11/2/19

"Η όγδοη μέρα", Mitsuyo Kakuta






Αν και ο έργο της δεν είχε μεταφραστεί στα ελληνικά ως τώρα, η Μιτσούγιο Κάκουτα είναι γνωστή συγγραφέας στην Ιαπωνία, όπου κάποιοι κριτικοί τη θεωρούν ισάξια της Γιόκο Ογκάουα. «Η όγδοη μέρα» είχε κάνει μεγάλη παγκόσμια αίσθηση το 2007 που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά, ενώ μεταφέρθηκε σχεδόν αμέσως και στη μεγάλη- ιαπωνική- οθόνη. Ξεκίνησα να διαβάζω έχοντας αυτά τα διαπιστευτήρια στο μυαλό μου. Δεν απογοητεύτηκα, πρόκειται για εξαιρετικά καλογραμμένο μυθιστόρημα και θίγει βαθιά ένα θέμα που μας απασχολεί όλους. Αλλά Ογκάουα, δεν είναι. 

Μια γυναίκα, η Κιουάκο, κλέβει σε μια παρόρμηση, χωρίς καν να είναι σίγουρη για τις προθέσεις της, το μωρό του παντρεμένου εραστή της. Ο εραστής την είχε αναγκάσει να κάνει έκτρωση όταν έμεινε εκείνη έγκυος κι έτσι είναι στείρα. Η Κιουάκο καταφέρνει να ξεφύγει από τις Αρχές, εν μέρει γιατί κρύβεται στο σπίτι μιας θρησκευτικής αίρεσης, που όμως απαιτεί όλα τα λεφτά της. Έτσι το μικρό κορίτσι που άρπαξε μεγαλώνει μαζί της ως τα τέσσερά του. Η Κιουάκο είναι διατεθειμένη να κάνει τα πάντα για να μην την πιάσουν, ζει μια παλαβή ζωή με το κορίτσι, όσο τρέχουν να κρυφτούν, όμως αγαπά το παιδί και του στέκεται σαν αληθινή μάνα. Από ένα τυχαίο γεγονός την ανακαλύπτουν και το κορίτσι γυρίζει στην οικογένειά του. 

Το βιβλίο διερευνά την έννοια της μητρότητας. Η βιολογική μητέρα του κοριτσιού δεν μπορεί να ανταποκριθεί στον ρόλο, οι γονείς της φανερά δεν θα έπρεπε να είναι μαζί. Από την άλλη έζησε χαρούμενα παιδικά χρόνια στο πλευρά μιας εγκληματία. Όταν η αφήγηση αλλάζει, και αναλαμβάνει το ενήλικο πια παιδί να μας πει την ιστορία του, καταλαβαίνουμε πως δεν υπάρχει οριστική απάντηση. Η κοπέλα είναι πολύ μπερδεμένη, και δεν μπορεί να στηριχτεί ούτε στην οικογένεια που δεν της χάρισε ένα ζεστό σπιτικό από τα τέσσερα και μετά, ούτε στην απαγωγέα που δεν τη θυμάται. Δεν μπορεί να νιώσει πως ανήκει πουθενά. Και τα πράγματα δεν ξεμπερδεύονται όταν η ίδια μένει έγκυος. 

Το μυθιστόρημα δεν έχει απαντήσεις, ούτε καν για κρίσιμα στοιχεία της ζωής. Μοιάζει σαν να είναι μια φέτα πραγματικότητας, όπου τίποτα δεν τακτοποιείται, τίποτα δεν τελειώνει. Και μάλλον αυτό είναι η ίδια η μητρότητα- που δεν χαρίζεται σε καμιά, που δεν έχει να κάνει με το αν έγινες μητέρα ή όχι βιολογικά, που αλλάζει μέρα τη μέρα και ώρα την ώρα. Στη μητρότητα μετράνε οι στιγμές. "Η όγδοη μέρα" διαβάζεται εύκολα και μένει στη μνήμη, η γραφή της Κάκουτα είναι εθιστική. Η ιστορία της αρχίζει με μεγάλη δύναμη και χάνει κάτι από τη δυναμικότητά της στην πορεία, όταν αλλάζει αφηγητή. Πάντως το πρόσημο της ανάγνωσης είναι σίγουρα θετικό, και είμαι σίγουρη πως θα διαβάσω κι άλλα βιβλία της στο μέλλον- αν μεταφραστούν. 


