20/5/19

"Η θεραπεία των αναμνήσεων", Χρήστος Αστερίου




Είχα καιρό να διαβάσω ένα πραγματικά εξαιρετικό ελληνικό μυθιστόρημα. «Η θεραπεία των αναμνήσεων» του Χρήστου Αστερίου, επτά χρόνια μετά το πολύ πετυχημένο «Ίσλα Μπόα», είναι ένα ζηλευτό βιβλίο, με βάθος και συναίσθημα, ρυθμό και πλοκή. Εκκινεί αργά, παίρνει το χρόνο του στην αφήγηση, χτίζει τον ήρωα του και τελικά καταδύεται στα ενδότερα της ανθρώπινης ύπαρξης και φτάνει σε ερωτήματα ταυτότητας που απασχολούν όλους μας. Μα κυρίως αναρωτιέται, «υπάρχει κανένας που να ξέρει πραγματικά τους γονείς του;». 

Πρωταγωνιστής είναι ο Μάικ Μπουζιάνης, επιτυχημένος συγγραφέας στην Αμερική, που ξεκίνησε ως stand up comedian και κατέληξε κωμικός συγγραφέας. Τον βλέπουμε σε μια φάση της ζωής του που όλα καταρρέουν, βιώνει ένα άσχημο διαζύγιο, δεν μπορεί να γράψει τίποτα κι έχει αρχίσει να εξαρτάται από το ποτό. Σε μια μεγάλη παρουσίαση για χάρη του, καταρρέει μπροστά σε όλους και πέφτει. Από κει ξεκινά η άνοδος, αρχίζει να διδάσκει δημιουργική γραφή, βρίσκει έναν νέο έρωτα κι επικεντρώνεται στη ζωή του κι όχι των άλλων. Γράφει τη δική του ιστορία πια, διερευνά τη σχέση του με την οικογένεια, τον εαυτό, την πατρίδα, τον πατέρα. Και ανακαλύπτει πράγματα που δεν ήξερε, για τους γονιούς αλλά κυρίως για τον ίδιο. 

Θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς τη Θεραπεία των αναμνήσεων ως ένα ταξίδι αυτογνωσίας, αλλά μάλλον η ταμπέλα θα αδικούσε το βιβλίο που είναι πολυεπίπεδο και σε σημεία στοχαστικό. Μου φαίνεται πως πιο πολύ από όλα το χαρακτηρίζει το παιχνίδι από όπου πήρε τον τίτλο του: για να θεραπεύσουν τους ανοϊκούς ασθενείς, οι ψυχίατροι στήνουν ένα γαϊτανάκι αναμνήσεων, αντικείμενα, φωτογραφίες, ανθρώπους, μήπως βοηθήσουν τη μνήμη. Έτσι κι αυτό το μυθιστόρημα, δεν είναι ένα παιχνίδι νοσταλγίας, είναι μια λειτουργική άσκηση μνήμης. Πρόκειται για ένα βιβλίο που χτυπάει τον αναγνώστη ακριβώς εκεί που πονάει, στη μεγάλη αναντιστοιχία ανάμεσα στην εξωτερική πραγματικότητα κι αυτό που αισθανόμαστε μέσα μας. Ο Μάικ Μπουζιάνης, που στην αρχή του μυθιστορήματος φαίνεται να διακατέχεται από όλη την ματαιότητα που μας υπαγορεύει η σύγχρονη ζωή σιγά σιγά μεταμορφώνεται, όχι μόνο από το εσωτερικό του ταξίδι, αλλά γιατί αναγκάζεται να διερευνήσει τις ρίζες του, να ασχοληθεί με τους γονείς του, με την κόρη του, με μια νεαρή γυναίκα που τον αγαπά. Όλα όσα πρωτύτερα του φαίνονταν επιφανειακά και δίχως νόημα, τώρα σπάζει το κέλυφος και βλέπει τον πυρήνα τους. 

