15/4/26

"Οι Μπούντενμπροκ", Thomas Mann

 



Οι Μπούντενμπροκ είναι το πρώτο μυθιστόρημα που έγραψε ο Τόμας Μαν και αυτό που ο ίδιος ο Φώκνερ ονομάτισε ως το σπουδαιότερο του 20ου αιώνα. Εκδόθηκε το 1901 όταν ο Μαν ήταν 26 ετών, και το έγραφε ήδη από τα 23 του. Στην αρχή ήθελε να γράψει μια νουβέλα για την οικογένειά τους και την επίδραση που είχε ο Βάγκνερ στον νεότερο εαυτό του, σε συνεργασία με τον αδελφό του Χάινριχ Μαν, κι έτσι σκάλισε επιστολές, ρώτησε τα αδέλφια του για κουτσομπολιά και περιστατικά, αντέγραψε το περιβόητο οικογενειακό βιβλίο-αρχείο των γάμων, βαφτίσεων, θανάτων κ.οκ. της οικογενείας.


Τελικά έγραψε μόνος μια τεράστια οικογενειακή σάγκα 850 σελίδων για την παρακμή μιας οικογένειας (της δικιάς του) ανάμεσα στο 1835 και το 1877, με πολλή ειρωνεία και σκωπτικό χιούμορ, που πυροδότησε τις παραδοσιακά ταραγμένες σχέσεις με τον Χάινριχ, μια μακρά έχθρα με τους συντοπίτες του στο Λίμπεκ όπου γεννήθηκε (που αναγνώρισαν τον εαυτό τους στους χαρακτήρες, γράψαν μέχρι και οδηγό ποιος είναι ποιος και αναστατώθηκαν για πάρα πολλά χρόνια από το σκάνδαλο), και φυσικά την παγκόσμια αναγνώριση στο πρόσωπο του νεαρού συγγραφέα. Ο Τόμας Μαν ήταν τυχερός που ο πατέρας του, Τόμας Γιόχαν Χάινριχ Μαν (ναι, αυτό ήταν όλο του το όνομα, δεν μας περιγράφει τσάμπα τον πατέρα του ως μεγάλο νάρκισσο) ήταν ήδη νεκρός.

Οι Μπούντενμπροκ είναι το πρώτο μεγάλο γερμανικό κοινωνικό μυθιστόρημα του 20ου αι. που έγινε ευπώλητο, μεταφράστηκε σε 30 γλώσσες και εκτόξευσε τον νεαρό Τόμας στην καριέρα που προοριζόταν για τον… αδελφό του. Ο Χάινιριχ Μαν δεν του συγχώρεσε ποτέ την επιτυχία και το δίλημμα όλου του μυθιστορήματος, να ζήσει κανείς ως απόγονος μπουρζουάδων ή ως καλλιτέχνης. Για τον Χάινριχ η απάντηση ήταν ξεκάθαρη από την αρχή, ο Τόμας πάλευε να βγει από το αυτό μια ολόκληρη ζωή.

Το 1929 όταν ο Τόμας Μαν πήρε το Νόμπελ, που γενικά η Σουηδική Ακαδημία το δίνει για το σύνολο του έργου ενός συγγραφέα, μόνον οι Μπούντενμπροκ αναφέρονταν στο σκεπτικό της βράβευσης κι όχι πχ. το Μαγικό Βουνό που κυκλοφορούσε ήδη κι ήταν το πιο πρόσφατο «μεγάλο του μυθιστόρημα». Ο Τόμας Μαν ήταν από τους ελάχιστους που μετά το Νόμπελ συνέχισε να γράφει λογοτεχνία στο ίδιο δυσθεώρητο επίπεδο, εκδίδοντας δύο από τα δυσκολότερα και μεγαλύτερα σε έκταση έργα του, τον Ιωσήφ και τους αδελφούς του, και τον Δρ. Φάουστους μετά τη βράβευση.

Στους Μπούντενμπροκ παρακολουθούμε την πορεία τεσσάρων γενεών μιας οικογένειας εμπόρων σε μια μικρή Γερμανική πόλη κάπου στη Βαλτική, από την οικονομική ακμή της έως την οικονομική παρακμή της. Ακριβώς όπως έγιναν τα πράγματα για την οικογένεια Μαν, με την Ιστορία στο φόντο μόνο, και στο προσκήνιο τους ανθρώπους και τις κοινωνικές τους σχέσεις, με την κάθε μικρολεπτομέρεια της καθημερινότητας να αποκτά βαρύτητα που κανείς δεν θα φανταζόταν.

Το μυθιστόρημα εξωτερικά μοιάζει εντελώς ντικενσιανό, δείπνα, ασθένειες, κουτσομπολιά, ψιλομύτηδες συγγενείς και φτωχοί συγγενείς, ανώτερες κοινωνικές τάξεις και υπηρέτες, παλαιό χρήμα, νεότερο χρήμα. Ο Τόμας Μαν αν και μόλις τέσσερα χρόνια νεότερος από τον Προυστ και επτά μεγαλύτερος από τον Τζόυς, ποτέ δεν υιοθέτησε την κατακερματισμένη φόρμα του μοντερνισμού, τουλάχιστον ως προς την μορφή των μυθιστορημάτων του. Και σε αυτό το κομμάτι παρέμεινε στη λογοτεχνία του 19ου αιώνα.

Τι ξεχωρίζει όμως του Μπούντενμπροκ και κατατάσσονται στη λογοτεχνία του 20ου ; Το κεντρικό θέμα. Όσο πλησιάζουμε στο τέλος καταλαβαίνουμε ποια είναι η βασική αγωνία του συγγραφέα πίσω από όλα αυτά. Πρόκειται για την αιώνια μάχη ανάμεσα στο οικογενειακό «πρέπει» και το προσωπικό «θέλω», την αμφιθυμία του ανάμεσα στη ζωή του έμπορου μπουρζουά για την οποία προαλειφόταν και τη ζωή του καλλιτέχνη, που τον καλεί με όλους τους τρόπους που θεωρεί ανάρμοστους.

