15/10/21

"Ο φίλος", Sigrid Nunez






Δεν είχα διαβάσει κανένα άλλο βιβλίο της Σίγκριντ Νιούνεζ (οι ρίζες της είναι από τη Γερμανία, την Κίνα και τον Παναμά, αλλά γεννήθηκε και ζει στη Νέα Υόρκη), δεν έχουμε εξάλλου κανένα άλλο της μεταφρασμένο πέρα από το τωρινό, τον «Φίλο». Ούτε όμως την είχα ξανακούσει. Δεν μπορώ να ισχυριστώ με λίγα λόγια πως περίμενα με λαχτάρα το μυθιστόρημα της 70χρονης συγγραφέα, που έχει πολλά βιβλία πίσω της, ούτε πως με συγκίνησε το National Book Award του 2018. Στην πραγματικότητα, ήταν κάτι πολύ κοινότοπο που με παρακίνησε να το διαβάσω, με συγκίνησε ο σκύλος.

Πρωταγωνίστρια και πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια, σε αυτό το βιβλίο που είναι κάτι ανάμεσα σε μυθοπλασία και memoir -πρόκειται για autofiction με τον τρόπο του Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ (ο ίδιος, ή τέλος πάντων το βιβλίο του, συμμετέχουν και σε ένα αστείο περιστατικό)- είναι μια μεσόκοπη γυναίκα, συγγραφέας και καθηγήτρια δημιουργικής γραφής που χάνει τον κολλητό της. Ο καλύτερός της φίλος ήταν κι αυτός συγγραφέας και καθηγητής δημιουργικής γραφής, ένας άντρας μιας άλλης εποχής, γυναικάς, που παντρευόταν τις μαθήτριές του (τρεις από αυτές) κι έκανε δεσμό με δεκάδες άλλες. Τώρα, στην εποχή του #MeToo οι άντρες δεν βάζουν καν γυναικείους χαρακτήρες ή σεξ στα μυθιστορήματά τους, όπως την ενημερώνει ένας φοιτητής της, γράφουν τις σκηνές, αλλά δεν τις φέρνουν στο Πανεπιστήμιο. Η ιδέα πως καθηγητής θα είχε ερωμένη φοιτήτρια του είναι αποτρόπαια. Η πρωταγωνίστρια έχει βαρύ πένθος για τον φίλο της, που ήταν κάποτε και δικός της καθηγητής. Κι όταν η τρίτη του γυναίκα της δίνει τον σκύλο του, τον Απόλλωνα, έναν τεράστιο δανό ποιμενικό, πιο μεγάλο κι από την ίδια, δεν το σκέφτεται καν, φιλοξενεί το γέρικο σκυλί, κι ας μην επιτρέπεται στο οικοδομικό τους τετράγωνο, κι ας κινδυνεύει να χάσει το μικρό νεουορκέζικο διαμερισματάκι της, ενώ είναι σίγουρη πως δεν μπορεί να βρει άλλο.

Το βιβλίο της Νιούνεζ έχει να κάνει με τα σκυλιά και τα βιβλία, με τη φιλιά και την αγάπη, με την αμερικάνικη κοινωνία που συνεχώς αλλάζει και συντηρητικοποιείται, με το συγγραφικό σινάφι, που μοιάζει τόσο μα τόσο για όποια χώρα κι αν μιλάμε. Μετά την αυτοκτονία του φίλου της, μεγάλη και μόνη, η ηρωίδα αναρωτιέται αν ήταν ερωτευμένη μαζί του. Σίγουρα πάντως είναι ερωτευμένη με τον σκύλο. Και με τη λογοτεχνία, που περνάει από τις σελίδες της σαν να ζει και να ανασαίναει μόνο για αυτή, η ζωή της να ταυτίζεται με τα βιβλία, αβίαστα μιλάει για Φλομπέρ, Ρίλκε, Μπέκετ, Κλάιστ, Γουλγ, Σέξτον, Μόρισον, Αλεξίεβιτς κ.α..

