1/3/21

"Άντρες χωρίς άντρες", Νίκος Δαββέτας

 



"Θυμάσαι από πότε άρχισες να θυμάσαι;"

Ο φίλος του αφηγητή, γνωστός συγγραφέας μονίμως εγκατεστημένος στο Παρίσι, ισχυρίζεται πως θυμάται τη στιγμή της σύλληψής του. Χρόνια αργότερα, ο πατέρας του, στο νεκροκρέβατο, και μην έχοντας πια αναστολές μετά από δυο εγκεφαλικά, θα του αποκαλύψει πως, αν και σωστά θυμάται τις στάσεις τους τη στιγμή της σύλληψης, εκείνος στο μυαλό του δεν είχε την γυναίκα του όσο έκαναν έρωτα, αλλά ένα αγόρι που εκσπερμάτιζε στο πρόσωπό του. Με αυτήν την κατηγορία άλλωστε, της ομοφυλοφιλίας, αποτάχτηκε από την Ασφάλεια, όπου έκανε τον χαφιέ.

Έτσι θα ξεκινήσει ένα γαϊτανάκι αναμνήσεων, με κεντρικά πρόσωπα τον συγγραφέα και τον πατέρα του, κι έναν μάλλον έκκεντρο αφηγητή στην αρχή, τον φίλο του συγγραφέα. Το πραγματικό συγγραφικό παιχνίδι δυσκολεύει όταν συνειδητοποιήσεις πως ο αφηγητής δεν είναι ένας δευτερεύων χαρακτήρας, που απλά παρατηρεί και αφηγείται μια ξένη ιστορία, αντίθετα έχει οργανική θέση στο μυθιστόρημα, χρησιμεύει ως το ανεστραμμένο είδωλο του κεντρικού ήρωα. Ο αφηγητής έχει χάσει τον πατέρα του πολύ νωρίς κι έχει παρόμοια τραύματα. Γιατί εδώ, αν και αφομή είναι τα πολιτικά, κεντρικό θέμα είναι αυτό που περιγράφεται στον τίτλο: «άντρες χωρίς άντρες» ή καλύτερα, άντρες χωρίς πατρικό πρότυπο, σχεδόν χωρίς πατέρα, που στιγματίζονται από αυτό. Στα δύο εγκιβωτισμένα κείμενα που γράφουν οι δυο φίλοι για τους πατεράδες τους, όχι για τους δικούς τους, αλλά ο ένας για του άλλου, αυτή η ορφάνια είναι εμφανής. Και δεν μπορεί να διορθωθεί από τη μεταξύ τους σχέση.

Ο Νίκος Δαββέτας γράφει πάντα πολύ σφιχτά, σχεδόν στεγνά κάποιες φορές, δεν παραδίδεται στη γλώσσα, δεν αφήνεται στους συναισθηματισμούς. Πολύ μου αρέσει αυτή τη λιτότητα, η ικανότητα να εμβαθύνει στις καταστάσεις και τα πράγματα χωρίς περιττές λέξεις. Ξέρω πως η γραφή αυτού του είδους απαιτεί συγγραφικό κόπο και επιδεξιότητα. Πάντως αποδίδει κι εδώ, όπως σε όλα τα μυθιστορήματά του. Βάζει τα ερωτήματα, αλλά επ' ουδενί δεν δίνει απαντήσεις. Τις απαντήσεις καλείται να τις επεξεργαστεί ο αναγνώστης. 

Βιβλίο που δεν σε αφήνει να το προσεγγίσεις με άνεση από την πρώτη στιγμή, αλλά σε ρουφάει σταδιακά, όσο συνειδητοποιείς το σύνθετο συγγραφικό πείραμα του συγγραφέα, οι «Άντρες χωρίς άντρες» δεν πιστεύω πως θα ήταν το ιδανικό ξεκίνημα για κάποιον που δεν έχει ξαναδιαβάσει Δαββέτα. Είναι όμως ένα εξαιρετικό κείμενο ωριμότητας, από αυτά που χαίρεσαι να τα διαβάζεις από συγγραφείς που αγαπάς κι ακολουθείς . 


