Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άτγουντ Μάργκαρετ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άτγουντ Μάργκαρετ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10/3/17

«The Heart Goes Last», Margaret Atwood





«Η καρδιά πεθαίνει τελευταία» δεν είναι ομολογουμένως η καλύτερη δυστοπία που έχει γράψει η Μάργκαρετ Άτγουντ. Πώς θα μπορούσε άλλωστε, όταν μιλάμε για τη συγγραφέα του «The Handmaid’s tale» και του «Όρυξ και Κρέικ». Ούτε όμως είναι και η χειρότερη. Το μυαλό της Άτγουντ είναι αστραφτερό, η φαντασία της ακμαία, απλά αυτή τη φορά φαίνεται να έφερε τη δυστοπία τόσο κοντά μας, που μπορεί να κριθεί με σημερινά κριτήρια και σε σημεία να φανεί αφελής. Αδιαφορώ για αυτό. Πρόκειται για ένα πολύ ευχάριστο ανάγνωσμα, για ένα βιβλίο που έχει πράγματα να πει, τόσο πολιτικά όσο και κοινωνικά. 

Ο Σταν και η Σαρμέιν ζουν στο αυτοκίνητό τους, αφού έχασαν τις δουλειές του και το σπίτι τους. Η Σαρμέιν δουλεύει μπαργούμαν και μετά βίας επιβιώνουν. Συνεχώς τους κυνηγούν συμμορίες για να τους πάρουν το αμάξι. Ώσπου μια μέρα η Σαρμέιν βλέπει μια διαφήμιση για το Σχέδιο Ποζιτρόνιο, που υπόσχεται πως θα έχουν ένα μέρος της παλιάς τους ζωής πίσω. Πείθει τον Σταν να το δοκιμάσουν και υπογράφουν. Έτσι τον ένα μήνα ζουν κανονικά σε ένα ωραίο σπίτι με αμάξι και σκούτερ, και θέρμανση και ανέσεις και κανονικές δουλειές και τον επόμενο ζουν ως έγκλειστοι στις φυλακές. Το πράγμα δεν φαίνεται να τους ενοχλεί κι η ζωή τους παίρνει μια φυσιολογική τροπή. Ώσπου ο Σταν- που αγαπάει την γλυκανάλατη, λουλουδάτη Σαρμέιν αλλά του έχει λείψει λίγο δυνατό σεξ- βρίσκει ένα πολύ σέξι σημείωμα κάτω από το ψυγείο, που υποθέτει πως αφορά το ζευγάρι που εναλλάσσεται μαζί τους στο σπίτι. 

Η Άτγουντ πραγματεύεται φυσικά το μεγάλο κοινωνικό θέμα των νεόφτωχων, αυτό που ανέδειξε ξανά η κρίση, ανθρώπων – όπως εμάς εδώ- που άλλα τους υποσχέθηκαν για τη ζωή τους αν ήταν καλοί και σεβαστικοί και ακολουθούσαν το σύστημα, κι άλλα τελικά τους προέκυψαν στην πορεία. Και το θέμα της υποδούλωσης σε ένα σύστημα, ακόμα και τόσο φανερά παράλογο όπως το Σχέδιο Ποζιτρόνιο αν σου δίνει τα βασικά, τροφή και κατοικία, ανέσεις και χνουδωτές πετσέτες. 

Από την άλλη αναδύεται κι ένα θέμα που πολύ αρέσει στην Άτγουντ, αυτό των σχέσεων των ζευγαριών των ισορροπιών αλλά και της θέσης της γυναίκας, τι περιμένει η κοινωνία, ο άντρας, ο εραστής, από αυτές. Η Μάργκαρετ Άτγουντ είναι ίσως η πιο φεμινίστρια από τις συγγραφείς της γενιάς της, μπορεί χωρίς κανένα διδακτισμό να χωρέσει όλα εκείνα που απασχολούν την γυναίκα σε μια ιστορία. 