Το βιβλίο έχει ένα πικρό αυτοσαρκαστικό χιούμορ που δεν κρύβεται από τη συγκίνηση του πένθους, είναι ένα σχόλιο για μια κοινότητα ανθρώπων αλλά κι ένα αφιερωμα σε αυτούς που αναλώνουν τη ζωή τους στο γράψιμο. Χωρίς περιττούς συναισθηματισμούς, δίχως αυτολύπηση, χωρίς άσκοπους πειραματισμούς και μεταμοντέρνα διάσπαση, το κείμενο φανερώνει μια εξαιρετικά ευφυή συγγραφέα. Η ματιά της είναι διεισδυτική και απολαυστική. Κι ελπίζω τώρα που τη μάθαμε, να μεταφραστούν κι άλλα της βιβλία.


                                                  Κατερίνα Μαλακατέ



"Ο φίλος", Sigrid Nunez, μετ. Γιώργος Λαμπράκος, εκδ. Gutenberg, 2021, σ.244 


1/10/21

"Χιλιανός ποητής", Alejandro Zambra

 



Δίσταζα να ξεκινήσω τις 519 σελίδες του Χιλιανού ποιητή, αν και έχω διαβάσει -και απολαύσει- όλα τα βιβλία του Alejandro Zambra που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά, ξεκινώντας από το Μπονσάι. Ο Σάμπρα ξεκίνησε τη λογοτεχνική του καριέρα ως ποιητής, αλλά γρήγορα εγκατέλειψε το βάσανο του στίχου κι αφοσιώθηκε στη μικρή πεζογραφική φόρμα. Όλα τα άλλα του βιβλία που κυκλοφορούν στα ελληνικά είναι σε μέγεθος νουβέλας, κάποιες φορές υβριδικά, πάντοτε όμως με τη ματιά επικεντρωμένη στον άνθρωπο. Για να είμαι ειλικρινής, έκανα λάθος που δίστασα. Αυτό είναι ίσως το καλύτερο βιβλίο του που έχω διαβάσει, αποδεικνύοντας περίτρανα πως τα καταφέρνει όχι μόνο στην μικρή, αλλά και στην πολύ μεγάλη φόρμα, πως είναι πεζογράφος στην ψυχή, αν και οι ελιτιστές-ποιητές ήρωες του δεν τους έχουν και σε μεγάλη υπόληψη.

Κεντρικοί ήρωες στο μυθιστόρημα είναι ο Γκονσάλο κι ο θετός γιός του, Βισέντε. Κι οι δυο ποιητές, σε μια χώρα που φαίνεται πως όλοι γράφουν ποίηση (δεν ξέρω αν σας θυμίζει κάτι αυτό), ασχολούνται μάλλον παραπάνω με την ανάγνωση και την ανάλυση των ποιημάτων των άλλων, παρά με τα δικά τους. Ο Γκονσάλο γνωρίστηκε με την Κάρλα όταν ήταν κι οι δυο έφηβοι, και έχασαν μαζί την παρθενιά τους. Χρόνια αργότερα θα ξαναβρεθούν, ο Γκονσάλο θα γίνει άτυπος πατριός του γιού της, του Βισέντε, συνεχίζοντας να στοιχειώνεται από την ποίηση. Πολύ καιρό μετά, ο Βισέντε, νεαρός ενήλικας θα προσπαθήσει κι αυτός να βρει τη θέση του στη χιλιανή ποίηση.

Τα γνώριμα θέματα του Σάμπρα, είναι όλα εδώ: ο έρωτας, οι ανθρώπινες σχέσεις, το τι έχει σημασία στη ζωή, η ταυτότητα του καθενός μας, ο πυρήνας μας που δεν αλλάζει, αλλά μετασχηματίζεται ανάλογα στις συνθήκες. Η αγάπη μεταξύ των ανθρώπων, φιλική, ερωτική, πατρική, υιική, είναι πάντα το κεντρικό ζήτημα, ο τρόπος που χανόμαστε και βρισκόμαστε, κάνοντας κύκλους ο ένας γύρω από τον άλλον. Η μνήμη, που αφήνει άλλες αναμνήσεις στον καθένα, διαταράσσοντας κάπως την αίσθησή μας για την πραγματικότητα, και τελικά μας χαστουκίζει όταν δεν την αποδεχόμαστε.