                      Κατερίνα Μαλακατέ 


"Άντρες χωρίς άντρες", Νίκος Δαββέτας, εκδ. Πατάκη, 2020, σ. 232 

15/2/21

"Το κοριτσάκι στον παγετώνα", Adelaide Bon

 



Το κοριτσάκι στον παγετώνα είναι το ανατριχιαστικό αφήγημα που έγραψε η Αντελαΐντ Μπον για το βιασμό της από έναν παιδόφιλο στα εννιά της χρόνια. Παρ’ όλο που τότε έγινε καταγγελία, η Μπον, όπως τα περισσότερα θύματα βιασμού σε τόσο μικρή ηλικία απωθησε τη μνήμη, έβαλε τον εαυτό της στον πάγο, και προσπάθησε με όλους τους τρόπους να βρει διέξοδο, τρώγοντας βουλιμικά και κάνοντας το κορμί της μη ποθητό από τους άντρες, σπουδάζοντας θέατρο, γράφοντας ατελείωτες ώρες στο γραφείο του ψυχοθεραπευτή της, κάνοντας γιόγκα, ομαδικές θεραπείες. Τίποτα στην ουσία δεν βοηθούσε, μα βοηθούσαν όλα. Γιατί το βασικό είναι να αναδυθεί το τραύμα, να μπορέσεις να μιλήσεις για αυτό, ναι ακόμα και "τώρα", τόσα χρόνια μετά.


Το κοριτσάκι στον παγετώνα, αυτό που πάγωσε την ώρα του βιασμού και πάγωσε και μετά, είναι μια σπαρακτική καταγραφή των αισθημάτων του θύματος από ένα πραγματικό θύμα. Δεν είναι μόνο πως αποτελεί ένα επίκαιρο ανάγνωσμα, δίνει πολύ σοβαρά στοιχεία τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη. Δεν γίνεται πουθενά μελό, ούτε φαίνεται να πέφτει στην παγίδα της αυτολύπησης. Πρόκειται μια γυναίκα που έζησε με τους δαίμονες της, και το πάλεψε. Την ώρα της δίκης του βιαστή, πάρα πολλά χρόνια μετά, δεν δείλιασε, βρήκε δικηγόρο, κατέθεσε, κι ας ήταν οι μνήμες τόσο θολές, κι ας ήταν τόσο επώδυνο το να ζήσει από την αρχή όλη την ιστορία, και να μαζέψει τα θραύσματα (τα δικά της και των εικόνων). Τελικά ο άνθρωπος που της το έκανε αυτό (κι όχι μόνον σε αυτήν αλλά και σε άλλα εβδομήντα κορίτσια) πήγε φυλακή.


Όμως δεν ήταν όλα τα θύματα τόσο δυνατά, αρκετά ζούσαν ακόμα μια φρίκη, άλλα το είχαν απωθήσει τελείως, μικραίνοντας τη σημασία του, κάποια δεν ήθελαν να έχουν καμία σχέση. Το πόσο οδυνηρό είναι να έρχεσαι αντιμέτωπος με το θύτη περιγράφεται στο βιβλίο πάρα πολύ γλαφυρά. Το πόσο απαίσιο που πρέπει να ξαναζήσεις την εμπειρία και να καταθέσεις, που σε κρίνουν, που οι ειδικοί νομίζουν πως ξέρουν καλύτερα από σένα το κορμί σου.


