Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλιοπροτάσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλιοπροτάσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23/12/19

14 +1 βιβλία που θα (ήθελα να) διαβάσω στις γιορτές




Παλιότερα διάβαζα λιγότερο στις γιορτές και στις διακοπές. Τώρα όμως η μεγάλη ηλικία πλησιάζει επικίνδυνα και πιάνω τον εαυτό μου όλο και πιο πολύ να προτιμώ το βιβλίο μου από τους ανθρώπους. Όχι όλους τους ανθρώπους φυσικά, απλά σπάνια θα χαλαλίσω την ώρα του διαβάσματός μου για κάποια αδιάφορη κοινωνική υποχρέωση. Ιδού τι φιλοδοξώ να διαβάσω-- είναι σοβαρή βέβαια η πιθανότητα να μην διαβάσω ούτε τα μισά.

1. "Άπαντα τα πεζά", Μπρούνο Σουλτς, μετ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδ. Καστανιώτη, σελ. 480, 2019



Έχω ήδη αρχίσει να διαβάζω τον Σουλτς, κάποια βράδια ξεκλέβω ένα διήγημα από τα Άπαντα αντί να συνεχίσω την ανάγνωση του κανονικού μου βιβλίου. Πρόκειται για τις δύο δημοσιευμένες συλλογές διηγημάτων του, για κείμενα σπάνιας ομορφιάς από αυτά που μπορούν να σε αφήσουν με το στόμα ανοιχτό για τα θαύματα του ανθρώπινου νου. Ο Σούλτς είναι συμβολικός και ταυτόχρονα σουρρεαλιστικός, είναι εξπρεσιονιστής και μοντερνιστής, μοντέρνος με έναν τρόπο που μοιάζει να έρχεται από τα βάθη των αιώνων, είναι εθιστικός. Πρόκειται ίσως για έναν από τους σημαντικότερους Πολωνούς συγγραφείς, που στέκεται επάξια απέναντι στα ιερά τέρατα, και δεν έχω σκοπό να ξεμπερδεύω μαζί του έτσι εύκολα. 


2.  "Κονσέρτο Μπαρόκ", Alejo Carpentier, μετ. Μελίνα Παναγιωτίδου, εκδ. Εξάντας, σελ. 120, 2019



Ο Carpentier είναι από τους σημαντικότερους Λατινοαμερικάνους συγγραφείς, είχε σχέση με τους Ευρωπαίους σουρρεαλιστές και θεωρείται από αυτούς που θεμελίωσαν τον μαγικό ρεαλισμό. Εγώ - όσο παράδοξο κι αν φαίνεται- δεν έχω διαβάσει ποτέ τίποτα δικό του. Με την ευκαιρία των επανεκδόσεων από τον Εξάντα, ήρθε νομίζω η ώρα για το Κονσέρτο Μπαρόκ, ένα βιβλίο στο οποίο εκτός των άλλων χρησιμοποιεί και τις μουσικολογικές του γνώσεις.


3. "Ο Δράκος της Πρέσπας ΙΙ- Κεχριμπαρένια Έρημος", Ιωάννα Μπουραζοπούλου, εκδ. Καστανιώτη, σελ. 576, 2019




Κάθε νέο βιβλίο της Ιωάννας Μπουραζοπούλου είναι για μένα εκδοτικό γεγονός. Είναι μακράν η αγαπημένη μου Ελληνίδα συγγραφέας κι ό,τι θα ήθελα να γίνω όταν μεγαλώσω αλλά ποτέ δεν θα καταφέρω. Πρόκειται για το δεύτερο μέρος τριλογίας του Δράκου της Πρέσπας όπου αφηγείται την ιστορία από την πλευρά της Βόρειας Μακεδονίας. Για το πρώτο βιβλίο διαβάστε εδώ:


4. "Η Φράννυ και ο Ζούι", Τζ. Σάλιντζερ, εκδ. Πατάκη, μετ. Αθηνά Δημητριάδου, εκδ. Πατάκη, σελ. 232, 2019




Η σχέση μου με τον Σάλιντζερ είναι αγάπης-μίσους, τον διαβάζω και μετά τον αποδομώ μέσα μου. Ίσως ήρθε η ώρα να αλλάξω γνώμη. Ή ίσως πάλι επιβεβαιωθούν όλοι μου οι φόβοι. Γιατί η μικρή νουβέλα είναι μάλλον σαν συνέχεια του Φύλακα στη Σίκαλη. Κι εγώ έχω γράψει αυτό το κείμενο, κάποτε: http://diavazontas.blogspot.com/2012/07/the-catcher-in-rye-jd-salinger.html. Τουλάχιστον είναι εγγύηση η μετάφραση της Αθηνάς Δημητριάδου.

5. "Πικρία χώρα", Κωνσταντία Σωτηρίου, εκδ. Πατάκη, 2019, σελ.120



Το τελευταίο μέρος της άτυπης τριλογίας της Κωνσταντίας Σωτηρίου για την Κύπρο μόλις κυκλοφόρησε. Κι εγώ λέω πως ήρθε η ώρα να πιάσω και τα τρία βιβλία μαζί, "Η Αισέ πάει διακοπές", "Φωνές από χώμα", "Πικρία χώρα". 


6.  "Πάνω στα ποτάμια που κυλούν", Αντόνιο Λόμπο Αντούνες, μετ. Μαρία Παπαδήμα, εκδ. Πόλις, σελ. 280, 2019


Φήμες λένε πως ο Αντούνες είναι σπουδαιότερος συγγραφέας από τον Σαραμάγκου και θα έπρεπε να έχει πάρει εκείνος το Νόμπελ. Είναι η γραφή του τόσο πυκνή που θυμίζει Φώκνερ ή Σελίν. Στα αυτιά μου αυτό ακούγεται ιερόσυλο. Και μιας και δεν έχω ξαναδιαβάσει Αντούνες, ήρθε η ώρα. Είναι και το θέμα του βιβλίου ενδιαφέρον, ένας άντρας βρίσκεται στο νοσοκομείο της Λισαβόνας και μέσα του μεγαλώνει ένας καρκίνος. Μιας και μοιάζει να μην έχει μέλλον, αναμοχλεύει το παρελθόν. 

7. "Το αρχείο των χαμένων παιδιών", Valeria Luiselli, μετ. Βασιλική Κνήτου, εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 500, 2019



Το θέμα του βιβλίου, για τα παιδιά που χάνονται όσο προσπαθούν να διασχίσουν τα σύνορα και να μπουν στις ΗΠΑ μοιάζει μακρινό αλλά ταυτόχρονα τόσο κοντινό. Τα ασυνόδευτα παιδιά της δικής μας "μεταναστευτικής κρίσης" με στοιχειώνουν, το θέμα είναι τόσο αδιανόητο και ταυτόχρονα οικείο. Θέλω πολύ να δω πώς μπορεί κανείς να διαπραγματευτεί ένα τόσο καυτό ζήτημα.  


8. "Θαμμένος ζωντανός. Μια ιστορία του καιρού μας", Άρνολντ Μπέννετ, μετ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Πατάκη, 2019, σελ. 318




Η Βιρτζίνια Γουλφ τον μισούσε γιατί δεν έγραφε μοντερνιστικά, οι σύγχρονοί του τον θεωρούσαν έναν αριβίστα που έγραφε απλά για να πουλήσει. Όμως ο Άρνολντ Μπέννετ κατάφερε να νικήσει τη λήθη κι είναι ακόμα γνωστός. Έγραψε σε μια εποχή που η λογοτεχνία άλλαζε, κι αυτός κατηγορήθηκε πως είχε μείνει πίσω. Το Θαμμένος ζωντανός γράφτηκε το 1908, πήρε διθυραμβικές κριτικές ως ένα "διασκεδαστικό ανάγνωσμα", πούλησε όσο όλος ο μοντερνισμός μαζί, κι εγώ εκατό και βάλε χρόνια μετά όλο το λιγουρεύομαι να το διαβάσω.

9. "Μεφίστο", Κλάους Μαν, μετ. Σοφία Αυγερινού, εκδ. Έρμα, 2019, σελ.480




Το Μεφίστο εμπνευσμένο από την αληθινή ιστορία του άντρα της αδελφής του Μαν και καλύτερού του φίλου, μιλάει για ένα επιτυχημένο ηθοποιό, με σοσιαλιστικές ιδέες, υπέρμαχο της ελευθερίας, που το μόνο που θέλει είναι να πετύχει. Με την άνοδο του Χίτλερ αναγκάζεται σιγά σιγά να απαρνηθεί τις ιδέες του και να συνεργαστεί με το Κακό. Το βιβλίο είναι πια κλασικό, αν και φυσικά ο Κλάους δεν κατάφερε ποτέ να φτάσει τον πατέρα του, Τόμας, σε δόξα και συγγραφική δεινότητα. Το βιβλίο δημιούργησε πολλές ίντριγκες, ο θετός γιος του ανθρώπου που σκιαγραφεί έκανε για χρόνια δικαστήρια προσπαθώντας να απαγορεύσει την κυκλοφορία του, ένα must-read για κάθε βιβλιόφιλο που σέβεται τον εαυτό του.


10. "Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον", Elizabeth Strout, μετ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Άγρα, 2019, σελ. 192



Η Elizabeth Strout είναι το νέο ανερχόμενο όνομα στο Αμερικάνικο μυθιστόρημα και τούτο είναι ένα βιβλίο που μιλάει για τη μοναξιά, την επιθυμία και την αγάπη, λίγο πριν το τέλος. Θεωρώ πως είναι από τα βιβλία που θα συζητηθούν πολύ στη χρονιά που θα έρθει.



