Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλιοθήκες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλιοθήκες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

25/1/18

Στην (εξωτική) βιβλιοθήκη του Αλίμου: ολική επαναφορά



Πριν κάποια χρόνια είχα πάει πρώτη φορά στην (εξωτική) βιβλιοθήκη του Αλίμου. Ομολογώ πως είχα απογοητευτεί αρκετά κι έκτοτε δεν είχα κάνει άλλες επισκέψεις. Τον τελευταίο καιρό ένας φίλος βιβλιοθηκονόμος με έβαλε στη διαδικασία να δωρίσω Το Σχέδιο σε κάποιες βιβλιοθήκες. Θεωρεί πως είναι ανεπίτρεπτο να μην υπάρχουν τα βιβλία ενός συγγραφέα έστω στις βιβλιοθήκες του τόπου του. Και συμφωνώ μαζί του. 

Νιώθω λίγη- το understatement του αιώνα- ντροπή κάθε φορά που μπαίνω σε μια βιβλιοθήκη κραδαίνοντας ένα αντίτυπο του βιβλίου μου, για αυτό δεν μπορώ να πω πως το σχέδιο έχει προχωρήσει αρκετά, για την ακρίβεια έχω κάνει τη διαδικασία μόνο δυο φορές, κι ακόμα δεν έχω βρει το θάρρος να στείλω mail σε κάποιες πιο μακρινές για να ρωτήσω αν μπορώ να τους το στείλω. [Ναι, κάποιοι συγγραφείς είναι κάπως αγοραφοβικοί, τι να κάνουμε τώρα;]

Αλλά στην επίσκεψή μου στη βιβλιοθήκη του Αλίμου με περίμενε μια έκπληξη. Μια γλυκιά βιβλιοθηκονόμος με κοίταξε, κοίταξε και το βιβλίο στα χέρια μου και είπε «Εσείς είστε». Μετά μου εξήγησε. Όταν πήρε τη θέση στη βιβλιοθήκη του Αλίμου, αναζήτησε πληροφορίες στο διαδίκτυο κι έπεσε πάνω στην ανάρτησή μου εδώ. Στην αρχή φοβήθηκε, μετά πιθανολογώ πως πείσμωσε. Και τελικά αποφάσισε να τα αλλάξει όλα. Με την προτροπή της, και την καλή διάθεση των υπόλοιπων βιβλιοθηκονόμων, ο χώρος άλλαξε. Τώρα πια το παιδικό τμήμα είναι καθαρό και ολοκαίνουργιο, σε ξεχωριστό χώρο, με νέα βιβλία. Και αρκετές παρουσιάσεις βιβλίων για παιδιά.




Το τμήμα των ενηλίκων συνεχίζει να έχει ελλείψεις σε βιβλία. Όμως είναι πια πλήρως καταλογογραφημένα και προσβάσιμα από το internet, σε καθαρά ράφια, ανά κατηγορία κι είναι εύκολο να βρεις ο,τι υπάρχει. Στον χώρο υπάρχουν από φέτος τραπέζια, όμορφα αμπαζούρ και υπολογιστές, για να μπορεί κανείς να διαβάζει κι εκεί, ενώ δοκιμάζουν δειλά και βιβλιοπαρουσιάσεις, χωρίς μεγάλη επιτυχία ακόμα. Έχουν μια ολοκαίνουργια Λέσχη Ανάγνωσης. Μέχρι και σεμινάρια δημιουργικής γραφής για εφήβους. 

Βγήκα από το κτήριο- που ακόμα θυμίζει εφορία απέξω, κι είναι κάπως δύσκολο να βρεις την είσοδό του- κι ένιωθα ανάλαφρη. Όλα αυτά έγιναν γιατί βρέθηκαν άνθρωποι που αγαπούν τη δουλειά τους. Μη φανταστείτε πως κόστισαν φοβερά χρήματα, μόνο συνεχή προσπάθεια κι αγάπη, κι ατελείωτες ώρες εργασίας. Οι βιβλιοθηκονόμοι συναρμολόγησαν οι ίδιοι τα χαριτωμένα παιδικά τραπεζάκια- ναι, δεν είναι η δουλειά τους. Αλλά ακόμα κι έτσι, μια νέα πνοή ήρθε στη Δημοτική βιβλιοθήκη Αλίμου. Τόσο, που μοιάζει όντως εξωτικό πώς κατάφεραν τόσα πολλά, σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. 