Σε αυτό που δεν δίνει απάντηση το βιβλίο κι ίσως και να μην υπάρχει, είναι εάν μπορείς τελικά να ξεπεράσεις ένα τέτοιο τραύμα και πώς. Η συγγραφέας το προσπάθησε με όλους τους τρόπους, ακόμα και με τη συγγραφή αυτού του βιβλίου. Δεν συγχώρεσε φυσικά, ούτε ξέχασε, αλλά με κάποιο τρόπο συνεχίζει τη ζωή της. Αυτό αποδεικνύεται κι από τη συνέντευξη που έδωσε πρόσφατα στην Μαριαλένα Σπυροπούλου: "Τώρα τα συμπτώματά μου έχουν σχεδόν εξαφανιστεί και είμαι καλύτερα από ό,τι φανταζόμουν. Αν γίνει σωστή διάγνωση, αν υπάρχει κάποιος να μας ακούσει, να ασχοληθεί μαζί μας, υπάρχει σωτηρία" είναι η κατακλείδα της. Κι εγώ νιώθω πως υπάρχει διέξοδος, αν δεν προστατέψεις και δεν ξεπλύνεις τον βιαστή, αν αγαπήσεις και φροντίσεις το θύμα.



                                       Κατερίνα Μαλακατέ 




"Το κοριτσάκι στον παγετώνα", Αντελαΐντ Μπον, μετ. Άννα Διαμανίδη, εκδ. Στερέωμα, 2020

3/2/21

"Όλιβ Κίττριτζ", Elizabeth Strout

 




Βιβλίο που δεν θέλεις να τελειώσει, από εκείνα τα παρηγορητικά για την ανθρώπινη ύπαρξη είναι η «Όλιβ Κίττριτζ» της Ελίζαμπεθ Στράουτ. Είχα νιώσει περίπου την ίδια αίσθηση το προηγούμενό της που κυκλοφόρησε στα ελληνικά «Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον», όμως αυτό ήταν ένα βιβλίο περιορισμένο σε θεματολογία. Το "Όλιβ Κίττριτζ"  είναι πολύ πιο ολοκληρωμένο έργο, μεστό, από αυτά που θυμάσαι πως τα διάβασες για καιρό.

Η Όλιβ, η βαριά, απόλυτη, μερικές φορές άκαμπτη, κι άλλες απίστευτα διορατική δασκάλα μαθηματικών του σχολείου ενός χωριού στο Μέην, είναι παντρεμένη με τον μειλίχιο Χένρι, έναν γλυκό φαρμακοποιό, που του αρέσει να περνάει καλά κι απολαμβάνει την κάθε στιγμή ευτυχίας και τρυφερότητας. Η αντίθεσή τους είναι έντονη και στην αρχή κάνει την Όλιβ απόμακρη και αντιπαθητική. Στην πραγματικότητα όμως, η Κίττριτζ αποτελεί μόνο την αφορμή για να μας πει η συγγραφέας ένα σωρό ιστορίες, για τον έρωτα, τον γάμο, τη συντροφικότητα, την αγάπη των παιδιών, τη δουλειά, την ανεργία, τη ζωή, την αρρώστια και την ανημποριά, τον θάνατο.

Το μυθιστόρημα είναι σπονδυλωτο, κάθε μέρος του έχει τη μορφή και το μέγεθος ενός διηγήματος, και σε κάποια από αυτά η Όλιβ κάνει (ίσως κάτι λιγότερο) από γκέστ εμφάνιση. Όμως, παρ' όλα στο βιβλίο δεν πρωταγωνιστεί ο τόπος, ούτε πρόκειται για μια ηθογραφία. Στο κείμενο πρωταγωνιστούν οι άνθρωποι και οι σχέσεις τους. Για αυτό το όνομά της Ολίβ που κοσμεί το εξώφυλλο είναι τόσο ταιριαστός τίτλος.