11."Ένας επικίνδυνος γόης", Ζυλέν Γκρακ, μετ. Ιφιγένεια Μποτουροπούλου, εκδ. Καστανιώτη, 2019, σελ. 233


Ο Ζυλιέν Γκρακ υπήρξε μείζων συγγραφέας του σουρρεαλισμού, πολύ κοντινός του Αντρέ Μπρεντόν. Ένας από τους λίγους που το έργο του μπήκε στην Bibliothèque de la Pléiade όσο ήταν εν ζωή, Ο επικίνδυνος γόης είναι από τα πιο αλλόκοτα βιβλία του, μιλά για μια φασματική φιγούρα, που φτάνει σε ένα παραθεριστικό θέρετρο με σκοπό να σκοτώσει. Οι γύρω συνειδητοποιούν αργά αργά τι συμβαίνει. Γράφτηκε σε ένα απομακρυσμένο γερμανικό στρατόπεδο αιχμαλώτων.

12. "Δρ. Ζιβάγκο", Μπόρις Πάστερνακ, μετ. Μαρία Τσαντσάνογλου, εκδ. Ποταμός, 2015, σελ.652



Θα ξαναδιαβάσω τον Δόκτωρα μετά από πολλά πολλά χρόνια γιατί είναι το πρώτο βιβλίο της Λέσχης Ανάγνωσης του Booktalks για τη νέα χρονιά. Ελάτε κι εσείς το Σάββατο 25 Ιανουαρίου στις 3:30μ.μ.

13. "κάποιοι άλλοι", Ιάκωβος Ανυφαντάκης, εκδ. Πατάκη, 2019, σελ. 344



Ο Ιάκωβος Ανυφαντάκης στο τρίτο του βιβλίο μιλάει για τη γενιά μας με όρους κρίσης. Κι ίσως είναι από τα πιο δύσκολα πράγματα να μιλήσεις στο εδώ και το τώρα για αυτό που μας συμβαίνει. Μου αρέσει πολύ να ακολουθώ τους (σχεδόν) συνομήλικούς μου συγγραφείς και να έχω εποπτεία του ελληνικού τοπίου στη λογοτεχνία. Από αυτά τα βιβλία θα προκύψουν όλα τα νέα και μεγάλα.

14. "Ινστιτούτο Ρύθμισης Ρολογιών", Αχμέτ Χαμντί Τάνπιναρ, μετ. Στέλλα Χρηστίδου, εκδ. Καστανιώτη, 2019, σελ. 512



Το αδικημένο βιβλίο της χρονιάς που φεύγει, έμεινε στο κομοδίνο μου όλους αυτούς τους μήνες. Ο Τάνπιναρ θεωρείται ο βασικός εκπρόσωπος του μοντερνισμού στην Τουρκία και τα Ρολόγια το αριστούργημά του. Τα Ρολόγια είναι ένα βιβλίο για την ταυτότητα, τον χρόνο, την ύπαρξη. Πιθανότατα το σημαντικότερο μυθιστόρημα που γράφτηκε στη γείτονα τον 20ο αιώνα.


+1. "Νευρο-φυλές", Steve Silberman, μετ.Ρηγοπούλου Μυρτώ-Ζωή, εκδ. Ποταμός, 2019, σελ.512



Το non-fiction βιβλίο των γιορτών, μιλάει για τον αυτισμό και το Aspergers, τις απαρχές της διάγνωσης και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, κυρίως των υψηλής λειτουργικότητας αυτιστικών. Προφανώς έχω ειδικό ενδιαφέρον για τη νευροτυπικότητα, σε αρκετές σελίδες το κλείνω, αναλογίζομαι αν μας ταιριάζει- μας ταιριάζει- κι έπειτα συνεχίζω, αλλά νομίζω πως είναι ένα βιβλίο που θα ωφελήσει τους πάντες. Για να καταλάβουμε τη γεωγραφία του ανθρώπινου μυαλού, και να συνειδητοποιήσουμε τις άπειρες δυνατότητές του.


                                                    Κατερίνα Μαλακατέ





Υ.Γ. 4-2 Αυτή είναι η δική μου λίστα to read, δεν αφορά κανέναν άλλον, και δεν την προτείνω σε κανέναν άλλον. Θα αδικούσα ένα σωρό βιβλία. Εξάλλου εγώ έχω διαβάσει πολλά βιβλία που για άλλους είναι ακόμα αδιάβαστα. Απλά νομίζω πως έχει ενδιαφέρον να δει κανείς πώς επιλέγει βιβλία για τις γιορτές ένας βιβλιόφιλος. Αν θέλετε να μάθετε την περίληψη της πλοκής των βιβλίων που ελπίζω πως θα διαβάσω, τότε πατήστε στα ενεργά λινκς. Εγώ περιλήψεις για βιβλία που δεν έχω διαβάσει δεν κάνω.

Υ.Γ. 4-3-2-1 Διαβάζω ήδη Σουλτς, Το αρχείο των χαμένων παιδιών και Νευρο-φυλές. Μην πείτε τίποτα για πολυγαμίες, απιστίες, ξέρω γω τι, σας έφαγα. Ένα μυθιστόρημα, διηγήματα, κι έναν non-fiction. Είναι απολύτως λογικό.

Υ.Γ.42 Λίγο πριν την εκπνοή του χρόνου θα βαθμολογήσω τα βιβλία που διάβασα αυτή τη χρονιά-- αμείλικτα όπως πάντα. 

8/4/15

Πασχαλινές βιβλιοπροτάσεις ή αυτά που ζήλεψα και θέλω να διαβάσω από την πρόσφατη βιβλιοπαραγωγή.





"Αιρετικοί", Λεονάρδο Παδούρα, μετ. Κώστας Αθανασίου, εκδ. Καστανιώτη, 2015, σελ. 800




"Πόλεμος και πόλεμος", László Krasznahorkai, μετ. Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. Πόλις, 2015, σελ. 384




"Ο θαμμένος γίγαντας", Καζούο Ισιγκούρο, μετ. Αργυρώ Μαντόγλου, εκδ. Ψυχογιος, 2015, σελ. 440




"Το φάντασμα του Αλεξάντρ Βόλφ", Γκαιτό Γκαζντάνοφ, μετ. Ελένη Μπακοπούλου, εκδ.Αντίποδες, 2015, σελ. 192




"Βιβλίο", Ζοζέ Λουίς Πεισότο, μετ. Αθηνά Ψυλλιά, εκδ. Κέδρος, 2015, σελ. 296





"Οι ενοικιαστές", Σάρα Γουότερς, εκδ. Λιβάνη, 2015, σελ. 736


"Οι νόμοι των συνόρων", Χαβιέρ Θέρκας, μετ. Γεωργία Ζακοπούλου, εκδ. Πατάκη, 2015, σελ. 521





 




9/4/13

"Hotel Savoy", Joseph Roth



Η αλήθεια είναι πως οποιοδήποτε βιβλίο διάβαζα μετά τους «Άγριους ντετεκτιβ» θα έβγαινε κάπως αδικημένο στη σύγκριση με κάτι τόσο διαφορετικό και ταυτόχρονα μεγαλειώδες. Τούτη τη φορά επέλεξα ένα βαρύ χαρτί κι όχι μια ανάσα, όπως συνήθως. Δεν το μετάνιωσα. Το «Hotel Savoy» είναι το πρώτο βιβλίο του Joseph Roth που διαβάζω- σοβαρή παράλειψη που σκοπεύω να διορθώσω σύντομα μετά από αυτή την εμπειρία. Η γραφή του Ροτ μου ταιριάζει γάντι, είναι απλή, στοχευμένη, δεν χάνεται ούτε παρεκκλίνει από την πορεία της. Ταυτόχρονα, ο συγγραφέας αντλεί από τις ίδιες τις εμπειρίες του για να φτιάξει ένα αντιπολεμικό έργο κάπως διαφορετικό από τα άλλα, δίχως να παρουσιάσει καθόλου τη φρικαλεότητα και την ξεδιαντροπιά του ίδιου του πολέμου, αυτά τα θεωρεί δεδομένα.

Ήρωας ο Γκάμπριελ Νταν, ένας νέος που φτάνει στο Hotel Savoy στο δρόμο του προς την πατρίδα από την αιχμαλωσία στους Ρώσους. Έχει λίγα χρήματα πάνω του και τα ρούχα που φοράει, και στην αρχή ενθουσιάζεται με το τεράστιο κτήριο, που αποπνέει έναν αέρα χλιδής. Γρήγορα όμως καταλαβαίνει πως στο ξενοδοχείο ενυπάρχουν δυο κόσμοι, αυτός των τριών πρώτων ορόφων γεμάτος πολυτέλεια και ανέσεις, κι εκείνος των επόμενων τεσσάρων της κακομοιρίας και της φτώχιας, ανθρώπων που αναγκάζονται να βάλουν ενέχυρο τις βαλίτσες τους στο γερασμένο «παιδί του ασανσέρ» για να πληρώσουν τον λογαριασμό στον παντοδύναμο διευθυντή Καλογερόπουλο.

Ο Γκάμπριελ, ο αφηγητής-ήρωας είναι ένα παιδί σχετικά καλλιεργημένο, που αντιλαμβάνεται νωρίς την ταξική διαφορά που χωρίζει τους φτωχούς που τρώνε στα συσσίτια σαν του λόγου του και τους καλοντυμένους νεαρούς σαν τον πλούσιο ξάδελφο του Αλεξάντερ που ζει στην πόλη. Μα περισσότερο τον εντυπωσιάζουν οι ίδιες οι αντιθέσεις μέσα στο ξενοδοχείο, σα να είναι το Hotel Savoy μια μικρογραφία της μεταπολεμικής κοινωνίας, ένας μικρόκοσμος δομημένος πάνω στον εξωτερικό κόσμο, όπου  ήδη διαφαίνονται οι ζημώσεις που θα οδηγήσουν στον επόμενο μεγάλο Πόλεμο.

Η ανάγνωση είναι εύκολη και απολαυστική κι η αίσθηση που μένει στο τέλος -μια μαύρη κάθαρση- αυτό που θα έπρεπε να επιδιώκει κάθε συγγραφέας που θέλει να γράψει κάτι ολοκληρωμένο. Με λίγα λόγια, ήδη ψάχνω το επόμενο του Ροτ που θα διαβάσω.  

