Ειδική στην
Κινέζικη λογοτεχνία δεν είμαι (το ακριβώς αντίθετο, δεν έχω διαβάσει σχεδόν
τίποτα από τη λογοτεχνία που αντιπροσωπεύει το ¼ του πληθυσμού της γης) και μου
πήρε κάποιες σελίδες να μπω στο πνεύμα του βιβλίου, να καταλάβω κάτι από την
ατμόσφαιρα. Όταν εγκλιματίστηκα όμως, βρέθηκα μπροστά σε ένα βιβλίο άγριας
ομορφιάς, που καταλαβαίνω γιατί δημιούργησε προβλήματα στον συγγραφέα του και
δεν κατανοώ πως το ανέχτηκαν στην Κομμουνιστική Κίνα. Πιθανολογώ πως τα πράγματα
είχαν ήδη αρχίζει να αλλάζουν το 1988 που γράφτηκε- ως προς τη σκληρότητα του
καθεστώτος, όχι τις συνθήκες διαβίωσης.
Ήρωες
του βιβλίου είναι δυο σκορδοπαραγωγοί της επαρχίας του Παραδείσου, ο Γκάο Μα
και ο Γκάο Γιανγκ, που μέσα από πολύ διαφορετικές συγκυρίες βρίσκονται να σπάνε
τα γραφεία του δήμου γιατί το σκόρδο τους μένει απούλητο. Ο Γκάο Μα είναι ένας
άντρας που αφού γυρνά από το στρατό (όπου είχε ερωμένη την παλλακίδα του υποδιοικητή
και θα μπορούσε να ανελιχθεί αν την παντρευόταν και τελικά δεν το θέλησε)
ερωτεύεται τη γειτονοπούλα του Τζίντζου. Δεν είναι γραφτό να ευτυχίσουν γιατί
οι γονείς της την έχουν τάξει σε έναν τριπλό γάμο, που θα εξασφαλίσει νύφη στον
κουτσό μεγαλύτερο αδελφό της. Ο Γκάο Γιάνγκ είναι ένας οικογενειάρχης που πάντα
έσκυβε το κεφάλι και κρατούσε χαμηλό προφίλ γιατί ήξερε πως ήδη τον βάραινε
τρομερό παρελθόν, ήταν γιος γαιοκτημόνων πριν την επανάσταση.
Η
αθλιότητα της ζωής ως χωρικός στην Κίνα, η βρώμα, η πείνα, το πόσο άμοιρο είναι
το κάθε ανθρώπινο ον μπρος στην κρατικό μηχανισμό μπλέκονται με την δυσωδία του
σκόρδου που αναγκαστικά καλλιεργούν οι χωρικοί ως μονοκαλλιέργεια γιατί έτσι
προστάζει το κράτος και μένει απούλητο να σαπίζει. Ούρα, κόπρανα, ψείρες
ανάκατα με γέννες και θανάτους στην πιο σιχαμερή εκδοχή τους- εδώ ο άνθρωπος
διαφέρει πολύ λίγο από το υποζύγιο του.
Το
βιβλίο είναι πολιτικό κι έχει μια τόλμη να μιλήσει για την εξαθλίωση που σε
κάνει να στριφογυρίζεις τα βράδια. Το θέμα της εξουσίας, της ασημαντότητας της
ανθρώπινης ζωής μπρος σε μια αδηφάγο και ανάλγητη κρατική μηχανή είναι
διαχρονικό σε όλες τις κουλτούρες∙ συνδυασμένο πάντως με μια ψυχοσύνθεση σαν
την Κινεζική γίνεται κραυγή κι έπειτα ψίθυρος. Κι ο ψίθυρος πονάει περισσότερο.
Υ.Γ. Το βιβλίο φυσικά και το πήρα
από βιβλιοφιλικό καταναλωτισμό ( είναι σχετικά ακριβό ακόμα και με την έκπτωση) και δεν θα ήξερα καν την ύπαρξη του αν ο Μο Γιαν
δεν έπαιρνε φέτος το Νόμπελ.
Υ.Γ. 42 Η Βιβή έγραψε για το βιβλίο
στις αρχές του Νοεμβρίου.
"Οι μπαλάντες του σκόρδου", Μο Γιαν, μετ. (από τα αγγλικά) Μιχάλης Μακρόπουλος, εκδ. Καστανιώτη, 2006, σελ. 338