Και η γραφή και η ανάγνωση, το πώς τοποθετείται ο αναγνώστης και ο συγγραφέας (ο ποιητής εδώ) απέναντί τους, πώς προκύπτουν σημαντικά κείμενα, αν έχει σημασία η θέση σου στο λογοτεχνικό κύκλωμα. Η Χιλή έχει δυο Νόμπελ, και τα δυο ποιητικά, κι η βαριά σκιά του Πάμπλο Νερούδα, -τον οποίο οι νέοι ποιητές δεν διαβάζουν πια, αλλά με χαρά δέχονται υποτροφίες από τα ιδρύματά του-, καλύπτει τον χώρο. Από το βιβλίο κάνουν πέρασμα πολλά τρανταχτά ονόματα της χιλιανής ποίησης, βλέπουμε ακόμα και συνέντευξη του Νικανόρ Πάρα, και σχολιάζονται και οι παθογένειές της, με χιούμορ και αγάπη. Για ένα συγγραφέα αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον και πικάντικό σημείο του βιβλίου, μαζί με τις διακειμενικές αναφορές. Φαντάζομαι όμως πως είναι εξίσου σημαντικό και για αυτόν που μόνο διαβάζει χωρίς να γράφει.

Αγάπησα τον Χιλιανό ποιητή, όπως κι όλα τα άλλα βιβλία του Σάμπρα. Δεν είναι βέβαια τόσο σφιχτοδεμένο, όσο οι νουβέλες, μα είναι σημαντικό να βλέπεις έναν γραφιά να αφήνεται, φαίνονται έτσι με μεγαλύτερη ενάργεια οι ραφές της γραφής του, τα θέματα που τον απασχολούν. Μια μικρή κοιλιά στην αφήγηση ίσως υπήρξε, χωρίς να έχει και τόση σημασία. Σημασία έχει πως τελειώνοντας το βιβλίο, ήθελα να ξαναδιαβάσω Ρομπέρτο Μπολάνιο απεγνωσμένα.



                                Κατερίνα Μαλακατέ



"Χιλιανός ποητής", Alejandro Zambra, μετ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Ίκαρος, 2021, σ.519



16/9/21

"Εκπνοή", Ted Chiang

 






“Νομίζω πως με άνεση ο Τεντ Τσιάνγκ εδραιώθηκε μέσα μου ως άμεσος απόγονος του Φίλιπ Ντικ· κάτι σαν χαμένος γιος ή εγγονός του. Και αποκατέστησε την πίστη μου στην επιστημονική φαντασία, ως το μόνο λογοτεχνικό είδος που μπορεί να με σώσει από την ανία”.

Έτσι έκλεινα το κείμενο για την μόνη άλλη συλλογή διηγημάτων του Τεντ Τσιάνγκ, Ιστορίες της ζωής σου και άλλες ιστορίες. Κι είχα και δίκιο και άδικο. Δίκιο γιατί με την Εκπνοή ο εξαιρετικά ολιγογράφος Τσιάνγκ σίγουρα εδραιώνεται μέσα μου ως ο βασικός εκπρόσωπος της τωρινής λογοτεχνίας επιστημονικής φαντασίας. Κι άδικο, γιατί με αυτή την συλλογή ο Τσιανγκ προσπερνάει τον Ντικ, και κάνει αυτό που ίσως θα έκανε εκείνος αν δεν ήταν τόσο βουτηγμένος στις ουσίες, γράφει επιστημονική φαντασία που προχωράει βαθιά, και μιλάει για όλα τα σημαντικά και φιλοσοφικά της ανθρώπινης φύσης, αφήνοντας κατά μέρος την επιφάνεια.

Ήδη από το πρώτο διήγημα της συλλογής, το Ο έμπορος και η πύλη του Αλχημιστή, ο συγγραφέας φτιάχνει μια ιστορία που αφορά το ταξίδι στον χρόνο και τον χώρο και την ύπαρξη ή όχι του πεπρωμένου, που θα ζήλευαν κι οι Χίλιες και μια νύχτες. Το ταξίδι στον χρόνο μετατρέπεται έτσι σε φιλοσοφικό και θεολογικό ζήτημα.