                                                                             Κατερίνα Μαλακατέ









16/7/12

"Το ημερολόγιο ενός τρελού", Νικολάι Γκόγκολ





Μια από τις ελάχιστες ευτυχίες της εφηβείας μου ήταν η μεγάλη δανειστική βιβλιοθήκη του σχολείου. Διάβασα εκεί έναν μεγάλο όγκο βιβλίων, κανονικό μοτεράκι. Νομίζω πως τελείωσα τους Ρώσους κλασικούς κάπου στην πρώτη Λυκείου, κι όταν λέω τελείωσα, το εννοώ, τερμάτισα όλα τα σχετικά ράφια, δεν έμεινε τίποτα εκεί αδιάβαστο. Αυτό έχει δυο καλά κι ένα κακό. Το βασικό καλό είναι οι βάσεις, η αίσθηση της λογοτεχνίας, το υπόβαθρο που μένει. Το δεύτερο καλό είναι πως σε γενικές γραμμές θυμάμαι λίγα πράγματα από αυτά τα βιβλία, οπότε μπορώ να τα ξαναδιαβάσω άνετα. Το κακό είναι εμφανές, το να διαβάσεις του Αδελφούς Καραμαζώφ σε αυτήν την ηλικία ίσως να μην είναι τόσο σημαντικό όσο το να τους διαβάσεις ενήλικας.
«Το ημερολόγιο ενός τρελού» το θυμόμουν, το ήξερα πως το έχω ξαναδιαβάσει. Όμως μέσα στην μανία μου για διάβασμα και την εφηβική μου λύσσα το είχα ξεπετάξει. Είναι ένα μικρό διήγημα, και μιλάει για αυτό που ίσως καίει ακόμα και σήμερα όλους τους νεαρούς ενήλικες∙ ποιος είμαι, με χαρακτηρίζει η δουλειά και τα χρήματα και η καταγωγή, με προσδιορίζει μια εργασία κατά βάση ανιαρή, αλλά χρήσιμη για να ζήσω, μπορεί ίσως να είμαι ο βασιλιάς της Ισπανίας και να μην το ξέρω;
«Το ημερολόγιο ενός τρελού» είναι βαθιά βιογραφικό, και χιουμοριστικό και εντελώς μα εντελώς πικρό και δραματικό. Αναδεικνύει την αίσθηση του σύγχρονου ανθρώπου πως γεννήθηκε για κάτι σημαντικό, πως είναι διαφορετικός από όλους τους άλλους και την πικρή συνειδητοποίηση πως τελικά είναι ένα φτωχός δημόσιος υπάλληλος. Παράλληλα σατιρίζει το κοινωνικό γίγνεσθαι της εποχής, την κόρη του Διευθυντή που θα παντρευτεί ή θαλαμηπόλο ή Στρατηγό, τα σκυλιά της πλουτοκρατίας που είναι τόσο σνομπ όταν γράφουν γράμματα το ένα στο άλλο κ.ο.κ. Και την τρέλα φυσικά, ίσως το μόνο καταφύγιο των υγιώς σκεπτόμενων ανθρώπων.
Υπολογίζω πως πολλά έχουν γραφτεί, κι άλλα τόσα υποτεθεί για το μικρό κείμενο. Εγώ απλά χαίρομαι που το ξαναδιάβασα.   