"Hotel Savoy", Γιόζεφ Ροτ, μετ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Άγρα, 2007. σελ 176


18/3/13

"Εμείς", Yevgeny Zamyatin




Το «Εμείς» του Γεβγκένι Ζαμιάτιν είναι μια κλασική δυστοπία, που αν και γράφτηκε το 1920 δε φαίνεται έναν αιώνα μετά να έχει χάσει τίποτα από τη φρεσκάδα της. Λέγεται πως αποτέλεσε το πρότυπο για να γραφτεί το 1984 του Όργουελ και δε θα εκπλησσόμουν αν ισχύει, γιατί πολλές από τις ιδέες που έφτασαν στα άκρα στο μεγάλο αδελφό τις βλέπουμε εδώ σε πρώιμη μορφή, ενώ ο βασικός καμβάς είναι ο ίδιος.

Για χίλια χρόνια το Μονοκράτος του Ευεργέτη έχει επικρατήσει. Δεν υπάρχουν πια ξέχωρα άτομα αλλά Αριθμοί που συμμετέχουν στο συλλογικό εμείς, ζουν σε γυάλινα δωμάτια που τους βλέπουν από παντού και εκτελούν κάθε μέρα την εντεταλμένη τους υπηρεσία. Η πείνα έχει εξαλειφθεί και σε λίγο κάτι θα κάνουν και για την αγάπη και τη φαντασία. Οι Αριθμοί έχουν δυο ώρες κάθε μέρα που αποσπώνται από το Εμείς και μπορούν ατομικά να κάνουν ό,τι θέλουν. Συνήθως κάνουν περίπατο ή έχουν ένα ροζ εισιτήριο για κάποιον άλλο αριθμό, οπότε δικαιούνται να κλείσουν τις κουρτίνες και να κάνουν σεξ.

Ο κεντρικός ήρωας, ο D-503 είναι αρχιμηχανικός σε ένα φιλόδοξο σχέδιο, το Ολοκλήρωμα είναι ένα διαστημόπλοιο που θα φέρει τον πολιτισμό του Μονοκράτους και στους άλλους πλανήτες και θα καθυποτάξει όλον τον κόσμο στον Ευεργέτη. Ζει μια μετρημένη και «ευτυχισμένη» ζωή, αγαπά τη δουλειά του, το Μονοκράτος, τον φίλο του R-13 με τον οποίο μοιράζονται στην όμορφη και στρογγυλή Ο-90. Μέχρι που σε έναν περίπατο θα γνωρίσει τη γοητευτική και αιχμηρή Ι-133. Οι ισορροπίες θα αλλάξουν, θα γνωρίσει τον Αρχαίο Οίκο πέρα από τα τείχη, τη φύση, το αλκοόλ και τελικά θα αρχίσει να πάσχει από μια βαριά ασθένεια, θα αποκτήσει ψυχή.

Το βιβλίο είναι γραμμένο σε μορφή ημερολογίου που κρατά ο D-503 για να το βάλει μέσα στο «Ολοκλήρωμα» και δείχνει τη σταδιακή αποκόλλησή του από την συλλογικότητα του Μονοκράτους και τη συνειδητοποίηση του Εγώ με πολύ γλαφυρό τρόπο. Είναι μια καλοκαμωμένη ιστορία, ένας κόσμος εφιαλτικός που δε μοιάζει όμως ούτε ξένος ούτε μακρινός. Κι αυτό είναι το κλειδί για κάθε καλή δυστοπία, η περιγραφή με λεπτομέρειες μιας κατάστασης απάλευτης που τελικά έχει πολλά κοινά με αυτό που ζούμε ήδη.


«Εμείς», Γεβγκένι Ζαμιάτιν, μετ. Νικόλαος Αποστολόπουλος, εκδ. Καινό, 2010,σελ.268

Υ.Γ. Το βιβλίο το διάβασα από τις εκδόσεις Καινό και η μετάφραση είναι από τα Αγγλικά. Αν είχα δυο δράμια μυαλό θα το είχα πάρει από τις εκδόσεις Εξάρχεια όπου η μετάφραση είναι από τα Ρώσικα. (* update : όπως θα δείτε από τα σχόλια, μάλλον ούτε αυτή είναι από τα Ρώσικα....)

8/3/13

"Ο Εξώστης", Νίκος Καχτίτσης






Η επανέκδοση του «Εξώστη» του Νίκου Καχτίτση, και μάλιστα σε μια έκδοση ιδιαιτέρως φροντισμένη και ψαγμένη ως προς την απόδοση του κειμένου, ήταν ένα γεγονός που έκανε σχετικό θόρυβο σε αυτούς που ασχολούνται με τα βιβλία στην Ελλάδα. Και όχι άδικα, γιατί ο σχεδόν άγνωστος στο ευρύ κοινό Καχτίτσης έγραφε μοντέρνα σε μιαν εποχή που στην Ελλάδα δεν ήταν αυτή η νόρμα.

Ήρωας του βιβλίου είναι ο Σ.Π, ένας άνθρωπος που έχει καταφύγει στην Αφρική για να ξεφύγει από τις τύψεις για όσα έχει κάνει. Εκεί περνά σχετικά καλά τα πρώτα χρόνια, γίνεται κολλητός φίλος του διοικητή, φλερτάρει ως και την κόρη του, μια νεαρά κατά πολύ νεότερή του. Όμως ξαφνικά δυο εφιαλτικά περιστατικά θα του θυμίσουν τις τύψεις, θα καταλήξει ένας σπασμένος και μόνος άνθρωπος που γράφει αυτό το ημερολόγιο, για να μας εκθέσει τα συναισθήματα και τη συντριβή του, την πρόθεσή του να αυτοκτονήσει.

Ο Σ.Π. είναι ένας αναξιόπιστος αφηγητής. Συνεχώς ανασκευάζει, μερικές φορές υπεκφεύγει, άλλοτε διστάζει, διορθώνει, ξέρει και δεν ξέρει, ξέρει αλλά δε λέει. Στο κείμενο από πλευράς πλοκής γίνονται πολύ λίγα πράγματα, αποκαλύπτονται ακόμα λιγότερα. Όμως αυτό που συμβαίνει είναι αληθινό. Ο Σ.Π., ένα κάθαρμα που διέπραξε εγκλήματα στον πόλεμο κι έπειτα θέλησε να τη σκαπουλάρει στην Αφρική κρατώντας τα άνομα λεφτά, είναι ένας άνθρωπος σε παρακμή μεν, αλλά δεν παύει να είναι ο εαυτός του. Θέλει να βρει ελαφρυντικά ως και την ύστατη ώρα, από την άλλη καταλαβαίνει πως δεν υπάρχουν. Θα μπορούσε να κερδίσει τη συμπάθειά μας, όμως είναι γλοιώδης.

Η χαρά του κειμένου είναι αυτή, καθώς και η μαγκιά του, ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής δεν μας διηγείται με τα λόγια το ποιόν του, δεν είναι αυτό που λέει που μετράει, αλλά ο τρόπος που το λέει. Ο χαρακτήρας του αποκαλύπτεται χωρίς φτιασίδια, τη στιγμή που ο λόγος του είναι γεμάτος γιρλάντες και υπεκφυγές. Ο «Εξώστης» είναι ένα πραγματικά σημαντικό έργο, μια άσκηση ύφους πετυχημένη. Κι αν ως τώρα δεν ξέραμε τον συγγραφέα του, καιρός ήταν να τον μάθουμε.

«Ο Εξώστης», Νίκος Καχτίτσης, εκδ. Κίχλη, 2012, σελ. 226

Υ.Γ. Η έκδοση της Κίχλης είναι ολοκληρωμένη, με επίμετρο, επιστολές, βιογραφία, ως κι ένα σημείωμα της εκδότριας που μας εξηγεί την περιπέτεια της έκδοσης. Αξίζουν συγχαρητήρια.   


17/2/13

«Αύριο στη μάχη να με σκεφτείς», Javier Marías



Τι εκπληκτικό, τι υπέροχο μυθιστόρημα είναι αυτό. Το «αύριο στη  μάχη να με σκεφτείς» του Χαβιέρ Μαρίας βασίζεται σε μια σχετικά απλή ιστορία – αν και ανοίγει με μια ευρηματική σκηνή που μπορεί να σε αφήσει ενεό για το υπόλοιπο του βιβλίου- αλλά είναι τόσο καλογραμμένο και πυκνογραμμένο που δε θέλεις να το αφήσεις από τα χέριά σου.

Ένας άντρας, ο Βίκτορ, πηγαίνει για στο σπίτι μιας παντρεμένης γυναίκας, της Μάρτας Τέγιεθ, για δείπνο. Το δίχρονο αγοράκι της διαισθανόμενο τον κίνδυνο από την παρουσία του αρνείται πεισματικά να πάει για ύπνο. Όταν τελικά παραδίδεται ηττημένο στην αγκαλιά του Μορφέα, το ζευγάρι ανεβαίνει στην κρεβατοκάμαρα για να κάνει πρώτη φορά έρωτα. Όμως εκεί, και πριν καλά καλά προλάβουν να γδυθούν, η γυναίκα νιώθει άρρωστη κι έπειτα από λίγη ώρα πεθαίνει. Ο Βίκτορ έχει να αντιμετωπίσει τα άμεσα προβλήματα της στιγμής- ποιόν να ειδοποιήσει, πώς να αφήσει μόνο του ένα δίχρονο κοιμισμένο αγοράκι με τη νεκρή μητέρα του- αλλά και άλλα ερωτήματα, που τον γητεύουν και τον στοιχειώνουν. Αντί να ξεχάσει θα προσπαθήσει να πλησιάσει την οικογένεια της ως τότε άγνωστης του γυναίκας- τον άντρα, το παιδί, τον πατέρα, την αδελφή της- να κατανοήσει τη ζωή τους και τη ζωή του.