                                                              Κατερίνα Μαλακατέ


"Η όγδοη μέρα", Μιτσούγιο Κάκουτα, μετ. Ειρήνη Παπακυριακού, εκδ. Καστανιώτη, 2018, σελ. 324

6/2/19

"Άγρια Ερημιά", Jesús Carrasco





Βιβλίο σκληρό, που σε μεταφέρει σε μια άνυδρη έρημο, βαθιά και απόλυτη, είναι το «Άγρια Ερημιά» του Χεσούς Καράσσκο. Χωρίς ανάσες και χωρίς μάταιες ελπίδες, η ερημιά- του τοπίου και των ανθρώπων- τρυπώνει μέσα σου και σε κυριεύει ως το τέλος. 

Ένα παιδί δραπετεύει από το σπίτι του. Είναι αποφασισμένο να μην αφήσει να το πιάσουν. Δεν έχει σκεφτεί τίποτα, ούτε πώς θα βρει νερό, ούτε πώς θα βρει φαγητό, ούτε πού θα κοιμηθεί, ούτε πώς θα γλιτώσει από τον χωροφύλακα. Αφήνει ακόμα και να το κατουρήσουν και να κατουρηθεί, για να μην το βρουν. Θέλει μόνο να φύγει μακριά. Στο δρόμο του θα συναντήσει έναν βοσκό. Δεν ξέρει αν μπορεί να τον εμπιστευτεί αλλά είναι η μόνη του ελπίδα. Σε κάθε βήμα, το αγόρι και ο βοσκός θα βιώσουν ανείπωτη φρίκη και βία. Ξέρουμε από την αρχή πως το παιδί δεν έφυγε από καπρίτσιο, εκεί στο σπίτι, η βία και η φρίκη ήταν μεγαλύτερη από ό,τι στην Άγρια Ερημιά. 

Κρυμμένος στο λαγούμι του στο χώμα, άκουγε τις κραυγές των ανθρώπων που τον φώναζαν και προσπαθούσε να μαντέψει τη θέση του καθενός μέσα στον ελαιώνα, όπως έκανε και με τα τριζόνια. Στριγκλιές σαν καρβουνιασμένα φρύγανα. Ξαπλωμένος στο ένα πλευρό, με το σώμα να σχηματίζει ένα ζήτα, χωμένος στην τρύπα του, χωρίς σχεδόν καθόλου χώρο να σαλέψει. 


Η πρώτη συγγραφική προσπάθεια του Χεσούς Καρράσκο, είναι ένα μυθιστόρημα ζοφερό. Δεν μπορείς να βγεις από την ατμόσφαιρά του, σε τυλίγει στον μανδύα του, το σκέφτεσαι συνεχώς μέχρι να το τελειώσεις. Κι η κάθαρση δεν έρχεται. Στην «Άγρια Ερημιά» δεν περισσεύει ούτε μια λέξη. Δεν περισσεύει και έλεος. Παρ’ όλα αυτά δεν είναι ένα βιβλίο κυνικό, το αντίθετο, είναι ένα μυθιστόρημα που διερευνά τα όρια της ηθικής, των αρχών, της κοινωνίας, της αδικίας. Το παιδί παραμένει ανώνυμο, ο βοσκός παραμένει χωρίς παρελθόν, ο τόπος και ο χρόνος δεν ορίζονται, αυτή είναι μια ιστορία που αφορά τους πάντες και κανέναν. Αυτό είναι ένα βιβλίο που μπορεί να σε στοιχειώσει τις νύχτες. 