Το χιούμορ και η μουσική δίνουν ρυθμό στην ανάγνωση, η αφήγηση είναι τελείως φυσική, η γλώσσα είναι όσο πρέπει λιτή και αποστασιοποιημένη, κάποιες σκηνές θαρρείς πως τις έχουν γράψει σπουδαίοι ξένοι συγγραφείς- όπως ο Ροθ ή ο Όστερ. Διάβασα τη Θεραπεία των αναμνήσεων λαίμαργα, και τώρα κάπως σαν να μετάνιωσα που τελείωσε, ήθελα κι άλλο. Κι αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα κοπλιμέντα που μπορεί να κάνει ένας αναγνώστης σε ένα βιβλίο, να μην θέλει να τελειώσει, να συνεχίσει να επιθυμεί να βρίσκεται στον κόσμο του. 


                                                  Κατερίνα Μαλακατέ





"Η θεραπεία των αναμνήσεων", Χρήστος Αστερίου, εκδ. Πόλις, 2019, σελ. 299




16/5/19

Στη 16η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης





Τρίτη χρονιά φέτος που πήγα στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης. Δεν είχα καμία δουλειά, κανένα πάνελ, και καμία υποχρέωση να είμαι εκεί. Πήγα γιατί ήθελα, γιατί περνάω πολύ καλά σε αυτή τη μεγάλη γιορτή, γιατί βλέπω μαζεμένους ανθρώπους του βιβλίου που τους νιώθω δικούς μου, κι άλλους που τους θαυμάζω από μακριά. Και φυσικά πήγα και για την ωραία εκδρομή. Πάνω από 500 εκδηλώσεις με θέμα το βιβλίο (το πρόγραμμα των εκδηλώσεων και για τις τέσσερις μέρες είναι πάνω από 100 σελίδες), κάποιες κοινότοπες και βαρετές- ένας συγγραφέας μιλάει για το βιβλίο ενός άλλου και μας λέει πόσο αριστουργηματικό είναι-, κι άλλες πραγματικά ενδιαφέρουσες και σημαντικές, που θέτουν θέματα ουσίας για αναγνώστες και επαγγελματίες. 





Η Έκθεση γίνεται στο γνωστό συνεδριακό κέντρο που γίνεται και η ΔΕΘ, και έχει τριπλό χαρακτήρα. Πρώτα από όλα εμπορικό, υπάρχουν σε μικρά ή μεγαλύτερα σταντ σχεδόν όλοι οι εκδοτικοί οίκοι, ο καθένας μπορεί να αγοράσει ό,τι θέλει και να ενημερωθεί για τις νέες κυκλοφορίες. Αυτό για τους μικρούς εκδοτικούς είναι ιδιαίτερα σημαντικό, κάποια από τα βιβλία τους δεν φτάνουν σε όλα τα βιβλιοπωλεία, οι αναγνώστες μπορούν να τα δουν μόνο στις Εκθέσεις. Το δεύτερο κομμάτι της είναι οι εκδηλώσεις. Το τρίτο οι επαγγελματικές επαφές για το βιβλίο, σε έναν χώρο που συγκεντρώνονται όλοι. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που παραμένει στην Θεσσαλονίκη, αν γινόταν στην Αθήνα δεν θα είχε αντίστοιχη συμμετοχή επαγγελματιών τόσες ώρες κάθε μέρα. Ο καθένας θα έκανε την παρουσίασή του και θα έφευγε.  Η αλήθεια είναι πως η ίδια η πόλη δεν ζει στον ρυθμό της ΔΕΒΘ. Οι περισσότεροι Θεσσαλονικείς δεν ξέρουν καν τι συμβαίνει, τη μπερδεύουν με ένα παζάρι ξεπουλήματος βιβλίων που γίνεται στην παραλία κάποια άλλη χρονική στιγμή, δεν αντιλαμβάνονται πως σπουδαίοι Έλληνες και ξένοι συγγραφείς μαζεύονται τόσο κοντά τους για ένα τετραήμερο. 

