6/3/26

"Η Μαρκησία Ο...", Heinrich von Kleist






Ο Χάινριχ Φον Κλάιστ, γεννήθηκε το 1777 κι ήταν σύγχρονος του Γκαίτε και του Σίλλερ. Το 1811 αυτοκτόνησε στη λίμνη Wannsee κοντά στο Βερολίνο μαζί με τη φίλη του Henriette Vogel σε μια συμφωνημένη διπλή αυτοκτονία. Η σκηνή είναι σχεδόν μυθική για την ιστορία της λογοτεχνίας, πρώτα πυροβόλησε εκείνη (που έπασχε από καρκίνο) και μετά τον εαυτό του.

Το γεγονός αυτό ενίσχυσε την εικόνα του ως τραγικής ιδιοφυίας. Ήδη ήταν γνωστός για την περίφημη «καντιανή» κρίση του, μελετώντας τον Καντ είχε φτάσει στο συμπέρασμα πως δεν θα μπορέσει ποτέ να μάθει την αλήθεια αυτή καθ’ αυτή, πως η πραγματικότητα είναι ασταθής, αβέβαιη και παραπλανητική κι αυτή η συνειδητοποίηση τον είχε εξουθενώσει.

«Η Μαρκησία Ο…» είναι πραγματικά ένα τολμηρό αφήγημα για την εποχή. Μια νεαρή χήρα, κόρη του διοικητή της Φρουράς, βρίσκεται στο κάστρο όσο το πολιορκούν οι Ρώσοι. Αργότερα θα ανακαλύψει πως είναι έγκυος, και θα ισχυριστεί πως δεν ξέρει πώς συνέβη. Ατιμασμένη θα βάλει αγγελία για να αναγκάσει τον πατέρα του παιδιού της να εμφανιστεί.

Ομολογώ πως με εντυπωσίασε ο τρόπος που ο Φον Κλάιστ αντιμετώπισε την ιστορία, σε μια κοινωνία που στηρίζεται στην αγνότητα και την γυναικεία τιμή, που η γυναίκα δεν πρέπει απλά να είναι αγνή αλλά και να φαίνεται αγνή, η Μαρκησία παίρνει τη μοίρα της στα χέρια της, χωρίς τις υψηλόφρονες κορώνες που θα συναντούσαμε στον Βέρθερο του Γκαίτε, χωρίς την αίσθηση πως αυτό που κάνει είναι πράξη επαναστατική.

Κι όμως είναι.

Ξεχνάς πως διαβάζεις ένα κείμενο της πρώιμης λογοτεχνικής περιόδου, που γράφτηκε πάνω από 200 χρόνια πριν, απολαμβάνεις τον υπαινιγμό, το μισόφωτο, την ειρωνεία και την ενσυναίσθηση του συγγραφέα για τον πόνο ενός βιασμού που δεν περνάει έτσι εύκολα.

Το κεντρικό θέμα είναι αν η Μαρκησία είναι αθώα, αν όντως δεν ξέρει τι έγινε ή απώθησε το γεγονός για να διαχειριστεί το τραύμα. Δεν μπορεί να αποδείξει πως είναι αθώα, υπάρχει χειροπιαστό το αμάρτημα της, ένα μωρό. Μα μπορεί να κάνει κάτι. Η υποκρισία της κοινωνίας ξεσκεπάζεται με έναν τρόπο λιτό, σχεδόν χειρουργικό. Το κείμενο έχει κάτι τις το μοντερνιστικό κι ας εκδόθηκε το 1808.

Και το τέλος, αυτό το χαρμόσυνο τέλος, ο γάμος με τον βιαστή, που καθησυχάζει τους γύρω, σου δημιουργεί τεράστια ηθική ανησυχία. Και φαντάζομαι πως δημιούργησε ακόμα μεγαλύτερη στους αναγνώστες των αρχών του 19ου αιώνα. Γιατί ο Φον Κλάιστ μοιάζει να μην ανήκει στην εποχή του, μιλάει για ένα κόνσεπτ εντελώς μοντέρνο, την παράλογη σύγκρουση του ανθρώπου (και δη μιας γυναίκας) με την τάξη του κόσμου.

