13/1/22

"Americana", Don DeLillo

 




To Americana, που εκδόθηκε το 1971, είναι το πρώτο μυθιστόρημα του μεγάλου Don DeLillo. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό βιβλίο, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς πως ο συγγραφέας του ακόμα διερευνούσε αν θα γίνει για συγγραφέας, όσο το έγραφε. Ο DeLillo είχε μόλις παρατήσει την καλοπληρωμένη δουλειά του στη διαφήμιση, είχε εγκατασταθεί σε ένα μικρό διαμερισματάκι και ζούσε με πενιχρά μέσα για τέσσερα χρόνια, γράφοντας. Παραδόξως, αν και ο ίδιος έβλεπε πολλές αδυναμίες, βρήκε αμέσως εκδότη. Για τα επόμενα δέκα χρόνια, έγραψε πολύ, βιβλία που δεν είχαν την ίδια ποιότητα, και μπαίνοντας πια στη δεκαετία του '80 βρήκε τη φωνή του. Αποκορύφωμα ο Λευκός θόρυβος το 1985 που τον έκανε γνωστό σε όλους, και ο Υπόγειος κόσμος το 1997, που τον καθιέρωσαν ως έναν από τους σπουδαιότερους αμερικάνους συγγραφείς της γενιάς του, δίπλα στον Πίντσον, τον Ροθ, τον ΜακΚάρθυ (αν εμπιστευτούμε τον Δυτικό κανόνα του Χ. Μπλουμ).

Κεντρικός ήρωας στο Americana είναι ένας νεαρός τηλεοπτικός παραγωγός, ο Ντέιβιντ Μπελ. Στο πρώτο μέρος τον βλέπουμε να δουλεύει σε μια αδηφάγα εταιρία, να μην κάνει στην ουσία τίποτα, αλλά να ασχολείται με έναν κόσμο απατηλό, γεμάτο ίντριγκες, πισώπλατα μαχαιρώματα, δείπνα, ωραίες γυναίκες και λεφτά. Στο δεύτερο μέρος, ο Μπελ βγαίνει στον δρόμο μαζί με την εικαστικό Ντόνοβαν που πολύ τη γουστάρει, παρεπιμπτόντως κι άλλους δυο. Με ένα αυτοκινούμενο διασχίζουν τις Μεσοδυτικές Πολιτείες για να κάνει ο Ντέιβιντ ένα ντοκιμαντέρ για τους Ναβάχο. Στο τρίτο μέρος, ο ήρωας μας τα παρατάει όλα για να κάνει μια πειραματική, αβαν γκαρντ ταινία, με πρωταγωνιστές που διαλέγει σε μια πόλη που δεν ξέρει πού είναι. Και στο τέταρτο πια, αφού έχει χάσει τη δουλειά του και ο ερωτικό του ενδιαφέρον, βγαίνει με ωτοστόπ στον δρόμο.

Το πρώτο μέρος του βιβλίου, ένα από τα λίγα του που έχουν τόσα αυτοβιογραφικά στοιχεία, είναι πραγματικά εντυπωσιακό. Ο ΝτεΛίλλο του μέλλοντος κάνει εντυπωσιακή είσοδο, με αυτή την ξηρή ειρωνεία για την αμερικάνικη κοινωνία και το αμερικάνικο όνειρο που διέπει όλα τα μεγάλα έργα του. Στο δεύτερο μέρος, που είναι η δική του αγωνία για το πώς γίνεται κανείς καλλιτέχνης, τα λεφτά, τον έρωτα, την μάλλον οιδιπόδεια σχέση με τη μητέρα, τα πράγματα γίνονται πιο χαοτικά, και το βιβλίο έχει και κακές στιγμές. Η πιο ενδιαφέρουσα ηρωίδα είναι η καλλιτέχνιδα που συνοδεύει τον Ντέιβιντ στο ρόουντ τριπ στις Μεσοδυτικές Πολιτείες. Πρόκειται για έναν χαρακτήρα εξαιρετικά Ντελιλικό, γριφώδη και ενταγμένο στο μυθιστόρημα με εξαιρετικό τρόπο, χωρίς όμως να μαθαίνουμε τίποτα για το παρελθόν της. Αυτή την τεχνική θα την χρησιμοποιήσει ο Ντελίλλο στο μέλλον, οι ήρωες είναι συχνά σαν να φύτρωσαν. 