Η Όλιβ είναι ένας χαρακτήρας «μεγαλύτερος από τη ζωή». Στην αρχή δεν μπορεί να δει πέρα από τη μύτη της, είναι εγωίστρια, δεν καταλαβαίνει πως καταδυναστεύει τον άντρα και τον γιο της, με τις αλλαγές στη διάθεσή της και τα άκαρδα σχόλια της. Δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στις αλλαγές, και σίγουρα δεν είναι ο άνθρωπος που θα σου πρόσφερε ένα χάδι στον ώμο ή μια γλυκιά κουβέντα παρηγοριάς. Όμως σιγά σιγά κατανοείς την ωμότητα και την απόλυτη ειλικρίνεια της, δεν θα την έκανες φίλη ίσως, αλλά θα ήθελες να είναι τριγύρω όταν τα πράγματα πάνε στραβά. Από τα βασικοτερα πλεονεκτήματα του βιβλίου εξάλλου είναι ο τρόπος που η Ελίζαμπεθ Στράουτ δίνει βάθος στον κάθε χαρακτήρα, η πολυπλοκότητά του αργεί να εμφανιστεί, στην αρχή μοιάζει με καρικατούρα κι έπειτα σπάει όλες τις συμβάσεις και τα κλισέ που είχες σκεφτεί. Έτσι κι η ψηλή, βαριά, παχουλή Όλιβ κλαίει μπροστά σε ένα κορίτσι που πάσχει από νευρική ανορεξία και του λέει "όλοι πεινάμε", ενώ καταβροχθίζει ένα ντόνατ. Κι η σκηνή αποκτά βάρος. 


Το μυθιστόρημα κέρδισε το Πούλιτζερ το 2008. Με έβαλε σε έναν αναγνωστικό ρυθμό που είχα καιρό τώρα να ακολουθήσω. Με τράβαγε μαζί του και το σκεφτόμουν κι όταν δεν το διάβαζα. Κάποια στιγμή ταυτίστηκα με την αντρική κορμοστασία και τα χέρια της Όλιβ (εγώ που είμαι 1.59 και μικροκαμωμένη) κι ένιωθα μέσα στο κορμί της, στο πόσο άβολα ένιωθε στο ίδιο της το πετσί. Και στο τέλος συνειδητοποίησα πως η ιδέα της για την ευτυχία μπορεί και να μην απέχει πολύ από τη δική μου.



                                         Κατερίνα Μαλακατέ

"Όλιβ Κίττριτζ", Ελίζαμπεθ Στράουτ, μετ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Άγρα, 2020, σ. 364

26/1/21

"Η χρονιά θανάτου του Ρικάρντο Ρέις", José Saramago

 




Από τα πιο σύνθετα βιβλία του Ζοζέ Σαραμάγκου, «Η χρονιά θανάτου του Ρικάρντο Ρέις» αλλά και τα πιο γοητευτικά του. Πιθανώς και το καλύτερό του. Μια σύνθεση που απαιτεί συγγραφική μαεστρία αλλά και αναγνωστική συγκέντρωση. Ο συγγραφέας ζητά την προσοχή του αναγνώστη του επιτακτικά, τόσο με τη γλώσσα όσο και με την πυκνότητά, υποσχόμενος πως θα τον ανταμείψει. Ο Σαραμάγκου δεν αθετεί την υπόσχεσή του, η ανταμοιβή είναι ένα μυθιστόρημα που αργότερα θα διεκδικεί θέση επάξια στις λίστες με τα δέκα, τα είκοσι, τα εκατό που θυμάσαι πως διάβασες.

Πρωταγωνιστές τρεις. Πρώτος ο Ρικάρντο Ρέις, ένας από τους ετερώνυμους του Φερνάντο Πεσσόα. Δεύτερη η χρονιά, το 1936. Τρίτη η πόλη, η ίδια η Λισαβόνα. Μα ας το πιάσουμε από την αρχή. Ο Ρικάρντο Ρέις, γεννημένος μια χρονιά μετά τον Πεσσόα, είναι ένας γιατρός-ποιητής που ζει στη Βραζιλία. Μόλις μαθαίνει πως ο Πεσσόα πέθανε, στις 30 Νοεμβρίου του 1935, παρατάει τη ζωή του κι έρχεται στη Λισαβόνα με ένα τεράστιο πλοίο. Στην αρχή καταλύει σε ένα ξενοδοχείο, όχι φοβερό πολυτελές, αλλά κι όχι και φτηνό, και περιφέρεται στην πόλη. Σχέσεις έχει μόνον με τους ενοίκους του ξενοδοχείου, τον ιδιοκτήτη, τον άνθρωπο για τα θελήματα, την καμαριέρα. Από τους ενοίκους τού τραβούν την προσοχή μια πολύ λεπτή κοπέλα στα είκοσι της, η Μαρσέντα, και ο πατέρας της. Η Μαρσέντα, έχει ένα χεράκι λαβωμένο, το αριστερό είναι ακίνητο. Ξεκινά μεταξύ τους ένα καθαρά πλατωνικό ερωτικό φλέρτ, ενώ παραλληλα ο Ρικάρντο Ρέις συνάπτει σεξουαλικές σχέσεις με την καμαριέρα, τη Λίντια. Ο μοναδικός του φίλος είναι ο Πεσσόα, που τον επισκέπτεται νεκρός, κι έχουν μακρές συζητήσεις.