«Η Μαρκησία Ο…» είναι ένα μικρό διήγημα, που ίσως καν να μην είχα στον νου μου να διαβάσω αν δεν έβγαινε στην σειρά «Απνευστί» των εκδόσεων Οξυ, αυτή τη σειρά με τα μικρά, άγνωστα, τολμηρά κλασικά. Έγινε ταινία από τον Ερίκ Ρομέρ το 1976.


                              Κατερίνα Μαλακατέ



"Η Μαρκησία Ο...", Heinrich von Kleist, μτφ. Γιώργος Μπαρουξής, εκδ. Οξυ





13/2/26

"Κυνηγόσκυλο", Don Delillo




Είμαι με σιγουριά Ντελιλική, αγαπώ τον Λευκό θόρυβο (1985) και τον Υπόγειο Κόσμο (1997), έχω διαβάσει σχεδόν όλα τα μυθιστορήματά του, και των δυο περιόδων, κάποια στα αγγλικά, κάποια στα ελληνικά. Δεν είχα διαβάσει το Κυνηγόσκυλο. Για την ακρίβεια δεν θυμόμουν καν πως υπάρχει.

Το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε το 1978, πριν δηλαδή τα δυο μεγάλα του, και μοιάζει με κάποιο τρόπο πρόδρομός του. Εδώ συναντάμε την έντονα σατιρική του διάθεση και την αιχμηρή πολιτική του γλώσσα, που θα κορυφωθεί στα δυο ογκώδη του μυθιστορήματα.

Το Κυνηγόσκυλο είναι μια ιστορία που περιλαμβάνει συλλέκτες παράνομων αντικειμένων σεξ, έναν «σεξοαντικέρη», μια δημοσιογράφο που γράφει σε ένα φτωχομπινέδικο έντυπο συνωμοσιολογίας, το Running Dog, κατά το Rolling stone, έναν παντοδύναμο γερουσιαστή, ένα αρχηγό της μαφίας, έναν τύπο στρατολογημένο από τις μυστικές υπηρεσίες, μια καινούργια μυστική υπηρεσία, κ.ο.κ. Κι όλα ξεκινούν όταν ο «αντικέρης» τούς λέει πως βρέθηκε μια ταινία που απεικονίζει ένα όργιο στο καταφύγιο του Χίτλερ πριν το τέλος.

Πρόκειται για ένα νουάρ που ψεύδεται ασύστολα, πίσω από την καταιγιστική πλοκή, τις λιμουζίνες, την εξουσία, το σεξ βρίσκεται η κριτική για την εξουσία, το σεξ και την ανθρώπινη μοναξιά. Η ταινία που δείχνει τον Απόλυτο Κακό να κακοποιεί σεξουαλικά παιδάκια γίνεται το ιερό δισκοπότηρο για όλους, η πληροφορία διαστρεβλώνεται, τα μυστικά δίνουν και παίρνουν. Όλοι τη θέλουν, αλλά ξέρει κανείς γιατί τη θέλει; Ο «σεξοαντικέρης» παραμένει σταθερά καχύποπτος.

Το μυθιστόρημα ξεκινά εντυπωσιακά, μα ως το τέλος δεν κρατά την ορμή του. Ο Ντελίλο δεν ενδιαφέρεται καθόλου για την κάθαρση, η πλοκή είναι πρόσχημα για να μιλήσει για την πολιτική κατάσταση στην Αμερική τη δεκαετία του ‘70. Η παράνοια κυριαρχεί, όχι στο Κυνηγόσκυλο, στην αληθινή ζωή.

