16/8/19

"Η έρημος των Ταρτάρων", Dino Buzzati



Όσες φορές κι αν διαβάσει κανείς το αριστούργημα του Ντίνο Μπουτζάτι, Η έρημος των Ταρτάρων, θα ενθουσιαστεί. Το είχα διαβάσει πριν καμιά δεκαετία σε μετάφραση Ανταίου Χρυσοστομίδη(εκδ. Αστάρτη), και η επανέκδοσή του από το Μεταίχμιο σε μετάφραση Μαρίας Οικονομίδου μού έδωσε μεγάλη χαρά γιατί η έκδοση της Αστάρτης ήταν χρόνια εξαντλημένη. Στην αρχή είπα πως δεν θα το ξαναδιαβάσω, μα το βιβλίο με τριγυρνούσε όπως με βασανίζει κατά καιρούς το Πέδρο Πάραμο, και κάποια στιγμή η επανανάγνωση φαινόταν μονόδρομος. 

Ο υπολοχαγός Τζοβάνι Ντρόγκο έχει πάρει την πρώτη του μετάθεση και ξεκινά από την πόλη να βρει το Οχυρό, ένα κάστρο στα βόρεια σύνορα, που φαίνεται να μην ξέρει κανείς πού είναι. Ο Ντρόγκο έχει όνειρα και φιλοδοξίες, έχει τελειώσει πια τη σχολή, είναι νέος χωρίς να είναι νεανίας, και θέλει να χτίσει την καριέρα του, να ερωτευτεί, να περάσει καλά. Ανακαλύπτει πως το Οχυρό είναι ένα μέρος ξεχασμένο από τον θεό και στην αρχή θέλει να φύγει αμέσως. Του ζητούν να κάνει τέσσερις μήνες υπομονή και μετά να δηλώσει ασθένεια και να φύγει. Όμως όταν έρχεται ο καιρός ο υπολοχαγός δεν φεύγει, τον ρουφάει η καθημερινότητα, η συνήθεια, κάτι ασαφές στο ίδιο το κάστρο, η προοπτική να έρθει από τα σύνορα μια ορδή Ταρτάρων, να γίνει πόλεμος και να δοξαστεί. Και τέσσερα χρόνια μετά είναι ακόμα εκεί όπου δεν συμβαίνει τίποτα. Κι έπειτα το Οχυρό γίνεται η ζωή του με τέτοιο τρόπο, που δεν αγαπά πια την κοπέλα ποθούσε, και δεν μοιάζει σπίτι του το πατρικό του στην πόλη, και δεν τον νοιάζουν τα αδέλφια κι η μάνα του, ούτε οι φίλοι του, και δεν έχει σημασία που δεν θα κάνει καριέρα. Σημασία έχουν μόνο οι Τάρταροι που θα έρθουν από την Έρημο. Αυτοί οι άνθρωποι είναι μια κάποια λύσις. 

Οι Τάρταροι – ονομασία ανάμεσα στους Τατάρους και τα τάρταρα- δεν κάνουν την εμφάνισή τους παρά πολύ αργά. Αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν ποτέ το θέμα. Το ζήτημα ήταν πάντα η ζωή, η ματαιότητά της, ο τρόπος που η καθημερινότητα σε κρατά στάσιμο, κι αυτή η σταθερότητα γίνεται η μόνη συντροφιά, το μόνο που έχεις. Και περνάνε τα χρόνια και οι εποχές, και η νεότητα αλλάζει, κι έπειτα δεν είσαι πια νέος, και η μόνη σταθερά είναι η μονιμότητά στην ανία. Και μια ελπίδα. Πως θα έρθουν οι Τάρταροι. 

Η έρημος των Ταρτάρων σε κερδίζει από την πρώτη στιγμή, αν και η πλοκή είναι αργή και βασανιστική, συχνά νιώθεις τυλιγμένος στην αχλή του ονείρου. Ο Τζιοβάνι Ντρόγκο είναι ένας άνθρωπος συμπαθής, με τον οποίο ταυτίζεσαι, γίνεσαι ένα, κι εσύ έτσι ζεις. Η ζωή του κυλάει όπως η δική μας, δεμένη σε μια περίεργη, ακαθόριστη ιδέα δόξας ή έστω δράσης, κι η δράση δεν έρχεται ποτέ, ως τον θάνατο. Λίγα είναι τα βιβλία που μπορούν να μιλήσουν με τόση ενάργεια για αυτό που συμβαίνει στα ανθρώπινα, Αυτό το μυθιστόρημα είναι λιτό, αιχμηρό, χωρίς φτιασίδια, μένει στη μνήμη, σε κυνηγάει χρόνια μετά, για να το ξαναδιαβάσεις, για να καταλάβεις∙ τι είναι αυτό που καίει τα σωθικά μας και ταυτόχρονα τα κατατρώει και μας οδηγεί στον θάνατο. 