Προς το τέλος η πλοκή παίρνει σταθερά χιουμοριστικό χαρακτήρα, με σεξουαλικά ρομπότ με την μορφή του Έλβις και της Μαίρυλιν, διασυνδέσεις με τον υπόκοσμο, γκροτέσκες επεμβάσεις στην προσωπικότητα. Μια τέτοια δυστοπία δεν θα μπορούσε να τελειώσει ουσιαστικά, παρά μόνο σχηματικά. Σε αυτά τα βιβλία εξάλλου σημασία έχουν το νέο σύμπαν και οι χαρακτήρες, κι όχι το τέλος. 

Σταθερά η Άτγουντ παραμένει μια από τις πιο αγαπημένες μου συγγραφείς. Δεν είναι τόσο πως επιμένει στην δυστοπία και το φανταστικό, όσο πως έχει πράγματα να πει που άλλοι τρομάζουν καν στην ιδέα να τα θέσουν σε ρεαλιστικά μυθιστορήματα. Ελπίζω να ζήσει πολλά χρόνια ακόμα και να γράφει ως τα πολύ βαθιά γεράματα. 


                                                                               Κατερίνα Μαλακατέ



«The Heart Goes Last», Margaret Atwood, Penguin, pg.322, 2015













Υ.Γ. 42 Εγώ διάβασα το βιβλίο σε e-book στο kindle, αλλά κυκλοφορεί και στα Ελληνικά σε μετάφραση Έφης Τσιρώνη, από τις εκδόσεις Ψυχογιός


"Η καρδιά πεθαίνει τελευταία", Μάργκαρετ Άτγουντ, μετ. Έφη Τσιρώνη, εκδ. Ψυχογιός, 2016, σελ. 488

1/12/14

"Stone mattress",Margaret Atwood, του Παναγιώτη Κροκιδά





Το καινούριο βιβλίο της Άτγουντ είναι η πρώτη μου επαφή με το έργο της. Είχα καιρό να ενθουσιαστώ από μια γραφή χαρακτηριστική, ταυτόχρονα λογοτεχνική και τόσο ρυθμική. Να είναι η ηλικία της που της έχει χαρίσει αυτή την διεισδυτικότητα στις ανθρώπινες σχέσεις και στους ανθρώπους; Υποθέτω πως ένα συγγραφέας περνάει από διάφορα στάδια: αμετροέπεια, έπαρση, λακωνικότητα. Έρχεται και σαρκασμός. Αργότερα κάποιοι θα υιοθετήσουν και τον αυτοσαρκασμό. Η ίδια δεν ξέρω πως έγραφε παλιότερα. Ίσως ήταν πάντα σοφή. Εδώ πάντως φαίνεται να τα έχει περάσει όλα αυτά τα στάδια και να γράφει με μια δική της μελωδία.

Το βιβλίο είναι μια συλλογή διηγημάτων. Ή, όπως αποσαφηνίζει η ίδια, εννέα διηγήσεις (tales). Στις οποίες, με μια πρώτη επαφή κυριαρχούν οι γυναικείοι χαρακτήρες, η αναπόληση του παρελθόντος και των σχέσεων. Μα είναι τόσο εξοργιστικά ικανή ώστε τα θέματά της, που στα χέρια ενός άλλου συγγραφέα θα περιόριζαν το κοινό του, εδώ να γίνονται λογοτεχνικά διαμάντια. Θέλω να πω, πόσοι νέοι άντρες μπορεί να απολαύσουν ιστορίες όπου ως επί το πλείστον κυριαρχούν γηραλέες κυρίες; Ή όπου όσοι είναι νέοι ζουν σε ξεχασμένες δεκαετίες; Στις οποίες η οπτική είναι γυναικεία; Και όμως, γίνεται. Γραμμένο από μια τέτοια συγγραφέα, θα μπορούσα να διαβάσω και εγχειρίδιο ατμολέβητα.


Τελικά η Άτγουντ γράφει για αυτά που την αφορούν, αυτά που την προβληματίζουν, αυτά που ξέρει και αυτά που αγαπάει. Πέρα από τις ηλικιωμένες κυρίες και τους έρωτες υπάρχουν και άλλα, όπως: συγγραφείς του φανταστικού, τυχάρπαστοι τεχνοκράτες, μπιτνικ ποιητές, νταήδες του σχολείου που μεγάλωσαν. Υπάρχει και ένας σύγχρονος νέος με όλες τις του νευρώσεις. Υπάρχει και μια φανταστική ιστορία: ένα σκοτεινό παραμύθι. Επίσης το τελευταίο διήγημα είναι μια δυστοπική ιστορία. Γενικά υπάρχει αρκετό δράμα, αγωνία, κλιμάκωση. Από όλα έχει ο συγγραφικός μπαξές για να κάνει και τον πιο δύσκολο αναγνώστη να λυγίσει. Η θεματολογία και η προσέγγισή της Άτγουντ είναι αυτή ενός κατασταλαγμένου συγγραφέα, δίχως λογοτεχνικά στεγανά.

