαίδη), ούτε για το πολύ αβανταδόρικο θέμα: η Λόττε του Βέρθερου ξαναγυρνά σε μεγάλη ηλικία στη Βαϊμάρη για να συναντήσει τον Γκαίτε. Το επέλεξα γιατί ήταν το βιβλίο του Τόμας Μαν που μου έλειπε, αυτό που δεν είχα ποτέ διαβάσει, κι ήταν καιρό εξαντλημένο.

Όμως και με τι ιστορία αναλαμβάνει να αναμετρηθεί εδώ ο Μαν ε; Η Λόττε, η ηρωίδα ενός αρχετυπικού μυθιστορήματος, η νεαρή γυναίκα που προκάλεσε στον ίδιο τον Γκαίτε τέτοιο πάθος, για να γράψει Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου, ένα βιβλίο ξεσηκωτικό και για τα ήθη της εποχής επαναστατικό, που όρισε σχεδόν το λογοτεχνικό ρεύμα του Ρομαντισμού, ξαναγυρνά στον Γκαίτε. Είναι πια μεγάλη, κι έχει ζήσει τη ζωή της ως κυρία Μυστικοσυμβούλου Κέστνερ, και δεν βλέπει με τον τρόπο που βλέπουμε εμείς τον Γκαίτε. Τον έχει αποκαθηλώσει. Το ίδιο και τα πρόσωπα που συζητάνε μαζί της για αυτόν –μόλις μαθαίνουν πω βρίσκεται στη Βαϊμάρη ένα σωρό θαυμαστές της θέλουν να μιλήσουν μαζί της. Έτσι ο αναγνώστης αποκτά μια εικόνα του Γκαίτε μέσα από αλλεπάλληλες διηγήσεις, και μόνο στο τέλος, αφήνει ο Μαν τον ίδιο τον ποιητή να μιλήσει για τον εαυτό του.


Ο Μαν επιχειρεί μια σαφή κριτική στο ιερό τέρας του Sturm and Drang των γερμανικών γραμμάτων, γράφει μια άτυπη βιογραφία, για τους έρωτές του, το παιδί του, το πώς συμπεριφερόταν στους άλλους. Μιλά για τον ποιητή -που θεωρεί πως είναι διαφορετικός από τους άλλους ανθρώπους επειδή είναι ποιητής (όπως κάθε ρομαντικός που σέβεται τον εαυτό του)- και με έναν τρόπο, ενώ τον λατρεύει, τον κατεβάζει στα μέτρα μας, τον φέρνει στα ανθρώπινα. Ο Γκαίτε είχε τόσες φορές απαρνηθεί τον Βέρθερο, αυτό το νεανικό έργο που τον όρισε και τον έκανε διάσημο. Τα πρόσωπα γύρω από τον ποιητή μιλούν για τις θυσίες που πρέπει να γίνουν στον βωμό της ιδιοφυίας, και από τον ίδιο, και από τους οικείους του. Η Λόττε πότε απολαμβάνει, και πότε σιχαίνεται τη δημοσιότητα στην οποία την καταδίκασε το μυθιστορηματικό της άλτερ ίγκο.

Δεν είναι εύκολο βιβλίο η Λόττε, ίσως μάλιστα να είναι από τα πιο στριφνά του Τόμας Μαν, χωρίς να φτάνει βέβαια την ιδιοτροπία του Δρ. Φάουστους ούτε τα δυσθεώρητα ύψη του Μαγικού βουνού. Είναι ένα βιβλίο- άσκηση συγκέντρωσης, οι διάλογοι μακραίνουν, αν δεν είσαι εκεί εκατό τα εκατό μπορεί να χάσεις τη συνοχή της σκέψης. Ο Μαν έγραψε τη Λόττε από το 1933 ως το 1939, αυτοεξόριστος ήδη από τη Γερμανία κι έχοντας ήδη χάσει την υπηκοότητα από το καθεστώς. «Η Γερμανία είμαι εγώ!» βάζει τον Γκαίτε να λέει, αλλά μάλλον θέλει να το πει εκείνος. Γιατί αυτά που λέει ο Γκαίτε στον μονόλογο του τρίτου μέρους, μπορούν να έχουν πολλαπλούς αποδέκτες.