Η διοργάνωση μού φάνηκε φέτος καλύτερη. Μοναδικό μελανό σημείο και φέτος η αδυναμία στην ουσία να φιλοξενήσει σωστά τους ξένους συγγραφείς. Είχα μεγάλη λαχτάρα να δω τον Λάζλο Κρασναχορκάι, αλλά η εκδήλωση έγινε σε μια στενή αίθουσα, με ελάχιστα ακουστικά διερμηνείας. Δεν πρόλαβα να πάω μια ώρα πριν κι έτσι έμεινα όρθια, χωρίς δυνατότητα μετάφρασης από τα ουγγρικά- ε, πόσο να με κρατήσει το γαλάζιο βλέμμα του Λάζλο, δεν άντεξα πολύ κι έφυγα. Κάπως πρέπει να μαζευτεί και το πρόγραμμα των εκδηλώσεων, κάποιες γίνονται για να γίνονται με λίγο κόσμο και απροετοίμαστους ομιλητές, ενώ κάποιες συμπίπτουν χρονικά κι είναι αδύνατο να τις παρακολουθήσεις.

Γύρισα από τη Θεσσαλονίκη ειλικρινά αναζωογονημένη- όλο αυτό έχει και κάπως χαρακτήρα σχολικής εκδρομής- με νέες εικόνες και πληροφορίες. Και με ανανεωμένη την όρεξή μου∙ για βιβλία και διάβασμα. 



                                                      Κατερίνα Μαλακατέ






14/5/19

"Στη ζωή νωρίς νυχτώνει", Ελένη Πριοβόλου




Η Ελένη Πριοβόλου έχει ένα μάλλον σπάνιο χάρισμα, η αφηγηματική της δεινότητα είναι τέτοια που φτιάχνει βιβλία που μπορούν να διαβαστούν κυριολεκτικά από όλους, και από εκείνους τους αναγνώστες που αναζητούν τη συγκίνηση και την πλοκή, και από αυτούς που θέλουν δεύτερο και τρίτο επίπεδο, βάθος. Είναι λίγες οι αντίστοιχες περιπτώσεις συγγραφέων- Ελλήνων και ξένων- που μπορούν να αποτελέσουν σκαλοπάτι για τον ανυποψίαστο αναγνώστη, να τον περάσουν στην αντίπερα όχθη των υποψιασμένων. 

Το «Στη Ζωή νωρίς νυχτώνει» είναι ένα χορταστικό βιβλίο πεντακοσίων σελίδων. Σε πρώτη ανάγνωση έχουμε εδώ ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης, δύο νέα κορίτσια, στη δεκαετία του ’60 που προσπαθούν να βρουν ποιες είναι μέσα στην κοινωνική και πολιτική αναταραχή της εποχής, να βάλουν όρια ανάμεσα στον καθωσπρεπισμό της οικογένειας, το πολιτικό και σεξουαλικό καζάνι που βράζει γύρω τους και το ποιες είναι. Η Οριάν- από το Οριάνθη- πιο απελευθερωμένη, κόρη διπλωμάτη και ορφανή από μητέρα και η πολύ πιο φοβισμένη και συντηρητική Άρια- από το Αριστέα- θα μπλέξουν τις ζωές του για λίγο, κι έπειτα θα χαθούν μετά από ένα ντου της αστυνομίας. Θα ξαναβρεθούν, πολλά χρόνια μετά, το 2015, και θα ξανασυστηθούν. 

Η Πριοβόλου βάζει από την αρχή το θέμα της χειραφέτησης της γυναίκας μπροστά, ένα θέμα που έκαιγε τότε και συνεχίζει να καίει. Παρακολουθεί τρεις γενιές γυναικών, αναγνωρίζει τα σημάδια της αλλαγής, δίνει μέσω της εγγονής της Οριάν της Οζ, την πορεία αυτού του αγώνα. Αλλά δεν μένει εκεί. Οι δύο ηρωίδες της είναι βαθιά πολιτικοποιημένες, η καθεμιά με τον τρόπο της, πιο έντονα η Οριάν και πιο χαμηλόφωνα η Άρια. Και αναγκάζονται να φύγουν από την Ελλάδα με τη δικτατορία. Η Άρια καταλήγει στον Καναδά κι η Οριάν πηγαίνει στον πατέρα της, στον Λίβανο, εκεί που έχει γεννηθεί. 