"Το ημερολόγιο ενός τρελού", Νικολάι Γκόγκολ,μετ. Ι. Ζαρειφόπουλου,  εκδ. Κοροντζή, σελ.59


27/4/10

Και τώρα τί θα γένουμε χωρίς βιβλιοθήκες;

Άραγε τι θα κάναμε σε τούτο το σπίτι αν δεν υπήρχαν οι βιβλιοθήκες; Μάλλον θα χρειαζόμασταν περισσότερα ρηλάξ. Τώρα είμαστε καλυμμένοι, το πρωί μετά τον θηλασμό το σκιουράκι χαζεύει τη μεγάλη βιβλιοθήκη στο σαλόνι. Η μαμά του μαγειρεύει. Το απόγευμα πριν τις βιταμίνες, το σκιουράκι χαζεύει τη βιβλιοθήκη στο γραφείο, όσο η μαμά του γράφει. Και μέσα στη νύχτα, όταν η μαμά πάει να πλύνει τα χέρια της, ανάμεσα στο άλλαγμα της πάνας και το φαγητό, το σκιουράκι κοιτά τη βιβλιοθήκη στο δικό του δωμάτιο (το κομμάτι που ξέμεινε εκεί μέσα ελλείψει άλλου χώρου) και δεν κλαίει. Κι αν ο μικρός χίκου χίκου είναι μόνο δυο μηνών, κι αν όταν είναι δυο, δώδεκα ή εικοσιδύο χρονών δεν θέλει ούτε να δει, ούτε να ακούσει για βιβλία, εγώ το χρέος μου θα το έχω κάνει. Προς το παιδί και τα βιβλία μου.

Τι θα έκανα εγώ αν δεν υπήρχαν βιβλιοθήκες στο πατρικό μου, αν δεν διάβαζα το “Oh brave new world” στα Αγγλικά σε ηλικία που μετά βίας κατάλαβα το τέλος, αν δεν πήγαινα σε ένα σχολείο με σημαντική βιβλιοθήκη; Μάλλον πάλι θα διάβαζα. Ή ίσως και όχι, μπορεί να διάβαζα μονάχα τα της επιστήμης μου και τέρμα.

Αυτός ο τύπος «αναγνώστη», που διαβάζει όλη μέρα επιστημονικά άρθρα, που γράφει κάποια από αυτά, που σπουδάζει δέκα ή δώδεκα χρόνια στην ανώτατη εκπαίδευση κι όμως δεν ανοίγει ένα λογοτεχνικό βιβλίο, με εκπλήσσει. Εγώ, που αγαπώ και τα επιστημονικά συγγράμματα και μου αρέσει να ακολουθώ τα τεκταινόμενα στην επιστήμη μου ακόμα και τώρα που είμαι στην αγορά εργασίας κι έξω από τα Πανεπιστημιακά νερά, δεν το διανοούμαι καν. Σα βαρετό και μονότονο μου κάνει. Σαν να μην είναι πραγματική αγάπη. Και τη δικαιολογία πως δεν υπάρχει χρόνος την ακούω βερεσέ.

Δεν ξέρω αν ο χίκου-χίκου θα γίνει αναγνώστης, αν θα αγαπά τη μουσική, όπως ο μπαμπάς του ή θα χαζεύει με τις ώρες τηλεόραση. Ξέρω πως θα προσπαθήσω να τα αγαπήσει τα βιβλία. Κι όταν αγαπήσει το είδος, νομίζω πως θα αγαπήσει και τα σχολικά. Έτσι, δεν θα τίθεται θέμα επιλογής, το ένα ή το άλλο. Ο χρόνος πάντα θα βρίσκεται. Ή και ποτέ. Γιατί καθώς θα παρατηρήσατε τον τελευταίο μήνα δε διαβάζω. Κι είναι καθαρά θέμα διάθεσης, χωρίς περιττές δικαιολογίες. Δε διαβάζω γιατί σε αυτή τη φάση δε γουστάρω να διαβάσω. Τόσο απλά. Αλλά οι βιβλιοθήκες μου με περιμένουν, με τα ραφάκια τους με τα αδιάβαστα, πιστές εκεί, μέχρι να ξαναγυρίσω.