Θα γίνει ο πρωταγωνιστής του έμπορος και πολιτικός, πατριάρχης της οικογένειάς του και καθωσπρέπει μέλος της κοινωνίας ή ένας καλλιτέχνης που θα μπορεί να εκφραστεί αλλά θα παραδοθεί στο πάθος του, την μουσική, το θέατρο, το γράψιμο και θα πεθάνει ως παρίας.

Το μυθιστόρημα είναι χαρακτηριστικά πολυπρόσωπο, μα μέσα στον ορυμαγδό των χαρακτήρων, δεσπόζουν δύο, ο μικρός Χάνο Μπούντενμπροκ (το άλτερ ίγκο του συγγραφέα μέσα στο βιβλίο) και ο πατέρας του, γερουσιαστής Τόμας Μπούντενμπροκ. Κοντά τους δυο γυναίκες, η μητέρα του Χάνο, η Γκέρντα, μια ξένη, που αγαπά τη μουσική και ξέρει να βάζει όρια όταν δεν αντέχει και η Τόνι, η θεία του Χάνο, μια κλασική ατυχήσασα ζωντοχήρα, που ζει μια ζωή καθωσπρέπει αλλά συνεχώς δυστυχισμένη, έξυπνη αλλά και ψωροπερήφανη, η κόρη που υπάκουσε σε όλα τα πρέπει και τα «τι θα πουν οι γείτονες» και τελικά καταστράφηκε. Με την Τόνι ανοίγει το μυθιστόρημα, με την Τόνι κλείνει∙ και δεν είναι τυχαίο.

Από κοντά κι ο Κρίστιαν, θείος του Χάνο στο βιβλίο, (αλλά αδελφός του Τόμας Μαν στην πραγματική ζωή, ο Χάινριχ αυτοπροσώπως), ένας μποέμ χαρακτήρας που ποτέ δεν υπάκουσε στους κανόνες, που επιδόθηκε στις απολαύσεις, εκτός ηθικής, που έζησε μια ζωή μακριά από τα πρέπει. Και τελικά κατέληξε στο άσυλο (αυτή την λεπτομέρεια δεν τη συγχώρεσε ποτέ ο Χάινριχ Μαν στον Τόμας Μαν, γιατί φυσικά αναγνώρισε τον εαυτό του στο μυθιστόρημα)

Ο Τόμας Μπούντενμπροκ, ο πατέρας του Χάνο, η φιγούρα ταυτόχρονα της ακμής και της παρακμής, το χρυσό παιδί, ο επιτυχημένος γιος, που κατάφερε να πάρει την οικογενειακή επιχείρηση και να την κάνει να ανθίσει, που από πρόξενος εκλέχτηκε γερουσιαστής, ο κομψευόμενος νάρκισσος που παντρεύτηκε από έρωτα μια «εξωτική» γυναίκα, είναι ταυτόχρονα για τον μικρό είδωλο και φόβος.

Όσο ο Τόμας Μπουντενμπροκ καταρρέει, και οικονομικά, και σωματικά, ενώ είναι μόλις πενήντα χρονών, όσο δεν είναι πια τόσο επιτυχημένος κοινωνικά, όσο υποψιάζεται πως η γυναίκα του τον κερατώνει, όσο γίνεται ίδιος με τα αδέλφια του, αποτυχημένος και υποχόνδριος, να αναρωτιέται γιατί σκόρπισε τη ζωή του σε κάτι που δεν ήταν αυτός, τόσο επιτίθεται στον μικρό Χάνο με απαιτήσεις ευρωστίας και επιτυχίας.

Ο Χάνο δεν είναι τίποτα από αυτά, αργεί να περπατήσει, αργεί να μιλήσει, είναι κουμπούρας στα μαθήματα, υπερευαίσθητος, σωματικά αδύναμος και κοινωνικά εξόριστος. Δέχεται μεγάλο σωματικό και λεκτικό μπούλινγκ στο σχολείο, ονειροπολεί συνεχώς κι είναι κουμπούρας στο σχολείο, στο σπίτι αποτυγχάνει μπροστά στα μάτια του πατέρα του επανειλημμένως. Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η μουσική, που κι εκεί δεν φαίνεται να είναι αρκετά καλός στην θεωρία, μόνο στον αυτοσχεδιασμό. Κι η μόνη του παρηγοριά, ο πρίγκηπας Κάι, ένα αγόρι από ξεπεσμένη οικογένεια αρχόντων, που γίνεται ο κολλητός του, που του λέει ιστορίες, που τον αγαπά πραγματικά. Και που δεν δίνει δεκάρα που το παντελόνι του είναι μπαλωμένο.

Η συμπόνοια που νιώθει ο συγγραφέας για τον Χάνο είναι εμφανής. Αν και χρησιμοποιεί παντογνώστη αφηγητή, είναι σαφές πως όταν η ματιά του πέφτει πάνω στο μικρό παιδί είναι στοργική, σχεδόν απολογητική. Ο νεαρός συγγραφέας Τόμας Μαν πιάνει το παιδί Χάνο από το χέρι και επιτέλους το αγκαλιάζει όπως δεν έκαναν οι γονείς του, ο επικριτικός πατέρας και η ψυχρή μητέρα του.