Ο λόγος του Μαρίας είναι εξαιρετικά μακροπερίοδος, κάποτε περνούν ολόκληρες σελίδες χωρίς να αλλάξει η παράγραφος κι αυτό δίνει μια συνοχή σε σκέψεις κατακερματισμένες, που θα μπορούσαν να χωρέσουν εδώ κι εκεί. Η πλοκή έχει συνεχώς μικρές γωνιές ενδιαφέροντος, αλλά δεν είναι αυτό που κάνει το βιβλίο συναρπαστικό. Είναι η εξιστόρηση της απιστίας, η φυσικότητα στο να εξαπατούμε, η έκπληξη μπροστά σε αυτή την εξαπάτηση που την εξασκούμε κάθε μέρα αλλά μας οδηγεί στην απόγνωση όταν την ανακαλύπτουμε για άλλους. Η ψευδαίσθηση πως ξέρουμε αυτόν που κοιμάται δίπλα μας, αλλά τελικά δεν τον ξέρουμε∙ αυτοί που αγαπήσαμε δεν είναι εμείς.

Ένιωσα το βιβλίο βαθιά δικό μου όσο το διάβαζα κι ας είναι γραμμένο από την οπτική ενός άντρα κι όχι μιας γυναίκας, βυθίστηκα σε αυτή την αίσθηση της μοναξιάς δίπλα στους άλλους, αλλά και της συντροφιάς- ακατανόητα κάποτε- από αυτούς που δεν είναι κοντά μας παρά μόνον τυχαία για λίγες στιγμές. Και στη δύναμη της φαντασίας, που είναι αυτό που κάνει τελικά τον πρωταγωνιστή Βίκτορ να εδραιώνεται στην πραγματικότητα.


«Αύριο στη μάχη να με σκεφτείς», Χαβιέρ Μαρίας, μετ. Βιβή Φωτοπούλου, εκδ. Σέλας, 1997, σελ. 356

Υ.Γ. 1   Η πιο εκπληκτική σκηνή του βιβλίου είναι εκείνη που ο πρωταγωνιστής κάνει έρωτα με μια πόρνη, αλλά σε καμία φάση δεν είναι σίγουρος αν πρόκειται ή όχι για την πρώην γυναίκα του.

Υ.Γ. 2 Ναι, το ομολογώ το βιβλίο το πήρα στο παζάρι (4,00€). Κρίση.

Υ.Γ. 42 Τον Χαβιέρ Μαρίας τον γνώρισα από τον no14me, αλλά όπως εύστοχα παρατήρησε ο librofilo εκείνος τον διάβαζε πριν ακόμα γεννηθούμε εγώ ή ο no14me.


11/2/13

"Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου", J.W. Goethe





Ανοίγοντας κανείς τα «πάθη του νεαρού Βέρθερου» του Γκαίτε δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί κατά πόσο διαβάζεται ακόμα με μια σχετική ευχαρίστηση ένα βιβλίο που γράφτηκε 1774, πώς και με τί θα ταυτιστεί. Κι όμως, αν προσεγγίσεις το βιβλίο σα λογοτεχνία κι όχι σαν μια αρχαιολογία, τότε θα συνειδητοποιήσεις πως ο καταπιεσμένος έρωτας του Βέρθερου για μια γυναίκα που ξέρει από την αρχή πως δεν μπορεί να έχει είναι αρκετά σύγχρονος για να συγκινήσει.

Ο Βέρθερος είναι ένας ευαίσθητος νέος, με πολλά ψυχικά αλλά και ακαδημαϊκά χαρίσματα που καταφτάνει σε μια πόλη σχετικά μικρή για να ξεφύγει από έναν ατυχή έρωτα. Εκεί περνά τη μέρα του κυρίως γυρίζοντας στη φύση και ζωγραφίζοντας που και που, αλλά ταυτόχρονα γνωρίζεται με τους ανθρώπους. Σε έναν χορό θα συνοδέψει κάποιες κοπέλες, ανάμεσά τους και τη νεαρή Λόττε, που ενώ ξέρει πως είναι λογοδοσμένη, θα ερωτευτεί παράφορα. Οι δυο νέοι κορτάρουν σχετικά αθώα, αν και ο Βέρθερος δίνεται ψυχή τε και σώματι σε αυτήν την σχέση, και δεν σταματούν να έχουν επαφές ακόμα κι όταν καταφτάνει ο αρραβωνιαστικός της Λόττε ο Άλμπερτ, ο οποίος δεν είναι αντιπαθής, αντιθέτως συχνά οι τρεις νέοι κάνουν όλοι μαζί παρέα.

Καθώς το πάθος του για τη Λόττε εξελίσσεται, ο Βέρθερος καταλαβαίνει πως δεν μπορεί να συνεχιστεί η κατάσταση κι αποδέχεται μια ανιαρή θέση δίπλα σε κάποιον πρέσβη για να φύγει. Εκεί η μονοτονία της δουλειάς, το κοντόφθαλμο αφεντικό του αλλά κυρίως η καλλιτεχνική φύση του δεν τον αφήνουν να στεριώσει. Κι έτσι γυρνά πίσω στη Λόττε που εν τω μεταξύ έχει παντρευτεί τον Άλμπερτ.

Το μυθιστόρημα είναι γραμμένο σε μορφή επιστολών που στέλνει ο νεαρός Βέρθερος σε έναν φίλο του, ενώ ο αφηγητής Γκαίτε που συγκέντρωσε αυτές τις επιστολές παρεμβαίνει λίγο, κυρίως στο δεύτερο μέρος. Είναι ένα κείμενο ευκολοδιάβαστο και συγκινητικό, μιλά για τον ανεκπλήρωτο έρωτα με μια πολυπλοκότητα και σαφήνεια που θα περίμενε κανείς από κάποιον του δικού μας καιρού. Κάτω από τα στρώματα του πάθους του Βέρθερου για τη Λόττε εμφανίζεται ο χαρακτήρας του, η ευαισθησία, η επιπολαιότητα, η ορμή του, η ανάγκη του να υπάρξει πέρα από τα συμβατικά πλαίσια κι όμως η συνεχής προσκόλλησή του σε αυτά∙ ως το δραματικό φινάλε.

Απόλαυσα τα πάθη του σα να ήτανε δικά μου, φρίκιασα μαζί του στην δημοσιοϋπαλληλίστικη θέση του, αγάπησα και μίσησα διαδοχικά τον σύζυγο-αντίζηλο. Περιέργως τις μέρες που το διάβαζα, το βιβλίο ακολουθούσε τις διαθέσεις μου (ή εγώ του Βέρθερου) και μου δημιουργούσε μια έντονη προσμονή, ακόμα κι αν ήξερα το τέλος, γιατί αποκαλύπτεται στην εισαγωγή. Μάλλον τελικά –στο βάθος- είμαι μια ρομαντική ψυχή.

«Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου», Γκαίτε, μετ. Στέλλα Νικολούδη, εκδ. Άγρα, σελ. 344

Υ.Γ.  Η έκδοση των εκδόσεων Άγρα, αν και εξαιρετικά προσεγμένη και πλήρης, στην αρχή με αποπροσανατόλισε. Γύρεψα να διαβάζω παράλληλα και τις (υπερβολικά πολλές) σημειώσεις κι αυτό μου χαλούσε τη ροή της ανάγνωσης. Μόλις άρχισα να τις αγνοώ κατάφερα να απολαύσω το κείμενο. 



19/1/13

"Cosmopolis", Don DeLillo




Πέρασα με το «Cosmopolis» του Don DeLillo ώρες ειλικρινούς αναγνωστικής απόλαυσης. Ένα αρχετυπικά αριστουργηματικό βιβλίο που μιλά για όλα εκείνα τα σημαντικά της ανθρώπινης ύπαρξης έτσι απλά, σα να λες μια ιστορία σε παρέα φιλική. Η δύναμη που προκύπτει από την εξουσία, ο έρωτας – διαφορετικός από τον σεξουαλικό αισθησιασμό- η ματαιότητα μιας ζωής ολοκληρωμένης και αναγνωρισμένης ήδη από τη νεότητα, αλλά και η μεθυστική αίσθηση να είναι όλοι και όλα στα πόδια σου, έτοιμοι με ένα νεύμα του κεφαλιού ακόμα και να χύσουν για πάρτη σου, η ζωή ως είδος πολυτελείας αλλά και πόνου, είναι μερικά από τα θέματα που θίγονται.

Ο Έρικ Πάρκερ, νεαρός πολυεκατομμυριούχος ήδη από τα 28 του, μια διάνοια στα οικονομικά, ξυπνά μια μέρα και ξέρει τι θέλει να κάνει, πρέπει να κόψει τα μαλλιά του. Πλησιάζει την λιμουζίνα του και μαθαίνει πως το κέντρο είναι κλειστό, ο Πρόεδρος έχει έρθει, υπάρχει μια κηδεία ενός γνωστού προσώπου, η πόλη είναι αδιάβατη. Παρ’ όλα αυτά αυτός θέλει να κόψει τα μαλλιά του στην άλλη άκρη της πόλης κι έτσι θα αρχίσει ένα ταξίδι, που θα τον φέρει στην καταστροφή. Τον βλέπουμε να συνομιλεί με τους υπαλλήλους του που επιβιβάζονται κι έπειτα αποβιβάζονται, να περνά μέσα από μια διαδήλωση, να επιμένει να ποντάρει στο γιεν ενώ αυτό όλο ανεβαίνει, να τα έχει όλα, να πηδάει γυναίκες, να αγαπάει γυναίκες, να μην έχει τίποτα, να καταστρέφεται. Κορυφαία είναι η σεξουαλική σκηνή του βιβλίου που δεν θα σας την περιγράψω γιατί θα ήταν απίστευτο spoiler.