                                                          Κατερίνα Μαλακατέ




"Η έρημος των Ταρτάρων", Ντίνο Μπουτζάτι, μετ. Μαρία Οικονομίδου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019, σελ. 292







9/8/19

"Πλην", Andrew Sean Greer



Διάβασα τον κύριο Πλην με μεγάλο κέφι, (και) γιατί ήμουν σε διακοπές. Η ιδέα για ένα κωμικό μυθιστόρημα τριγυρνάει πολύ καιρό στο μυαλό μου, είναι ερεθιστικό να στήσεις κάτι αστείο, που δεν μοιάζει γυμνασιακό και είναι λογοτεχνία. Το ακόμα πιο δύσκολο για τον Άντριου Σων Γκρίερ ήταν πως διάλεξε ρεαλιστικό πλαίσιο- οι πιο σπουδαίοι κωμικοί λογοτέχνες που ξέρω γράφουν φανταστικό. 

Ο Άρθουρ Πλην είναι ένας πενηντάρης γκέι συγγραφέας, που ξέρει πως είναι μέτριος και "δεν θα βρεθεί κανείς δίπλα του σε μια πτήση να έχει ακούσει τα βιβλία του". Ανδρώθηκε ερωτικά και συγγραφικά όσο είχε δεσμό με τον Ρόμπερτ, σπουδαίο άντρα και ποιητή. Τα τελευταία χρόνια αυτή η σχέση είχε τελειώσει, κι ο Άρθουρ είχε δεσμό με τον πολύ νεότερό του Φρέντι. Αυτή τη δεύτερη σχέση δεν την πήρε ποτέ στα σοβαρά, και χώρισε τον νεαρό για να βρει τον δρόμο του. Μόνο όταν είδε την πρόσκληση γάμου με έναν άλλον άντρα, κατάλαβε πως δεν θα άντεχε κάτι τέτοιο. Κι έκανε το πιο ώριμο πράγμα της γης, αντί να απλά να αρνηθεί να παραβρεθεί στον γάμο του εραστή του, αποδέχτηκε όλες τις άκυρες λογοτεχνικές προσκλήσεις, κι έτσι ξεκίνησε ένα ταξίδι- γύρος της Γης και καταβύθισης στον εαυτό. 

Το βιβλίο είναι μια γλυκιά σάτιρα για τον λογοτεχνικό κόσμο στα πέρατα της Οικουμένης- παντού ίδιοι είμαστε, φοβισμένοι κάπως, εγωιστές, επηρμένοι και χωρίς συναίσθηση του γελοίου- αλλά και τη γκέι κοινότητα. Ένα βιβλίο για έναν μεσόκοπο λευκό γκέι αποτυχημένο λογοτέχνη που περιπλανιέται. Μα ποιος θα ενδιαφερόταν για κάτι τέτοιο, αναρωτιέται ο ίδιος ο Πλην μέσα στο βιβλίο. Αλλά ενδιαφερόμαστε. Κυρίως γιατί ο Άρθουρ Πλην είναι ένας άνθρωπος καλών προθέσεων και καλής πάστας. Είναι πληγωμένος από τον έρωτα, μα δεν θα το έδειχνε ποτέ για να μην χαλάσει τη χαρά του εραστή του, είναι πληγωμένος από τη μετριότητά του, όμως την αποδέχεται, είναι ένας άνθρωπος που έχασε τόσους φίλους από AIDS, που μοιάζει σαν να είναι ο μόνος επιζών. Και θα γίνει και πενήντα. 