Όλοι οι χαρακτήρες, αν και κρατάνε καθένας διαφορετική στάση απέναντι στην αγία οικογένεια, την αγία εταιρία της οικογένειας, και τα άγια λεφτά της οικογένειας, είναι εκφάνσεις του ίδιου θέματος. Όλοι τους είναι ασθενικοί, με θέματα πέψης, δοντιών και αρθρώσεων, όλοι πονάνε. Και όλοι τρώνε οικτρά τα μούτρα τους (ο υπότιτλος του βιβλίου που δεν βλέπουμε στην ελληνική μετάφραση είναι «Η παρακμή μιας οικογένειας»). Η λύση στο δράμα θα δοθεί βίαια. Ο Τόμας Μπούντενμπροκ θα πεθάνει έναν γελοίο θάνατο, η περιουσία θα ρευστοποιηθεί, η οικογενειακή επιχείρηση των εκατό χρόνων και των τεσσάρων γενεών θα εκλείψει. Όπως ακριβώς συνέβη στην πραγματική ζωή με τον πατέρα του Τόμας Μαν.

Κι όσο ο ίδιος ο συγγραφέας διερευνά αν αυτός ο θάνατος ήταν κατάρα ή ευλογία στη ζωή του, στο μυθιστόρημα για τον Χάνο υπάρχει ένα άλλο τέλος. Σε ένα κεφάλαιο που θυμίζει πολύ τον μοντερνισμό που θα ακολουθήσει, κάτι σαν προάγγελος του Χένρι Τζέιμς, όλα τελειώνουν.

Όλες οι εμμονές του μετέπειτα μάλλον δύστροπου χαρακτήρα του Μαν είναι εδώ, η εμμονή με την ασθένεια και τη φθορά, το φαγητό, τα δείπνα και τα ασημικά, το νοικοκυριό, την πέψη, τα δόντια. Μέχρι και μια μικρή νύξη ομοερωτισμού στο πρόσωπο του κόμη Κάι (που θα ολοκληρωθεί αργότερα στον Τόνιο Κρέγκερ— που μοιάζει σαν τη φυσική συνέχεια του Χάνο). Και το χιούμορ του, η ανελέητη σάτιρα για όλους και όλα, και τον εαυτό του. Στο Γερμανικό πρωτότυπο σατιρίζει ακόμα και τις διαφορετικές προφορές και διαλέκτους, που στα ελληνικά δεν μπορεί να περάσει παρά μόνον πολύ αμυδρά (το βλέπουμε εκεί που είναι πιο έκδηλο, στον Πέρμανεντερ).

Και η μουσική. Δεσπόζει εδώ, δεσπόζει παντού, τον κυνηγάει, τον καθορίζει, αυτόν που γεννήθηκε σε μια οικογένεια άμουση, που δεν καταλάβαινε τίποτα από δαύτη. Η μουσική είναι η μόνη πηγή ευτυχίας για τον Χάνο, σηματοδοτεί την ίδια τη σύνδεση με τη μητέρα του, γίνεται πολλές φορές η μητέρα του στη θέση της απόμακρης δικής του. Κι αυτό δεν αλλάζει με τα χρόνια, η μουσική διαποτίζει το έργο του Τόμας Μαν έως τα γεράματά του για να φτάσουμε στον Δρ. Φάουστους που είναι απλά μουσική.

Το ερώτημα για τον σύγχρονο αναγνώστη είναι ένα, αξίζει να διαβάσω Τόμας Μαν του 1901, ένα τόσο αυτοβιογραφικό βιβλίο, με ένα τόσο προσωπικό θέμα; Η απάντηση για μένα είναι ξεκάθαρη, αυτό είναι το μοντέρνο φορτίο του βιβλίου κι αυτό που μας περνά στη λογοτεχνία του 20ου αιώνα, η αυτοαναφορικότητα είναι ξεκάθαρη σε όλο το έργο του Μαν, δεν τον ενδιαφέρει η Ιστορία, αλλά η ψυχοσύνθεση των ηρώων και τελικά πάντα καταλήγει να μιλά για ένα θέμα που καίει ακόμα και στην εποχή μας κάθε άτομο, ποιο κομμάτι μου διαμορφώνεται από την οικογένεια και ποιο από τα προσωπικά μου θέλω, πόσο ευτυχισμένος θα είμαι αν είμαι υπάκουος στις κοινωνικές επιταγές της εποχής και πόσο αν είμαι ανυπάκουος, τι είναι χρεοκοπία και αποτυχία προσωπική. Πράγματα που με απασχολούσαν τριάντα χρόνια πριν ως έφηβη και καταδυναστεύουν τον 16χρονο γιο μου, δηλαδή. Να ακολουθήσει την καρδιά του και τη δημιουργικότητά του ή να σπουδάσει κάτι βατό με σίγουρη επαγγελματική αποκατάσταση και να θάψει εκεί την προσωπικότητά του. Δεν ξέρω αν σας θυμίζει κάτι, αλλά εμένα μου μυρίζει όχι 20ος αλλά και ακόμα και 21ος αιώνας.

Ο Τόμας Μαν με τη ζωή του απάντησε στο ερώτημα, ακολούθησε την ιδιοφυία και την κλίση του αλλά ποτέ δεν ξέφυγε από την συντηρητική ιδέα της οικογένειας (ειδικά μετά από την αυτοκτονία τριών από τα τέσσερα αδελφιών του), έκανε έναν πλούσιο γάμο και απέκτησε 6 παιδιά (όλα πηγμένα μες στο ίδιο δίλημμα), νοιάστηκε πολύ για την καλλιτεχνική και την οικονομική επιτυχία, αλλά βυθίστηκε στην προσωπική του, ποτέ δεν αποκάλυψε τις ομοφυλοφιλικές πτυχές του (αν και τις μάθαμε δραματικά μέσω του γιου του Κλαόυς Μαν), έγινε ο ίδιος η ακμή και η παρακμή της οικογένειας του.