Ο DeLillo όλο και περισσότερο επιβεβαιώνει για μένα πως είναι από τους μεγαλύτερους αμερικάνους συγγραφείς της γενιάς του. Δεν έχω διαβάσει πολλά βιβλία του- τρία με αυτό- και είναι πολυγραφότατος, όμως αυτή η καθαρότητα στη γραφή, η αίσθηση πληρότητας όταν τελειώνεις το βιβλίο μοιάζει λιγάκι με την κάθαρση της αρχαίας τραγωδίας. Μιας τραγωδίας ολωσδιόλου σύγχρονης, εντελώς πραγματικής, που μιλά για όλα αυτά που αφορούν τη ζωή μας.

«Cosmopolis”, Don DeLillo, εκδ. Picador, 2003, σελ.209

Y.Γ. Δε θέλω καν να σχολιάσω τον πρωταγωνιστή που διάλεξε για την ταινία ο Cronenberg. Υπάρχει όμως μια περίπτωση να τη δω. 

11/1/13

«Αντεργκράουντ ή ένας ήρωας του καιρού μας», Vladimir Makanin





Είχα καιρό να διαβάσω βιβλίο Ρώσου συγγραφέα και να θυμηθώ πόσο βαθιά με συναρπάζει η ρώσικη ψυχή, πόσο ξένη μου φαίνεται στην αρχή κι έπειτα πόσο οικεία, κατανοητή και ακατανόητη μαζί. Ο Μακάνιν από το Ντοστογιέφσκι απέχουν κοντά ενάμιση αιώνα, κι όμως ήταν τόσες οι αναφορές, τόσο έντονη η αίσθηση πως ο ένας είναι ο συνεχιστής του άλλου που συχνά ξεχνιόμουν, ένιωθα σα να διάβαζα ένα βιβλίο κομμάτι ενός παζλ σχεδόν ολοκληρωμένου μέσα μου, της ρώσικης λογοτεχνίας.

            Το μυθιστόρημα «Αντεργκράουντ ή ένας ήρωας του καιρού μας» είναι γραμμένο το 1998, μιλά με ένταση για μια εποχή που είναι μεταβατική, όπου όλα αλλάζουν, οι δημόσιες πολυκατοικίες ιδιωτικοποιούνται και τα κομματόσκυλα του παρελθόντος αποκαθαίρονται, αλλά οι βασικές επιθυμίες των ανθρώπων μένουν ίδιες, απλά προσαρμόζονται οι τρόποι τους στους καιρούς. Ήρωας του ο Πετρόβιτς, ένας συγγραφέας που την εποχή του παντοδύναμου Κομμουνιστικού κόμματος δεν εκδόθηκε αν και θεωρούνταν εξαιρετικός γιατί είχε αποκλίσεις από την κομματική γραμμή και τελικά κατέληξε σχεδόν άστεγος, να κάνει τον φύλακα σε μια δημόσια πολυκατοικία  και να μη γράφει συνειδητά τίποτα. Ο άνθρωπος αυτός, μέλος του αντεργκράουντ, μιας ομάδας ανέκδοτων καταραμένων, θα συρθεί στη ζωή, στο φόνο, στο φρενοκομείο, στην τρέλα και την λογική με μια τόσο φυσική ροή που δεν θα το καταλάβει καν. Οι φίλοι του έρχονται και χάνονται, αυτός παραμένει πιστός στη γραφομηχανούλα του κι ας μη γράφει τίποτα ποτέ σε αυτή, θα γνωρίσει την σκληρότητα του συστήματος, θα πάρει στο διάβα του την τρέλα του αδελφού του- ενός χαρισματικού στα νιάτα του ζωγράφου που τον έσπασε το καθεστώς- θα ζήσει κυνηγώντας την επόμενη μέρα, που μπορεί να φέρει τα πάντα. Αυτό είναι το βασικό θέμα, πως στη Ρωσία της μετά περεστρόικας εποχής μπορούν ανά πάσα στιγμή να συμβούν όλα και να είναι ταυτόχρονα σα να μη συνέβησαν.

            Ο Μακάνιν είναι απολαυστικός, γράφει διεισδυτικά και σκοτεινά, ατρόμητα, δίχως φιοριτούρες, χωρίς καμιά προσποίηση- είμαι μοντέρνος δεν είμαι- χωρίς σκέψη για αυτό που θα προκύψει. Και για αυτό, ακολουθώντας το ένστικτό του αλλά και την μακρά παράδοση της χώρας του κατάφερε να γράψει ένα βιβλίο που είμαι σίγουρη πως στον επόμενο αιώνα θα τον κατατάξει στους κλασικούς της γενιάς του.  

«Αντεργκράουντ ή ένας ήρωας του καιρού μας», Βλαντιμίρ Μακάνιν, μετ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδ. Καστανιώτη, 2003, σελ. 616


17/12/12

"Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο- τόμος Ι", Marcel Proust




Μου φαίνεται κάπως περίεργο να μιλήσω για ένα τόσο μεγάλο έργο όπως το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο», μιας και μόλις τελείωσα τον πρώτο τόμο που επιγράφεται «Από τη μεριά του Σουάν». Τί θα μπορούσα να προσθέσω άραγε στις κριτικές για τον Προυστ∙ φαντάζομαι τίποτα. Από την άλλη ήταν τόσο έντονα τα συναισθήματά μου που θα ήταν άδικο να μην αναφέρω καν την ανάγνωση, θα ήταν σα να την έκρυβα από τον ίδιο μου τον εαυτό, να την απαρνιόμουν. Ξέρω με σιγουριά πως τον τόμο κάποτε θα τον ξαναδιαβάσω – φαντάζομαι όταν και κάποτε τελειώσω και τους υπόλοιπους- ή ίσως και νωρίτερα.

            Αφηγητής είναι πιθανότατα ο ίδιος ο συγγραφέας, κάποια από τις εκφάνσεις του καλύτερα, μια περσόνα που θέλει να γράψει ένα βιβλίο σαν το "Αναζητώντας", που είναι αλλά δεν είναι ο Προυστ, και τα πρόσωπα είναι και δεν είναι ο δικός του περίγυρος. Το πρώτο πρόσωπο δημιουργεί την ψευδαίσθηση της οικειότητας, που χάνεται στο δεύτερο μέρος κι έπειτα ξαναβρίσκεται μόνο μια μακρινή της ανάμνηση στο τρίτο.

       Στο πρώτο κομμάτι μας αφηγείται το πώς περνούσε ως παιδί στην εξοχική κατοικία της οικογένειας του στο Κομπραί, μας μιλά για την προσκόλληση στη μητέρα του και το πόσο αποζητούσε το βραδινό αποχαιρετιστήριο φιλί της που κάποτε κάποτε το έχανε γιατί τους επισκεπτόταν ο κύριος Σουάν. Κι έπειτα με αφορμή μια μνήμη που ξύπνησε γιατί βούτηξε ένα γλύκισμα σε ένα τίλιο, μας μιλά για την θεία του Λεονί, μια γυναίκα που επέλεξε να μην ξαναβγεί από το δωμάτιο της και την πιστή της υπηρέτρια Φρανσουάζ. Η πασίγνωστη πρώτη φράση "Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς" ήδη οδηγεί σε μια ταύτιση, σε βάζει σε ένα οικείο περιβάλλον, κι ας είναι οι τρόποι της Γαλλικής κοινωνίας των αρχών του περασμένου αιώνα κάπως παλιακοί.

            Στο δεύτερο μέρος παρακολουθούμε τον κύριο Σουάν στον έρωτα του για μια γυναίκα ολίγον παρδαλή, την Οντέτ, που συχνάζει στο σαλόνι των Βεντυρέν που είναι πολύ κατώτερο του επιπέδου του, κι όμως αυτός αποζητά απεγνωσμένα την συντροφιά τους, γιατί ο έρωτάς του είναι στηριγμένος σε ένα κράμα από ζήλια, αποστροφή και επιθυμία.

            Στο τρίτο μέρος, και για μένα δυσκολότερο στην ανάγνωση, ο αφηγητής δεν είναι πια παιδί και μας αφηγείται τη σχέση του με την Ζιλμπερτίν Σουάν, την κόρη του Σουάν και της Οντέτ.

            Αν και φαινομενικά το βιβλίο αποτελείται από αναμνήσεις ατάκτως ερριμένες, διεξοδικά αναλυμένες και πιθανώς άσχετες μεταξύ τους, η δύναμη της αφήγησης είναι τέτοια που σε βάζει απευθείας στην κάθε ιστορία, σε κάνει μέτοχο της κάθε πράξης. Η γραφή είναι συναρπαστική, υποβάλλει έναν σχετικά αργό ρυθμό ανάγνωσης, συχνά είναι αδύνατο να διαβάσει κανείς πάνω από είκοσι, τριάντα σελίδες γιατί εκεί που είναι γλυκά αποκοιμισμένος με τις λεπτομέρειες της κοσμικής ζωής στο Παρίσι του προσφέρεται αναπάντεχα, ίσως και στην ίδια πρόταση ένα κομμάτι από τη σοφία της ζωής.

            Δεν ξέρω αν θα χαρακτήριζα τον «Αναζητώντας τον καινούργιο χρόνο»  μοντέρνο, έχει πολλά κοινά με τα κλασικά ρεαλιστικά μυθιστορήματα του 19ου αιώνα, αλλά ταυτόχρονα το διέπει μια πνοή σύγχρονη, διαφορετική ∙ πηδά στον συμβολισμό με χαρακτηριστική ευκολία, αποδομεί τον χρόνο - που κάποτε συστέλλεται κι άλλοτε διαστέλλεται μέσα στις λεπτομέρειες με άνεση. Ο Προυστ δε διστάζει να μιλήσει για σχέσεις λεσβιακές ( ο ίδιος ήταν ομοφυλόφιλος χωρίς να το λέει), να μιλήσει για κοκότες σα να ήταν κυρίες, και για κυρίες σα να ήταν αγίες, να δώσει το πλαίσιο της ζωής του σα μια ιστορία που θα μπορούσε να ειπωθεί, ενώ κανείς άλλος δεν θα τολμούσε να το κάνει, θα έμοιαζε με αδιάφορο προσωπικό ημερολόγιο. Αν και οι υπόλοιπες σελίδες είναι το ίδιο δυνατές, υποψιάζομαι πως η ρήση πως "έργα σαν το "Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο" περιόρισαν αισθητά τα όρια του ανείπωτου" δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα.