Αν απόλαυσα τη Λόττε; Εν αντιθέσει με τον Βέρθερο που μπορώ να τον ξαναδιαβάζω για πάντα, δεν θα ξαναδιάβαζα το βιβλίο του Μαν. Αν είμαι χαρούμενη που το διάβασα; Πολύ. Πρόκειται για μυθιστόρημα που δεν το ξεχνάς, όσα κι αν τράβηξες για να το τελειώσεις. O Τόμας Μαν εξάλλου, πάντα απαιτεί από τον αναγνώστη, δεν προσφέρει καμία ευκολία και δεν κάνει εκπτώσεις.




                              Κατερίνα Μαλακατέ


"Η Λόττε στη Βαϊμάρη", Thomas Mann, μετ. Θεόδωρος Παρασκευόπουλος, εκδ. Πατάκη, 2020. σ.544

18/3/16

"Τόνιο Κρέγκερ", Thomas Mann




Η σχέση μου με τον Τόμας Μαν αριθμεί πολλά χρόνια. Το "Μαγικό βουνό" ήταν και παραμένει ένα από τα πιο αγαπημένα μου βιβλία όλων των εποχών. Διάβασα πρόσφατα το τελευταίο μεγάλο του βιβλίο, τον "Δρ. Φάουστους"- ομολογουμένως με αρκετό κόπο. Η γραφή του ήταν τόσο πολύπλοκη στην ώριμη ηλικία που απαιτούσε ίσως ειδικούς αναγνώστες. Ένιωσα δε πως οι περιγραφές επί εκατό σελίδες και βάλε συγκεκριμένων μουσικών ειδών ίσως και να είχαν πολυκαιρίσει το κείμενο, αφαιρούσαν και δεν πρόσθεταν στην γοητεία του.

Δεν ήθελα να μείνω με την γεύση του Φάουστους, που είναι αριστούργημα μεν, ταυτόχρονα δε σε απωθεί η σχολαστικότητά του. Για αυτό τόσο σύντομα διάβασα το Τόνιο Κρέγκερ που μου έφερε δώρο το αγαπημένο μου λεμονάκι. Η νουβέλα αυτή είναι από τα πρώτα έργα του Τόμας Μαν και για αυτό διαφέρει αρκετά από τα άλλα του. Βλέπεις όμως εν σπέρματι όλες τις ιδέες που τον απασχολούσαν ως το τέλος. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, πως όποτε τον ρωτούσαν αυτό το βιβλίο ανέφερε ως αγαπημένο του.

Ο Τόνιο Κρέγκερ είναι ένας νεαρός που δεν τον αγαπούν οι συμμαθητές του, δεν τον αγαπούν οι καθηγητές του, λέει και κάνει "ανάρμοστα" πράγματα, διαβάζει βιβλία και είναι προσκολλημένος με αγάπη βαθιά και εφηβική στον Χανς Χάνσεν, έναν όμορφο και εντελώς συνηθισμένο νεαρό, που αγαπά την ιππασία και κάνει όλα όσα πρέπει για να είναι κοινωνικά αποδεκτός. Όταν μεγαλώσει ο Τόνιο γίνεται συγγραφέας, όμως ακόμα τον απασχολεί η σύγκρουση μεταξύ του καλλιτέχνη και του αστού, νιώθει παρείσακτος. Αλλά τώρα μπαίνει στην μέση και η έπαρση του λογοτέχνη.

Όπως όλα τα βιβλία του Μαν, κι αυτό είναι μια νουβέλα ιδεών. Με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία και πολλές από τις σκέψεις που θα στοιχειώσουν τον Μαν σε όλη του ζωή. Οι κρυφές ομοφυλοφιλικές του τάσεις, η αγάπη για κείνον που δεν σε αγαπά, οι σχέσεις ενός ατόμου που διαφέρει με τους υπολοίπους. Τελικά η ίδια η διαφορετικότητα. Πώς μπορείς να είσαι ο εαυτός σου όταν οι άλλοι δεν σε αποδέχονται.