Πολιτικά από συντηρητικός, στον 1ο παγκόσμιο πόλεμο ήταν με τον Γουλιέλμο, σιγά σιγά ριζοσπαστικοποιήθηκε, τόσο που αυτοεξορίστηκε στην Ελβετία κι έπειτα στην Αμερική με την άνοδο του Χίτλερ και το χειρόγραφό του φυγαδεύτηκε από τα παιδιά του. Έζησε πολυτάραχα, πάντα με την ίδια «ιδιοτροπία», φοβούμενος την ασθένεια όπως όταν ήταν παιδί, ονειροπολώντας, γράφοντας ακατάπαυστα και επιβάλλοντας πως οι άλλοι θα κρατούν τα προσχήματα που σιχαινόταν ως παιδί, μια αντίφαση ολόκληρος, προσωπικά και καλλιτεχνικά. Μια αδιαμφισβήτητη ιδιοφυία του 20ου αιώνα, που όταν διαβάσεις ένα βιβλίο του, οποιοδήποτε, δεν το ξεχνάς ποτέ.


                            Κατερίνα Μαλακατέ 


















το σπίτι όπου μεγάλωσε ο Τόμας Μαν στο Λίμπεκ, 
τώρα είναι μουσείο, το  "Buddenbrookhaus"
https://buddenbrookhaus.de/museum/museum-english


16/3/26

"Το μαγικό βασίλειο", Russell Banks






Ως τώρα, αν και τα διάβαζα πολύ ευχάριστα, κανένα βιβλίο του Russell Banks δεν με είχε ενθουσιάσει. Έμελλε αυτό, το τελευταίο του, που το έγραψε πριν πεθάνει, και περιέχει και το φάντασμά του μέσα, να με ξετρελάνει.

Το αφηγηματικό τέχνασμα λοιπόν είναι το εξής, ο συγγραφέας Ράσελ Μπανκς, βρίσκει το 1999 σε μια επαρχιακή βιβλιοθήκη που πλημμύρισε η αποθήκη της, τις μπομπίνες που ηχογράφησε ένας άντρας, ο Χάρλει Μαν, λίγο πριν πεθάνει και αποφασίζει να τις απομαγνητοφωνήσει και να τις μεταγράψει. Αυτό το τέχνασμα δίνει στο μυθιστόρημα έναν φρέσκο αφηγητή, μόλις 84χρόνων, που η προφορικότητά του, και η στοχαστικότητά του (μιλάει μόνος του σε ένα μαγνητόφωνο, όπως μόνος υπήρξε καθόλη τη μακρά ζωή του), για τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, προσδίδει βάθος και ένταση. Ακούμε ταυτόχρονα τη φωνή του ηλικιωμένου άντρα που θυμάται και τώρα πια ξέρει, και του νεαρού φρέσκου έφηβου, που δεν ξέρει, κι η αθωότητά του είναι σπαρακτική.

Στις αρχές του 20ου αιώνα, ο Χάρλει είναι ένα 12χρονο αγόρι που μεγαλώνει μαζί με την μητέρα, τον πατέρα, τον δίδυμο αδελφό του και τα μικρότερα αδέλφια του, που είναι κι αυτά δίδυμα αγόρια, σε μια κομμουνιστική ουτοπία, σε μια κοινότητα Ρασκινιτών. Τα πράγματα δυσκολεύουν όταν ο πατέρα του πεθαίνει από τύφο, και τον χρήζει μέσα σε μια νύχτα αρχηγό της οικογένειας. Η έγκυος— σε ένα ακόμα παιδί— μητέρα του, τους παίρνει από εκεί και τους μετατοπίζει σε μια φυτεία. Για εννιά μήνες ζουν τη ζωή του «λευκού σκλάβου» με ένα χρέος που συνεχώς μεγαλώνει στον αφέντη, για τη στέγη και το φαί, μέχρι που η μητέρα στέλνει ένα γράμμα. Κι έρχεται ένας Σέικερ να τους σώσει.

Οι Σέικερς είναι μια κοινότητα χριστιανών, που πιστεύουν πως η Δευτέρα παρουσία έχει ήδη γίνει, στο πρόσωπο μια μοναχής του 18ου αιώνα, και ζουν εν πολλοίς κοινοβιοτικά και ουτοπικά όπως οι Ρασκινίτες· με έναν επιπλέον κανόνα, άντρες και γυναίκες πρέπει να απέχουν από το σεξ για πάντα. Αυτός ο κανόνας βέβαια σημαίνει πως ξεμένουν από παιδιά και πιστούς, και για αυτό ο Πρεσβύτερος Τζον έρχεται να τους σώσει, η Μητέρα μπορεί να μην έχει περιουσία να τους παραχωρήσει, έχει όμως στην κυριότητά της πέντε παιδιά.

Σε αυτή λοιπόν την κοινότητα των Σέικερς ενηλικιώνεται ο Χάρλει Μαν, κι άλλα δεν θα σας πω, γιατί η αφήγηση είναι συνεχώς συναρπαστική, και αξίζει τον κόπο να την ακολουθήσει κάποιος αγνός από σποιλερ.

Έτσι αγνός είναι και ο πρωταγωνιστής μας, ένας έφηβος που μεγαλώνει εντός και εκτός κόσμου, ένας γεννημένος ηγέτης, ένας ονειροπαρμένος, ένας μελισσοκόμος που πιστεύει βαθιά στον θεσμό της οικογένειας, ένας κτηματομεσίτης, ένας σεξουαλικά καταπιεσμένος έφηβος, ένας άθεος Χριστιανός.