Στο σημείωμα, τέλος του βιβλίου, η Ατγουντ ξεκαθαρίζει την ταυτότητα αυτής της συλλογής διηγήσεων και μας λέει πως μια ιστορία μπορεί να είναι μια αληθινή ιστορία, στην πραγματική ζωή. Αντίθετα μια διήγηση (το tail που λέγαμε!) ξεφεύγει από το καθημερινό, το ρουτινιάρικο. Η διήγηση είναι συνυφασμένη με τα παραμύθια που κάποτε λέγονταν μπροστά από την φωτιά για να αναδεύσουν τα συναισθήματα και την φαντασία των ακροατών. Η διήγηση έχει διαχρονικότητα.

Να το διαβάσει ο αναγνώστης που του αρέσει η καλή λογοτεχνία, οποιεσδήποτε κι αν είναι οι προτιμήσεις του. Θα ανταμείψει. Εγώ μόλις ανακάλυψα μια συγγραφέα που θέλω να βουτήξω στην βιβλιογραφία της. Και έχει γράψει τόσα πολλά. Δεν είναι υπέροχο;








                                                                                             Παναγιώτης Κροκιδάς


Υ.Γ.42 Νομίζω πως κάπως έτσι ένιωσα κι εγώ, όπως ο Παναγιώτης, όταν ανακάλυψα πρώτη φορά την Άτγουντ διαβάζοντας την "Κλέφτρα Κίσσα". Έπειτα ακολούθησαν σχεδόν όλα της τα βιβλία, σε μια εποχή που έβγαινε από την Ασημένια σειρά της Ωκεανίδας κι εγώ ένιωθα ντροπή να τα ζητάω από το βιβλιοπωλείο, πόσο μάλλον να λέω πως τα διαβάζω. Μετά άνοιξα το μπλογκ και συνειδητοποίησα πως δεν ήμουν η μόνη τρελή και παλαβή μαζί της και αποενοχοποιήθηκα. :P







"Stone mattress",Margaret Atwood, ed. Bloomsbury, 2014. pg 288


24/7/14

"Το τέλος του κόσμου", Margaret Atwood




Είναι «Το τέλος του κόσμου» της Μάργκαρετ Άτγουντ τόσο εντυπωσιακό όσο το «Όρυξ και Κρέικ», το πρώτο μέρος της τριλογίας ή έστω τόσο ενδιαφέρον όσο «Η χρονιά της Πλημμύρας», το δεύτερο; Η απάντηση είναι σαφώς όχι. Το βιβλίο παρά τον μεγάλο του όγκο μοιάζει με διεκπεραίωση για την κορυφαία Καναδή συγγραφέα, ένα κλείσιμο σε αυτό το εντυπωσιακό σύμπαν, που θα μπορούσε όμως να λείπει.

Η δυστοπία της Άτγουντ φτάνει με το «Τέλος του κόσμου» στο τέλος της. Συναντάμε εδώ γνωστούς μας χαρακτήρες από τα δύο προηγούμενα βιβλία, η Τόμπι, ο Ζεμπ, ο Τζίμι, η Ρεν, η Ρεμπέκα, η Αμάντα, που πια μπλέκονται μεταξύ τους και με την νέα φυλή των Κρεϊκανθρώπων, προσπαθούν να διατηρηθούν στην ζωή και να διατηρήσουν τη ζωή, έστω κι αν δεν είναι απόλυτα σίγουρα πως Κρεϊκανοί και Άνθρωποι αποτελούν το ίδιο είδος.