Στον Βιολογικό κύκλο των λογισμικών όντων, που μάλλον έχει μέγεθος νουβέλας, ασχολείται με την τεχνητή νοημοσύνη, τα όρια του συναισθήματος και της γνώσης, πού μπορεί να οδηγήσει μια ανθρωπόμορφη, παιδική, εκδοχή της. Γιατί το μεγαλώνεις ένα ψηφιόν, είναι και δεν είναι όπως το να μεγαλώνεις ένα παιδί με σάρκα και οστά.

Στο Η αγωνία είναι ο ίλιγγος της ελευθερίας ο Τσιάνγκ διερευνά τα παράλληλα σύμπαντα, τι θα γινόταν μπορούσαμε να έχουμε επαφή με τους παράλληλους εαυτούς μας, τις πολλές εκδοχές της προσωπικότητας και της ηθικής μας. Αν το πεπρωμένο δεν είναι γραμμένο, και σε μια στιγμή μπορεί να πεθάνεις στο ένα σύμπαν και να συνεχίσεις να ζεις στο άλλο, ποιος είσαι.

Για να φτάσουμε στο κατ’ εμέ κορυφαίο, τον Ομφαλό, όπου η επιστήμη έχει ήδη αποδείξει πως υπάρχει Θεός, μόνο που… Εδώ πια καταπιάνεται άμεσα με το θείο για να κατδείξει πως όλα αφορούν τον άνθρωπο.

Ο Τεντ Τσιάνγκ μιλάει για τον χρόνο, τον τόπο, την ύπαρξη ή όχι της ελεύθερης βούλησης, του Θεού, για το νόημα της ανθρώπινης ζωής εν γένει. Δεν τον απασχολεί πια τόσο να γράψει για τα επιτεύγματά μας σε διακόσια χρόνια, απαγκιστρώνεται από την ανάγκη για τη ματιά στο μέλλον, γράφει για το παρόν, σχεδόν σαν να κάνει μια άτυπη φιλοσοφική πραγματεία. Ο Τσιάνγκ γράφει πολύ λίγο (αυτές οι δυο συλλογές είναι όλες κι όλες και δεν έχει άλλο), κι ας έχει σαρώσει όλα τα βραβεία. Συνεχίζω να έχω την αίσθηση πως καθένα από αυτά τα διηγήματα άξιζε να γίνει μυθιστόρημα. Όμως εκτιμώ την πυκνότητά τους, την ματιά τους, την προσοχή και το παίδεμα. Χαίρομαι που στην Ελλάδα ένας τέτοιος συγγραφέας μεταφράζεται από μια από τις ευφυέστερες μεταφράστριες μας (η Μαργαρίτα Ζαχαριάδου το κέντησε το βιβλίο) και το βιβλίο βγαίνει με αυτό το εξώφυλλο, σε αυτές τις εκδόσεις. Ας ελπίσουμε πως κάτι επιτέλοους θα αλλάξει στον τόπο που οι μισοί αναγνώστες ακούν επιστημονική φαντασία και τρέχουν μακριά. Και σε αυτούς που είπαν «Είναι το καλύτερο βιβλίο του καλοκαιριού μου, δεν πρόκειται για επιστημονική φαντασία, αποκλείεται» η απάντηση είναι απλή: «Είναι επιστημονική φαντασία. Στα καλύτερά της».

                             
                                                                    Κατερίνα Μαλακατέ



"Εκπνοή", Ted Chiang, μετ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Ίκαρος, 2021, σ. 451

7/9/21

"Το πέρασμα του μακελάρη", John Williams

 




Θα διάβαζα ποτέ ένα βιβλίο που το λένε Το πέρασμα του μακελάρη (Butcher’scrossing) και στο οπισθόφυλλο γράφει πως πρόκειται για γουέστερν, αν δεν ήταν του Τζον Γουίλιαμς; Ποτέ. Αυτή είναι η αλήθεια. Κι αλήθεια είναι πως το θέμα δεν μου ταίριαξε, και σίγουρα ο Μακελάρης δεν αντικατέστησε στην τρυφερή αναγνωστική καρδιά μου ούτε τον Στόουνερ , ούτε τον Αύγουστο (αδυνατώ ακόμα να αποφασίσω ποιο μου άρεσε πιο πολύ, τελευταία κλίνω προς τον Αύγουστο). Όμως το μυθιστόρημα αυτό, το πρώτο του Γουίλιαμς αν εξαιρέσεις το αποκηρυγμένο, έχει ύπουλη γοητεία, κι εκεί που αναρωτιέσαι γιατί διαβάζεις για σκοτωμούς βουβαλιών, και πορωμένους δολοφόνους ζώων, σε τραβάει στον κόσμο του και δεν μπορείς να το αφήσεις.