         
"Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο- Ι - Από τη μεριά του Σουάν", Μαρσέλ Προυστ, μετ. Παύλος Ζάννας, εκδ. Εστία, 2009, σελ. 445. 
         

29/11/12

"Αξολότλ και άλλα διηγήματα", Julio Cortázar





Ό,τι και να γράψω για τον Κορτάσαρ, μάλλον θα θεωρηθώ προκατειλημμένη. Θα πω λοιπόν πως το σμίξιμο πραγματικού και φανταστικού στα διηγήματά του μου ταιριάζει πιθανότατα περισσότερο από ότι του Μπόρχες. Κι αυτό για μένα που μεγάλωσα με τα διηγήματα του παππού Χόρχε κι ούτε μπορώ να θυμηθώ πόσες φορές τα έχω διαβάσει, είναι σημαντική δήλωση.

            Στο «Αξολότλ και άλλα διηγήματα» περιλαμβάνονται 19 κείμενα που έγραψε ο Κορτάσαρ σχεδόν σε όλη του τη ζωή. Παρ’ όλα αυτά το γράψιμό του δείχνει μια θαυμαστή συνέχεια, ακολουθεί έναν βασικό κανόνα, μας κοιμίζει στην αρχή με μια πραγματική ιστορία, εντελώς ρεαλιστική μέχρι να μπει σαν κλέφτης το φανταστικό και να μας πάρει από το χέρι σε άλλα σύμπαντα. Δε βαρέθηκα σε καμιά, αν όμως έπρεπε κάποιες να ξεχωρίσω, αυτές θα ήταν :

 «Η άλλη. Ημερολόγιο της Αλίνα Ρέγες», ένα διήγημα  για μια όμορφη γυναίκα που νιώθει να την καλεί ο άλλος της εαυτός, κουρελής και πένης κάπου σε μια γέφυρα της Βουδαπέστης.

«Η υγεία των αρρώστων», μια ιστορία για μια γυναίκα τόσο άρρωστη που όλοι ακροπατούν δίπλα της, δεν της λένε πως πέθανε ο γιος της, ούτε πως είναι άρρωστη η αδελφή της, μπαίνουν στην υποκρισία τόσο καλά που γίνεται η ζωή τους.

«Το τέλος του παιχνιδιού», όπου τρία κοριτσάκια κάνουν τα «αγάλματα» για να τους βλέπουν οι επιβάτες του τρένου που περνά.

«Η δεσποινίς Κόρα», όπου ένα αγόρι μπαίνει στο νοσοκομείο για μια απλή εγχείρηση ρουτίνας για σκωληκοειδίτιδα κι αναπτύσσει μια περίεργη σχέση με την παρ’ ολίγο συνομήλικη του νοσοκόμα.

Αν και ο Μπόρχες είπε πως κανείς δεν μπορεί να αφηγηθεί την περίληψη μιας ιστορίας που έγραψε ο Κορτάσαρ, εγώ τα κείμενα αυτά τα έχω βαθιά μέσα στο μυαλό μου. Δεν είναι μόνο διηγήματα γραμμένα με μοντέρνο τρόπο και δεξιοτεχνικό, είναι κείμενα υψηλής συγκινησιακής θερμοκρασίας. Με άλλα λόγια το ταλέντο ενός ανθρώπου που είναι γεννημένος γραφιάς βρίσκει χώρο στη μικρή φόρμα να φανερωθεί στην άγρια μορφή του, χωρίς να καταπιέζεται, με μια ομορφιά δυνατή και ταυτόχρονα οικεία. Ο  Χούλιο Κορτάσαρ δεν κάνει επίδειξη, είναι μεγάλος συγγραφές κι αυτό φαίνεται στην κάθε του λέξη.  

"Αξολότλ και άλλα διηγήματα", Χούλιο Κορτάσαρ, μετ. Ισμήνη Κανσή, εκδ. Πάπυρος, 2009, σελ.309

23/11/12

«Καντίς για ένα αγέννητο παιδί», Imre Kertész





Όταν πρωτοδιάβασα το «Καντίς για ένα αγέννητο παιδί»- λίγο μετά την εποχή που πήρε ο Ίμρε Κέρτες το Νόμπελ- ήμουν σε μια διαφορετική φάση ζωής κι η stream of consciousness γραφή του, που μου θύμισε έντονα Μπέρνχαρντ, με άγγιξε αλλά δε με συγκλόνισε. Κοντά δέκα χρόνια μετά ξαναγύρισα στο Καντίς, γιατί μάλλον είχαμε αφήσει ανοιχτούς λογαριασμούς κι η κραυγή του συγγραφέα είχε πάνω μου πολύ μεγαλύτερο αντίκτυπο.

Η νουβέλα ξεκινά με ένα εμφατικό «Όχι», όχι στη συνέχιση της ζωής, στη διαιώνιση του είδους, στην προσπάθεια για ένα παιδί. Όχι στην ίδια την επιβίωση. Όπως και στο «Ο άνθρωπος δίχως πεπρωμένο», ο συγγραφέας μας λέει εμφατικά πως μετά την εμπειρία του στο Άουσβιτς δε θέλει να συνεχίσει να ζει ∙ έχοντας ζήσει αυτήν την αγριότητα, αυτή την εξαθλίωση, δε θέλει να εξακολουθήσει να είναι άνθρωπος και πολύ περισσότερο να φτιάξει ένα άλλο ανθρώπινο ον.

Ο λόγος του Κέρτες, μακροπερίοδος, γεμάτος επαναλήψεις, δυσκολεύει την ανάγνωση (πιθανώς και τη μετάφραση), δε μιλάμε για ένα βιβλίο που θα το ρουφήξεις, αλλά για μια επίμονη προσπάθεια κατάδυσης σε μια ψυχή ανεξίτηλα στιγματισμένη. Ο αποτυχημένος γάμος, οι δυσκολίες στην καριέρα,  η εβραϊκότητά του, γίνονται σημαία για την τέχνη του, αφορμή, αιτία, δικαιολογία για την άρνηση, την επιθυμία του να παραμείνει στη μιζέρια.

Ως τώρα δεν έχω διαβάσει βιβλίο του Κέρτες που να μην είναι αυτοβιογραφικό. Αυτό κάποτε πίστευα πως είναι μειονέκτημα, δείχνει έλλειψη φαντασίας και ίσως αντίκειται στον ορισμό της τέχνης. Γραφιάδες σαν κι αυτόν όμως με κάνουν να αλλάξω γνώμη, δε χρειάζεται πάντα ένας φανταστικός κόσμος για να συγκαλύψεις την αλήθειά σου, μπορείς να την πεις ανοιχτά, βασανιστικά, φορτικά. Ειδικά όταν αυτή κρύβει τόσο πόνο.

«Καντίς για ένα αγέννητο παιδί», Ίμρε Κέρτες, μετ. Μάγκυ Κοεν, εκδ Καστανιώτη, 2003

* το κείμενο δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό λογοτεχνικό περιοδικό bookstand

15/11/12

"Οι λέξεις", Jean-Paul Sartre





«Ήθελα να είναι ένας αποχαιρετισμός στη λογοτεχνία και την ωραία λογοτεχνική γραφή. Ήθελα οι άνθρωποι που θα το διαβάσουν να βρεθούν παρασυρμένοι σε ένα είδος αμφισβήτησης της λογοτεχνίας από την ίδια την λογοτεχνία». Αυτά μας λέει ο Σαρτρ στη συνέντευξη που παρατίθεται στο επίμετρο του βιβλίου. Έγραψε τις «Λέξεις» με λογοτεχνικότητα γιατί ήθελε να απαλλαγεί από αυτή, να δείξει πως η λογοτεχνικότητα έχει πεθάνει. Μιλούσε ο φιλόσοφος μέσα του∙  ο λογοτέχνης κατάφερε εντελώς το αντίθετο, γράφοντας την αυτοβιογραφία του με όρους τόσο λογοτεχνικούς, με προσεγμένη και την κάθε λεπτομέρεια, άφησε ένα βιβλίο υποδειγματικό στην αφήγηση που μαρτυρά πως εκείνος ο μικρός μυθοπλάστης των νεανικών του χρόνων δεν πέθανε ποτέ.

«Οι Λέξεις» είναι η αυτοβιογραφία του φιλόσοφου του υπαρξισμού που εκτείνεται από την παιδική του ηλικία ως την… παιδική του ηλικία. Καλύπτει το κρίσιμο χρονικό διάστημα από τη στιγμή που κατάλαβε τον εαυτό του γύρω στα 6 ως τα 10-11 περίπου, όπου όλα των έσπρωχναν προς τα βιβλία. Όταν ήταν ακόμα μωρό ο πατέρας του πέθανε, κι αυτό τον σημάδεψε. Λέει ο ίδιος :«αν ζούσε ο πατέρας μου θα είχε πέσει πάνω μου φαρδύς-πλατύς και θα με είχε συνθλίψει. Για καλή μου τύχη πέθανε πολύ νέος∙». Για καιρό μένει με τη μητέρα του που του συμπεριφέρεται περισσότερο σα συνένοχη μεγάλη αδελφή και τους παππούδες του. Το σπίτι του παππού του Καρλ Σβάιτσερ είναι γεμάτο βιβλία κι εκεί μυείται πολύ νωρίς στην τέχνη της ανάγνωσης, διαβάζει αριστουργήματα και καταλήγει να συμπαθεί τις περιπέτειες και τα περιοδικά φαντασίας. Δεν τον στέλνουν σχολείο, είναι ο αγαπημένος του παππού, της μαμάς, τον κανακεύουν, τον λατρεύουν. Και του δίνουν προορισμό στη ζωή «αυτό το παιδί θα γράψει», όπως άλλοι θα έλεγαν «θα γίνει γιατρός ή δικηγόρος». Γράφει μυθιστορήματα και ιστορίες στα 6, τα 7, τα 8 του, τα ξεχνά, τα ξαναπιάνει, είναι ένα μοναχικό παιδί που μεγαλώνει ανάμεσα σε ενήλικες και βιβλία και έχει ανάγκη την αποδοχή και των δυο.