Απόλαυσα το μυθιστόρημα. Είμαι από αυτές που αγαπούν τον Ντελίλο για τα μεγάλα του βιβλία, και δεν κρύβω πως θεωρώ τις νεότερες μικρότερες νουβέλες του υποδεέστερες του προηγούμενου έργου. Από την άλλη το Americana είναι και κάπως απογοητευτικό, για μας τους συγγραφείς. Αυτό είναι το πρωτόλειο του. Για αυτό έγινε ο Ντελίλο. Οι υπόλοιποι μπορούμε μόνο να τρώμε τη σκόνη του.


                 Κατερίνα Μαλακατέ



"Americana", Don DeLillo, μετ. Άννα Παπασταύρου, εκδ. Gutenberg 2021, σ. 592

4/1/22

"Το παλάτι του φεγγαριού", Paul Auster

 




Ο Πολ Όστερ είναι μακράν ο αγαπημένος μου από τους εν ζωή αμερικάνους συγγραφείς. Τον ανακάλυψα σχετικά αργά αναγνωστικά, πριν από μια δεκαετία περίπου, κι έκτοτε κατασπαράζω συστηματικά το ευμέγεθες έργο του, χωρίς ακόμα να έχω τελειώσει τα άπαντα. Αυτή τη φορά πάντως, για χάρη της Λέσχης Ανάγνωσης του Booktalks, ξαναδιάβασα Το παλάτι του φεγγαριού κι η αίσθηση πως πρόκειται για σπουδαίο βιβλίο δεν με εγκατέλειψε.

Το παλάτι του φεγγαριού εκδόθηκε το 1989, όταν ο συγγραφέας του ήταν μόλις 42 ετών. Είναι πολύ διαφορετικό από τα βιβλία που τον είχαν καθιερώσει ως τότε: την ελλειπτική και αποσπασματική, μεταμοντέρνα Τριλογία της Νέας Υόρκης και το memoir Η επινόηση της μοναξιάς. Εδώ έχουμε το πρώτο από μια σειρά από μυθιστορήματα, που έγιναν χαρακτηριστικά για το ύφος και τον συγγραφικό του τρόπο. Αν και συνεχίζει να γράφει σε γλώσσα εντελώς απλή, με ρυθμό και να μιλά κυρίως για θέματα που τον απασχολούν μέσα από το βίωμα, η πλοκή γίνεται φαντασμαγορική, ασθματική. Ιστορίες μπαίνουν μέσα σε άλλες ιστορίες, σα μπάμπουσκες, η αίσθηση της πραγματικότητας αλλοιώνεται, η αληθοφάνεια παύει να τον απασχολεί, και όλο το μυθιστόρημα μοιάζει σαν ένα πυροτέχνημα συμπτώσεων, μια ωδή στην τυχαιότητα.

Όλο αυτό αφήνει ελάχιστα περιθώρια στον αναγνώστη να βαρεθεί ή να δυσκολευτεί. Αντίθετα τον παρασέρνει σε ένα ρυθμό ανάγνωσης φρενήρη. Μέχρι που αναγκάζεται ο ίδιος να επιβραδύνει, όσο οι συμπτώσεις πια κραυγάζουν πως υπάρχει κι άλλο επίπεδο εδώ, και πρέπει να το ανακαλύψεις. Ο Όστερ γράφει πολυεπίπεδα μυθιστορήματα. Μόνο που αυτά τα επίπεδα διαμορφώνονται σε σπείρες κι όχι το ένα πάνω στο άλλο. Έτσι δεν αρκεί να «σκάψεις» για να βρεις τι κρύβεται από κάτω. Πρέπει να αφεθείς στη δίνη τους, για να μπορέσεις να αφουγκραστείς το βαθύτερο νόημα.