Η χρονιά είναι το 1936. Στην Ευρώπη ανεβαίνει ο ναζισμός κι αρχίζει να πλανάται στην ατμόσφαιρα. Στην Ισπανία έρχεται ο Φράνκο. Στην Πορτογαλία; Σαλαζάρ. Ο Ρικάρντο Ρέις, συντηρητικός όπως και ο αληθινός Φερνάντο Πεσσόα, παρατηρεί, διαβάζει εφημερίδες, καλείται στην ασφάλεια μόνο και μόνο γιατί γύρισε από την Βραζιλία. Βλέπει με καλό μάτι τους πανηγυρισμούς των Ισπανών εξόριστών όταν ανατρέπεται η επανάσταση. Κι ας του εξηγεί η – αγράμματη Λίντια- πως δεν πρέπει να πιστεύει όσα διαβάζει στις εφημερίδες.

Η πόλη είναι η βροχερή Λισαβόνα, ο Ρέις επισκέπτεται κάθε της γωνιά, το βιβλίο θα μπορούσε να είναι και ταξιδιωτικός οδηγός, θέλεις να βρίσκεσαι εκεί μαζί του, παρ’ όλο που ο ίδιος δεν έχει καμιά δικιαολογία που άφησε τη ζωή του στη Βραζιλία.

Ο Σαραμάγκου ξεκινά πάντα από μια εκπληκτική ιδέα. Εδώ, η ιδέα πως ο Πεσσόα πέθανε αλλά ένας από τους συγγραφικούς του ετερώνυμους συνεχίζει να ζει, είναι συναρπαστική. Ο ήρωάς του είναι ένα λογοτεχνικό προσωπείο, και είναι ήδη πολύ περισσότερα από αυτό. Μοιάζει στον Πεσσόα, ως φιγούρα και στη μοναχικότητα, αλλά γείωνεται με διαφορετικό τρόπο. Οι δυο γυναίκες που αγαπά, με τις μόνες που έχει στην ουσία επαφή, εκτός από τον νεκρό Πεσσόα, είναι σαν καθρεφτισμα η μια της άλλης. Η μια έχει την κατάλληλη κοινωνική τάξη, τη σωστή χλωμάδα, τη μόρφωση. Η άλλη έχει το γήινο χυμώδες κορμί της, που το διαθέτει όπως αυτή επιθυμεί, γιατί το επιθυμεί. Η Λίντια, η καμαριέρα που στιγμές στιγμές δίνει στον Ρέις μια φέτα πραγματικότητας, είναι ένα βαθιά πολιτικό πρόσωπο. Κάποιες φορές ένιωθα σαν να ήταν το άλτερ ίγκο του ίδιου του Σαραμάγκου μες στο μυθιστόρημα.