Τα συναισθήματά μου για το Κυνηγόσκυλο είναι χλιαρά, δεν το λάτρεψα, δεν το μίσησα, ούτε θεώρησα χάσιμο χρόνου την ανάγνωση. Από την άλλη με τριβελίζει η εξής σκέψη, πώς θα ένιωθα για αυτό, αν δεν το είχε γράψει ο Ντελίλο. Τι νιώθω για το μυθιστόρημα αυτό καθαυτό. Ανακάλυψα πως δεν μπορώ να διαχωρίσω την αγάπη μου για τα υπόλοιπα μυθιστορήματα του, και να δώσω μια σαφή απάντηση. Πιθανότατα αν ήθελα να πω σε κάποιον να ξεκινήσει να διαβάζει τον πρώιμο Ντελίλο, θα σύστηνα το Κυνηγόσκυλο. Για να εξοικειωθεί με τον χειρουργικής ακρίβειας λόγο, την αποξένωση που δημιουργεί από τους χαρακτήρες, το οξύ πολιτικό του βλέμμα.

Η αναζήτηση του απόλυτου Κακού, με μια ηδονοβλεπτική ματιά, σε επίπεδο εντελώς επιφανειακό, «μαθαίνω πως υπάρχει μια ταινιά για όργιο του Χίτλερ με μικρά παιδιά, και τη θέλω δικιά μου, χωρίς να αναλύσω τα κίνητρα», θυμίζει τόσο πολύ τον τρόπο που χειριζόμαστε την πληροφορία στη δική μας εποχή, 50 χρόνια μετά, που σε κάνει να αναρωτιέσαι, αν έβλεπαν κι άλλοι πού θα καταλήξουμε και κυνικά αποφάσισαν να το εκμεταλλευτούν.


                                                  Κατερίνα Μαλακατέ

"Κυνηγόσκυλο", Don Delillo, μτφ. Αποστόλης Πρίτσας, εκδ. Gutenberg

21/1/26

"Σφαγείο 5 ή η Σταυροφορία των παιδιών", Kurt Vonnegut






Αυτό που σοκάρει τον αναγνώστη στο Σφαγείο 5 είναι το χιούμορ, χιούμορ γυμνασιακό, και σάτιρα και ειρωνεία, και μαύρο κατάμαυρο, όλες οι πλευρές του χιούμορ παρελαύνουν στο Σφαγείο. Γελάς για να μην κλάψεις ή για την ακρίβεια, γελάς, και το γέλιο μετουσιώνεται σε υποκατάστατο του κλάματος τόσο για τον αναγνώστη, όσο και για τον συγγραφέα.

Το βιβλίο ξεκινά με ένα αυτοβιογραφικό κεφάλαιο, όπου ο αφηγητής μάς λέει πόσο καιρόν έκανε να γράψει αυτό το βιβλίο για τη Δρέσδη, για τον βομβαρδισμό της, πως πάντα πίστευε πως αυτό θα είναι το σπουδαίο του βιβλίο, γιατί είναι αυτοβιογραφικό. Ο αφηγητής ήταν εκεί.

Εκεί ήταν κι κεντρικός ήρωας, ο Μπίλλυ Πίλγκριμ (ας αφήσουμε ασχολίαστο το όνομα), ένας ταξιδευτής του χρόνου και του τραύματος. Ο Μπίλλυ λοιπόν μας αφηγείται τις τελευταίες μέρες του ως αιχμάλωτος πολέμου των Γερμανών στη Δρέσδη, τον βομβαρδισμό και την καταστροφή της πόλης, αλλά ταυτόχρονα μας μιλάει για όλη τη ζωή του έκτοτε (μια χαρά βολεύτηκε με τη χοντρή γυναίκα του ως οπτομέτρης) και για τη ζωή στον πλανήτη Τραλφάμαντορ.

Ο συγγραφέας είναι ο αφηγητής του πρώτου κομματιού, κι είναι ο Μπίλλυ Πίλγκριμ, κι όλοι οι συγκρατούμενοί του, είναι όλοι οι ήρωες που εμφανίζονται μέσα σε αυτό το μυθιστόρημα. Αλλά ταυτόχρονα και κανένας τους. Και πάει λέγοντας.

Ο Μπίλλυ Πίλγκριμ ξεκινάει να ταξιδεύει στον χρόνο στη Δρέσδη. Ο χρόνος για αυτόν δεν είναι παρά θραύσματα και μπορεί να βρεθεί από το ένα κομμάτι του χρόνου στο άλλο, από τη γέννηση, την απαγωγή του από τους εξωγήινους, τον θάνατο, τον γάμο του κ.ο.κ. Ο Μπίλλυ Πίλγκριμ είναι εκτός χρόνου και τόπου, άχρονος και άπατρις, είναι εγώ και είναι εσύ.