Πρωταγωνιστής είναι ο Μάρκο Στάνλει Φογκ (ναι, ναι, ό,τι σκέφτεστε για τα ονόματα στον Όστερ και άλλα τόσα, είναι αλήθεια) που οι φίλοι του τον φωνάζουν MS (σαν την αρρώστια ή το Manuscript). O Μάρκο είναι εικοσάχρονος φοιτητής, που έχει χάσει και του δυο γονείς του πολύ νωρίς και μεγάλωσε με τον θείο του, έναν μποέμ κλαρινετίστα, που σπάνια στάθηκε σαν πατρική φιγούρα στο αγόρι, πιο πολύ σαν φίλος. Όταν πεθαίνει και ο θείος του, ο Μάρκο δεν κληρονομεί τίποτα άλλο εκτός από τις κούτες του με τα βιβλία (όπως κι ο Όστερ από τον δικό του θείο). Ο Μάρκο διαβάζει συστηματικά το περιεχόμενο από τις κούτες, και φαίνεται να μην νοιάζεται που σε λίγο θα μείνει χωρίς σπίτι και φαγητό. Και καταλήγει άστεγος στο Σέντραλ Παρκ.

Παρ’ όλο που αυτό είναι από τα πρώτα μυθιστορήματα του, όλες οι εμμονές του Όστερ είναι εδώ. Βασική, πρώτη, το ταξίδι ενηλικίωσης προς μια καλλιτεχνική ταυτότητα. Ο ήρωάς του μπαίνει και βγαίνει σε όλες αυτές τις ιστορίες γιατί ψάχνει να βρει ποιος είναι. Δεύτερη, το παιχνίδι της τυχαιότητας και των συμπτώσεων, πόση σημασία έχουν στη ζωή μας κι αν αυτές μας καθορίζουν. Τρίτη, η έλλειψη του πατέρα, η αναζήτηση του πατρικού προτύπου. Εδώ ο ήρωας φτάνει στα άκρα, όταν βρίσκει πια τον πατέρα του, τον γκρεμίζει αμέσως μέσα σε έναν τάφο και τον σπάει σε χίλια κομμάτια. Μόνο τότε, τον αναγνωρίζει ως πατέρα.

Μικρότερες εμμονές διατρέχουν το κείμενο. Όπως αυτή για ένα «κλειστό δωμάτιο» ή μια σπηλιά που θα σε σώσει καλλιτεχνικά. (τον φίλο του Μάρκο τον λένε Τσίμερ). Η ιδέα μιας ασκητικής ζωής στη φύση, στα πρότυπα του Γουίτμαν και του Θορώ. Η πείνα, όπως περίπου εκφράζεται στον Χάμσουν. Η ακραία φτώχια. Μια τυχαία κληρονομιά που σου αλλάζει τη ζωή. Η τυφλότητα, η χωλότητα, η αρτιμέλεια. Ο αβάσταχτος πόνος. Τα ονόματα. Οι διακειμενικές αναφορές. Ο Ντοστογιέφσκι. Το χιούμορ. Η επιστήμη.


Ήταν το καλοκαίρι που ο Άνθρωπος πάτησε πρώτη φορά στο φεγγάρι. Ήμουν πολύ νέος τότε, αλλά δεν πίστευα πως υπήρχε κάποιο μέλλον.

Σε όλα αυτά, δεσπόζει το φεγγάρι, στην εμβληματική αρχή, ως ένας κόσμος για να τον κατακτήσεις. Στη μέση ως μια πινακίδα νέον που αναβοσβήνει ενός κινέζικου εστιατορίου. Στο τέλος σαν μια αχτίδα μέλλοντος. Ο ήλιος είναι το παρελθόν, η γη το παρόν, το φεγγάρι το μέλλον. Αυτό είναι το κομβικό σημείο του βιβλίου. Κι όταν στο τέλος ο ήρωας ξαναβρίσκεται στην αρχή, χωρίς λεφτά, χωρίς συγγένειες, χωρίς σπουδές, δεν είναι με κανέναν τρόπο ο ίδιος, έχει βρει ήδη την κλίση του.

Το Παλάτι του φεγγαριού είναι ένα χαρακτηριστικό βιβλίο, τα επόμενα του Όστερ είναι γραμμένα στο ίδιο μοτίβο και στις ίδιες εμμονές. Με αυτό βρίσκει την πραγματική του φωνή και τη θέση του στην παγκόσμια λογοτεχνία. Τα επόμενα βιβλία του, και είναι πολλά, έχτισαν σιγά σιγά τη φήμη του, για να φτάσουμε στο αποκορύφωμα, το 4321, ένα βιβλίο που μοιάζει σαν να είναι όλα του τα μυθιστορήματα μαζί.