Από ένα τέτοιο μυθιστόρημα βέβαια, δεν θα μπορούσε να λείπει ο Μπόρχες. Ο Ρικάρντο Ρέις εξάλλου προσπαθεί σε όλη τη διάρκεια του βιβλίου να διαβάσει το The God of the labyrinth (το φανταστικό μυθιστόρημα του Χέρμπερτ Κουέιν από το "Εξετάζοντας το έργο του Χέρμπερτ Κουέιν") επεκτείνοντας την ιδέα της ετερωνυμίας και της κιβδηλοποίησης ακόμα περισσότερο. Καμία λεπτομέρεια του Ρέις δεν είναι τυχαία. Ο Σαραμάγκου, επιμελής πάντα, έχει αποτυπώσει πλήρως την εποχή, τη χρονιά, τον ετερώνυμο, την ποίησή του. Το βιβλίο έχει πίσω του βαθιά έρευνα, ενώ δεν την επιδεικνύει. Οι διάλογοι μεταξύ Ρέις και Πεσσόα χρήζουν δεύτερης και τρίτης και νιοστής ανάγνωσης. Το παιχνίδι ανάμεσα στην φαντασία και την πραγματικότητα, τη ζωή και τον θάνατο είναι από τα πιο γοητευτικά. Και το τέλος, εννιά μήνες μετά, συγκλονιστικό. Ως συνήθως ο Σαρμάγκου σπάει τη συγγραφική σύμβαση, σου ζητάει να υπερβείς τη δυσπιστία σου πολύ πιο έντονα από ό,τι οι περισσότεροι συγγραφείς, έτσι όμως και βυθιστείς, δυσκολεύεσαι να βγεις από την ιστορία ακόμα και καιρό αφότου τελειώσει η ανάγνωση. 

 


                         Κατερίνα Μαλακατέ



"Η χρονιά θανάτου του Ρικάρντο Ρέις", Ζοζέ Σαραμάγκου, μετ. Αθηνά Ψυλλιά, εκδ. Καστανιώτη, 2020, σ. 494













Υ.Γ.42 
"Άπαντα πεζά", Χ.Λ.Μπόρχες, μετ. Αχ.Κυριακίδης, εκδ.ελλ.γράμματα, 2005, σ.144


16/1/21

Ετερωνυμία και αυτοκιβδηλοποίηση











Ο Μπόρχες κι ο Πεσσόα

πιθανότατα δεν θα ‘χαν ακουστά

τον Κωνσταντίνο Σιμωνίδη

ίσως να μην ήξεραν

ούτε ο ένας για τον άλλον                                                           

 

Δεν πρόκειται για πλαστογραφία,

μάλλον για κιβδηλοποιία,

        είπες.

 

Ο Σιμωνίδης αποπειράθηκε

να δηλητηριάσει τον πατριό του                                              

στα χίλια οκτακόσια τριάντα έξι

έτσι βρέθηκε στο Περιβόλι του Ουρανού

ετών δεκάξι

αντιγραφέας στη βιβλιοθήκη

 

Ο Ρικάρντο Ρέις με σιγουριά                                                      

δεν είχε ακουστά τον Σιμωνίδη.

Ο Άλβαρο ντε Κάμπος,

όμως;

 

Ενδυόταν με σχετική επιτυχία

τον μανδύα της επιστήμης,                                                         

          είπες

Η αλήθεια ανακατεύεται με το ψέμα,

           είπα εγώ

Είναι προ πάντων εξέγερση εναντίον της ιστορικότητας,

           είπες                                                                                          

του άρεσε να εφευρίσκει τον εαυτό του

          είπα εγώ.

 

Ο Πεσσόα γεννήθηκε το χίλια οκτακόσια ογδόντα οκτώ

Ο Μπόρχες το χίλια οκτακόσια ενενήντα εννέα

Ο Σιμωνίδης πέθανε το χίλια οκτακόσια ενενήντα,                         

εικάζουν.

Εκείνος ισχυρίστηκε κάποτε

πως πέθανε το χίλια οκτακόσια

εξήντα επτά από λέπρα

 

Το δύο χιλιάδες έξι                                                                         

παρουσιάστηκε στο Βερολίνο ένας πάπυρος

από τα Γεωγραφούμενα

του Αρτεμίδωρου του Εφέσιου.

Ο ιταλός ελληνιστής Λουτσιάνο Κάνφορα

υποστήριξε πως, το χειρόγραφο                                                         

ήταν καταφανώς

πλαστό·

έργο του Σιμωνίδη.

 

 

                                                       Κ.Μ.