Η πλοκή είναι καταιγιστική, ο κόσμος αναγνωρίσιμος και αγαπημένος, το μυθιστόρημα ρέει. Όμως πίσω από την φαντασία και το χιούμορ, την αφήγηση που την αγαπάς από την πρώτη ώρα γιατί είναι της Άτγουντ, θα περίμενε κανείς να μπουν νέοι προβληματισμοί∙ εδώ αναμασσώνται οι παλιοί που αφορούν την βιοτεχνολογία, την ηθική της ευγονικής, το περιβάλλον, την φύση του ανθρώπου αν αφεθεί σε ένα άγριο και αφιλόξενο σκηνικό. Αυτά, ήδη πολύ καλά ειπωμένα στα προηγούμενα δυο βιβλία, δεν χρειάζονταν το τρίτο.

Την διάθεσή μου απέναντι στην τριλογία δεν βοήθησε η εκδοτική της μοίρα στην Ελλάδα. Τρεις διαφορετικές μεταφράστριες, δυο εκδοτικοί οίκοι, που δεν σεβάστηκαν ο ένας τον άλλον, ούτε και τον αναγνώστη. Έτσι από βιβλίο σε βιβλίο η energy-γκοφρέτα γίνεται δυναμωτική μπάρα και μετά Energan maxιmum, τα οργούνια οργανόχοιροι, ο Paradice Ζαράδεισος, οι ρακουνασβοί ρακουνάβια, η Χαβούζα Νεροχυτότρυπα, οι Πετροβαπτιστές Εκκλησία του ΠετρΕλαίου, το Σωμάτων Σωμάτων γίνεται Σώμα Πτωμάτων κ.ο.κ. Η λίστα είναι ατελείωτη και μερικές φορές ήταν ένα διασκεδαστικό παιχνίδι να προσπαθείς να μαντέψεις την αρχική λέξη, που η κάθε μεταφράστρια έδωσε διαφορετικά δίχως να αναλογιστεί την προηγούμενη. Άλλοτε, δεν ήταν και τόσο αστείο.

Οι δυστοπίες μου αρέσουν πολύ, η Άτγουντ ακόμα περισσότερο. Τούτο δω είναι ένα ευχάριστο βιβλίο για το καλοκαίρι. Ως εκεί.


«Το τέλος του κόσμου», Μάργκαρετ Άτγουντ, μετ. Έφη Τσιρώνη, εκδ. Ψυχογιός, 2014, σελ. 607




6/2/13

"'Ορυξ και Κρέικ", Margaret Atwood




Με τα βιβλία «Όρυξ και Κρέικ» και "H Χρονιά της πλημμύρας» διέπραξα ένα -μάλλον μη κλασικό- αναγνωστικό λάθος, διάβασα πρώτα το sequel. Αυτό μόνον στα λόγια είναι πρόβλημα, γιατί τα δυο βιβλία στέκονται ανθύπαρκτα, κινούνται στην ίδια φανταστική σφαίρα, αλλά στην πραγματικότητα λίγη σχέση έχουν το ένα με το άλλο. Το «Όρυξ και Κρέικ» είναι κλάσεις ανώτερο, αλλά αυτό  συμβαίνει συχνά σε ταινίες και βιβλία που ο δημιουργός αποφασίζει να επενδύσει στην ίδια ιδέα∙ το πρωτογενές υλικό είναι καλύτερο.

Ας επικεντρωθώ λοιπόν στο ίδιο το βιβλίο γιατί το αξίζει. Πρόκειται για μια δυστοπία, από αυτές που η Άτγουντ ξέρει να χειρίζεται με κλειστά μάτια, για ένα σύμπαν αλλόκοτο μεν, όχι όμως τόσο μακρινό ούτε δύσκολο να φανταστείς, όπου η γενετική έχει ξεφύγει από τα όρια, δημιουργούνται συνεχώς καινούργια είδη στα εργαστήρια, χαζοί συνδυασμοί όπως τα ρακουνάβια*, κι άλλοι επικίνδυνοι όπως τα τσακαλόσκυλα και τα οργούνια (γουρούνια με ανθρώπινο DNA) ώσπου ένας άνθρωπος, ο Κρέικ, αποφασίζει να φτιάξει ένα νέο είδος ανθρώπου.