Με προσεκτικά φλας μπακ και εγκιβωτισμένες μικροϊστορίες, η φλεγόμενη Ιστορία της Μέσης Ανατολής διατρέχει το βιβλίο. Ένα δύσκολο πολιτικό θέμα, που αρκετοί δεν θα άγγιζαν- το παλαιστινιάκο, ο εμφύλιος στον Λίβανο, οι παναραβιστές, οι δυτικόφιλοι, οι δύο υπερδυνάμεις στην περιοχή- ο πόλεμος, σε αντίστιξη με την ειρήνη. Εδώ το μυθιστόρημα φαίνεται πως κρύβει αρκετή έρευνα πίσω του, δεν είναι ένα απλό πέρασμα αυτό που κάνει η Οριάν από τη Βηρυτό, σημαδεύει τη ζωή της και το βιβλίο. Μέσα από όλα αυτά προκύπτουν τα βασικά ζητήματα: ταυτότητας, πατρίδας, οικογένειας. Τι καθορίζει την προσωπική μας ιστορία και ανάπτυξη, πού είναι η πατρίδα μας και τι βαραίνει, ο τόπος, η γλώσσα, οι άνθρωποι, η θρησκεία, η συγκυρία; Ποιοι άνθρωποι θα είναι κοντά μας στα στερνά μας; Ξέρουν ποτέ τα παιδιά τους γονείς τους; Οι γονείς τα παιδιά; Ποιος είναι οικογένεια και με ποιον περνάμε τελικά τη ζωή μας. 

Μυθιστόρημα πολυφωνικό, με γλώσσα κάπως παλιακή – ίσως αυτό να το κάνει πιο προσιτό σε ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, αν κι εγώ πιστεύω πως ένα τέτοιο κείμενο γραμμένο πιο σύγχρονα θα μπορούσε να είναι ακόμα πιο επιδραστικό-, ένα βιβλίο που χαίρεσαι να το πιάνεις στα χέρια του για να το συνεχίσεις τα βράδια. Με πολλές πολιτικές και κοινωνικές αιχμές, μα αφήγηση ήπια και στρογγυλή, με ιδέες ολοκληρωμένες. Το μεγάλο ατού του βιβλίου είναι αυτό, ξέρει τι θέλει να πει, το εντάσσει μέσα στην πλοκή, οι ήρωες δεν μοιάζουν χάρτινοι, ούτε μόνο αφορμές για τον καμβά, ενώ ταυτόχρονα το φόντο- οι τόποι, η πολιτική, το κοινωνικό γίγνεσθαι είναι το βασικό θέμα. Έχουμε να διδαχτούμε δύο τρία πράγματα από τον τρόπο που αφηγείται η Πριοβόλου, από την ξεκάθαρη σκέψη της και τα ερωτήματα που βάζει, χωρίς να τα απαντά. Και κυρίως από τον τρόπο που από το πολιτικό και το ιστορικό κουβάρι φτιάχνει λογοτεχνία.


                                                                  Κατερίνα Μαλακατέ



"Στη ζωή νωρίς νυχτώνει", Ελένη Πριοβόλου, εκδ. Καστανιώτη, 2019, σελ. 512

5/5/19

"Το παιδί", Γιάννης Παλαβός




Ο Γιάννης Παλαβός και η μικρή φόρμα τα έχουν βρει εξαιρετικά μεταξύ τους, μοιάζει η γραφή του να είναι φτιαγμένη για τις μπουκιές ανάγνωσης, κατορθώνει σε μικρά κείμενα να δώσει άλλη πνοή. Συνηθίζω να λέω πως διηγήματα μπορούν να γράψουν σχεδόν όλοι οι γραφιάδες, καλά διηγήματα όμως ελάχιστοι∙ ο Παλαβός ανήκει σε αυτή την περίεργη κάστα των διηγηματογράφων. 