Οι αντιφάσεις της προσωπικότητας του αφηγητή, η ανάγκη του Ράσελ Μπανκς να είναι απλά μεταγραφέας των μπομπίνων, και να μην εκφράζει πουθενά ως συγγραφέας-αφηγητής κρίση, η συνεχής υπόνοια πως όλα αυτά είναι αλήθεια, αλλά και πως δεν είναι, βάζουν τα θεμέλια για ένα μυθιστόρημα βαθιά φιλοσοφικό. Ο στοχασμός για τη ζωή και το θάνατο, τη νεότητα και τα γηρατειά, βγαίνουν αβίαστα στον αναγνώστη, χωρίς ποτέ να αναφέρει ο συγγραφέας τίποτε για αυτά.

Έντονα είναι και τα ερώτημα της πίστης, της δουλείας, της εκμετάλλευσης, της εξουσίας. Της σύγχονης δουλείας σε κάθε της μορφή. Σαν να έβαλε σε αυτό το τελευταίο μυθιστόρημά του ο Ράσελ Μπανκς, όλη του την ικμάδα. Και τελικά να πέθανε στο τέλος της αφήγησης, όπως ο ήρωας του ο Χάρλει Μαν, αλλά όχι όπως το άλτερ ίγκο του στο βιβλίο, ο Ράσελ Μαπνκς. Αυτό το παιχνίδι με τον λογοτεχνικό και τον πραγματικό θάνατο, με τους δύο αφηγητές στο βιβλίο, με την ταυτότητα του συγγραφέα και του αφηγητή κ.ο.κ. είναι μια σπείρα που δημιούργησε η ίδια η ζωή, ο συγγραφέας πέθανε λίγο καιρό αφότου εκδόθηκε το βιβλίο, αλλά δεν μου το βγάζει κανείς από το μυαλό πως έγινε επίτηδες. Κι είναι ένα εκπληκτικό mindfuck.


                                                                  Κατερίνα Μαλακατέ



"Το μαγικό βασίλειο", Russell Banks, μτφ. Άννα Μαραγκάκη, εκδ. Πόλις



















Υ.Γ. η μετάφραση του τίτλου, “The magic kingdom” υποφέρει λίγο στα ελληνικά, γιατί για τους αμερικάνους είναι άμεση η πολιτισμική αναφορά στη Disneyland, ενώ για μας, «το Μαγικό βασίλειο, δεν είναι.


6/3/26

"Η Μαρκησία Ο...", Heinrich von Kleist






Ο Χάινριχ Φον Κλάιστ, γεννήθηκε το 1777 κι ήταν σύγχρονος του Γκαίτε και του Σίλλερ. Το 1811 αυτοκτόνησε στη λίμνη Wannsee κοντά στο Βερολίνο μαζί με τη φίλη του Henriette Vogel σε μια συμφωνημένη διπλή αυτοκτονία. Η σκηνή είναι σχεδόν μυθική για την ιστορία της λογοτεχνίας, πρώτα πυροβόλησε εκείνη (που έπασχε από καρκίνο) και μετά τον εαυτό του.

Το γεγονός αυτό ενίσχυσε την εικόνα του ως τραγικής ιδιοφυίας. Ήδη ήταν γνωστός για την περίφημη «καντιανή» κρίση του, μελετώντας τον Καντ είχε φτάσει στο συμπέρασμα πως δεν θα μπορέσει ποτέ να μάθει την αλήθεια αυτή καθ’ αυτή, πως η πραγματικότητα είναι ασταθής, αβέβαιη και παραπλανητική κι αυτή η συνειδητοποίηση τον είχε εξουθενώσει.

«Η Μαρκησία Ο…» είναι πραγματικά ένα τολμηρό αφήγημα για την εποχή. Μια νεαρή χήρα, κόρη του διοικητή της Φρουράς, βρίσκεται στο κάστρο όσο το πολιορκούν οι Ρώσοι. Αργότερα θα ανακαλύψει πως είναι έγκυος, και θα ισχυριστεί πως δεν ξέρει πώς συνέβη. Ατιμασμένη θα βάλει αγγελία για να αναγκάσει τον πατέρα του παιδιού της να εμφανιστεί.

Ομολογώ πως με εντυπωσίασε ο τρόπος που ο Φον Κλάιστ αντιμετώπισε την ιστορία, σε μια κοινωνία που στηρίζεται στην αγνότητα και την γυναικεία τιμή, που η γυναίκα δεν πρέπει απλά να είναι αγνή αλλά και να φαίνεται αγνή, η Μαρκησία παίρνει τη μοίρα της στα χέρια της, χωρίς τις υψηλόφρονες κορώνες που θα συναντούσαμε στον Βέρθερο του Γκαίτε, χωρίς την αίσθηση πως αυτό που κάνει είναι πράξη επαναστατική.

Κι όμως είναι.

Ξεχνάς πως διαβάζεις ένα κείμενο της πρώιμης λογοτεχνικής περιόδου, που γράφτηκε πάνω από 200 χρόνια πριν, απολαμβάνεις τον υπαινιγμό, το μισόφωτο, την ειρωνεία και την ενσυναίσθηση του συγγραφέα για τον πόνο ενός βιασμού που δεν περνάει έτσι εύκολα.

Το κεντρικό θέμα είναι αν η Μαρκησία είναι αθώα, αν όντως δεν ξέρει τι έγινε ή απώθησε το γεγονός για να διαχειριστεί το τραύμα. Δεν μπορεί να αποδείξει πως είναι αθώα, υπάρχει χειροπιαστό το αμάρτημα της, ένα μωρό. Μα μπορεί να κάνει κάτι. Η υποκρισία της κοινωνίας ξεσκεπάζεται με έναν τρόπο λιτό, σχεδόν χειρουργικό. Το κείμενο έχει κάτι τις το μοντερνιστικό κι ας εκδόθηκε το 1808.