Ήρωας του μυθιστορήματος είναι ο Χιονάνθρωπος ή αλλιώς Τζίμι, κολλητός του Κρέικ από τα μαθητικά τους χρόνια που στάθηκε δίπλα του όσο αυτός σχεδίαζε έναν εφιάλτη και τελικά βρέθηκε να ζει την καταστροφή που ενορχήστρωσε ο φίλος του. Τον παρακολουθούμε όσο προσπαθεί να τα βγάλει πέρα σε έναν κόσμο που δεν φαίνεται κανείς άλλος homo sapiens sapiens να έχει επιζήσει και οι μόνοι οργανισμοί είναι τα γενετικά τροποποιημένα «παιδιά του Κρέικ»- άντρες και γυναίκες απαλλαγμένοι από τα πάθη των πιο παλιών που τρέφονται μόνο με βολβούς και ρίζες, δεν έχουν την αίσθηση της ιδιοκτησίας, του αρχηγού, δεν θα μάθουν ποτέ να καλλιεργούν ή να δημιουργούν κι έχουν οίστρο μόνο μια φορά το χρόνο οπότε και το αιδοίο των γυναικών γίνεται μπλε και την διεκδικούν όλοι οι άντρες στη σειρά κουνώντας τους επίσης μπλε φαλλούς τους- και τα "παιδία της Όρυξ", τα αλλόκοτα ζώα και φυτά του εργαστηρίου.

Ο Τζίμι είναι ένας ολοκληρωμένος χαρακτήρας, πράγμα σπάνιο σε δυστοπικά μυθιστορήματα, ένας άνθρωπος που πονά αλλά δε διστάζει να πει την ιστορία του. Ο Κρέικ συμβολίζει την αλαζονεία, την αυτιστική προσκόλληση στο "επόμενο στάδιο" και η Όρυξ, η μικρή πόρνη που καταλήγει μια μικρή θεά μητέρα-φύση, ίσως το πιο καλό αστείο όλου του βιβλίου. Το μυθιστόρημα είναι έξυπνα στημένο αφηγηματικά, οι σκηνές του χαώδους παρόντος εναλλάσσονται με αυτές του αμαρτωλού παρελθόντος και το τέλος αφήνει να αχνοφαίνεται μια ελπίδα.

Στη σχετικά γρήγορη ανάγνωση που επιτρέπει η ροή της αφήγησης χάρηκα το πως εξελίσσεται η ιστορία, τους προβληματισμούς της Άτγουντ για τον πλανήτη και τη γενετική, τον τρόπο που είναι δομημένη η κοινωνία, το αν τα ανθρώπινα "ελαττώματα" είναι πραγματικά τέτοια, δεν βαρέθηκα στιγμή. Το βιβλίο δεν παίρνει σαφή πολιτική θέση κι αυτό είναι από τα μεγαλύτερα ατού του. Κι αν κι έχω κλίση πως αυτού του τύπου τα μυθιστορήματα και δεν μπορώ να είμαι αντικειμενική, νομίζω πως το«Όρυξ και Κρέικ» είναι από αυτά που κανείς αξίζει να διαβάσει στη ζωή του.   

*στη "Χρονιά της Πλημμύρας" μεταφράζονται ρακουνασβοί

"Όρυξ και Κρέικ", Μάργκαρετ Άτγουντ, μετ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Ωκεανίδα, 2004, σελ. 570


Υ.Γ. Η μετάφραση του "'Ορυξ και Κρέικ" μου φάνηκε καλύτερη.