Πιστεύω πως δεν έχω διαβάσει καλύτερη περιγραφή του τραύματος από αυτή που κάνει ο Μπίλλυ Πίλγκριμ μιλώντας για τη σχέση του με τον χρόνο. Πόσο λεπτά είναι τα όρια ανάμεσα στην καταστροφή και την επιτυχία, την τρέλα και τη λογική, τη ελευθερία και την αιχμαλωσία, την τυχαιότητα και την ειμαρμένη. Μπορεί να σωθείς γιατί κυκλοφορείς στην Δρέσδη με ένα σκαρπίνι χωρίς τακούνι, μπορεί να πεθάνεις γιατί μίλησες για ιπτάμενους δίσκους. Μπορεί να είσαι ένας αιχμάλωτος παλιάτσος μες στις σφαίρες του πολέμου, κι ένας αιχμάλωτος σοβαρός σε έναν εξωγήινο ζωολογικό κήπο. Το βασικό που έχουν μάθει στον Πίλγκριμ είναι να σκάει και να κολυμπάει, εξάλλου έτσι τον έμαθε ο πατέρας του να κολυμπάει, απλά ρίχνοντας τον στον νερό. Και αυτός τα ίδια έμαθε στα παιδιά του, ο γιος του υπηρετεί στο Βιετνάμ. Τα όρια της ανθρώπινης βλακείας συγκρούονται με την δίψα για εξουσία, το παράλογο γίνεται νόρμα φυσιολογικό, κι όλα συνεχίζουν όπως πριν, όπως ήταν, χωρίς κανένας να αντιτίθεται, εναλλασσόμενοι ανάμεσα στο ρόλο του θύτη και του θύματος εις το διηνεκές. Ως τον θάνατο και πέρα από αυτόν.

Η ευφυία του Βόννεγκατ πραγματικά κάνει πάρτυ εδώ, παίζοντας με το προσωπικό τραύμα του ανθρώπου που ήταν στον πόλεμο, το συλλογικό τραύμα της διάλυσης των ψευδαισθήσεων του Δεύτερου Παγκοσμίου πολέμου, τη ματαιότητα της ανθρώπινης ζωής. Ένα πάρτυ που δεν μπορεί να τελειώσει με κανέναν άλλο τρόπο, παρά με ένα πουλί να σου λέει «Τσιριτρί;»

                      Κατερίνα Μαλακατέ


"Σφαγείο 5 ή η Σταυροφορία των παιδιών", Kurt Vonnegut, μτφ. Αλέξης Καλοφωλιάς, εκδ. Πατάκη

19/1/26

"Το όνομά μου είναι Εστέλα", Alia Trabucco Zerán




Το μεγάλο ατού του βιβλίου της Αλία Τραμπούκο Ζεράν είναι η φοβερή αφηγηματική φωνή∙ το μειονέκτημα ο ελληνικός τίτλος. Αστειεύομαι βεβαίως, όμως το βιβλίο χάνει κάτι από την γοητεία του με τον κοινότοπο τίτλο «Το όνομά μου είναι Εστέλα» μόλις συνειδητοποιήσεις τι σημαίνει "Limpia" στη Χιλή, μια παραδοσιακή τελετή κάθαρσης και καθαρότητας από την αρνητική ενέργεια, με βότανα και αυγά, που καταλήγει να αποδεσμεύει το άτομο, να το παραδίδει με προσευχές κι ευχές στην προσωπική γαλήνη. Στα αγγλικά ο τίτλος είναι “Clean”.