Και το τέλος, αυτό το χαρμόσυνο τέλος, ο γάμος με τον βιαστή, που καθησυχάζει τους γύρω, σου δημιουργεί τεράστια ηθική ανησυχία. Και φαντάζομαι πως δημιούργησε ακόμα μεγαλύτερη στους αναγνώστες των αρχών του 19ου αιώνα. Γιατί ο Φον Κλάιστ μοιάζει να μην ανήκει στην εποχή του, μιλάει για ένα κόνσεπτ εντελώς μοντέρνο, την παράλογη σύγκρουση του ανθρώπου (και δη μιας γυναίκας) με την τάξη του κόσμου.

«Η Μαρκησία Ο…» είναι ένα μικρό διήγημα, που ίσως καν να μην είχα στον νου μου να διαβάσω αν δεν έβγαινε στην σειρά «Απνευστί» των εκδόσεων Οξυ, αυτή τη σειρά με τα μικρά, άγνωστα, τολμηρά κλασικά. Έγινε ταινία από τον Ερίκ Ρομέρ το 1976.


                              Κατερίνα Μαλακατέ



"Η Μαρκησία Ο...", Heinrich von Kleist, μτφ. Γιώργος Μπαρουξής, εκδ. Οξυ





13/2/26

"Κυνηγόσκυλο", Don Delillo




Είμαι με σιγουριά Ντελιλική, αγαπώ τον Λευκό θόρυβο (1985) και τον Υπόγειο Κόσμο (1997), έχω διαβάσει σχεδόν όλα τα μυθιστορήματά του, και των δυο περιόδων, κάποια στα αγγλικά, κάποια στα ελληνικά. Δεν είχα διαβάσει το Κυνηγόσκυλο. Για την ακρίβεια δεν θυμόμουν καν πως υπάρχει.

Το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε το 1978, πριν δηλαδή τα δυο μεγάλα του, και μοιάζει με κάποιο τρόπο πρόδρομός του. Εδώ συναντάμε την έντονα σατιρική του διάθεση και την αιχμηρή πολιτική του γλώσσα, που θα κορυφωθεί στα δυο ογκώδη του μυθιστορήματα.

Το Κυνηγόσκυλο είναι μια ιστορία που περιλαμβάνει συλλέκτες παράνομων αντικειμένων σεξ, έναν «σεξοαντικέρη», μια δημοσιογράφο που γράφει σε ένα φτωχομπινέδικο έντυπο συνωμοσιολογίας, το Running Dog, κατά το Rolling stone, έναν παντοδύναμο γερουσιαστή, ένα αρχηγό της μαφίας, έναν τύπο στρατολογημένο από τις μυστικές υπηρεσίες, μια καινούργια μυστική υπηρεσία, κ.ο.κ. Κι όλα ξεκινούν όταν ο «αντικέρης» τούς λέει πως βρέθηκε μια ταινία που απεικονίζει ένα όργιο στο καταφύγιο του Χίτλερ πριν το τέλος.

Πρόκειται για ένα νουάρ που ψεύδεται ασύστολα, πίσω από την καταιγιστική πλοκή, τις λιμουζίνες, την εξουσία, το σεξ βρίσκεται η κριτική για την εξουσία, το σεξ και την ανθρώπινη μοναξιά. Η ταινία που δείχνει τον Απόλυτο Κακό να κακοποιεί σεξουαλικά παιδάκια γίνεται το ιερό δισκοπότηρο για όλους, η πληροφορία διαστρεβλώνεται, τα μυστικά δίνουν και παίρνουν. Όλοι τη θέλουν, αλλά ξέρει κανείς γιατί τη θέλει; Ο «σεξοαντικέρης» παραμένει σταθερά καχύποπτος.

Το μυθιστόρημα ξεκινά εντυπωσιακά, μα ως το τέλος δεν κρατά την ορμή του. Ο Ντελίλο δεν ενδιαφέρεται καθόλου για την κάθαρση, η πλοκή είναι πρόσχημα για να μιλήσει για την πολιτική κατάσταση στην Αμερική τη δεκαετία του ‘70. Η παράνοια κυριαρχεί, όχι στο Κυνηγόσκυλο, στην αληθινή ζωή.

Τα συναισθήματά μου για το Κυνηγόσκυλο είναι χλιαρά, δεν το λάτρεψα, δεν το μίσησα, ούτε θεώρησα χάσιμο χρόνου την ανάγνωση. Από την άλλη με τριβελίζει η εξής σκέψη, πώς θα ένιωθα για αυτό, αν δεν το είχε γράψει ο Ντελίλο. Τι νιώθω για το μυθιστόρημα αυτό καθαυτό. Ανακάλυψα πως δεν μπορώ να διαχωρίσω την αγάπη μου για τα υπόλοιπα μυθιστορήματα του, και να δώσω μια σαφή απάντηση. Πιθανότατα αν ήθελα να πω σε κάποιον να ξεκινήσει να διαβάζει τον πρώιμο Ντελίλο, θα σύστηνα το Κυνηγόσκυλο. Για να εξοικειωθεί με τον χειρουργικής ακρίβειας λόγο, την αποξένωση που δημιουργεί από τους χαρακτήρες, το οξύ πολιτικό του βλέμμα.