                                          Κατερίνα Μαλακατέ


"Το παλάτι του φεγγαριού", Πολ Όστερ, μετ. Σταυρούλα Αργυροπούλου, εκδ. Μεταίχμιο, 2013, σ.411

 

30/12/21

Βαθμολογώντας τα βιβλία που διάβασα το 2021





Τούτη ήταν η χρονιά με τις λιγότερες αναρτήσεις στο blog. Πάρθηκαν αποφάσεις και παραδόξως τηρήθηκαν, θα γράφω πια μόνο όταν έχω κέφι χωρίς καμία υποχρέωση (προς τον εαυτό μου) να καταγράψω όλα μου τα διαβάσματα εδώ. Το ιστολόγιο διανύει την 13η χρονιά του, ίσως από τα μακροβιότερα με σταθερή παρουσία στην ελληνική μπλογκόσφαιρα, μα ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, αργοπεθαίνει. Θα είχε αφεθεί στη λήθη αν δεν το στήριζαν τα social media που χτίστηκαν γύρω από αυτό, η ομάδα και η σελίδα στο facebook. Κι ίσως από καιρό να το είχα βαρεθεί αν δεν υπήρχε το Booktalks.

Φέτος λοιπόν θα βαθμολογήσω τα βιβλία για τα οποία έγραψα έστω και λίγες γραμμές κι όχι όσα διάβασα. Και μοιάζει εντελώς απελευθερωτικό αυτό, που έσπασε η σύμβαση.


"Ηθικές επιστήμες", Martín Kohan         9




"Η χρονιά θανάτου του Ρικάρντο Ρέις", José Saramago          10



"Όλιβ Κίττριτζ", Elizabeth Strout          9


"Το κοριτσάκι στον παγετώνα", Adelaide Bon          7



"Άντρες χωρίς άντρες", Νίκος Δαββέτας          8



"Ένας άνθρωπος που κοιμάται", Georges Perec          8



"Πριν χαθούν τα πουλιά", Charlotte McConaghy          7



"Τρικυμίες παθών", Αργυρώ Μαντόγλου          8



"Το γυάλινο ξενοδοχείο", Emily St.John Mandel          7



"Η Κλάρα και ο Ήλιος", Kazuo Isighuro          8



"Λύκος ανάμεσα σε λύκους", Hans Fallada          8



"Περί φυσικής της μελαγχολίας", Georgi Gospodinov          10



"Η Λόττε στη Βαϊμάρη", Thomas Mann              9



«Δυσφορεί η νύχτα» , Marieke Lucas Rijneveld          6



"Η Ζέλντα έφυγε", Φωτεινή Ναούμ          7



"Να μάθω να μιλώ με τα φυτά", Marta Orriols          9



"Η Ανωμαλία", Hervé Le Tellier          9



"Η θάλασσα δεν είναι μπλε", Πέλα Σουλτάτου          8



"Έτσι αρχίζει το κακό", Javier Marías          7



" Η λίστα του Λεπορέλο", Φώτης Δούσος          8



"Αρκαδία", Emmanuelle Bayamack-Tam          9



"Σάγκι Μπέιν", Douglas Stuart          8



"Οι λέοντες της Σικελίας", Stefania Auci          7



"Το πέρασμα του μακελάρη", John Williams          8



"Εκπνοή", Ted Chiang          10



"Χιλιανός ποητής", Alejandro Zambra          10



"Ο φίλος", Sigrid Nunez          10


"Νοσταλγία", Mircea Cărtărescu          10



"Διομίρα", Σπύρος Γλύκας          7



"Neverhome", Laird Hunt          7



"Μπλε Ήλιος", Διονύσης Μαρίνος          8



"Utopia Avenue, David Mitchell          9


"Η θάλασσα", Μιχάλης Μακρόπουλος          9


Συνολικά διάβασα 52 πεζογραφικά βιβλία, καμιά δεκαριά ποιητικά, πέντε graphic novels και άπειρα βιβλία αναφοράς για το μεταπτυχιακό (καλά να πάθω, αφού ήθελα δεύτερο). Δεν μετράω, αλλά ίσως και να μετράω και σιγά μη σας δώσω και λογαριασμό. 




Καλή χρονιά να έχουμε! Με υγεία! Χαρά! Και βιβλία!