Το παιδί είναι μια συλλογή που έχει κοινό τον τόπο, τα διηγήματα είναι τοποθετημένα στην ελληνική επαρχία- φανταζόμαστε τον τόπο καταγωγής του συγγραφέα, το Βελβεντό Κοζάνης. Κι έχουν και κάτι άλλο κοινό, την αγριότητα της επαρχίας, τη ματαιότητα της ζωής, και τον θάνατο. Όλα αυτά όχι σκοτεινά, με δύναμη, με διαύγεια όπως αυτή που δίνει μια μοναχική βόλτα στο βουνό. Σου μεταδίδουν τη φύση και τη φύση των ανθρώπων, ζωντανά, νιώθεις σαν να είσαι εκεί και να ανασαίνεις τον καθαρό αέρα- και το ματωμένο χώμα.

Ξεχωρίζει το πρώτο, Το ελάφι, που έρχεται από τη μακρά παράδοσή μας στο διήγημα, βγαίνει απευθείας από τα σωθικά του Παπαδιαμάντη. Και η προτελευταία Πένσα, που με ελάχιστα λιτά μέσα δίνει την ιστορία της ανθρωπότητας. Σε όλα πρωταγωνιστούν οι άνθρωποι, το τοπίο, και ο τρόπος που σκεφτόμαστε. Σε όλα η γλώσσα είναι πυκνή, τα αφηγηματικά μέσα λίγα και ξεκάθαρα. Σε όλα κάτι συμβαίνει, δεν έχουμε εδώ θραύσματα ομφαλοσκόπησης, μόνο κομμάτια πραγματικότητας- περιγραφή και δράση. 

Ο Παλαβός δεν γράφει πολύ, κάποια από τα διηγήματα είχαν δημοσιευτεί ήδη από το 2012, κι η συλλογή ολοκληρώθηκε το 2019. Το προηγούμενο του βιβλίο (Το αστείο, 2012) βραβεύτηκε με το Κρατικό και το βραβείο του περιοδικού Αναγνώστης. Φαντάζομαι πως Το παιδί θα έχει παρόμοια τύχη. 



                                                           Κατερίνα Μαλακατέ


«Το παιδί», Γιάννης Παλαβός, εκδ. Νεφέλη, 2019, σελ. 105

30/4/19

"Μίστερ Γκουίν", Alessandro Baricco



Έχω αδυναμία στον Αλεσσάντρο Μπαρρίκο, αν κι είχα να τον διαβάσω πολλά χρόνια. Το «Μίστερ Γκουίν» περιλαμβάνει, στην ελληνική του έκδοση, δύο βιβλία- το ομώνυμο μυθιστόρημα και τη νουβέλα «Τρεις φορές το ξημέρωμα». Και τα δύο μού θύμισαν γιατί μου αρέσει τόσο πολύ η γραφή του και με έβαλαν ξανά σε έναν κόσμο ονειρικό και κάπως διεστραμμένο, αλλά τελικά διαυγή και κατανοητό.

Ένας μοναχικός συγγραφέας με μέτρια εκδοτική επιτυχία αποφασίζει να γράψει ένα άρθρο στη Γκάρντιαν όπου μεταξύ άλλων 51 πραγμάτων που υπόσχεται να μην ξανακάνει είναι να μην ξαναγράψει. Στην αρχή κανένας δεν τον παίρνει στα σοβαρά, ιδίως ο ατζέντης και κολλητός του φίλος. Όσο όμως ο καιρός περνά, φαίνεται να το εννοεί. Η μανία για το γράψιμο τον καταδιώκει κι αποφασίζει να γίνει "αντιγραφέας", να φτιάχνει με έναν δικό του ιδιότυπο τρόπο το πορτρέτο ενός προσώπου που θα του ποζάρει 32 μέρες γυμνό, αλλά αντί να το ζωγραφίζει, θα το γράφει. Η επιχείρηση, αν και μοιάζει καταδικασμένη, τελικά στέφεται με επιτυχία. 