Το μυθιστόρημα έχει αμήχανες και βαρετές σεκάνς- ίσως στο πρωτότυπο να ήταν πιο αστείες, γιατί τα λογοπαίγνια είναι πολύ δύσκολο να τα μεταφράσεις. Έχει όμως και λαμπρές σκηνές, που σου δημιουργούν από απλό χαμόγελο ως γλυκόπικρα γέλια. Γελάμε κυρίως όταν αναγνωρίζουμε κομμάτια του εαυτού μας. Όλο το αστείο δεν μπορεί ποτέ να μεταφερθεί σε μια άλλη γλώσσα- ας πούμε θεωρώ μάλλον άκυρη τη μετάφραση του επωνύμου από Less σε Πλην. Παρ’ όλα αυτά το μυθιστόρημα διατηρεί μια φρεσκάδα που σε καθηλώνει. Κι έχει και στιγμές βάθους. Κι ίσως τον πιο έξυπνο αφηγητή από καταβολής λογοτεχνίας (δεν θα κάνω spoiler). 

Δεν είναι το «Πλην» ένα μεγαλοφυές μυθιστόρημα, δεν έχει καν τη σατανική μαγεία του χιούμορ ενός Ντάγκλας Άνταμς, ενός Γκέιμαν, ενός Πράτσετ. Έχει όμως κάτι από τη γλύκα και την πίκρα του Γούντι Άλεν, σε κάνει στο τέλος να χαμογελάς σκεφτικός. Πιστεύω πως αν διάβαζα το "Πλην" στο πρωτότυπο η γνώμη μου για αυτό θα ήταν διαφορετική, πιθανώς ακόμα καλύτερη. Η ίδια η απόφαση της μετάφρασης ενός τέτοιου βιβλίου ήταν άθλος. Και θα ήθελα ο Άρθουρ Πλην να είναι η αρχή για πολλούς πολλούς κωμικούς χαρακτήρες στο μέλλον. 



                                                              Κατερίνα Μαλακατέ



"Πλην", Άντριου Σων Γκριερ, μετ. Παλμύρα Ισμυρίδου, εκδ. Δώμα, 2019, σελ. 318














Υ.Γ. Φυσικά και δεν ξέρω πώς θα μετέφερα εγώ το λογοπαίγνιο του επωνύμου, δεν θέλω χαζά. 





2/8/19

"Εκεί που τελειώνει η ιστορία", Alessandro Piperno



Ομολογώ πως έχω διαβάσει μόνο άλλο ένα από τα βιβλία του Αλεσσάντρο Πιπέρνο, το «Με τις χειρότερες προθέσεις», περίπου μια δεκαετία πριν. Έχω όμως στο νου μου τη φήμη που τον ακολουθεί, από αυτόν περιμένουν αρκετοί ένα μεγάλο Ιταλικό μυθιστόρημα. Προς το παρόν, το τελευταίο του βιβλίο, το «Εδώ που τελειώνει η ιστορία», είναι ένα τίμιο βιβλίο, με αρκετές αμήχανες κι άλλες τόσες πολύ καλές στιγμές, που πιθανώς να με ενθουσίαζε αν δεν είχα μεγαλύτερες προσδοκίες. 

Πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος είναι ο Ματτέο, που γυρνά στη Ρώμη μετά από δεκατέσσερα χρόνια, αφού έχει φύγει στην Καλιφόρνια κυνηγημένος για χρέη. Στην Αμερική αφήνει πίσω του δύο γυναίκες, μια πρώην και μια νυν. Αλλά και στην Ρώμη έχει αφήσει μια πρώην και μια νυν. Και δυο, ενήλικα πια, παιδιά, με τα οποία παραδόξως είχε καλές σχέσεις, αν και ο μεγάλος του γιος, ο Τζόρτζιο, τώρα δεν θέλει καν να τον δει. Η κόρη του, η Μαρτίνα, είναι ένα κορίτσι κάπως μπερδεμένο, εικοσάχρονο, που ενώ είναι παντρεμένη με τον πάμπλουτο, ωραιότατο και αφοσιωμένο συνομήλικό της Λορέντσο, πιστεύει πως είναι ερωτευμένη με την αδελφή του, Μπέννυ. 

Οι γυναίκες του Ματτέο πάντα τελικά τον συγχωρούσαν, αυτό είναι το βασικό του προτέρημα, πείθει τους ανθρώπους για τις καλές προθέσεις του. Έτσι κι η Φρανσέσκα, η μητέρα της Μαρτίνα, που τον δέχτηκε στο κρεβάτι της μετά από τόσα χρόνια και δύο άλλους γάμους και δεν τον χώρισε ποτέ, αφήνοντας τον να είναι δίγαμος και τρίγαμος. Είναι από αυτούς που καταφέρνουν τους άλλους να μην τους κρατούν κακία, αν και όπως αποδεικνύεται στο βιβλίο, τίποτα δεν μπορεί να είναι χωρίς συνέπειες.