Όλο το κείμενο είναι μια τελετή για να καθαρίσει η πρωταγωνίστρια και αφηγήτρια, από μια ζωή μέσα στη βρωμιά των άλλων, από στη βρωμιά της ταξικής ανισότητας, αλλά και τον συναισθημάτων που αποκτάς για τον εκμεταλλευτή και κακοποιητή σου. Μια τελετή αφήγησης.
Όλα ξεκινούν με την Εστέλα να μας λέει ξερά, πως ένα παιδί πέθανε, και θα πρέπει να ακούσουμε την ιστορία της ως το τέλος. Σημασία έχει να τα πει όλα, και για αυτό δεν θα βιαστεί, ούτε θα νοιαστεί να ικανοποιήσει την περιέργειά μας. Δεν έχουμε καν ιδέα σε ποιον απευθύνεται: στον ανακριτή, στον αναγνώστη, στον εαυτό της, στο τίποτα.

Η Εστέλα ήταν εσωτερική οικιακή βοηθός σε μια μεσοαστική οικογένεια στη Χιλή, έκανε την καθαριότητα, μαγείρευε, σέρβιρε, καθάριζε την πισίνα και φρόντιζε το παιδί. Η ζωή της περνούσε μέσα στο σπίτι, ήξερε τα πάντα για αυτούς τους ανθρώπους, ακόμα και τα πιο μύχια μυστικά τους, μεγάλωνε το κοριτσάκι τους, αλλά εκείνη ήταν σαν να μην υπήρχε, το βράδυ αποσυρόταν στο μικρό δωματιάκι δίπλα στην κουζίνα.

Η φωνή αυτής της καθαρίστριας, τόσο καθαρή, με στρωτή γλώσσα, με βαθιά υπαρξιακά ερωτήματα, μοιάζει τόσο παράταιρη από αυτό που θα περίμενε κανείς από ένα ταλαίπωρο πλάσμα που όλη μέρα κυλιέται στη βρωμιά των άλλων. Η Εστέλα ωστόσο, όσο αφηγείται, αίρεται πάνω από τις προσωπικές της συνθήκες, γίνεται άχρονη, δεν ξέρουμε καν πόσο χρονών είναι, πώς μοιάζει, γίνεται και για μας φάντασμα. Γίνεται αυτό που της ζητάνε, είναι πάντα μέσα στην οικογένεια, πάντα έξω από αυτήν. Πάντα μέσα στην ιστορία και πάντα απέξω. Πάντα εντός και πάντα εκτός εαυτού και χρόνου.

Όλα αρχίζουν να γίνονται επικίνδυνα, όταν η Εστέλα αποκτά κάτι δικό της, μια αδέσποτη σκύλα. Κι οι ισορροπίες αλλάζουν όταν χάνει τα μοναδικά της πράγματα, τη μαμά της, την αγάπη για τον Νότο, τη σκύλα. Τα αφεντικά φυσικά δεν καταλαβαίνουν τίποτα.
Ομολογώ πως το μυθιστόρημα σε ένα σημείο έγινε μελό. Όμως είναι τέτοια η δύναμη αυτής της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, που δεν το παράτησα. Η ιστορία που ξεκινά με την παραδοχή ενός θανάτου, έπρεπε να τελειώσει μέσα μου. Γιατί από την πρώτη γραμμή νομίζεις πως τα ξέρεις όλα, και τελικά δεν ξέρεις τίποτα. Και στο τέλος ξαναγυρνάς στην αρχή για να καταλάβεις. Κάπως όπως και στη ζωή, δηλαδή.

Η Αλία Τραμπούκο Ζεράν, γεννημένη το 1983, είναι γνωστή συγγραφέας στη Χιλή, υπήρξε προνομιούχα, o πατέρας της ήταν κινηματογραφιστής, και η μητέρα της Πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Τηλεόρασης, έκανε σπουδές στη δημιουργική γραφή στη Νέα Υόρκη και στο Λονδίνο, και έχει ήδη κερδίσει αρκετά βραβεία. Έχω την εντύπωση όμως πως με την Εστέλα κατάφερε να μπει στο πετσί ενός πλάσματος πολύ διαφορετικού από την ίδια, και να μας κάνει κι εμάς να νιώσουμε όλη την αγωνία και τον τρόμο της στο πετσί μας.