Η αναζήτηση του απόλυτου Κακού, με μια ηδονοβλεπτική ματιά, σε επίπεδο εντελώς επιφανειακό, «μαθαίνω πως υπάρχει μια ταινιά για όργιο του Χίτλερ με μικρά παιδιά, και τη θέλω δικιά μου, χωρίς να αναλύσω τα κίνητρα», θυμίζει τόσο πολύ τον τρόπο που χειριζόμαστε την πληροφορία στη δική μας εποχή, 50 χρόνια μετά, που σε κάνει να αναρωτιέσαι, αν έβλεπαν κι άλλοι πού θα καταλήξουμε και κυνικά αποφάσισαν να το εκμεταλλευτούν.


                                                  Κατερίνα Μαλακατέ

"Κυνηγόσκυλο", Don Delillo, μτφ. Αποστόλης Πρίτσας, εκδ. Gutenberg

21/1/26

"Σφαγείο 5 ή η Σταυροφορία των παιδιών", Kurt Vonnegut






Αυτό που σοκάρει τον αναγνώστη στο Σφαγείο 5 είναι το χιούμορ, χιούμορ γυμνασιακό, και σάτιρα και ειρωνεία, και μαύρο κατάμαυρο, όλες οι πλευρές του χιούμορ παρελαύνουν στο Σφαγείο. Γελάς για να μην κλάψεις ή για την ακρίβεια, γελάς, και το γέλιο μετουσιώνεται σε υποκατάστατο του κλάματος τόσο για τον αναγνώστη, όσο και για τον συγγραφέα.

Το βιβλίο ξεκινά με ένα αυτοβιογραφικό κεφάλαιο, όπου ο αφηγητής μάς λέει πόσο καιρόν έκανε να γράψει αυτό το βιβλίο για τη Δρέσδη, για τον βομβαρδισμό της, πως πάντα πίστευε πως αυτό θα είναι το σπουδαίο του βιβλίο, γιατί είναι αυτοβιογραφικό. Ο αφηγητής ήταν εκεί.

Εκεί ήταν κι κεντρικός ήρωας, ο Μπίλλυ Πίλγκριμ (ας αφήσουμε ασχολίαστο το όνομα), ένας ταξιδευτής του χρόνου και του τραύματος. Ο Μπίλλυ λοιπόν μας αφηγείται τις τελευταίες μέρες του ως αιχμάλωτος πολέμου των Γερμανών στη Δρέσδη, τον βομβαρδισμό και την καταστροφή της πόλης, αλλά ταυτόχρονα μας μιλάει για όλη τη ζωή του έκτοτε (μια χαρά βολεύτηκε με τη χοντρή γυναίκα του ως οπτομέτρης) και για τη ζωή στον πλανήτη Τραλφάμαντορ.

Ο συγγραφέας είναι ο αφηγητής του πρώτου κομματιού, κι είναι ο Μπίλλυ Πίλγκριμ, κι όλοι οι συγκρατούμενοί του, είναι όλοι οι ήρωες που εμφανίζονται μέσα σε αυτό το μυθιστόρημα. Αλλά ταυτόχρονα και κανένας τους. Και πάει λέγοντας.

Ο Μπίλλυ Πίλγκριμ ξεκινάει να ταξιδεύει στον χρόνο στη Δρέσδη. Ο χρόνος για αυτόν δεν είναι παρά θραύσματα και μπορεί να βρεθεί από το ένα κομμάτι του χρόνου στο άλλο, από τη γέννηση, την απαγωγή του από τους εξωγήινους, τον θάνατο, τον γάμο του κ.ο.κ. Ο Μπίλλυ Πίλγκριμ είναι εκτός χρόνου και τόπου, άχρονος και άπατρις, είναι εγώ και είναι εσύ.

Πιστεύω πως δεν έχω διαβάσει καλύτερη περιγραφή του τραύματος από αυτή που κάνει ο Μπίλλυ Πίλγκριμ μιλώντας για τη σχέση του με τον χρόνο. Πόσο λεπτά είναι τα όρια ανάμεσα στην καταστροφή και την επιτυχία, την τρέλα και τη λογική, τη ελευθερία και την αιχμαλωσία, την τυχαιότητα και την ειμαρμένη. Μπορεί να σωθείς γιατί κυκλοφορείς στην Δρέσδη με ένα σκαρπίνι χωρίς τακούνι, μπορεί να πεθάνεις γιατί μίλησες για ιπτάμενους δίσκους. Μπορεί να είσαι ένας αιχμάλωτος παλιάτσος μες στις σφαίρες του πολέμου, κι ένας αιχμάλωτος σοβαρός σε έναν εξωγήινο ζωολογικό κήπο. Το βασικό που έχουν μάθει στον Πίλγκριμ είναι να σκάει και να κολυμπάει, εξάλλου έτσι τον έμαθε ο πατέρας του να κολυμπάει, απλά ρίχνοντας τον στον νερό. Και αυτός τα ίδια έμαθε στα παιδιά του, ο γιος του υπηρετεί στο Βιετνάμ. Τα όρια της ανθρώπινης βλακείας συγκρούονται με την δίψα για εξουσία, το παράλογο γίνεται νόρμα φυσιολογικό, κι όλα συνεχίζουν όπως πριν, όπως ήταν, χωρίς κανένας να αντιτίθεται, εναλλασσόμενοι ανάμεσα στο ρόλο του θύτη και του θύματος εις το διηνεκές. Ως τον θάνατο και πέρα από αυτόν.