 

 

 

Υ.Γ. 42 Ο Κωνσταντίνος Σιμωνίδης είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα δευτερεύοντα πρόσωπα της ιστορίας της φιλολογίας. Μικρός αποπειράθηκε να σκοτώσει τον πατριό του και για αυτόν τον έστειλαν στα δεκαέξι του στο Άγιον Όρος. Εκεί, ενθουσιάστηκε με τα κειμήλια, τα βιβλία, τους πάπυρους, τα όστρακα της βιβλιοθήκης του μοναστηριού και εξασκήθηκε στην καλλιγραφία. Κάποια χρόνια αργότερα κατάφερε να πουλήσει κίβδηλα κειμήλια στην Εθνική Βιβλιοθήκη στην Αθήνα, κι έκτοτε, όποιο νέο εύρημα, υπάρχει ο κίνδυνος να έχει κατασκευαστεί από τον Σιμωνίδη. Του άρεσε πολύ να μπλέκει την αλήθεια με το ψέμα, να φτιάχνει πηγές για να στηρίξει άλλες πηγές, έγραψε τη βιογραφία και τη νεκρολογία του, εκατοντάδες παραποιημένα κείμενα και ψευτοκειμήλια.

Αγάπησα τον Σιμωνίδη, κάποια χρόνια πριν, διαβάζοντας τον «Αλλόκοτο ελληνισμό» (εκδ.Κίχλη, 2016) του Νικήτα Σινιόσγλου. Συνέπεσε η συγγραφή του ποίηματος με την ανάγνωση για δεύτερη φορά της «Χρονιάς θανάτου του Ρικάρντο Ρέις», του Ζοζέ Σαραμάγκου (μετ. Αθηνά Ψυλλιά, εκδ. Καστανιώτης, 2020). Και με κάποιο τρόπο ο Πεσσόα έγινε ένα στο μυαλό μου με τον Σιμωνίδη. Ο Μπόρχες προέκυψε κατά τη διαδικασία της γραφής, μοιάζει σχεδόν αυτονόητο. Δεν ξαναδιάβασα ολόκληρο το κείμενο του Σινιόσογλου, αλλά χρησιμοποίησα στους στίχους τις φράσεις του που είχα υπογραμμίσει τότε στην πρώτη ανάγνωση, ίσως λιγάκι παραποιημένες (σε αυτές συμπεριλαμβάνεται και ο τίτλος). Έτσι το ποίημα συνομιλεί με τον Μπόρχες, τον Πεσσόα και τους ετερώνυμους του και τον Νικήτα Σινιόσογλου, και μιλά πολύ λίγο για τον Κωνσταντίνο Σιμωνίδη. Αυτός εξάλλου, ζει πια στις παρυφές της ιστορίας, μέχρι που εμφανίζεται το επόμενο χειρόγραφο, κι όλο και κάποιος ελληνιστής, τον ξαναθυμάται. 




Υ.Γ. Η Λέσχη Ανάγνωσης του Booktalks διαβάζει απόψε στις 8μ.μ. τη "Χρονιά θανάτου του Ρικάρντο Ρέις" του Ζοζέ Σαραμάγκου. Εγώ σήμερα ως τις 7:30μ.μ. θα δίνω εξετάσεις για περάσω το μεταπτυχιακό μάθημα στο πλαίσιο του οποίου προέκυψε το ποίημα. 




 

15/1/21

"Ηθικές επιστήμες", Martín Kohan

 




Το 2020 έκλεισε με ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα μες στη χρονιά, τις «Ηθικές Επιστήμες» του Μαρτίν Κόαν. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα γραμμένο το 2007, που μιλά για μια ιστορία του 1982, όταν στην Αργεντινή ακόμα, λίγο πριν τον πόλεμο των Φώκλαντς, ήταν στην εξουσία η πολύ συντηρητική, γεμάτη δοσίλογους –δεν ξέρω αν κάτι μας θυμίζει αυτό- χούντα.