"Ήταν γεγονός πως ο Τόνιο αγαπούσε τον Χανς Χάνσεν και είχε κιόλας υποφέρει πολύ εξαιτίας του. Εκείνος που αγαπάει περισσότερο είναι ο ηττημένος, εκείνος που πάντοτε υποφέρει- αυτό το απλό και σκληρό μάθημα το είχε πάρει κιόλας απ' τη ζωή η δεκατετράχρονη ψυχή του"

Από την άλλη το επαναλαμβανόμενο μοτίβο του καλλιτέχνη που βασανίζεται είναι κι εδώ το σώμα του βιβλίου. Ενός καλλιτέχνη που τα βάζει με τις λέξεις, αλλά και τους ανθρώπους και την εποχή. Στο αριστουργηματικό μεσαίο κομμάτι του βιβλίου ο Τόνιο φτασμένος πια, μιλά με την φίλη του Λισαβέττα, ζωγράφο, και αναλύει σε βάθος αυτό που πάντα του φαινόταν να τον απασχολεί, την ίδια τη φύση της καλλιτεχνικότητας.

[]Όχι, Λισαβέττα δεν τον ακολουθώ, και μάλιστα για τον μοναδικό λόγο, ότι πότε πότε είμαι σε θέση να ντρέπομαι λιγάκι για την "καλλιτεχνική μου άνοιξη". Κοιτάξτε, παίρνω συχνά γράμματα αγνώστων, επαινετικά γράμματα γεμάτα ευχαριστίες από το κοινό μου, επιστολές γεμάτες θαυμασμό συγκινημένων ανθρώπων. Διαβάζω αυτές τις επιστολές και με κυριεύει συγκίνηση μπροστά στο ζεστό, ανίσχυρο συναίσθημα που ξύπνησε η τέχνη μου, ένα είδος οίκτου με κυριεύει για την αφέλεια, την γεμάτη ενθουσιασμό, που μιλάει μέσ' απ΄' αυτές τις γραμμές και κοκκινίζω στην σκέψη ότι αυτοί οι έντιμοι άνθρωποι θ' απογοητεύονταν, αν μπορούσαν ποτέ να ρίξουν μια ματιά στα παρασκήνια, αν αντιλαμβανόταν η αθωότητά τους πως ένας τίμιος, υγιής καθωσπρέπει άνθρωπος ούτε γράφει, ούτε μιμείται, ούτε συνθέτει... Ολ' αυτά βέβαια δεν μ' εμποδίζουν να χρησιμοποιώ το θαυμασμό αυτό για την μεγαλοφυΐα μου, να ερεθίζομαι και να καλυτερεύω, να τον παίρνω πολύ στα σοβαρά, για να κατασκευάσω ένα πρόσωπο μ' αυτόν, όπως ένας πίθηκος που παίζει το μεγάλο άντρα... Αχ, μη με διακόπτετε Λισαβέττα! Σας λέω πως είμαι συχνά πεθαμένος από κούραση προσπαθώντας να παραστήσω το ανθρώπινο, χωρίς να παίρνω μέρος στα "ανθρώπινα"...[]

Ο Τόνιο Κρέγκερ μιλάει σε κάθε άνθρωπο γιατί διερευνά αυτό που μας κατατρώει: ποιοί είμαστε, είμαστε διαφορετικοί από τους άλλους, αν είμαστε τι θα κάνουμε για αυτό, θα τους αγαπήσουμε, θα τους νοσταλγήσουμε, θα γίνουμε ένα μαζί τους; Θα τους αγνοήσουμε; Θα γράψουμε για αυτούς, για μας, για την τέχνη, θα διαβάζουμε για ποιον. Πόσο διαφορετικά από τους άλλους. Πόσο ίδια.

Ο Τόμας Μαν δεν ήταν ένας απλός άνθρωπος. Κάποιοι παρεξηγούνται όταν λέω πως ήταν και είναι αμφιλεγόμενος. Ο ίδιος το ένιωθε και το ήξερε. Ταυτίζεται σχεδόν με τον Τόνιο, τον βάζει να έχει παρόμοια καταγωγή -μισός Γερμανός, μισός λατινοαμερικάνος- την ίδια σχέση με τον πατέρα και την μητέρα του, αλλά και τον κόσμο, την τέχνη, την γραφή, την πολιτική. Και γράφει έτσι μια εξαιρετικά γοητευτική νουβέλα, ένα ίσως λιγότερο αριστουργηματικό, αλλά με έναν τρόπο πολύ πιο ανθρώπινο βιβλίο από τα άλλα του. 