Πρωταγωνιστής ο νεαρός Γουίλιαμ Άντριους, που επηρεασμένος από τον Έμερσον και τον Θορό, παρατάει τις σπουδές του στο Χάρβαρντ και ταξιδεύει ως Το πέρασμα του Μακελάρη, εκεί που κάνουν στάση οι κυνηγοί βουβαλιών, ψάχνοντας για την περιπέτεια, την επαφή με τη φύση, για αυτό το κάτι άλλο που θα δώσει νόημα στη ζωή του. Σύντομα αποφασίζει να χρηματοδοτήσει την αποστολή του Μίλερ, ενός κυνηγού που ισχυρίζεται πως ξέρει ένα μέρος στα βουνά όπου μπορούν να βρουν τεράστια κοπάδια βουβαλιών. Ξεκινούν οι τέσσερίς του, ο Άντριους, ο Μίλερ, ένα μάλλον γκροτέσκο ανθρωπάκι, ο Τσαρλς Χότζ, κι ένας γδάρτης, ο Σνάιντερ. Και τα βγάζουν πέρα με το άγριο τοπίο, και τη δίψα και την πείνα, και τους καυγάδες μεταξύ τους, και φτάνουν στον προορισμό τους και πετυχαίνουν τον σκοπό τους· κι ο Μίλερ δεν μπορεί να σταματήσει να σκοτώνει βουβάλια, χιλιάδες βουβάλια που αφήνει τα -γυμνά από δέρμα- κουφάρια τους να σαπίζουν στον ήλιο και κρατάει μόνο τα τομάρια τους.

Κι εκεί αρχίζει η γνωστή βύθιση του Γουίλιαμς στην ψυχή των ηρώων του. Ο Άντριους είναι ένα αγόρι που δεν ξέρει πολλά από αγριότητα, έχει όμως τη λαχτάρα να εξερευνήσει και να μάθει. Δίπλα του ο Μίλερ μοιάζει με πορωμένος δολοφόνος. Ο λογικός Σνάιντερ δεν εισακούεται ποτέ. Ο Τσαρλς δεν τα καταφέρνει και θα μείνει πίσω. Όλοι αυτοί μαζί συμβολίζουν την ίδια την Αμερική, την ορμή και την αφέλειά της, τον επαγγελματισμό και την πίστη, τον ερασιτεχνισμό και την ευπιστία, τη λαχτάρα για γρήγορα λεφτά και σκοτωμούς και καθυπόταξη όλων των άλλων. Το μακελείο των βουβαλιών, που δεν κάνουν καν προσπάθεια να αντισταθούν, που μοιάζει και είναι μάταιο, για τον Μίλερ είναι μονόδρομος. Είναι αυτός που είναι και θα σφάξει μέχρι τέλους.

Το πέρασμα του μακελάρη είναι ίσως το πιο περίεργο από τα τρία μυθιστορήματα του Γουίλιαμς, κάποια στιγμή νιώθεις τα εντόσθια να κρέμονται από τα χέρια σου. Σίγουρα πρόκειται για αυτό που αγάπησα λιγότερο. Γραμμένο από κάποιον άλλο μπορεί να με έκανε να νιώσω και αποστροφή. Αλλά η γραφή του Γουίλιαμς έχει το χάρισμα αυτών των χαμηλότονων χαρακτήρων, της ηπιότητας της πλοκής, σαν να σε βάζει να κάνεις παύση ξαφνικά και να αφουγκραστείς πραγματικά τους ανθρώπους. Κι αυτό είναι που ενώνει τα τόσο ετερόκλιτα μυθιστορήματά του, και δίνει στο έργο του ξεχωριστό ύφος. Συνεχίζει να μου κάνει τεράστια εντύπωση πως παρέμεινε αφανής και ξεχασμένος για τόσον καιρό. Νομίζω όμως πια πως θα πάρει τη θέση του στον Κανόνα.