Η Μαρία Τερέζα, η πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος, είναι ένα εικοσάχρονο κορίτσι που δουλεύει ως επιτηρήτρια στο πρότυπο Κολλέγιο της χώρας. Η δουλειά της είναι να φροντίζει για το Τμήμα Γ10, να είναι οι μαθητές πάντα στοιχημένοι όταν δεν είναι μέσα στην τάξη, να φοράνε ακριβώς τις κάλτσες που πρέπει (μπλε νάυλον, κι όχι μπλε βαμβακερές), να έχουν ακριβώς όπως πρέπει τα μαλλιά τους (στον πόντο, μετρώντας ακριβώς την απόσταση από το σβέρκο). Όλα ξεκινούν όταν προσπαθώντας να εντυπωσιάσει τον Διευθυντή των Επιθεωρητών κύριο Μπασιούτο, έναν άνθρωπο που βρέθηκε σε αυτή τη θέση γιατί συνέταξε τις περίφημες μαύρες λίστες, η Μαρία Τερέζα, που στο σπίτι της τη φωνάζουν Μαρίτα, αρχίζει να επιτηρεί τις τουαλέτες των αγοριών και να κλείνεται μέσα σε κάποιο κουβούκλιο προσπαθώντας να πιάσει κάποιον να καπνίζει. Το πράμα των αγοριών, που η πρωταγωνίστρια δεν έχει δει, αλλά αρχίζει να φαντάζεται όσο ακούει να κατουράνε μες στις τουαλέτες οι έφηβοι, αποκτά μυθικές διαστάσεις στο μυαλό της. Ένα άγγιγμα στον ώμο όταν οι μαθητές στοιχίζονται, δυο δάχτυλα στο σβέρκο, ένα αντρικό άρωμα, την επηρεάζουν τώρα διαφορετικά. Ο Επιθεωρητής της φαίνεται ευχαριστημένος με κείνη και τον ζήλο της και τη βγάζει και για καφέ. Μέχρι που η γάτα γίνεται ποντίκι.


Το μυθιστόρημα είναι αριστοτεχνικά γραμμένο, δεν φαίνεται να κρίνει ποτέ, τα θεωρεί όλα δεδομένα, και «φυσιολογικά» όπως όταν ζεις σε μια χούντα και θεωρείς δεδομένο πως θα σε επιπλήξουν γιατί οι κάλτσες είναι γαλάζιες, αλλά όχι νάυλον όπως πρέπει. Το μεσαίο κομμάτι αχνίζει από έναν παράτυπο ερωτισμό, μια άπειρη εικοσάχρονη κατασκοπεύει εφήβους στα ουρητήρια. Στο τελευταίο κομμάτι, το βάναυσο, η απολυταρχία δείχνει το κανονικό της πρόσωπο. Εντυπωσιακό σα σύλληψη, το βιβλίο μιλάει για την εξουσία, τις στρεβλώσεις και την ηδονή της. Για το πώς ο θύτης γίνεται θύμα και το θύμα θύτης με μεγάλη ευκολία, πότε με την άψογη συμπεριφορά της αφρόκρεμας της χώρας, πότε με τις μυρωδιές της τουαλέτας. Και πόσο γρήγορα όλο αυτό μπορεί να αλλάξει, η ισορροπία να διαταραχθεί, να βρεθείς από πάνω κάτω. Πόσο εύκολα αποδέχεται το θύμα τους περιορισμούς του. Και πόσο συνεχίζει να γυρίζει η γη και η ζωή των άλλων, παρόλο που η δική σου καταστρέφεται.

Βαθιά πολιτικό μυθιστόρημα, κάνει προσωπικό το πολιτικό δράμα, το καθρεφτίζει στα μάτια μιας παρθένας. Αν δεν ψάξεις λίγο, μπορεί να πιστέψεις πως αυτό που περιγράφεται είναι δυστοπικό, πως ο συγγραφέας έφτιαξε το φόντο με τη φαντασία του. Μόνο που το φόντο είναι αληθινό, και μπορεί να συμβεί σε όλους μας, σε όλες τις χώρες. Κι αυτό το κάνει ανατριχιαστικά συγκλονιστικό.


                            Κατερίνα Μαλακατέ



"Ηθικές επιστήμες", Μαρτίν Κόαν, μετ. Έφη Γιαννοπούλου, εκδ. Κίχλη, 2020, σ. 277