                                                  Κατερίνα Μαλακατέ



«Άγρια Ερημιά», Χεσούς Καρράσκο, μετ. Λένα Φραγκοπούλου, εκδ. Αντίποδες, 2018, σελ. 201

1/2/19

"Πατσίνκο", Min Jin Lee




Πριν ξεκινήσω να διαβάζω το Πατσίνκο της Νοτιοκορεάτισσας Min Jin Lee, χρειάστηκε να ψάξω πληροφορίες για τον τίτλο του. Πατσίνκο είναι ένα γιαπωνέζικο τυχερό παιχνίδι, που μοιάζει με το δικό μας φλιπεράκι, αλλά με χρήματα. Τα μαγαζιά Πατσίνκο δεν είναι παράνομα στην Ιαπωνία -ενώ όλες οι άλλες μορφές τζόγου είναι-, παρ’ όλα αυτά τα περισσότερα καταστήματα ελέγχονται από τη Γιακούζα, την ιαπωνική μαφία, ενώ το 80% των ιδιοκτητών τους είναι κορεάτικης εθνικής καταγωγής. 

Ο τίτλος που χρησιμοποίησε η Λι για την οικογενειακή σάγκα της, που εκτείνεται χρονικά τουλάχιστον σε έναν αιώνα, είναι εξαιρετικά ταιριαστός. Για αυτό θέλησε να μιλήσει, για τη θέση των Κορεατών που μετανάστευσαν στην Ιαπωνία πριν ή κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πόλεμου και των παιδιών τους, που είναι γεννημένα στην Ιαπωνία – μπορεί να είναι 3ης ή 4ης γενιάς, να μην μιλούν Κορεάτικα πια, να μην ξέρουν καν αν προέρχονται από την Βόρεια ή τη Νότια Κορέα-, αλλά παραμένουν πάντα πολίτες β’ κατηγορίας, πολλοί από αυτούς δεν έχουν καν Ιαπωνικό διαβατήριο κι αναγκάζονται κάθε τρία χρόνια να ανανεώνουν άδεια παραμονής μες στην ίδια τους τη χώρα. 

Η ιστορία αρχίζει κάπου στις αρχές του περασμένου αιώνα στη Νότια Κορέα με ένα χωλό και δύσμορφο αγόρι, τον Χούνι, που λόγω του λυκοστόματος και του κουτσού ποδιού του δεν το παντρευόταν καμιά γυναίκα. Αναπάντεχα ήρθε στη μητέρα του ένα προξενιό. Με τη γυναίκα του έκαναν πολλές προσπάθειες για παιδί, αλλά επέζησε μόνο ένα, η Σάντζα. Η Σάντζα στα δεκαέξι της γνώρισε έναν μεγαλύτερο άντρα κι έμεινε έγκυος στο παιδί του. Ο άντρας αυτός ήταν παντρεμένος στην Ιαπωνία κι η Σάντζα αρνήθηκε να γίνει ερωμένη του. Για να τη σώσει από τη ντροπή, ένας νεαρός ασθενικός Βορειοκορεάτης ιερέας, προσφέρθηκε να την παντρευτεί και να την πάει στην Ιαπωνία να ξεκινήσουν μια νέα ζωή.  

Στο μυθιστόρημα ακολουθούμε τη ζωή της Σάντζα, των παιδιών και των εγγονών της, μπλέκουμε σε έναν κόσμο για τον οποίο ξέραμε λίγα και μπορούμε μόνο να φανταζόμαστε. Εν μέσω του Πολέμου, κι έπειτα με την ήττα, οι Κορεάτες παραμένουν πάντα βρώμικοι και ανεπιθύμητοι στην Ιαπωνία, ακόμα κι όταν πλουτίζουν, ακόμα κι όταν προσπαθούν να σπουδάσουν, ακόμα κι όταν πολιτογραφούνται Ιάπωνες πολίτες, ξεγράφουν το πραγματικό όνομα και την οικογένειά τους και προσπαθούν να ξεχάσουν. Τα φαγητά τους μυρίζουν αλλιώς, τα ονόματά τους είναι διαφορετικά, βρίσκονται ανάμεσα στις δύο κουλτούρες και τις δύο γλώσσες και στην ουσία μετά τη διχοτόμηση της Κορέας, μένουν απάτριδες, δεν υπάρχει πατρίδα για να γυρίσουν πίσω ακόμα κι αν το ήθελαν. 