Η ευφυία του Βόννεγκατ πραγματικά κάνει πάρτυ εδώ, παίζοντας με το προσωπικό τραύμα του ανθρώπου που ήταν στον πόλεμο, το συλλογικό τραύμα της διάλυσης των ψευδαισθήσεων του Δεύτερου Παγκοσμίου πολέμου, τη ματαιότητα της ανθρώπινης ζωής. Ένα πάρτυ που δεν μπορεί να τελειώσει με κανέναν άλλο τρόπο, παρά με ένα πουλί να σου λέει «Τσιριτρί;»

                      Κατερίνα Μαλακατέ


"Σφαγείο 5 ή η Σταυροφορία των παιδιών", Kurt Vonnegut, μτφ. Αλέξης Καλοφωλιάς, εκδ. Πατάκη

19/1/26

"Το όνομά μου είναι Εστέλα", Alia Trabucco Zerán




Το μεγάλο ατού του βιβλίου της Αλία Τραμπούκο Ζεράν είναι η φοβερή αφηγηματική φωνή∙ το μειονέκτημα ο ελληνικός τίτλος. Αστειεύομαι βεβαίως, όμως το βιβλίο χάνει κάτι από την γοητεία του με τον κοινότοπο τίτλο «Το όνομά μου είναι Εστέλα» μόλις συνειδητοποιήσεις τι σημαίνει "Limpia" στη Χιλή, μια παραδοσιακή τελετή κάθαρσης και καθαρότητας από την αρνητική ενέργεια, με βότανα και αυγά, που καταλήγει να αποδεσμεύει το άτομο, να το παραδίδει με προσευχές κι ευχές στην προσωπική γαλήνη. Στα αγγλικά ο τίτλος είναι “Clean”.

Όλο το κείμενο είναι μια τελετή για να καθαρίσει η πρωταγωνίστρια και αφηγήτρια, από μια ζωή μέσα στη βρωμιά των άλλων, από στη βρωμιά της ταξικής ανισότητας, αλλά και τον συναισθημάτων που αποκτάς για τον εκμεταλλευτή και κακοποιητή σου. Μια τελετή αφήγησης.
Όλα ξεκινούν με την Εστέλα να μας λέει ξερά, πως ένα παιδί πέθανε, και θα πρέπει να ακούσουμε την ιστορία της ως το τέλος. Σημασία έχει να τα πει όλα, και για αυτό δεν θα βιαστεί, ούτε θα νοιαστεί να ικανοποιήσει την περιέργειά μας. Δεν έχουμε καν ιδέα σε ποιον απευθύνεται: στον ανακριτή, στον αναγνώστη, στον εαυτό της, στο τίποτα.

Η Εστέλα ήταν εσωτερική οικιακή βοηθός σε μια μεσοαστική οικογένεια στη Χιλή, έκανε την καθαριότητα, μαγείρευε, σέρβιρε, καθάριζε την πισίνα και φρόντιζε το παιδί. Η ζωή της περνούσε μέσα στο σπίτι, ήξερε τα πάντα για αυτούς τους ανθρώπους, ακόμα και τα πιο μύχια μυστικά τους, μεγάλωνε το κοριτσάκι τους, αλλά εκείνη ήταν σαν να μην υπήρχε, το βράδυ αποσυρόταν στο μικρό δωματιάκι δίπλα στην κουζίνα.

Η φωνή αυτής της καθαρίστριας, τόσο καθαρή, με στρωτή γλώσσα, με βαθιά υπαρξιακά ερωτήματα, μοιάζει τόσο παράταιρη από αυτό που θα περίμενε κανείς από ένα ταλαίπωρο πλάσμα που όλη μέρα κυλιέται στη βρωμιά των άλλων. Η Εστέλα ωστόσο, όσο αφηγείται, αίρεται πάνω από τις προσωπικές της συνθήκες, γίνεται άχρονη, δεν ξέρουμε καν πόσο χρονών είναι, πώς μοιάζει, γίνεται και για μας φάντασμα. Γίνεται αυτό που της ζητάνε, είναι πάντα μέσα στην οικογένεια, πάντα έξω από αυτήν. Πάντα μέσα στην ιστορία και πάντα απέξω. Πάντα εντός και πάντα εκτός εαυτού και χρόνου.

Όλα αρχίζουν να γίνονται επικίνδυνα, όταν η Εστέλα αποκτά κάτι δικό της, μια αδέσποτη σκύλα. Κι οι ισορροπίες αλλάζουν όταν χάνει τα μοναδικά της πράγματα, τη μαμά της, την αγάπη για τον Νότο, τη σκύλα. Τα αφεντικά φυσικά δεν καταλαβαίνουν τίποτα.
Ομολογώ πως το μυθιστόρημα σε ένα σημείο έγινε μελό. Όμως είναι τέτοια η δύναμη αυτής της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, που δεν το παράτησα. Η ιστορία που ξεκινά με την παραδοχή ενός θανάτου, έπρεπε να τελειώσει μέσα μου. Γιατί από την πρώτη γραμμή νομίζεις πως τα ξέρεις όλα, και τελικά δεν ξέρεις τίποτα. Και στο τέλος ξαναγυρνάς στην αρχή για να καταλάβεις. Κάπως όπως και στη ζωή, δηλαδή.

Η Αλία Τραμπούκο Ζεράν, γεννημένη το 1983, είναι γνωστή συγγραφέας στη Χιλή, υπήρξε προνομιούχα, o πατέρας της ήταν κινηματογραφιστής, και η μητέρα της Πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Τηλεόρασης, έκανε σπουδές στη δημιουργική γραφή στη Νέα Υόρκη και στο Λονδίνο, και έχει ήδη κερδίσει αρκετά βραβεία. Έχω την εντύπωση όμως πως με την Εστέλα κατάφερε να μπει στο πετσί ενός πλάσματος πολύ διαφορετικού από την ίδια, και να μας κάνει κι εμάς να νιώσουμε όλη την αγωνία και τον τρόμο της στο πετσί μας.


                                  Κατερίνα Μαλακατέ



"Το όνομά μου είναι Εστέλα", Alia Trabucco Zerán, μτφ. Εύη Σέμπου, εκδ. Gutenberg