                                  Κατερίνα Μαλακατέ



"Το όνομά μου είναι Εστέλα", Alia Trabucco Zerán, μτφ. Εύη Σέμπου, εκδ. Gutenberg


10/1/26

"Brooklyn", Colm Tóibín

 


Αγαπώ την ηρεμία της γραφής του Κολμ Τομπίν. Δεν βιάζεται να μας πει την ιστορία, ούτε να την τελειώσει, υπνωτιστικά σχεδόν μας οδηγεί σκηνή σκηνή ως το τέλος. Πρόκειται για έναν λεπτολόγο της γραφής που επικεντρώνεται στο ασήμαντο για να μπορέσει τελικά να μας πει το σημαντικό.

Το «Μπρούκλιν» με το οποίο άρχισε αναγνωστικά η χρονιά μου, έγινε πολύ γρήγορα ένα από τα πιο αγαπημένα μου βιβλία. Τις μέρες που το διάβαζα έζησα μέσα του, ανάσαινα στον ρυθμό του.

Κεντρική ηρωίδα η Έιλις, μια Ιρλανδή, νεαρή γυναίκα, που τη δεκαετία του ’50 μεταναστεύει μόνη στην Αμερική, χωρίς κανέναν να τη βοηθήσει.  Η Έιλις είναι η πιο «ήπια» από τις γυναίκες της οικογένειάς της, η αντίθεση με την εξωστρεφή αδελφή της Ρόουζ είναι εμφανής σε όλα.  Κι όταν της λένε πως θα φύγει για Αμερική, δεν μπορεί καν να εκφράσει άποψη για το αν θα ήθελε κάτι τέτοιο ή όχι, τις αποφάσεις τις παίρνουν η μητέρα της και η αδελφή.

 Η ηρωίδα όμως βρίσκει τρόπο και αίρεται πάνω από αυτό, πάνω από την μοίρα. Στο κατάστρωμα του πλοίου για την Αμερική  χάνει όλες τις ψευδαισθήσεις, καταλαβαίνει πως είναι ολομόναχη. Και παρ’όλο που αρχικά μοιάζει να μην έχει πυξίδα και έρεισμα, τελικά τα καταφέρνει να επιπλεύσει.

Η Έιλις καταλήγει να αναζητά το ποια είναι, ανάμεσα σε δυο πατρίδες, το Μπρούκλιν και το Ανεσκόρθι, και σύντομα ανακαλύπτει πως δεν ανήκει πουθενά, και στα δυο με κάποιον τρόπο είναι ξένη. Νιώθει νοσταλγία για τον κάθε τόπο όταν είναι μακριά του, και μια βαθιά αίσθηση ξενότητας όταν είναι εκεί.

Το τέλος τους μυθιστορήματος, εντυπωσιακό, σε σχέση με την πορεία της ιστορίας, καταδεικνύει όλη την υποκρισία των μικρών κοινωνιών, που είναι έτοιμες να σε κατασπαράξουν και να ορίσουν τη ζωή σου ανά πάσα στιγμή, με τη ρηχότητα και την κακία του κουτσομπολιού. Η προσωπική ελευθερία είναι αδύνατη, δίπλα στους άλλους.

Καταβρόχθισα το «Μπρούκλιν», χαίρομαι που η χρονιά μου άρχισε με αυτό. Ταυτίστηκα με μια ηρωίδα τόσο κοινή και καθημερινή, μια ηρωίδα που ποτέ δεν ξέρουμε με σιγουριά τις σκέψεις της. Αλλά τις μαντεύουμε, κι αυτό έχει σημασία στην ψυχογράφησή της. Αυτό οδηγεί τελικά σε ένα τόσο συναρπαστικό κρεσέντο.

Επόμενος αναγνωστικός σταθμός, η συνέχεια, είκοσι χρόνια μετά, «Λονγκ Άιλαντ». Ανυπομονώ να δω την Έιλις μεγάλη γυναίκα, στην ηλικία μου.  