Για αυτούς τους ανθρώπους ο νόστος είναι απαγορευμένος. Όπως και τα όνειρα ένταξης στην Ιαπωνική κοινωνία. Δεν έχουν ταυτότητα, ακόμα κι η χειρότερη Ιαπωνική οικογένεια θεωρεί ντροπή ένα μέλος της να παντρευτεί Κορεάτη. Ο καθένας ανταποκρίνεται όπως μπορεί. Οι γιαγιάδες που μιλούν Κορεάτικα- αλλά φυσικά δεν ξέρουν να γράφουν- θα μείνουν πάντα φιλοξενούμενες στη νέα χώρα, κι ας πέρασαν όλη τους τη ζωή εκεί. Τα παιδιά τους θα προσπαθήσουν να ενσωματωθούν, χωρίς να τα καταφέρουν. Και τα εγγόνια, θα νιώθουν προδομένα από την ίδια τους την πατρίδα και τη γλώσσα, την Ιαπωνία.

Παρά τον όγκο του, το Πατσίνκο είναι ένα βιβλίο που χαίρεσαι να το διαβάζεις, τύχαινε συχνά να με ξενυχτάει, για να προχωρήσω λίγες σελίδες ακόμα. Τα πρώτα κεφάλαια είναι πιο δυνατά, όταν ανοίγει η παλέτα των ηρώων στο τελευταίο μέρος, το βιβλίο αποδυναμώνεται. Ίσως η ιστορία των εγγονών να απαιτούσε έναν τόμο από μόνη της. Η Min Jin Lee είχε αυτό το βιβλίο στα σκαριά κοντά δεκαπέντε χρόνια, έψαξε, ρώτησε, ερεύνησε και τελικά έγραψε ένα ιστορικό μυθιστόρημα για το οποίο θα πρέπει να είναι περήφανη.

Το Πατσίνκο δεν είναι μελό, ακόμα και οι δυνατές στιγμές δίνονται με μια φράση, κοφτά, απαγορεύοντας το συναίσθημα. Σε αυτό μοιάζει να ακολουθεί την κουλτούρα του τόπου. Είναι ένα μυθιστόρημα που έχει να πει μια συγκλονιστική ιστορία, που δεν πλατειάζει, με ήρωες ολοζώντανους, μια μεγάλη αφήγηση, από μια τεχνίτρια του είδους. Θα ήθελα στα χρόνια που θα έρθουν η λογοτεχνία να ξαναρχίσει να μας λέει ενδιαφέρουσες ιστορίες, να βγει από την τρύπα της, να σταματήσει να κοιτάει τον αφαλό της, και με αφορμή μια προσωπική ιδέα- η ίδια η συγγραφέας είναι μετανάστρια- να φτιάχνει σπουδαία μυθιστορήματα∙ σαν κι αυτό. 


                                                                              Κατερίνα Μαλακατέ



"Πατσίνκο", Min Jin Lee, μετ. Βάσια Τζανακάρη, εκδ. Ίκαρος, 2018, σελ. 702











Υ.Γ. Και μόνο για την πραγματολογική έρευνα που απαιτεί, η μετάφραση ενός τέτοιου βιβλίου είναι άθλος. 