Το «τρεις φορές το ξημέρωμα» είναι μια νουβέλα που παίζει ρόλο στην πλοκή του "Μίστερ Γκουίν", αν και στην πραγματικότητα ο Μπαρρίκο την εξέδωσε ένα χρόνο μετά το μυθιστόρημα. Πάντως σε πολλές μεταφράσεις, τα δύο βιβλία κυκλοφορούν μαζί. 

Ο Αλεσσάντρο Μπαρίκκο έχει ιδιαίτερο τρόπο γραφής, αναγνωρίσιμο. Παρόλο που πολλά κομμάτια του μυθιστορήματος είναι αφήγηση, κι όχι πράξη, σε βάζει τόσο βαθιά στην ιστορία του που δεν μπορείς να αφήσεις το βιβλίο από τα χέρια σου. Έχει αυθεντικό ταλέντο ως παραμυθάς, ό,τι κι αν αφηγούταν, θα το έκανε με τέτοιο τρόπο που θα κρεμόσουν από τα χείλη του- ή έστω τις σελίδες του βιβλίου. Σε αυτά τα βιβλία έχει και πολύ ενδιαφέρον θέμα. Η μοναξιά των ανθρώπων, η ματαιότητα της ζωής και του χρόνου που περνάει και μας οδηγεί ένα βήμα πιο κοντά στο τέλος, οι ανθρώπινες σχέσεις που φτάνουν πάντα ως ένα σημείο, διακριτό, πέρα από το οποίο καθένας μονάχος του πορεύεται.

Αλλά και τα βάσανα του γραφιά, η ανάγκη για γράψιμο και παρατήρηση που κατατρύχει τους ανθρώπους που γράφουν, η ανάγκη από ένα σημείο και μετά να ξεφύγεις από το λογοτεχνικό σινάφι που κάνει κύκλους και κυνηγάει την ουρά του. Ο ήρωας του Μπαρρίκο μοιάζει να είναι το άλτερ ίγκο του, ένας γενναίος άνθρωπος που δεν απαρνείται την κλίση του, αλλά ξεμπερδεύει με όλα τα συμπαραμαρτούντα- συμβόλαια, κριτικές, συναναστροφές-, κρατά μόνο την ουσία, αυτό που τον αφορά και αποκόπτει όλα τα άλλα. Μαζί του παρασύρει και τους λίγους ανθρώπους που έρχονται κοντά του σε ένα ταξίδι αυτογνωσίας. 

Απόλαυσα τον «Μίστερ Γκουίν», βυθίστηκα σχεδόν αμέσως στον κόσμο του και δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου. Και θυμήθηκα τι όμορφα είναι να ξαναγυρνάς σε συγγραφείς που αγαπάς, με την καρδιά ανοιχτή κι ικανή ακόμα να συγκινηθείς από μια καλογραμμένη ιστορία. 



                                                                 Κατερίνα Μαλακατέ



«Μίστερ Γκουίν», Αλεσσάντρο Μπαρίκκο, μετ. Άννα Παπασταύρου, εκδ. Πατάκη, 2019, σελ.316

22/4/19

"Πατρίδα", Fernando Aramburu



Είναι δύσκολο, σχεδόν ακατόρθωτο, να μιλήσεις για τις 718 σελίδες της Πατρίδας του Φερνάντο Αραμπούρου, χωρίς να αφήσεις κάποιο σημαντικό ζήτημα απέξω. Κι αυτό γιατί πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που πραγματεύεται το καυτό θέμα της ΕΤΑ, της τρομοκρατίας και της ανεξαρτησίας της χώρας των Βάσκων, με ψυχρό αίμα. Το βιβλίο δεν χαϊδεύει κανενός τα αυτιά- ενώ σαφώς παίρνει πολιτική θέση. Και τέτοια κείμενα, τόσο κοντά στα γεγονότα, είναι σπάνια και γενναία. Μην ξεχνάμε πως μόλις το 2011 η ΕΤΑ δήλωσε πως σταματάει δια παντός τον ένοπλο αγώνα. 