27/12/21

Ανασκόπηση: Τα δέκα καλύτερα βιβλία της χρονιάς μας





Κι όπως συνήθως τακτοποιημένα και με τη σειρά τους τα βιβλία του Χριστουγεννιάτικου Διαβάζοντας Live (με την Αγγελική Μποζίκη και την Κατερίνα Μαλακατέ) 



Για αρχή τα βιβλία δώρα, ευγενική προσφορά των Εκδόσεων Μεταίχμιο, Δώμα και Κίχλη: 






Τα βιβλία της χρονιάς μας:

(είμαστε κολλητές τελικά, 7 στα 10 ήταν κοινά, οπότε θα τα γράψω συνολικά)

Η λίστα της Αγγελικής

Η λίστα της Κατερίνας



Νέες κυκλοφορίες

  • "Americana", Ντον ΝτεΛίλο, μετ. Άννα Παπασταύρου, εκδ. Gutenberg 
  • "Η κυρία Τασία και ο Γουλιέλμος καταβάθος", Μαρία Μήτσορα, εκδ. Πατάκη
  • "Αυτοπροσωπογραφία με ρώσικο πιάνο", Βολφ Βόντρατσεκ, μετ. Ελίζα Παναγιωτάτου, εκδ. Αντίποδες
  • "Apollokalypse", Γκέρχαρντ Φάλκνερ, μετ Μαρίνα Αγαθαγγελίδου, εκδ. Loggia
  • "Θερμά θαλάσσια λουτρά", Η.Χ.Παπαδημητρακόπουλος, εκδ. Κίχλη
  • "Ο γάτος που έσωζε τα βιβλία", Σοσούκε Ματουκάουα, μετ. Αύγουστος Κορτώ, εκδ. Ψυχογιός
  • "Όλα γίνονται¨, Ελίζαμπεθ Στράουτ, μετ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Άγρα
  • "Φοβάμαι ταυρομάχε", Πέδρο Λεμεμπέλ, μετ. Κώστας Αθανασίου, εκδ. Καστανιώτη
  • "Ζήτημα θανάτου και ζωής", Ίρβιν και Μαίρυλιν Γιάλομ, μετ. Ευαγγελία Ανδιτσάνου, εκδ. Άγρα
  • "Το χιόνι των αγράφων", Παναγιώτης Χατζημυωσιάδης, εκδ. Κίχλη
  • "Τα άνθη του κακού", Σαρλ Μποντλέρ, μετ. Ερρίκος Σοφράς, εκδ. Μεταίχμιο
  • "Απόψεις ενός κλόουν", Χάινριχ Μπέλ, μετ. Δημήτρης Δημοκίδης, εκδ. Πόλις
  • "Ένα μυστικό", Αλεχάντρο Παλόμας, μετ. Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου, εκδ. Opera
  • "Αλέξης- Η χαριστική βολή", Μαρκερίτ Γιουρσενάρ, μετ.Ανδρέας Παππάς, εκδ. Πατάκης
  • "Οι γυναίκες που επιβίωσαν", Ρόμπερτ Κόλκερ, μετ. Βαγγέλης Προβιάς, εκδ. Ίκαρος 
  • "Το καπλάνι της βιτρίνας- graphic novel", Άλκη Ζέη, εκδ. Μεταίχμιο
  • "Μια πραγματικά μικρή ιστορία περί σχεδών των πάντων", Μπιλ Μπράισον, μετ. Ανδρέας Μιχαηλίδης, εκδ. Μεταίχμιο
  • Η ιστορία του κόσμου μέσα από 25 πόλεις", Τρέισι Τέρνερ, Άντριου Ντονκιν, μετ. Ειρήνη Παιδούση, εκδ. Μεταίχμιο



3/12/21

"Η θάλασσα", Μιχάλης Μακρόπουλος

 




Μοιάζει και δεν μοιάζει με το -εκπληκτικό- Μαύρο νερό, Η Θάλασσα. Πρόκειται πάλι για μια νουβέλα με οικολογικές ανησυχίες και μελλοντολογικό φόντο, όπου ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με την αντίφαση της εποχής: η τεχνολογική πρόοδος κοντράρεται με τη φύση και η φύση χάνει, όμως τελικά κερδίζει ο άνθρωπος.

Κεντρική πρωταγωνίστρια μια κοπέλα που επιζεί. Επιζεί όταν λιώνουν οι πάγοι και τα πάντα καλύπτονται από το νερό. Επιζεί χάρη μιας τυχαίας μετάλλαξης στο DNA της που τη γλιτώνει από τον θανατηφόρο ιό που αποκαλύπτουν οι λιωμένοι πάγοι και σκοτώνει το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού της γης (μαζί και όλους όσους αγαπά). Και τελικά επιζεί από τη θλίψη και τη νοσταλγία. 