22/1/19

"Ένας έρωτας", Dino Buzzati





Ξεκίνησα να διαβάζω το «Ένας έρωτας», γιατί είναι ένα βιβλίο γραμμένο από τον συγγραφέα της Ερήμου των Ταρτάρων, τον Ντίνο Μπουτζάτι. Και στην αρχή, η σύγκριση με το αριστούργημα του πασίγνωστου Ιταλού συγγραφέα ήταν τόσο συντριπτική που φαινόταν σχεδόν μάταιο να το συνεχίσει κανείς. Όμως επέμεινα. Και τελικά αγάπησα αυτό το ερωτικό μυθιστόρημα, ίσως και πιο πολύ από την Έρημο. 

Πρωταγωνιστής είναι ο Αντόνιο Ντορίγκο, ένας πενηντάρης διάσημος σκηνογράφος και αρχιτέκτονας, εργένης, που νιώθει πάντα κάπως αμήχανα γύρω από τις γυναίκες, για αυτό επιλέγει ένα καλό «σπίτι» για να ικανοποιεί τις σεξουαλικές του ανάγκες. Ώσπου κάποια στιγμή τον «εξυπηρετεί» μια νεαρή χορευτριούλα της Σκάλας. Στην αρχή η κοπέλα δεν φαίνεται να έχει κάτι το ιδιαίτερο, δεν είναι καν πολύ όμορφη, όμως ο Ντορίγκο παθαίνει εμμονή μαζί της, αρχίζει να παθιάζεται, ζητά να την «αγοράσει» με αντίτιμο μερικές βραδιές. Η Λάιντε, ένα λαϊκό εικοσάχρονο κορίτσι, παίζει τον «γέρο που την πληρώνει» στα δάχτυλα. Του κάνει μούτρα, τον βάζει να έρχεται να την πάρει από ταξίδια, ενώ είναι με τον εραστή της, του τραβάει λεφτά, τον απομακρύνει, του λέει ψέματα ενώ πάντα απαιτεί. Ο Αντόνιο, αν και αντιλαμβάνεται την κατάντια του, την αρρωστημένη ζήλια που τον οδηγεί σε γελοιότητες, δεν μπορεί να ξεκολλήσει από τη Λάιντε. Οι ανασφάλειες του στο ερωτικό κομμάτι, η τεράστια διαφορά ηλικίας, αλλά και η απειρία του, τον εγκλωβίζουν σε ένα καταστροφικό πάθος.

Αν και η ιστορία μοιάζει τετριμμένη- ο ίδιος ο Μπουτζάτι μέσα στο κείμενο αναφέρει την Νανά και τον κόμη Μιφά- ο συγγραφέας κατορθώνει με την επανειλημμένη χρήση του εσωτερικού μονόλογου να απογειώσει το μυθιστόρημα, να περάσει μια αίσθηση μελαγχολίας, στροφής προς τα έσω, συνεχούς αναζήτησης του εαυτού μέσα από τις αμφιβολίες, που χαρακτηρίζει όλα του τα έργα. Ταυτόχρονα μιλάει για ένα θέμα ταμπού, αυτό της πορνείας πολυτελείας, που κάνει μικρά κορίτσια ήδη στα είκοσί τους να είναι ξεσκολισμένες πόρνες. 

Το «Ένας έρωτας», που λέγεται πως έχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, είναι ένα μυθιστόρημα που ζήλεψα. Ένας συγγραφέας σίγουρος για τον εαυτό του, γράφει για ένα θέμα σχεδόν μπανάλ, και καταφέρνει να το μετουσιώσει σε τέχνη. Χωρίς αναστολές, χωρίς περιορισμούς και κυρίως χωρίς κόμπλεξ. 