                                                                                                Κατερίνα Μαλακατέ



"Τόνιο Κρέγκερ", Τόμας Μαν, μετ. Αλέξανδρος Ίσαρης, εκδ. Ύψιλον,1985, σελ. 107

15/1/16

"Δόκτωρ Φάουστους", Thomas Mann



Ήταν πολλά τα χρόνια από την τελευταία φορά που διάβασα Τόμας Μαν, πάνω από δέκα, οπότε συμφωνήσαμε με τον Librofilo να διαβάσουμε «Δόκτωρ Φάουστους» στην Λέσχη Ανάγνωσης του Booktalks που συντονίζουμε ελαφρά τη καρδία. Θυμόμουν την αναγνωστική απόλαυση του «Μαγικού βουνού» και ήθελα να το προσπαθήσω. Η επιλογή ήταν ακατάλληλη για Λέσχη Ανάγνωσης κι αυτό φάνηκε σχεδόν από την πρώτη εβδομάδα. Τέτοια έργα πρέπει να διαλέγεις εσύ πότε θα τα διαβάσεις και να μην στο «επιβάλλει» κανείς. 

Στην αρχή, και μέχρι να συνηθίσει κανείς τον αργό ρυθμό, το βάθος, τους μουσικούς όρους και τον διανοητικισμό του Μαν, το βιβλίο μοιάζει βασανιστικό. Αφηγητής είναι ο φιλόλογος Τσάιτμπλομ, ο πιο στενός παιδικός φίλος του ιδιοφυούς συνθέτη Λέβερκυν που αποφασίζει να μας εξιστορήσει την βιογραφία του. Από τα παιδικά τους χρόνια, όπου ήδη η ιδιοφυΐα, αλλά και η παγερή ιδιοσυγκρασία του Λέβερκυν ξεχώριζε, ως τα χρόνια της ακμής και τελικά της πτώσης του συνθέτη, μας περιγράφει με ψυχαναγκαστική λεπτομέρεια σχεδόν όλες τις συζητήσεις του Λέβερκυν. Έτσι ο Τόμας Μαν θα ασχοληθεί με βασικά θέματα, όπως η τέχνη, η ζωή, η αγάπη, η λαγνεία και η μουσική. Αλλά το βασικό είναι πως θα φτιάξει μια αλληγορία για την γιγάντωση του Ναζισμού στην Γερμανία, θα λοιδορήσει την ίδια την τοιχογραφία της μπουρζουαζίας που στήνει μπροστά στα μάτια μας, θα καταφερθεί εναντίον της Γερμανικότητας και ταυτόχρονα θα την υμνήσει. 

«Η βαρβαρότητα είναι το αντίθετο της καλλιέργειας μόνο βάση της κατάταξης των ιδεών που μας παρέχει ετούτη η ίδια»

Ο Λέβερκυν είναι ένας άντρας χωρίς πολλές σεξουαλικές ορμές. Την μία και μοναδική φορά που έχει επαφή με μια πόρνη, κολλάει σύφιλη. Από κει και μπρος το ταλέντο του απογειώνεται, παρατά την θεολογική σχολή και αφιερώνεται στην μουσική, ζει σε ένα αγρόκτημα ως νοικάρης που μοιάζει παρά πολύ με το πατρικό του. Κι εκεί μπαίνει ο διάβολος. Ένας διάβολος που μοιάζει στις λαϊκές δοξασίες, αλλά δεν μοιάζει, ένα κουτσαβάκι στην αρχή, που υπόσχεται 24 χρόνια ζωής αρκεί ο Λέβερκυν να μην αγαπήσει ποτέ κανέναν. Πού ούτε λίγο ούτε πολύ υπονοεί πως ο Λέβερκυν κόλλησε εν γνώσει του την ασθένεια για να απογειωθεί καλλιτεχνικά μέσω της τρέλας. 