Η νουβέλα είναι γραμμένη σε τρεις διαφορετικούς αφηγηματικούς χρόνους. Ο πρώτος όταν το κορίτσι, στα δέκα του, καταλαβαίνει για πρώτη φορά την αλλαγή στο κλίμα και βλέπει μαζί με την οικογένειά της τους πάγους να λιώνουν. Ο δεύτερος όσο η κοπέλα ζει στην Υπόγεια πόλη, εκεί που μαζεύτηκαν όσοι τυχαία έζησαν. Και τέλος όταν μαζί με τη σύντροφό της ξαναγυρνά στην κατεστραμμένη επιφάνεια της γης.

Πρόκειται για ένα εξαιρετικά πυκνό κείμενο, γεμάτο εικόνες σχεδόν κινηματογραφικές. Η πρώτη σκηνή, με τη μητέρα που καθαρίζει ροδάκινα προσέχοντας να μη μείνει ούτε κομματάκι από τη σάρκα του φρούτου στη φλούδα, είναι σχεδόν ταρκοφσκική. Ο Μιχάλης Μακρόπουλος έχει βρει τη φωνή του, συνδυάζει την εξαιρετική πάντοτε χρήση της γλώσσας, με ιστορίες που πηγάζουν από το βίωμα κι από τα διαβάσματά του, από ό,τι του δημιουργεί ατόφιο συναίσθημα. Καταφέρνει έτσι να χρησιμοποιήσει το αγαπημένο του είδος για να φτιάξει κάτι νέο, πέρα από αυτό. Γιατί τόσο το Μαύρο νερό, όσο κι η Θάλασσα, αν και έχουν πατήματα στην επιστημονική φαντασία, δεν ανήκουν εκεί. Για να ακριβολογούμε μοιάζει να επεκτείνουν το genre, να το αποδομούν. Τα δύο βιβλία, μαζί με τον «Άρη», το διαλογικό βιβλίο που έγραψε με την ποιήτρια Ελένη Κοφτερού, φτιάχνουν μια άτυπη δυστοπική τριλογία. Και ταυτόχρονα είναι σαν να ξεχνούν όλους τους πολύ περιοριστικούς κανόνες∙ της δυστοπίας και της τριλογίας.

Αυτή που ξεχωρίζει στο βιβλίο είναι η θάλασσα. Η ηρωίδα δεν την έχει δει ποτέ και την ονειρεύεται. Από τη θάλασσα ήρθε η καταστροφή, αλλά κι από τη θάλασσα συντηρείται η μνήμη. Στην τελευταία σκηνή όλα μοιάζουν σα να βγήκαν από το Στάλκερ. Ο χρόνος και ο τόπος πρωταγωνιστούν. Αυτό ενώνει όλα τα βιβλία του Μακρόπουλου κι όχι μόνο αυτά τα τρία, ο τόπος, ο χρόνος, η αχρονία.

Η Θάλασσα είναι μια μικρή νουβέλα, στα όρια ενός εκτεταμένου διηγήματος ίσως. Πιθανότατα ο αδηφάγος αναγνώστης να τελειώσει το κείμενο χωρίς να σταματήσει, μέσα σε μία δύο ώρες, κι έπειτα να μην το ξαναδιαβάσει. Αυτό χαρίζει στην ανάγνωση ενότητα και δεν σημαίνει απαραίτητα πως θα ξεχαστεί. Το κύριο όμως είναι πως αν το ξαναδιαβάσεις, κάθε φορά οι εικόνες θα εκρήγνυνται στο μυαλό σου με διαφορετικό τρόπο, δημιουργώντας νέα σύμπαντα.



                             Κατερίνα Μαλακατέ


Υ.Γ. 42 Εγώ πάντως το ξαναδιάβασα καπάκι, μόλις το τελείωσα. 


"Θάλασσα", Μιχάλης Μακρόπουλος, εκδ. Κίχλη, 2020, σ.73



26/11/21

Utopia Avenue, David Mitchell

 




To Utopia Avenue είναι το όγδοο μυθιστόρημα του David Mitchell (ένατο αν προσμετρήσει κανείς κι εκείνο που μπήκε στο μπαούλο του χρόνου και θα βγει το 2114 και μάλλον δεν θα το διαβάσουμε). Για μένα είναι το τέταρτο, μετά το Cloud Atlas, Τα χίλια φθινόπωρα του Γιάκομπ ντε Ζουτ και τα Κοκάλινα Ρολόγια.

Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα για ένα μουσικό συγκρότημα (οι αμερικάνοι συγγραφείς που ασχολούνται με τις δεκαετίες του ‘60 και του ‘70 σπανίως δεν έχουν κι από ένα τέτοιο) όμως ταυτόχρονα δεν πρόκειται μόνο για ένα μυθιστόρημα για ένα μουσικό συγκρότημα. Ο Μίτσελ, κατά την προσφιλή του συνήθεια, μετενσαρκώνει τους χαρακτήρες του από βιβλίο σε βιβλίο, σχεδόν όλοι έχουν υπάρξει κι αλλού, είτε με αυτή τη μορφή, είτε με αυτό το φύλο, είτε μόνο με αυτό το όνομα. Έτσι και το Utopia Avenue εντάσσεται σε αυτό το μέτα-μυθιστόρημα που διαρθρώνεται σιγά σιγά αν βάλεις όλα μαζί τα μυθιστορήματά του —κάπως σαν να φτιάχνει την Ανθρώπινη Κωμωδία του Μπαλζάκ, ή τη Γιοναπατόφα του Φώκνερ (όχι δεν συγκρίνω τον Μπαλζάκ ή τον Φώκνερ με τον Μίτσελ, δεν ξεμωράθηκα τώρα στα γεράματα). Μόνο που εδώ έχουμε μια διαφορά από τα υπόλοιπα μυθιστορήματά του Μίτσελ, από τις σελίδες αυτού του βιβλίου παρελαύνουν και τα περισσότερα μουσικά αστέρια της εποχής, τα πραγματικά, με σάρκα και οστά, λέγοντας κοινοτοπίες ή κάνοντας έναν μπάφο.

Το βιβλίο ξεκινά με τη δημιουργία ενός φανταστικού (κυριολεκτικά) μουσικού συγκροτήματος που το συστήνει ο μάνατζερ Λέβον Φράκλαντ (κάτι θα θυμίσει αυτός σε όσους έχουν διαβάσει τα Κοκάλινα Ρολόγια). Ο Λέβον είναι ίσως ο μόνος μάνατζερ μουσικής στην ιστορία που έχει καλές προθέσεις. Μαζεύει τέσσερις ετερόκλητους μα φοβερούς μουσικούς, για να δημιουργήσει μια μπάντα που θα περάσει από την αφραγκιά και την αφάνεια στην κορυφή.

Ο Ντιν είναι μπασίστας, προέρχεται από μια δυσλειτουργική οικογένεια της εργατικής τάξης, κι όταν τον στρατολογεί ο Λέβον κυριολεκτικά δεν έχει να φάει και πού να περάσει την επόμενη νύχτα. Τα τραγούδια του είναι ξεσηκωτικά και γκαζιάρικα. Η Έλφ είναι τραγουδίστρια της φολκ, την έχει μόλις παρατήσει ο έρωτας της ζωής της, με τον οποίο τραγουδούσαν ντουέτο. Είναι φοβερή πληκτρού, ξέρει μουσική όσο όλοι οι άλλοι, και φτιάχνει συναισθηματικά, βιωματικά τραγούδια. Ο Γιάσπερ ντε Ζουτ (αυτός πάλι μήπως σας θυμίζει κάτι;) είναι ένας περίεργος τύπος που ακούει φωνές, νόθος γιος μιας Αγγλίδας κι ενός Ολλανδού μεγιστάνα, ο καλύτερος κιθαρίστας που υπάρχει αν και εμπειρικός.Φτιάχνει ψυχεδελικά έπη διάρκειας δώδεκα λεπτών. Και ο Γκριφ κρατάει τον ρυθμό, και της μπάντας, και του βιβλίου, είναι ένας κουλ ντράμερ.