                                                                                       Κατερίνα Μαλακατέ



"Ένας Έρωτας", Ντίνο Μπουτζάτι, μετ. Μαρία Οικονομίδου, εκδ. Μεταίχμιο, 2018, σελ. 349

15/1/19

"Γάλα Μαγνησίας", Κώστας Ακρίβος


Πρωτογνώρισα τη γραφή του Κώστα Ακρίβου με το "Αλλάζει πουκάμισο το φίδι", το οποίο ομολογουμένως δεν είχε καταφέρει να με συγκινήσει. Μέσα από αυτό το βιβλίο όμως, συνάντησα τον συγγραφέα, έναν άνθρωπο γλυκύτατο και ευγενή, και για αυτό, αν και με κάποια καθυστέρηση, διάβασα και το νέο  μυθιστόρημά του. Και τούτη τη φορά, το βιβλίο του μου άρεσε- πολύ. Το "Γάλα Μαγνησίας" είναι μεστό, καλογραμμένο, αγγίζει θέματα που καίνε όπως η θρησκεία, η πολιτική κι η εκπαίδευση και σίγουρα αξίζει να διαβαστεί.

Στο μυθιστόρημα πρωταγωνιστούν τέσσερα αγόρια από φτωχές οικογένειες, ο Ζερβής, ο Μικ, ο Μπράσκας και ο Αχιλλάκος. Για για να μπορέσουν να πάνε στο σχολείο, ζουν στο εκκλησιαστικό οικοτροφείο του Βόλου τη δεκαετία του '70. Οι τέσσερίς τους είναι ζωηροί και ταραξίες σε ένα περιβάλλον υπερσυντηρητικό. Έρχονται σε ρήξη τόσο με τον διευθυντή του σχολείου, όσο και με τον νεαρό διάκο που έχει την ευθύνη του οικοτροφείου, και κρατά τα αγόρια με συνεχείς νηστείες και απαγορεύσεις. Η παρέα ενοχλείται κυρίως από τον Σώτο, ένα μαθητή χαφιέ, το τσιράκι του διάκου ο οποίος τους εκφοβίζει.

Ο συγγραφέας αντλεί από τις δικές του μνήμες ως μαθητή και γράφει ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης. Στην αρχή μοιάζει με πολλά άλλα, παρέες, πλάκες, δυσκολίες στα μαθήματα, εφηβικές φιλίες, αλλά σιγά σιγά επικρατεί ένα πιο νοσηρό κλίμα και στο τέλος επιβεβαιώνονται οι υποψίες σου, στη ζωή δεν έχει άσπρο και μαύρο, ξεκάθαρους θύτες και ξεκάθαρα θύματα. Τα βάσανα της εφηβείας στην Ελλάδα της Χούντας και μετά της Μεταπολίτευσης, η πανταχού παρούσα εκκλησιαστική καταπίεση και η φτώχεια κάνουν τη ζωή των ηρώων δύσκολη. Ο Ζερβής- είναι και ο αφηγητής- φαίνεται να αθωώνει τον εαυτό του και τους φίλους του, να νοσταλγεί και να δικαιώνει. Όσο η ιστορία ξεδιπλώνεται όμως, γίνεται φανερό πως κάποια πράγματα δεν συγχωρούνται, πως υπάρχουν στιγμές στη ζωή των ανθρώπων καθοριστικές για τη συνέχεια. 

Το μυθιστόρημα έχει μια εσάνς αστυνομικού, χωρίς βέβαια να ανήκει στο είδος. Αυτό το εύρημα δίνει την αναγκαία ώθηση στον αναγνώστη να γυρίσει την επόμενη σελίδα, και κάνει το βιβλίο εξαιρετικά ευκολοδιάβαστο, σε στιγμές συναρπαστικό. Χωρίς πολλά αφηγηματικά τρικ- αν εξαιρέσει κανείς τις πρώτες σελίδες, η αφήγηση ακολουθεί γραμμικά τον χρόνο-, χωρίς τερτίπια, με γλώσσα λιτή και κατανοητή, δίνει μια τοιχογραφία και της εποχής και της πόλης, και πολύ περισσότερο του μικρόκοσμου ενός οικοτροφείου αρρένων.