2/8/12

«Bluebeard’s Egg”, Margaret Atwood





Ο λόγος που αγόρασα κάποτε το «Bluebeards Egg» της Άτγουντ χάνεται στη λήθη, πιθανολογώ πως θα είχα πρόσφατο το «A Handmaids Tale» και θα μου γυάλισε. Εγώ τώρα άνθρωπος του διηγήματος – όσον αφορά το διάβασμα, γιατί το γράψιμο είναι άλλη ιστορία- δεν είμαι. Όμως δέκα μέρες στο κρεβάτι με οξεία οσφυαλγία, χιλιάδες αναλγητικά, ενέσεις στο τέλος πρωί-βράδυ (όχι δεν είμαι γκαντέμω που το έπαθα στις διακοπές μου, μην το σχολιάσετε καν) και το βιβλίο που έμεινε στον πάτο με τα αδιάβαστα κοντά μια τριετία μου φάνηκε δελεαστικό. Απλή ατόφια αναγνωστική διασκέδαση, χωρίς απολύτως καμία δέσμευση συγκέντρωσης.
            Λοιπόν, όταν ένας άνθρωπος έχει το χάρισμα της γραφής, ό,τι και να γράψει θα το κάνει καλά. Εδώ μιλάμε για απλές καθημερινές ιστορίες, που δεν δρέπουν δάφνες πρωτοτυπίας, ούτε καν λογοτεχνικού ύφους, απαιτούν όμως και πετυχαίνουν την ταύτιση. Ένα από κείνα που θα είχαν επάξια τον όρο «γυναικεία λογοτεχνία», αν αυτός τα τελευταία χρόνια δεν είχε φριχτά κατακρεουργηθεί. Γιατί ταυτίστηκα σχεδόν με όλους τους κεντρικούς χαρακτήρες των διηγημάτων, θυμήθηκα πως είναι να είσαι έφηβη, θεώρησα τον εαυτό μου ριψοκίνδυνο, ένιωσα πως είναι να αγαπάς δυο άντρες, να είσαι χωρισμένη, παντρεμένη, με παιδιά, άκληρη, μεγάλη, μικρή, νοικοκυρά, χειραφετημένη. Για όποια κατάσταση κι αν μιλούσε η Άτγουντ, μιλούσε για μένα, κι ας μην είχα υπάρξει ποτέ μέσα της.
            Εν ολίγοις, το βιβλίο με συντρόφεψε καλά, στάθηκε στο ύψος της δύσκολης περίστασης, κι εγώ θα το βάλω εκεί στο ράφι με τα δικά της, κάπου ανάμεσα στην «Κλέφτρα Κίσσα» και τον «Τυφλό δολοφόνο». Και που και που , ίσως και με κάποια ντροπή, θα το κοιτάω και θα χαμογελάω.

«Bluebeard’s Egg”, Margaret Atwood, Vintage Books, 1987, pg.281

23/1/11

"Η χρονιά της πλημμύρας", Margaret Atwood



Υπάρχουν μερικά βιβλία που αξίζει ο κόπος να τα διαβάσεις στο πρωτότυπο. «Η χρονιά της πλημμύρας» είναι σίγουρα ένα από αυτά. Δεν ευτύχισα να το διαβάσω στα Αγγλικά και στεναχωριέμαι. Όσο καλή κι αν είναι η μετάφραση, πολύ θα ήθελα να ξέρω πως πραγματικά ονόμασε τους ρακουνασβούς ή τους λεοντοαμνούς η ίδια η συγγραφέας. Η Μάργκαρετ Άτγουντ ανέβηκε ψηλά στην εκτίμηση μου από τότε που διάβασα το «The handmaid’s tale». «Η χρονιά της πλημμύρας», δεν φτάνει στα επίπεδά του, είναι όμως ένα εξαιρετικό βιβλίο, ευκολοδιάβαστο παρά τον όγκο του και δείχνει πως η συγγραφέας ξέρει καλά πώς να χτίσει μια ιστορία.

Σε ένα μάλλον όχι πολύ μακρινό μέλλον, οι δυο αφηγήτριες, η Ρεν και η Τόμπι, επιβιώνουν της Άνυδρης Πλημμύρας, μιας πανούκλας που σκότωσε ό,τι βρήκε στο διάβα της. Με συνεχή φλας μπακ στο παρελθόν μαθαίνουμε πως ήταν και οι δυο μέλη μιας χορτοφαγικής αίρεσης, των Κηπουρών, που σε έναν κόσμο που η μετάλλαξη είχε καταντήσει η νόρμα, επιθυμούσε μια πιο φυσική ζωή, αγαπούσε τα ζώα, τα μανιτάρια- και τα παραισθησιογόνα- τις μέλισσες και κήρυττε μια μπερδεμένη θεολογία με Αγίους όπως ο Αλεξάντερ Ζαβανόσκι, φυσιοδίφης του 18ου αιώνα, η Κάρεν Σίλκγουντ, υπάλληλος σε πυρηνικό εργοστάσιο που "πέθανε σε αυτοκινητιστικό" ενόσω πήγαινε να κάνει αποκαλύψεις σε ένα δημοσιογράφο, ο Γκουτάμα Βούδας κτλ. Σε αυτόν τον κόσμο κουμάντο έκανε το Σωμάτων Σωμάτων, η ιδιωτική αστυνομία που προστάτευε τους νταβατζήδες, υποστήριζε τα δίκαια των ισχυρών και έστελνε όποιον την δυσκόλευε στην Αλγόσφαιρα, όπου είχες δυο επιλογές ή να πεθάνεις επιτόπου, ή να μπεις σε μια μάχη με άλλους κατάδικους κι αν επιβιώσεις επιβίωσες.