                                    Κατερίνα Μαλακατέ




"Το πέρασμα του μακελάρη", John Williams, μετ. Αθηνά Δημητριάδου, εκδ. Gutenberg, 2021, σ.460









1/9/21

"Οι λέοντες της Σικελίας", Stefania Auci

 




Είχα καιρό να διαβάσω ιστορικό μυθιστόρημα, κι έτσι έπιασα τους Λέοντες της Σικελίας της Στεφάνια Άουτσι με μεγάλη όρεξη. Λίγα πράγματα ήξερα για την εποχή στην Ιταλία κι αυτό έκανε το βιβλίο ακόμα πιο ελκυστικό. Κι όντως πρόκειται για ευκολοδιάβαστο ανάγνωσμα, που κυλά απρόσκοπτα χωρίς λογοτεχνικές εκπλήξεις ούτε καν μεγάλες ανατροπές στην πλοκή. Αυτό είναι το βασικό του ατού· και το βασικό του μειονέκτημα.

Το μυθιστόρημα ακολουθεί την οικογένεια Φλόριο για εβδομήντα χρόνια, από το 1799 που μετακόμισαν φτωχοί στο Παλέρμο, ως την εποχή της παντοδυναμίας τους. Ο Πάολο Φλόριο φεύγει με την οικογένειά του (τη γυναίκα, το μωρό τους, τον αδελφό του, και την ορφανή ανιψιά του) μετά το σεισμό και εγκαθίσταται από το χωριό του, τη Μπανιάρα, στο Παλέρμο. Η γυναίκα του, η Τζουζεπίνα, σιχαίνεται που την απομάκρυνε από το σπίτι και τους φίλους της. Οι δυο τους δεν τα πήγαιναν ποτέ καλά, ο γάμος τους από προξενιό ήταν από την αρχή ένα βάσανο για κείνη, θα προτιμούσε πολύ περισσότερο να είχε παντρευτεί τον κουνιάδο της, τον Ινιάτσιο. Τα δυο αδέλφια (ο Πάολο και ο Ινιάτσιο) ξεκινούν να δουλεύουν ένα μαγαζί με μπαχαρικά που είχαν ήδη στο Παλέρμο, και από εκεί και μπρος η πορεία των οικονομικών τους είναι ανοδική. Όταν πεθαίνει ο Φλόριο, αναλαμβάνει ο Ινιάτσιο, κι όταν πεθαίνει κι αυτός, αναλαμβάνει ο γιος του Πάολο και της Τζουζεπίνας, Βιντσέντζο. Το μυθιστόρημα ακολουθεί την ανέλιξη της οικογένειας, μέσα σε μια πόλη με ξεπεσμένους και πεινασμένους αριστοκράτες. Όσα λεφτά κι αν αποκτήσουν όμως οι Φλόριο, δεν θα μπορέσουν ποτέ να κερδίσουν την εκτίμηση αυτών των ανθρώπων. Μόνο το αίμα μετράει.

Η πλοκή εκτείνεται χρονικά σε μια μεγάλη ιστορική περίοδο και η συγγραφέας δεν καταφέρνει πάντα να ακολουθήσει την εποχή, για αυτό συχνά πυκνά βάζει ανάμεσα στα κεφάλαια μια σκέτη περίληψη της ιστορικής συνθήκης, των συγκρούσεων, των μαχών, της πανούκλας. Αυτό αποδυναμώνει το κείμενο και του δίνει μια αίσθηση προχειρότητας. Οι χαρακτήρες είναι δομημένοι εξαιρετικά, σε κάνουν να θέλεις να τους ακολουθήσεις ακόμα κι αν η αφήγηση σε κάποια σημεία κάνει κοιλιά. Η Άουτσι κάνει ιδιαίτερη προσπάθεια να αναφερθεί στη θέση της γυναίκας, κι αυτό ίσως είναι ένα από τα πιο δυνατά σημεία του μυθιστορήματος. Οι γυναίκες σπάνια διαλέγουν οι ίδιες ποιον θα παντρευτούν, οι ξεπεσμένες αριστοκράτισσες προσπαθούν να παντρευτούν κάποιον πλούσιο, οι πλούσιοι κάποια με τίτλο. Η γυναίκα που ακολουθεί την καρδιά της και μένει με κάποιον που δεν την παντρεύεται, είναι για πάντα μιαρή, ακόμα κι αν στο τέλος παντρευτεί. 