«Έχω καιρό να διαβάσω ένα βιβλίο τόσο πειστικό και συγκινητικό, τόσο ευφυώς σχεδιασμένο» έγραψε για την Πατρίδα ο Μάριο Βάργκας Λιόσα και θα συμφωνήσω με τον πολυαγαπημένο μου Περουβιανό συγγραφέα. 

Στο βιβλίο πρωταγωνιστούν δυο οικογένειες, της Μίρεν και της Μπιττόρι. Οι δυο τους, φίλες από τα νεανικά τους χρόνια, είναι παντρεμένες με δύο κολλητούς φίλους, τον Χοσίαν και τον Τσιάτο. Και τα παιδιά των δύο οικογενειών αγαπιούνται. Μόνο ο μεγάλος γιος της Μίρεν, ο Χόσε Μάρι, αποστασιοποιείται, αρχίζει να μπλέκει με την ΕΤΑ μπαίνει στον ένοπλο αγώνα. Η μάνα του τον στηρίζει κι είναι περήφανη για κείνον. Τα άλλα δυο παιδιά της οικογένειας, η Αράντσα και ο Γκόρκα, ευφυέστερα και διαβασμένα, είναι πολύ πιο μετριοπαθή. 

Όλα αρχίζουν όταν ο άντρας της Μπιττόρι, ο Τσιάτο, επιτυχημένος επιχειρηματίας με φορτηγά, αρνείται να πληρώσει τον «επαναστατικό φόρο» στην ΕΤΑ και στοχοποιείται. Οι δυο οικογένειες δεν μιλιούνται πια, αρχίζουν να εμφανίζονται στο χωριό όλο και περισσότερα συνθήματα κατά του Τσιάτο, σχεδόν δεν μπορούν να ζήσουν εκεί. Πεισματάρηδες, μένουν στο χωριό, και τελικά η ΕΤΑ δολοφονεί τον Τσιάτο. Είναι μάλλον ασαφές αν το έγκλημα το διαπράττει ο Χόσε Μάρι, αν και αφήνονται υπόνοιες. 

Χρόνια αργότερα, ο Χόσε Μάρι είναι στη φυλακή, η Μπιττόρι αρχίζει να πηγαίνει κρυφά ξανά στο χωριό της, η Αράντσα είναι καθηλωμένη μετά από εγκεφαλικό σε αναπηρική καρέκλα, η Μίρεν είναι πιο ξεροκέφαλη από ποτέ- ενώ δεν σκαμπάζει από πολιτικά είναι εθνικά υπερήφανη που ο γιος της είναι φυλακή λόγω του ένοπλου αγώνα, κι ας έχει σκοτώσει ανθρώπους, ίσως μάλιστα και τον καλύτερό τους φίλο. Νιώθει έξαλλη που ο Χόσε Μάρι χάνει τα νιάτα του στη φυλακή, που έφαγε ξύλο όταν τον ανέκριναν και που δεν τον φέρνουν σε μια φυλακή κοντά στην πατρίδα. 

Η τρομοκρατία, τα θύματα, οι θύτες, το ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο, αλλά κυρίως η μνήμη και η συγχώρεση, αν μπορούν να υπάρξουν, με ποιο τρόπο, στοιχειώνουν όλο το μυθιστόρημα. Ο Αραμπούρου είναι εξαιρετικός στο ψυχογράφημα. Όλο το χωριό βαφτίζει τη Μπιττόρι «η τρελή» όταν εκείνη δειλά δειλά ξαναγυρνάει σπίτι. Μα τι τρελό έκανε; Ο άντρας της δολοφονήθηκε από την ΕΤΑ γιατί δεν έδωσε λεφτά. Όμως είναι τόσο Βάσκα, όσο κι εκείνοι. Μια χαροκαμένη Βάσκα που πλήρωσε πολύ ακριβά. Μια Βάσκα που μιλάει καλά τα βάσκικα, σε αντίθεση με τον φερόμενο ως δολοφόνο, τον Χόσε Μάρι που δεν τα μιλάει σωστά. Τι είναι τελικά αυτό που όπλισε το χέρι του ενός- κι η φωτογραφία του είναι αναρτημένη στο δημαρχείο σαν να είναι ήρωας-, τι τον ξεχωρίζει από τη γειτόνισσά του. Τι τον κάνει περισσότερο Βάσκο. 