Η γραφή του Σαρτρ είναι μαγνητική, δε σε αφήνει να αφήσεις το βιβλίο κάτω. Κατάφερα να ταυτιστώ με την παιδική ηλικία ενός νομπελίστα (κι ας το αρνήθηκε), υπαρξιστή φιλοσόφου που έμεινε ορφανός μωρό και γεννήθηκε εκατό χρόνια πριν από μένα, να βρω κομμάτια του εαυτού μου, να κάνω μαζί του την δική μου αυτοκριτική∙ άντε τώρα βρες άκρη. Ο ίδιος λέει πως στάθηκε αυστηρός απέναντι στο παιδί που ήταν, για μένα η διάθεση ακύρωσης έβγαλε συμπάθεια και ευαισθησία για το παιδάκι που υπήρξε. Αποφάσισε, όπως λέει στη συνέντευξη, να μη συμπεριλάβει το σεξουαλικό του ξύπνημα (παίζαν με ένα κοριτσάκι το γιατρό), ούτε τα μετέπειτα χρόνια του σε μια επαρχιακή πόλη όταν η μαμά του ξαναπαντρεύτηκε (τα πιο δύσκολα της ζωή του). Με λίγα λόγια προστάτεψε τον νεαρό μυθιστορηματικό Σαρτρ  από τις κακουχίες του μέλλοντος, τον άφησε παιδικό και ατόφιο στα μάτια του λογοτεχνικού κοινού και νόμισε πως τελείωσε με αυτόν. Αμ δε, εξήντα χρόνια μετά αποδεικνύεται πως μέσα από την πένα του τον παρέδωσε στην αιωνιότητα. 

"Οι λέξεις", Ζαν-Πωλ Σαρτρ, μετ. Ειρήνη Τσολακέλλη, εκδ. Άγρα, 2003, σελ. 331


7/11/12

"Ο Παραγιός", Robert Walser



Ο Μάρτι Γιόζεφ παρουσιάζεται στο σπίτι του μηχανικού Τόμπλερ για να δουλέψει ως βοηθός του μόλις απολύεται από το στρατό. Γρήγορα γίνεται  αναπόσπαστο μέλος της αστικής οικογένειας που μένει σε ένα πανέμορφο σπίτι λίγο έξω από ένα χωριό και αγαπά τα όμορφα πράγματα, το ωραίο φαγητό, το καλό ποτό, τα πούρα και τις διασκεδάσεις. Του φαίνεται πως δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις μιας τόσο καλής δουλειάς και τα βράδια ψέγει τον εαυτό του για τις αδυναμίες του.

Σύντομα όμως θα φανούν οι αδυναμίες του εργοδότη του, ενός μηχανικού που κληρονόμησε μεγάλη περιουσία και την έριξε όλη στην αγορά της βίλας του και στην προώθηση των εφευρέσεων του -ένα ρολόι με φτερά για διαφημίσεις, ένας αυτόματος πωλητής σφαιρών, μια αναπηρική καρέκλα. Ο Τόμπλερ είναι ένας άνθρωπος που αγαπά την καλή ζωή, παραγγέλνει πανάκριβα κρασιά, βάζει να χτίσουν πύργους και σπηλιές στο σπίτι του, αλλά δεν έχει μια για να ξεπληρώσει κανέναν, χρωστάει σε όποιον μιλά Γερμανικά, είναι οξύθυμος, του αρέσουν τα επαγγελματικά «ταξίδια», να περνά ώρες στο καπηλειό. Η γυναίκα του και τα τέσσερα παιδιά μένουν σπίτι. Ο Γιόζεφ γίνεται μέρος της οικογενειακής ζωής, περνά φάσεις κυκλοθυμίας, ανέχεται να μην τον πληρώνουν αλλά παρ’ όλα αυτά να τον ταπεινώνουν, μαθαίνει να αποφεύγει τους πιστωτές του αφεντικού του, θέλει να πει κάτι στην κυρία του για το ένα της παιδί, τη Συλβί, που την κακομεταχειρίζονται, αλλά σιωπά. Φέρεται αλλοπρόσαλλα, ταιριαστά με αυτό που συμβαίνει γύρω του. Και η κυρία Τόμπλερ κάνει αυτό που προστάζει η εποχή : δε μιλά, δεν αντιτίθεται, δέχεται στωικά την αμυαλιά του άντρα της, κρατά ρόλο σχεδόν διακοσμητικό.

Ο Ρόμπερτ Βάλζερ, που υπήρξε κι ο ίδιος βοηθός ενός μηχανικού στα νιάτα του, αντλεί προφανώς αυτοβιογραφικά στοιχεία για να γράψει. Ασκεί κριτική στην δομή της οικογένειας, στην δουλειά, στην κοινωνία. Και τον κάνει σε μια εποχή (ο Βάλζερ γεννήθηκε ακριβώς εκατό χρόνια πριν από μένα) που κάτι τέτοιο δεν είναι αυτονόητο. Με γοήτευσε πιο πολύ από όλα η σχέση του Γιόζεφ με τον Τόμπλερ, ενώ κανείς θα περίμενε ο βοηθός να τρέφει κακία για το αφεντικό του, αντίθετα τα αισθήματά του είναι αυτά της αγάπης, της υποταγής, των ενοχών μήπως δεν έκανε τη δουλειά του αρκετά καλά. Κι ας είναι απλήρωτος.

Το μυθιστόρημα ρέει, είναι ευκολοδιάβαστο και σε παρασέρνει στην ατμόσφαιρα μιας εποχής όχι τόσο μακρινής όσο φαίνεται. Ξεκίνησα το βιβλίο έχοντας κατά νου πως τον Βάλζερ τον λάτρεψε ο Κάφκα, ο Κανέττι, ο Έσσε, ο Σέμπαλντ, ο Βίλα- Μάτας ∙ και ο «Παραγιός» κατόρθωσε παρ’ όλες τις τόσο μεγάλες προσδοκίες να μη με απογοητεύσει. Αυτό κι αν είναι επίτευγμα.   


Υ.Γ. Τα Γερμανικά μου είναι κάτω του μετρίου, πάντως το “Der Gehülfe” δεν θα το μετέφραζα «Ο Παραγιός», θα το έλεγα «Ο Βοηθός».  


"Ο Παραγιός", Ρόμπερτ Βάλζερ, μετ. Ιάκωβος Κοπερτί, εκδ. Ηριδανός, 1992, σελ. 317


1/11/12

"Λαγνεία", Elfriede Jelinek




Η γραφή της Γέλινεκ είναι απάλευτη. Τόσο απλά, είναι μια γραφή κλινικής και νοσηρής ακρίβειας, όπου σε μονόλογο σχιζοφρενούς η συγγραφέας παραθέτει τις πιο φρικαλέες λεπτομέρειες σα να περιγράφει κοσμικό δείπνο σε περιοδικό μόδας, τόσο αδιάφορα. Η βωμολοχία δεν υπάρχει, γιατί όλες οι λέξεις χάνουν κάποια από τη δύναμή τους στη συσσώρευση, μετά από μερικές σελίδες εξοικειώνεσαι με το γεγονός πως η επόμενη πρόταση μπορεί να περιέχει την πιο σαδιστική σκηνή από καταβολής κόσμου.

Η ιστορία έχει ως εξής, σε μια επαρχιακή πόλη ο διευθυντής του τοπικού εργοστασίου είναι ο θεός, καθορίζει τις τύχες των ανθρώπων χωρίς ούτε μια σκέψη, γαμάει τη γυναίκα του με όλους τους σαδομαζοχιστικούς τρόπους χωρίς να τη ρωτά, παντού και πάντα, απαιτεί από το γιο του να είναι ταυτόχρονα το πιο απασχολημένο και το πιο αντιπαθές παιδί του χωριού. Απομακρύνει το γιο από τη μητέρα, κάνοντας τον όμοιο του κι εκείνη την οδηγεί στην απάθεια, αφού αφήνεται να την τρυπά κάθε τόσο με το ευμεγέθες όργανό του, ίσα ίσα για τα λούσα και τα λεφτά. Η κατάληξη της Γκέρτι είναι τραγική, δίχως καν εκείνη να το καταλάβει. Και το τέλος η πιο φρικιαστική σκηνή που έχω διαβάσει∙ και το χειρότερο όχι για αυτό που περιγράφει, που είναι αδιανόητο, αλλά για τον τρόπο που το κάνει.

Νομίζω πως αν κατατάσσαμε τους συγγραφείς βάσει προσωπικού ύφους η Γέλινεκ θα κέρδιζε με άνεση την πρώτη θέση, κανείς άλλος δεν γράφει όπως αυτή, δεν τολμά να θίξει θέματα όπως εκείνη. Τα όρια της σεξουαλικότητας, ο τρόπος που κατανέμεται η δύναμη ανάμεσα στους ανθρώπους- μέσα στα πλαίσια της οικογένειας, του χωριού, της πόλης, της χώρας κ.ο.κ. - η σαδιστική φύση μας, της βγαίνουν αβίαστα, λες και ξεκινά ένα ποτάμι από μέσα της και πρέπει να πει και την χειρότερη αισχότητα που συμβαίνει, να την ξεσκεπάσει. Μπορεί να το τραβά στα άκρα, δε νομίζω πως οι περιγραφές της για το σεξ, αποτρόπαιες, εκφράζουν τη μέση σεξουαλική σχέση. Όμως για τη συγγραφέα το θύμα είναι και θύτης, κανείς δεν είναι άμοιρος ευθυνών, όσο άβουλος κι αν είναι. Κι αυτό απαλύνει τις υπερβολές στη φρίκη.