25/10/09

Η χαρά της σχολικής βιβλιοθήκης

Τα μαθητικά μου χρόνια είναι μακράν τα χειρότερα της ζωής μου. Είναι κι αυτά που με έκαναν αυτό που είμαι, έτσι που σε έναν βαθμό πρέπει να τα ευγνωμονώ. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία που πιθανώς κάποια στιγμή να θελήσω να μοιραστώ. Τώρα θα σας πω για το μόνο καλό της σχολικής μου ζωής και της εφηβείας μου. Για καλή μου τύχη οι γονείς μου με έστειλαν σε ένα σχολείο ιδιωτικό. Τα μαθήματα ήταν το ίδιο καλού ή κακού επιπέδου όπως σε όλα τα σχολεία, εξαρτάται αυτό από την προσωπική όρεξη και προσπάθεια του κάθε καθηγητή και τίποτε άλλο, οι αθλητικές εγκαταστάσεις μου έλεγαν πάντα λίγα πράγματα. Όμως, αυτό που κρυβόταν στον τελευταίο όροφο του άσχημου βιομηχανικού κτιρίου διαμόρφωσε αυτό που είμαι τώρα. Μια τεράστια σχολική βιβλιοθήκη, ίσως η μεγαλύτερη του είδους της στην Ελλάδα και η ακόρεστη δίψα μου να την εξαντλήσω.

Ήμουν μεθοδική. Άρχιζα ένα ένα τα ράφια και δεν σταματούσα αν δεν το τελείωνα. Έτσι έχω διαβάσει στην εφηβεία μου σχεδόν τα άπαντα της γενιάς του 30, έναν απίστευτο αριθμό βιβλίων από τους μεγάλους Ρώσους, μεγάλα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ό,τι βάλει ο νους σας, ό,τι έπεφτε στα χέρια μου. Νομίζω πως θα έχω από τις μεγαλύτερες καρτέλες δανεισμού στην ιστορία του σχολείου. Φυσικά δεν την εξάντλησα ποτέ, κι αυτό ήταν το μαράζι μου, ο καημός μου (όχι ότι είναι εφικτό με τόσες χιλιάδες τίτλους, αλλά λέμε) . Δυο φορές έκανα έκκληση ως απόφοιτη να με αφήσουν να τη χρησιμοποιώ, δυο φορές απέτυχα.

Πέρα όμως από τη λογοτεχνική φύση των διαβασμάτων μου, που στο κάτω κάτω είναι θέμα ιδιοσυγκρασίας και άλλους μπορεί να μην τους αφορά, μέσα της υπήρχε ένας αναρίθμητος πλούτος «πηγών» που έμαθα να τις χρησιμοποιώ, να τις εντάσσω σε μια εργασία, να τις παραθέτω στο τέλος της σα βιβλιογραφία. Κι αυτό το έμαθα όταν ήμουν 14. Όταν πια ήμουν 24, έκανα μεταπτυχιακό στη Φαρμακευτική. Κι εκεί στην ανύπαρκτη βιβλιοθήκη της σχολής, στις μπερδεμένες και ανοργάνωτες βιβλιοθήκες επιστημονικών περιοδικών του Δημόκριτου και του Ε.Ι.Ε, ανακάλυψα κάτι παραπάνω από το πόσο λειτουργικό ήταν το σύστημα με τις καρτέλες της σχολικής βιβλιοθήκης. Είδα ανθρώπους στα 30 τους, διδακτορικούς υποψηφίους, να μη μπορούν να χρησιμοποιήσουν αυτό που τους δίνεται. Να μη μπορούν να βρουν ένα ράφι, να ταξινομήσουν την βιβλιογραφία τους, να καταλάβουν το χρήσιμο από το άχρηστο, να χάνονται στον πλούτο του διαδικτύου. Και λυπήθηκα. Γιατί εγώ αυτό το έμαθα στα 14. Στα 34 είναι δυσκολότερο να μάθεις έναν γέρο σκύλο νέα κόλπα.