Ταυτότητα, πατρίδα, οικογένεια, γλώσσα, όλοι αυτοί οι άνθρωποι εκκινούν από το ίδιο σημείο, δυο αμόρφωτες Βάσκες κοπελίτσες που παντρεύονται δυο φίλους. Ο ένας τα καταφέρνει οικονομικά, ο άλλος όχι. Τα παιδιά του ενός γίνονται γιατρός και δικηγόρος. Του άλλου, ο ένας φυλακή, η άλλη δουλεύει σε παπουτσάδικο, ο τρίτος γκέι ραδιοφωνικός παραγωγός. Ο κόσμος γύρω τους αλλάζει και τους απομονώνει. Και μεταμορφώνονται σε νησίδες μοναξιάς, ο καθένας με τις χτυπητές διαφορές του. Αποκτούν ταυτότητα μέσα από τη μοναξιά τους. Και τη θλίψη. Πόσες απώλειες, και από τις δύο πλευρές. Το κυριότερο που έχασαν είναι ο ένας τον άλλον και καθένας την ησυχία του και τη στήριξη της οικογένειας. Για μια ιστορία που ενώ είναι σημαντική και πολιτική, ίσως και να μην είναι. Μπορείς να συγχωρέσεις, αν έχεις χάσει τόσα πολλά; Μπορείς να ζητήσεις συγγνώμη; Ο συγγραφέας διερευνά αυτά τα ερωτήματα σχεδόν με ωμότητα και τραχύτητα. Κανένας από τους ήρωες του δεν είναι συμπαθής, ούτε αντιπαθής. Όλοι έχουν χάσει τη ζωή τους. Άξιζε τον κόπο; Κάποιοι είναι θύματα και κάποιοι θύτες. Αυτό μάς ζητάει να μην ξεχάσουμε. Δεν ζυγίζει το ίδιο η οδύνη του θύτη και του θύματος. Δεν θα μπορούσε. Πονούν όμως κι οι δύο. 

Γενναιότητα∙ σε μια χώρα που ακόμα στοχοποιούνται πρόσωπα, το να μιλήσεις ανοιχτά για αυτό το θέμα απαιτεί κότσια. Ο Αραμπούρου βέβαια δεν ζει στην Ισπανία πια. Και πάλι. Τρομοκρατία και εθνικισμός, ταυτότητα και πατρίδα, γλώσσα και οικογένεια. Ταλανίζουν την Ευρώπη όλο τον προηγούμενο αιώνα. Ταλανίζουν και τον δικό μας αιώνα. Αν δεν υπάρξει τρόπος μέσω της λογοτεχνίας να το διαπραγματευτούμε, τότε αμιγώς πολιτικά φαντάζει βουνό. Το βιβλίο μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, θα γίνει και σειρά από το HBO. Αξίζει τον κόπο. Αν αναγνωρίσουμε τον διπλανό μας ή τον εαυτό μας, αν αναγνωρίσουμε τον πόνο, κι ας μην είμαστε Βάσκοι, κι ας μην είμαστε Ισπανοί, κι ας μην είμαστε θύματα – ή θύτες- της τρομοκρατίας. Μήπως είμαστε όλοι; Γιατί αυτό που ζούμε, σε όλη την Ευρώπη, εμένα κάτι μου θυμίζει. 


                                                                     Κατερίνα Μαλακατέ



«Πατρίδα», Φερνάντο Αραμπούρου, μετ. Τιτίνα Σπερελάκη, εκδ. Πατάκη, 2019, σελ. 718