Οι πέντε τους δεν διαπράττουν ύβρι, όπως συνήθως τα συγκροτήματα αυτά, δεν είναι αδίστακτοι, δεν πατάνε επί πτωμάτων, ούτε έχουν ψευδαισθήσεις για το τι θέλουν. Θέλουν να γράφουν αξιοπρεπώς μουσική, να ξεπεράσουν τα φρικτά καταγώγια στα οποία παίζουν μπροστά σε μεθυσμένους και φτιαγμένους και να μπουν στα τοπ τεν και στην τηλεόραση, να τους ξέρει ο κόσμος. Ο Ντιν χρειάζεται και τα λεφτά, γιατί δεν είναι και το καλύτερο αγόρι. Η Ελφ πρέπει να απαντά συνεχώς στην ερώτηση «γιατί μια μπάντα να έχει στις τάξεις της ένα κορίτσι, που φανερά δεν κάνει για γλάστρα». Ειδικά στις τηλεοπτικές εκπομπές, αυτό που μοιάζει τώρα αυτονόητο στην Αμερική, πως δεν κάνουμε σεξιστικές ερωτήσεις, της συμβαίνει συνέχεια. Ο Γιάσπερ έχει τη δυσκολότερη πίστα από όλους, παλεύει με την ψυχική ασθένεια και τη φαντασία, δίνει έναν αγώνα που μοιάζει εντελώς άνισος. 

Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης, αναζήτησης ταυτότητας. Βάζει θέματα σεξισμού, σεξουαλικού προσανατολισμού, ακουμπά το θέμα της τρέλας, που είναι ταμπού, Το βιβλίο όσο προχωρούν οι σελίδες γίνεται ένα απίστευτο κολάζ πραγματικότητας και φαντασίας, μια γιορτή της μουσικής και της λογοτεχνίας αλλά και της ποπ κουλτούρας του ‘60. Κανονικά εγώ δεν είμαι αναγνώστρια που ενθουσιάζεται με αυτή τη θεματολογία, τα διαβάζω και μετά τα ξεχνάω, η μουσική κουλτούρα της εποχής δεν ξυπνάει καμία ευαίσθητη ανάμνηση, ούτε νιώθω καμιά ανατριχίλα που ο Ντέιβιντ Μπόουι ήταν ακόμα άσημος τότε. Όμως κανένας δεν διαβάζει τα βιβλία του Μίτσελ για την αφορμή, δηλαδή ποιο συγκεκριμένο είδος διάλεξε να χρησιμοποιήσει κάθε φορά. Η αιτία που διαβάζουμε Μίτσελ, είναι ο ίδιος ο Μίτσελ.

Αυτή είναι φοβερή συγγραφική κατάκτηση, πολύ λίγοι συγγραφείς γραπώνουν με ανάλογο τρόπο το κοινό τους —και τον τηλεφωνικό κατάλογο να απαριθμούσε, αυτό θα γινόταν με τόση ευχαρίστηση και χαρά και θα το διάβαζες με το ίδιο κέφι. Ο Μίτσελ είναι παραμυθάς, ένας έντεχνος παραμυθάς, ένας διαβασμένος παραμυθάς, ένας παραμυθάς που λατρεύει τις αφηγήσεις. Είναι ένας από μας, τα τζάνκι της λογοτεχνίας, μα ταυτόχρονα έχει το ταλέντο να λέει ιστορίες. Αποσπασματικά; Μεταμοντέρνα; Πηδώντας από genre σε genre; Βάζοντας μια μεταφυσική πινελιά σε κάθε βιβλίο; Ναι, με όλα αυτά, χωρίς κεντρικό θέμα, μπορεί να γράφει για την Ιαπωνία πέντε αιώνες πριν ή το διάστημα και να τον ακολουθείς.

Στην Ελλάδα λίγοι αναγνώστες έχουν κολλήσει τον ιό της Μιτσελίτιδας και για αυτό το εμβληματικό Cloud Atlas παραμένει εξαντλημένο. Έχω μια ελπίδα, να πάει τόσο καλά το Utopia Avenue που η Μαρία Ξυλούρη (η μεταφράστρια από τον Γιάκομπ ντε Ζουτ και δώθε, που τον λατρεύει πιο πολύ από όλους μας και του κεντάει την κάθε λέξη, ακόμα και την πιο βαριά βρισιά), να αναγκαστεί να μεταφράσει τα εξαντλημένα και τα αμετάφραστα. Μετά από κοινή λαϊκή απαίτηση.



                                 Κατερίνα Μαλακατέ



Utopia Avenue, David Mitchell, μετ. Μαρία Ξυλούρη, εκδ. Μεταίχμιο, 2021, σ.714