"Λαγνεία", Ελφρίντε Γέλινεκ, μετ. Λευτέρης Αναγνώστου, εκδ. Εκκρεμές, 1999, σελ.260


27/9/12

"Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά", Leonardo Padura





Εμβληματικό και ογκώδες το μυθιστόρημα του Λεονάρντο Παδούρα «Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά» ξεκινά με αφετηρία ένα ιστορικό γεγονός, την δολοφονία του Τρότσκι, για να μας μιλήσει για όνειρα που χάθηκαν, επαναστάσεις που κατέληξαν νοσηρά κατασκευάσματα άρρωστων εγκεφάλων, εκκαθαρίσεις, προγραφές, σπασμένες ζωές και ματαιωμένες ελπίδες.
Τρεις αφηγηματικές φωνές στην ουσία, η μια μας εξιστορεί την ζωή του Τρότσκι από τότε που βρέθηκε στην εξορία, η άλλη μας εισάγει στην κόσμο του δολοφόνου του, Ραμόν Μερκαντέρ, ενός Ισπανού επαναστάτη που μετατράπηκε σε εκδικητική μηχανή θανάτου και διαλύθηκε ως προσωπικότητα και ενός Κουβανού, του Ιβάν, που με αφορμή την συνάντηση του με τον Μερκαντέρ σε μια παραλία της Αβάνας κοντά σαράντα χρόνια από τότε που διεπράχθη το έγκλημα θα μπει στον κόπο να μας πει για την ζωή του και να μας εξηγήσει πως κατέληξε να τα γράψει όλα αυτά.
Το πρωτοποριακό είναι πως τους συμπαθούμε και τους συμπονούμε και τους τρεις. Είναι τρεις άντρες που «αγαπάνε τα σκυλιά», που είναι τελικά θύματα της σταλινικής εγκληματικής ιδιοφυίας, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Και φυσικά το μυθιστόρημα είναι μυθοπλασία, δεν είναι μόνο ιστορικά γεγονότα, ειδικά όσον αφορά την προσωπικότητα του Μερκαντέρ, που από Ισπανός κομμουνιστής μεταμορφώθηκε μέσα από νοσηρά ψυχολογικά πειράματα στον Βέλγο μποέμ Ζακ Μορνάρ, που για να προσεγγίσει τον Τρότσκι πούλησε «έρωτα» σε μια γραμματέα του και διατήρησε σχέση μαζί της μια διετία και δεν επανήλθε ποτέ στην παλιά του προσωπικότητα, δεν ξαναπήρε ποτέ το πραγματικό του όνομα και είκοσι χρόνια στις Μεξικάνικες φυλακές δεν έσπασε. Μόνο που διαλύθηκε μετά όταν βίωσε τη ματαίωση της ελπίδας, όταν κατάλαβε πως ήταν ένα όργανο στα χέρια της σταλινικής μηχανής, πως η πράξη του δεν άλλαξε τον κόσμο. Αλλά και τον Τρότσκι, που φυσικά δεν ήταν κανένα αγγελούδι, αλλά τόλμησε να αντισταθεί στον Στάλιν την εποχή της παντοδυναμίας του. Από κοντά και ο Κουβανός συγγραφέας Ιβάν, που το σταλινικό σύστημα τον συνέτριψε πνευματικά.
Αν κάτι έχω να προσάψω στο μυθιστόρημα είναι η αναλυτικότητά του, οι πολλές λεπτομέρειες και ο όγκος του. Σε κάποιες στιγμές ο ιστορικός υπερίσχυσε του συγγραφέα, αλλά μόνο σε κάποιες. Μιλάμε για ένα μεγαλειώδες έργο ζωής, που είμαι σίγουρη πως καταβρόχθισε την καθημερινότητα του Παδούρα όσο το έγραφε, αλλά άξιζε τον κόπο.

"Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά", Λεονάρντο Παδούρα, μετ. Κώστας Αθανασίου, εκδ. Καστανιώτη, 2011, σελ 685


17/8/12

"Στο Φάρο", Virginia Woolf




H Βιρτζίνια Γούλφ είναι ψηλά στη συνείδησή μου, έτσι κι αλλιώς. Ξεκινώντας λοιπόν με αυτήν την θετική προκατάληψη, άρχισα το «Στο Φάρο» με καλή διάθεση, που συνεχίστηκε ως την τελευταία σελίδα. Η γραφή της Γουλφ είναι εκπληκτική, έχει τη δύναμη να εστιάζει στα φαινομενικά ασήμαντα, αυτά που συμβαίνουν κάθε στιγμή μέσα μας και να προσπερνά τα φαινομενικά σημαντικά, να βάζει μέσα σε αγκύλες τους θανάτους ή τους πολέμους, να τους ξεπετά με δυο λόγια και να εστιάζει για ώρα σε ένα δείπνο στην εξοχή. Οι χαρακτήρες της είναι άνθρωποι που συχνά αλλάζουν γνώμη, που βουλιάζουν στην αμφιβολία, κι άλλοτε στη σιγουριά, που έχουν και δεν έχουν επίγνωση του εαυτού τους, είναι με λίγα λόγια αληθινοί άνθρωποι κι όχι μονοσήμαντοι λογοτεχνικοί ήρωες.
            Η πλοκή στήνεται σε ένα σπίτι στην εξοχή, η οικοδέσποινα κα Ράμσεϊ, μητέρα οκτώ παιδιών, φιλοξενεί εκεί εκτός από τον άντρα της, που είναι σπουδαίος στοχαστής και χάνεται σε εκρήξεις θυμού ή εξαλλοσύνης, και κάποιους φίλους, την μικροκαμωμένη Λίλυ που θέλει να γίνει ζωγράφος, τον γέρο κο Καρμάικλ που είναι ποιητής, την όμορφη νεαρή Μίντα, τον κάπως αφελή νεαρό Ρέιλυ, τον μαθητή του άντρα της Τσάρλς Τάνσλευ και τον Ουίλλιαμ Μπανκς, που θέλει να παντρέψει με τη Λίλυ παρά τη διαφορά στην ηλικία τους. Το μυθιστόρημα ξεκινά με έναν καυγά, ο Τζέιμς το στερνοπούλι της οικογένειας θέλει να πάει στο Φάρο, όμως ο πατέρας του τον απογοητεύει, ο καιρός δε θα είναι καλός. Παράλληλα η Λίλυ προσπαθεί να ζωγραφίσει την κυρία Ράμσεϊ όπως την βλέπει αγκαλιά με τον Τζέιμς μέσα από το παράθυρο, ενώ συνεχώς έχει στο μυαλό της τα λόγια του Τάνσλευ, «οι γυναίκες δεν μπορούν να γράψουν, ούτε να ζωγραφίσουν». Οι ήρωες παρακάθονται σε ένα δείπνο, όπου ακούμε κάθε φορά τις σκέψεις διαφορετικού ατόμου. Έπειτα του βλέπουμε δέκα χρόνια μετά- και αφού έχει μεσολαβήσει ο Α Παγκόσμιος Πόλεμος-  ξανά στο εξοχικό, κάποιοι έχουν πεθάνει, κάποιοι έχουν παντρευτεί, άλλοι έχουν αλλάξει κι άλλοι έχουν μείνει (;) ίδιοι και τα παιδιά σίγουρα έχουν μεγαλώσει.
            Το πολύ ενδιαφέρον είναι η συνεχής αλλαγή του αφηγητή από τις σκέψεις του ενός ήρωα στον άλλο, χωρίς όμως να πρόκειται για έναν παντογνώστη αφηγητή, σε κάθε στιγμή ο συγγραφέας, ο αφηγητής και ο αναγνώστης ξέρει ό,τι ξέρει και νιώθει ο δεδομένος ήρωας, που εδώ που τα λέμε δεν είναι και πολλά. Έτσι ενισχύεται η αίσθηση της ατομικότητας, της ζωής ιδωμένης μέσα από τα μάτια ενός ανθρώπου, της αίσθησης της απώλειας ως κάτι το εξαιρετικά προσωπικό. Ο καθένας βιώνει διαφορετικά την κάθε στιγμή. Μιλάμε για ένα βιβλίο ευαίσθητο, γεμάτο στοχασμούς που θα μπορούσαν να μην αφορούν κανέναν, κι όμως αφορούν τους πάντες. Κι αυτό είναι κατά τη γνώμη μου η μεγάλη δύναμη του «μοντέρνου» μυθιστορήματος.


Υ.Γ.1 Μακράν πιο αγαπημένος μου χαρακτήρας είναι η γεροντοκόρη Λίλυ, που υποψιάζομαι πως περιέχει και πολλές από τις αμφιβολίες της ίδιας της Γούλφ, για την τέχνη, την θηλυκότητα, την ικανότητα των γυναικών να παράγουν τέχνη και τη θέση τους σε μια κοινωνία που όλο αλλάζει κι όλο απαιτεί τα ίδια και τα ίδια, να στήσεις ένα σπιτικό, να στηρίξεις έναν άντρα και να κάνεις παιδιά.

Υ.Γ.2 Ο τίτλος «Προς το Φάρο» που έχουν οι νεότερες εκδόσεις σαφώς είναι πιο κοντά στο πρωτότυπο.

Υ.Γ.3 Νομίζω πως- αν και θα έπρεπε να το αφήσω να κατασταλάξει μέσα μου- ετούτο μου άρεσε πιο πολύ και από την κα Ντάλογουει.

"Στο Φάρο", Βιρτζίνια Γούλφ, μετ. Άρης Μπερλής, εκδ. Ύψιλον, 1995, σελ.240