Η ιστορία των Φλόριο είναι ενδιαφέρουσα, και ακόμα πιο συναρπαστική είναι η εποχή του 19ου αιώνα στη Σικελία. Εδώ νομίζω πως η Άουτσι έχασε μια μοναδική ευκαιρία να γράψει ένα πραγματικά σημαντικό κείμενο. Τώρα όλα μοιάζουν μέτρια και συνηθισμένα, η γραφή, η ιστορία, οι χαρακτήρες παρά την ίντριγκα, τους έρωτες, το χρήμα, τα οικόσημα και το πάθος. To βιβλίο έγινε διεθνές bestseller, μεταφράζεται σε 32 γλώσσες κι είναι το πρώτο μιας σειράς. Εγώ πάντως δεν είμαι σίγουρη αν θα διάβαζα το δεύτερο.

                      Κατερίνα Μαλακατέ



Υ.Γ. 42 Το δεύτερο βιβλίο κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2021 στα ιταλικά και δεν έχει ακόμα μεταφραστεί στα ελληνικά.



"Οι λέοντες της Σικελίας", Stefania Auci, μετ. Δήμητρα Δότση, εκδ. Κλειδάριθμος, 2021, σ.544

18/8/21

"Σάγκι Μπέιν", Douglas Stuart

 




Η βράβευση του Σάγκι Μπέιν με το Booker το 2020 (βρέθηκε στη short list ανάμεσα σε άλλα οκτώ πρωτόλεια, αλλά και σε μυθιστορήματα λογοτεχνικων μεγαθήριων) μου είχε εξάψει την περιέργεια από πέρυσι, όμως φοβήθηκα τους σκωτσέζικους ιδιωματισμούς και δεν το διάβασα στο πρωτότυπο. Έτσι περίμενα με λαχτάρα τη μετάφραση, και το ξεκίνησα σχεδόν μόλις βγήκε στα ελληνικά. Η έκδοση, ειδικά η συλλεκτική με το σκληρό εξώφυλλο και το σκίτσο του συγγραφέα της «Αγίας Άγκνες» που καταλαμβάνει δισέλιδο, είναι εξαιρετική και πολύ δελεαστική. Βεβαίως το τούβλο αυτό είναι βαρύ, 524 σελίδες μεγάλου σχήματος δεν είναι παίξε γέλασε.

Και ο Shuggy Bain (προφέρεται μάλλον Σούγκι, αντί για Σάγκι – ή κάτι ενδιάμεσο- σύμφωνα με τον συγγραφέα) με αντάμειψε. Οι πρώτες σελίδες με φόβισαν, σκέφτηκα πως πρόκειται πάλι για ένα από τα σκληρά μελό με το ατελείωτο ανεπεξέργαστο τραύμα να ξεπετάγεται από τις σελίδες σε κάθε αράδα (πρόσφατα παραδείγματα το Λίγη Ζωή αλλά κι το Δυσφορεί η νύχτα). Είχα άδικο. Ο Ντάγκλας Στιούαρτ ξεκίνησε μεν να γράφει το βιβλίο βάσει των προσωπικών του βιωμάτων στην παιδική και εφηβική ηλικία, αλλά επέλεξε να πει την ιστορία της μητέρας του μάλλον κι όχι τη δική του. Έτσι όλα στρογγυλεύουν, χωρίς να χάνεται ο ζόφος τυλίγεται από ένα πέπλο αγάπης.

Ο Σάγκι μεγαλώνει στη σκληρή δεκαετία του Θατσερισμού της δεκαετίας του ’80 στη Γλασκώβη. Παντού ανεργία, μιζέρια, άντρες που ζουν από τα επιδόματα και αποτρελαίνονται στον καναπέ βλέποντας τηλεόραση, και ποτό. Η Άγκνες Μπέιν είναι μια όμορφη, κλασάτη γυναίκα που ζει μαζί με τους γονείς της, τα δυο παιδιά από τον καλό πρώτο Καθολικό της γάμο, τον γόη Προτεστάντη ταξιτζή άντρα της Μπιγκ Σαγκ και τον μικρούλη Σάγκι. Όταν μετακομίζουν σε μια εργατική γειτονιά η Άγκνες ξεχωρίζει, δεν μπορεί να το διαχειριστεί, ο Σαγκ φεύγει και ζει με μια άλλη γυναίκα και μένει εκείνη μόνη με τα παιδιά, με την τρελή της ζήλια, τη μοναξιά της και το ποτό.