Το "Γάλα μαγνησίας" είναι έξυπνο μυθιστόρημα, όπως ακριβώς ο τίτλος του, ο οποίος παίζει με το γνωστό καθαρτικό, την περιοχή αλλά και το γάλα που πίνουν τα αγόρια στο εξώφυλλο. Ένα βιβλίο που αναμετράται με την ελληνική πραγματικότητα χωρίς φόβο και διαλύει τις βεβαιότητες. Δεν καταφέρνει φυσικά να δώσει απαντήσεις για αυτό που ζούμε- κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο. Όμως βάζει μικρές φωτιές για να σκεφτούμε και να διαλέξουμε.


                                                       Κατερίνα Μαλακατέ



"Γάλα Μαγνησίας", Κώστας Ακρίβος, εκδ. Μεταίχμιο, 2018, σελ. 308

10/1/19

"Ένας γιος", Alejandro Palomas



Ομολογώ πως ξεκίνησα το "Ένας γιος" του Αλεχάντρο Παλόμας παρακινημένη από το εξαιρετικό εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο. Το ένστικτό μου δεν με γέλασε. Πρόκειται για ένα βιβλίο που δεν μπορείς να αφήσεις από τα χέρια σου, καλογραμμένο και συγκινητικό, που οι περισσότεροι θα το διαβάσουν όλο μεμιάς.

Ο Γκίγε είναι ένα έξυπνο, εννιάχρονο αγόρι, καλός μαθητής, κάπως αποτραβηγμένο κοινωνικά από τους άλλους- κάνει μόνο παρέα με το νεοφερμένο κορίτσι από το Πακιστάν, τη Ναζία. Ο Γκίγε φαίνεται ευτυχισμένος, όταν μεγαλώσει θέλει να γίνει η Μαίρη Πόππινς. Όταν το λέει στη δασκάλα του, εκείνη ψυχανεμίζεται πως κάτι δεν πάει καλά και ζητά από την ψυχολόγο του σχολείου να του κάνει μερικές συνεδρίες. Κι έτσι σιγά σιγά αρχίζει να ξετυλίγεται το νήμα της αφήγησης, που φτάνει από το ράγκμπυ, στη Μαίρη Πόπινς ως έναν χοντρό 32χρονο Πακιστανό, μια Αγγλίδα αεροσυνοδό και τον πάτο της θάλασσας.

Το βιβλίο είναι ένα καθαρόαιμο μελό, από τα ωραιότερα του είδους, στο τέλος του έκλαιγα κανονικά, χωρίς ντροπή. Οι συνεχείς πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις, του Γκίγε, της ψυχολόγου, του πατέρα του, βοηθάει να αποκαλυφθεί το μυστικό αργά, και να σπάσει στο τέλος όλες τις προκαταλήψεις που μπορεί να είχες. Η κάθαρση έρχεται στο σωστό σημείο, τα πάντα στην αφήγηση είναι καλοκουρδισμένα, η πλοκή είναι όσο γρήγορη πρέπει.

Η απώλεια, οι σχέσεις γονιών και παιδιών, το πώς η κουλτούρα στην οποία γεννήθηκες καθορίζει τη ζωή σου, η σχολική ζωή με όλες της τις αβαρίες, ο τρόπος που επιλέγουμε να προστατέψουμε αυτούς που αγαπάμε, είναι τα βασικά θέματα του βιβλίου. Ο συγγραφέας έχει καλό ζύγι, δεν μπερδεύει πολλές ιστορίες, ξέρει τι θέλει να πει και το στήνει αριστοτεχνικά. Το «Ένας γιος» βραβεύτηκε στην Ισπανία στην κατηγορία νεανικού βιβλίου (Premio Nacional de Literatura Infantil y Juvenil) είναι όμως ένα μυθιστόρημα και για μας τα μεγαλύτερα παιδιά∙ για αναγνώστες που δεν φοβούνται το συναίσθημα και μπορούν να αφεθούν να τους ταρακουνήσει μια καλά ειπωμένη ιστορία.


                                                                           Κατερίνα Μαλακατέ



«Ένας γιος», Αλεχάντρο Παλόμας, μετ. Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου, εκδ. Opera, 2018, σελ. 217