                            Κατερίνα Μαλακατέ



"Brooklyn", Colm Tóibín

30/12/25

"Flesh", David Szalay


       


Σπανίως γράφω για βιβλία που δεν έχουν ακόμα μεταφραστεί στα Ελληνικά, αν και διαβάζω (ή για να ακριβολογούμε ακούω) πολλά από αυτά. Το Flesh— «Σάρκα», θα το μετέφραζα, αν ήταν στο χέρι μου— είναι ένα από αυτά, γιατί κομίζει κάτι διαφορετικό, ξένο και πολύ οικείο ταυτόχρονα. Αν και ο Szalay έχει ως βασικό του θέμα τη σωματικότητα, το πώς το κορμί μας είναι αυτό που μας οδηγεί, και το μυαλό μερικές φορές ακολουθεί κι άλλες όχι, το ίδιο το μυθιστόρημα μοιάζει οστεώδες.

Ο κεντρικός πρωταγωνιστής, ο Ίστβαν, που τον γνωρίζουμε ως έφηβο αγόρι στην Ουγγαρία, και τον ακολουθούμε μέχρι να γίνει μεσήλικας, φαίνεται να παρασύρεται κάθε φορά, να μην παίρνει καμία απόφαση συνειδητά. Έπειτα βέβαια πληρώνει τις συνέπειες όπως όλοι μας. Έχει όμως κάτι το ξεχωριστό το πώς αντιδρά στο τραύμα, με έναν εντελώς "αντρικό" τρόπο, το αγνοεί. Δεν εντρυφεί σε τίποτα, αφήνεται στο κύμα και στον πολλαπλό πόνο, τόσο που αναρωτιόμαστε αν νιώθει πόνο, ή γιατί δεν νιώθει πόνο ή γιατί δεν φαίνεται πως νιώθει πόνο.

Ένα μέρος της τοξικής αρρενωπότητας των καιρών μας περικλείεται στην αγαπημένη απάντηση του Ίστβαν, «Οκ», ακολουθούμενη πολύ συχνά από το «Δεν ξέρω». Ο διάλογος στο βιβλίο, αυτά τα απανωτά μονολεκτικά «οκ», δίνουν τέτοια φρεσκάδα στην αφήγηση και είναι πολύ πιο αποκαλυπτικά από ό,τι πλοκή υπάρχει ή δεν υπάρχει. Γιατί είπαμε, εδώ βλέπουμε κόκκαλα, τον σκελετό ενός μυθιστορήματος αντί για το ίδιο το μυθιστόρημα, τα κόκκαλα και τη σάρκα, αντί για τη σκέψη.

Ο Ίστβαν είναι τελείως αποστασιοποιημένος από τη ζωή και ταυτόχρονα ζει μια φοβερά γεμάτη ζωή, από την Ουγγαρία στην Αγγλία και ξανά πίσω, από τη φτώχια στα πλούτη, κ.ο.κ. Η ζωή του συμβαίνει. Σε πόσους από εμάς δεν συμβαίνει η ζωή, πόσοι από μας δεν πλοηγούμαστε ως τον θάνατο με τον ίδιο τρόπο; Κι έτσι ο αναγνώστης ταυτίζεται σε ένα βαθύ υπαρξιακό επίπεδο με έναν φαινομενικά εντελώς αδιάφορο κεντρικό ήρωα, ένα ήρωα ούτε κακό, ούτε καλό. Έναν ήρωα που απλά υπάρχει. Και συνεχίζει να υπάρχει ό,τι κι αν συμβαίνει.

Ο Szalay καταφέρνει με αυτό το τόσο ολιγόλογο και λιτό μυθιστόρημα να φτάσει τόσο κοντά στην αποτύπωση της πραγματικότητας, χωρίς να προσφέρει καμία εξήγηση. Γιατί ούτε στην πραγματική ζωή υπάρχει, ούτε καν δικαιολογία. Για μένα αυτή η αποτύπωση, είτε της πραγματικότητας, είτε του τι συμβαίνει μέσα στο ανθρώπινο μυαλό, είναι ο σκοπός όλης της τέχνης, όχι μόνον της λογοτεχνίας. Πιθανολογώ με εντυπωσίασε τόσο πολύ, που κάποιος το κατάφερε.

                           
                                                                               Κατερίνα Μαλακατέ



"Flesh", David Szalay