Ο Σάγκι, που έχει και τους δικούς του δαίμονες με τη σεξουαλικότητα να αντιμετωπίσει, ζει τη γνωστή παράνοια του παιδιού προστάτη, από τη μια έχει τη μητέρα του μοναδικό στήριγμα και της έχει απεριόριστη λατρεία και αγάπη, κι από την άλλη πρέπει να ζήσει χωρίς λεφτά, χωρίς φαγητό και να ανεχτεί τη μιζέρια του εθισμού της. Ο κύκλος επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, για λίγο καθαρή, μετά πάλι άντρες, πάλι ζήλιες, πάλι το επίδομα να χάνεται από την πρώτη μέρα και να μένουν νηστικοί.

Το περιβάλλον είναι τοξικό. Ο Ντάγκλας Στιουαρτ γράφει ένα βιβλίο βαθιά πολιτικό αλλά δεν παίρνει πολιτική θέση (όπως θα έπαιρνε ας πούμε ο Λόουτς σε αντίστοιχη ιστορία). Αυτό κάνει το βιβλίο ακόμα πιο σπαρακτικό, αφόρητο σε στιγμές. Σε καμία φάση (αν εξαιρέσεις την –μάλλον αδύναμη— αρχή) μελό. Η Άγκνες είναι αγία και καταραμένη μαζί, μια μαινάδα των καιρών, μια μάνα των καιρών. Προσπαθεί να ζήσει σε έναν κόσμο που δεν τη χωράει. Αυτό είναι το βασικό της κρίμα. Και το πληρώνει με τη ζωή των παιδιών της. Επιβιώνει μόνο όποιος την εγκαταλείπει. Γιατί βεβαίως δεν είναι άμοιρη ευθυνών.

Ο Στιουαρτ έγραφε αυτό το βιβλίο δέκα χρόνια. Το ξεκίνησε όταν τα δικά του τραύματα άρχισαν να επουλώνονται, ήταν ήδη πετυχημένος στον χώρο της μόδας. Ένιωθε πως αυτά που έζησε έπρεπε να τα πει. Τα κατάφερε να κάνει το βίωμα λογοτεχνία; Όσο διάβαζα δεν ήμουν απολύτως σίγουρη. Όμως τώρα που έχει περάσει καιρός από την ανάγνωση, το πρόσημο είναι θετικό. Ο Ντάγκλας Στιουαρτ είναι σίγουρα ένας συγγραφέας που θα μας απασχολήσει και στο μέλλον.


                                                    Κατερίνα Μαλακατέ



Υ.Γ. 42 Το Booker είναι μάλλον το βραβείο που ταιριάζει πιο πολύ στα αναγνωστικά μου γούστα. Βραβευμένα με Booker τα τελευταία χρόνια: «Ο Γαλατάς» της Μπερνς, το «Γυναίκα, κορίτσι άλλο» της Εβαρίστο, οι «Διαθήκες» της Άτγουντ, «Λήθη και Λίνκολν» του Σώντερς, το «Ένα κάποιο τέλος» του Μπαρνς, «Το μονοπάτι για το Βορρά» του Φλάναγκαν, κ.ο.κ.

Υ.Γ42-2 Στην έκδοση συμβαίνει το εξής παράδοξο, δεν υπάρχει κανένα θέμα στη μετάφραση των σκωτσέζικων ιδιωματισμών. Όμως σε πολλά σημεία η μετάφραση και επιμέλεια των αγγλικών ιδιωματικών φράσεων χρειάζονται βοήθεια. Πρέπει να κάνεις αντίστροφη μετάφραση στο μυαλό σου για να καταλάβεις τι θέλει να πει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτό:








                              Κατερίνα Μαλακατέ



"Σάγκι Μπέιν", Douglas Stuart, μετ. Σταυρούλα Αργυροπούλου, εκδ. Μεταίχμιο, 2021, σ.524