Λέει ο Μεφιστοφελής: 

«Ο καλλιτέχνης είναι του εγκληματία αδελφός και του τρελού. Έχεις την γνώμη ότι δημιουργήθηκε ποτέ ένα διασκεδαστικό έργο χωρίς ο ποιητής του να έχει εξοικειωθεί με την έννοια του εγκληματία και του παλαβού; Τι αρρωστημένο και τι υγιές. Ποτέ στην ζωή της η ζωή δεν τα κατάφερε δίχως το αρρωστημένο» 

Ο συνθέτης συμφωνεί με τον διάολο, που είναι και δεν είναι, αποκύημα της σύφιλης. Και συνεχίζει την ζωή του, με φίλους που δεν καταλαβαίνουν την μουσική του, ψυχρός, ανέραστος, μόνος, μεγαλοφυής. Το τέλος θα είναι τραγικό, σε μια σκηνή που ίσως είναι από τις σημαντικότερες της λογοτεχνίας ως σήμερα. 

Το βιβλίο είναι μια πολιτική αλληγορία, όμως φυσικά δεν είναι μόνον αυτό. Οι συμβολισμοί είναι πάρα πολλοί κι οι περισσότεροι μάλλον θα διαφύγουν σε αυτόν που το διαβάζει για πρώτη φορά. Ο αφηγητής είναι εντελώς ανορθόδοξος για τόσο μεγάλο έργο, απευθύνεται στον αναγνώστη, πελαγοδρομεί. Η σχέση του με τον Λέβερκυν είναι ακραία, τον θαυμάζει και του στέκεται χωρίς καμία συναισθηματική ανταμοιβή. Η αγάπη και η σεξουαλικότητα μοιάζουν να οδηγούν στην τιμωρία, την πτώση και τον θάνατο. Η ματαιότητα της αστικής γερμανικής τάξης πριν τον πόλεμο επιφέρει τον χλευασμό του συγγραφέα, που ειρωνεύεται τους ήρωες του ανοιχτά, ενώ τα δικά του θέματα με την τέχνη και την έμπνευση διατρέχουν όλο το κείμενο. Η θεολογία και η μουσική, καθώς και η φιλοσοφία αναλύονται από τους χαρακτήρες διεξοδικά. 

Οι επιθυμίες και οι ελπίδες μου είναι αναγκασμένες να αντιτίθενται στη νίκη των γερμανικών όπλων, επειδή αυτή η νίκη θα έθαβε το έργο του φίλου μου, η κατάρα της απαγόρευσης και της λησμονιάς θα το κάλυπτε ίσως για εκατό χρόνια, έτσι που θα έχανε τον δικό του χρόνο και θα δεχόταν μονάχα σε έναν ύστερο χρόνο ιστορικές στιγμές. 

Τελικά, αυτό που προκύπτει είναι ένα εντελώς εγκεφαλικό πορτρέτο της Ναζιστικής Γερμανίας, με τους ήρωες να είναι τόσο μπερδεμένοι, όσο ήταν οι Γερμανοί τότε, και το φάσμα του Ναζισμού να στοιχειώνει όλο το κείμενο. Πάντως σε καμία περίπτωση δεν μιλάμε για κάτι ζωντανό και δυνατό, είναι μια ύπουλη υποβολή της κατάστασης, μια εγκεφαλική σύγχυση, πολύ διαφορετική από ό,τι συνήθως στην Γερμανική λογοτεχνία της περιόδου.

Χωρίς αμφιβολία ο "Δόκτωρ Φάουστους" είναι από τα σημαντικότερα και ταυτόχρονα από τα δυσκολότερα να προσεγγίσει κανείς μυθιστορήματα της λογοτεχνίας του περασμένου αιώνα. Διαπραγματεύεται έναν πασίγνωστο μύθο με εντελώς διαφορετικούς όρους, χωρίς να υπολογίζει την αναγνωστική απόλαυση παρά μόνον στις χαρακτηριστικές εξαντλητικές περιγραφές. Ένα έργο αντάξιο ενός σπουδαίου και ταυτόχρονα στρυφνού και αμφιλεγόμενου συγγραφέα. 



                                                                                            Κατερίνα Μαλακατέ



"Δόκτωρ Φάουστους", Τόμας Μαν, μετ. Θόδωρος Παρασκευόπουλος, εκδ. Πόλις, 2002, σελ. 720