Η δυστοπία της Άτγουντ, με τα παράξενα ζώα, τα πρόβατα Μο-χερ με τα ασημιά και ροζ μαλλιά, τα γουρούνια με το ανθρώπινο μυαλό, τους λεοντοαμνούς, που είναι και πρόβατα και λιοντάρια είναι μια υπερβολή για το τί μπορεί να κάνει η βιοτεχνολογία και η πλήρης παράδοση στο χρήμα. Παραδόξως όμως αυτή η υπερβολή δεν απέχει πολύ από το να γίνει η πραγματικότητά μας.


"Η χρονιά της πλημμύρας", Margaret Atwood, μετ. Μπελίκα Κουμπαρέλη, εκδ. Ψυχογιός, 2010

6/5/09

The Handmaid's Tale


Για κάποιο λόγο απροσδιόριστο η Μάργκαρετ Άτγουντ δεν ήταν ψηλά στις προτιμήσεις μου. Πιθανολογώ πως φταίει η «Φαγώσιμη Γυναίκα» που την είχα διαβάσει μικρή και δεν μου είχε αφήσει καμία γεύση. Έτσι, όταν πριν από κάποιο καιρό βρέθηκα στο Λονδίνο πήρα η αδαής το “The Handmaids Tale” μόνον γιατί η vintage είχε προσφορά και στα δυο βιβλία έδινε το τρίτο δώρο (δε θέλετε να ξέρετε πόσα πήρα συνολικά, υπέρβαρη γύρισε η βαλίτσα). Το άφησα στα αδιάβαστα καιρό. Κακώς…
Το “The Handmaid’s tale”, με τον ατυχή ελληνικό τίτλο «Η ιστορία της Πορφυρής Δούλης», είναι μια δυστοπία. Η πρωταγωνίστρια είναι μια γυναίκα που σκοπό έχει μονάχα την αναπαραγωγή. Η δημοκρατία του Γκιλεάδ, φτιαγμένη πάνω στα ερείπια των πάλαι ποτέ ΗΠΑ, είναι ένα θεοκρατικό κλειστό σύστημα, όπου οι λιγοστές γυναίκες που μπορούν ακόμα να κάνουν παιδιά, χρησιμοποιούνται από τις οικογένειες του καθεστώτος σαν μη άνθρωποι, σαν αναπαραγωγικές μηχανές. Η Όφρεντ είναι αναγκασμένη να κάνει έρωτα με τον αρχηγό του σπιτιού, ενώ η γυναίκα του είναι από κάτω της και της κρατά τα χέρια. Όσο η ιστορία αναπτύσσεται μαθαίνουμε στοιχεία της βιογραφίας της, πως κάποτε είχε άντρα και παιδί, γνωρίζουμε ανθρώπους που θα μπορούσαν να τη βοηθήσουν. Αλλά…..
Το ιστορία της Όφρεντ, που μας δίνεται αποσπασματικά και κόβεται απότομα, είναι μια πραγματική κόλαση, ένας καθρέφτης όπου μέσα του μεγεθύνονται τα δεινά του σύγχρονου πολιτισμού, γίνονται τερατώδη. Η Άτγουντ με κοφτερό χιούμορ, εξαιρετική ματιά και την ικανότητα να πει μια ιστορία, φτιάχνει ένα εκπληκτικό βιβλίο. Διαβάστε το.

"The handmaid's tale", Margaret Atwood, ed. Vintage, 1986, pg. 324