Οι χαρακτήρες του Πιπέρνο είναι ζωντανοί, η Εβραϊκή κοινότητα της Ρώμης, σκιαγραφείται πολύ καλά, οι ανθρώπινες σχέσεις πρωταγωνιστούν. Λείπει ίσως κάτι από την κατασκευή του μυθιστορήματος, που θα το ανέβαζε ένα σκαλί παραπάνω, θα του έδινε μεγαλύτερο βάθος και ένταση. Πάντως το «εκεί που τελειώνει η ιστορία» δεν παύει να είναι μια ενδιαφέρουσα ιστορία, εξαιρετικά ειπωμένη από έναν κομψό και άνετο αφηγητή. Δεν έχεις τίποτα να προσάψεις στον συγγραφέα, μόνον ίσως πως θα ήθελες κάτι παραπάνω, κάτι που να σε αιφνιδιάσει, και να σε ρίξει στα βαθιά της λογοτεχνίας. 




                                                             Κατερίνα Μαλακατέ




"Εκεί που τελειώνει η ιστορία", Αλεσσάντρο Πιπέρνο, μετ. Άννα Παπασταύρου, εκδ. Πατάκη, 2019, σελ. 331

28/7/19

"Η ξηρασία", Jane Harper



Υποδειγματικό pageturner που δεν κάνει πουθενά κοιλιά και κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, είναι η Ξηρασία της Jane Harper. Ένα βιβλίο που δεν μοιάζει με πρωτόλειο- αν και είναι- και σε προδιαθέτει να διαβάσεις τα επόμενά της με λαχτάρα. 

Σε μικρή πόλη της Αυστραλίας, την Κιβάρα, έχει να βρέξει δύο χρόνια. Η ξηρασία φτάνει τους αγρότες στα όριά τους οικονομικά, οι φάρμες της περιοχής δυσκολεύονται να επιβιώσουν, κι η ένταση φτάνει στο αποκορύφωμα, όταν οι Χάντλερ βρίσκονται νεκροί. Όλοι πιστεύουν πως ο νεαρός πατέρας Λουκ σκότωσε την οικογένειά του- τον εξάχρονο γιο και την όμορφη και έξυπνη σύζυγό του- και μετά αυτοκτόνησε. Τότε όμως γιατί χαρίστηκε στο δεκαοκτάμηνο μωρό τους; Για την κηδεία εμφανίζεται ο άλλοτε κολλητός του Λουκ, Άρον Φαλκ, που τώρα είναι αστυνομικός οικονομικών εγκλημάτων. Παρ’ όλο που το κλίμα στην πόλη δεν τον σηκώνει, θα μείνει, για να ξεκαθαρίσει μαζί με τον τοπικό αστυνόμο, τι πραγματικά έγινε. 

Το παρελθόν στοιχειώνει το βιβλίο, ξετυλίγεται αργά, μαζί με την ιστορία στο παρόν. Η συγγραφέας χρησιμοποιεί έξυπνα τη σχέση του Λουκ και του Άρον με συνεχή φλας μπακ,  δίνει μικρά δολώματα για το τι θα γίνει παρακάτω. Ταυτόχρονα αναλύεται όλη η νοοτροπία της υπαίθρου στην Αυστραλία, η μικρή κλειστή κοινωνία με τα πάθη, την αγριότητα και τις παρεκτροπές της. Τόσο οι πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες όσο και οι δευτερεύοντες είναι χτισμένοι αριστοτεχνικά, ενώ η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα εντείνεται όσο προχωρά η πλοκή. 

Η Ξηρασία είναι πολύ καλά δομημένη, σε βάζει στη λογική να βρεις το δολοφόνο, αν και όσο περνάνε οι σελίδες δεν σε νοιάζει μόνο αυτό, υπάρχουν κι άλλα που σε αφορούν. Πρόκειται για καθαρόαιμο αστυνομικό, χωρίς όμως τις φλυαρίες και τις κοινοτοπίες του είδους. Ένα μυθιστόρημα καλογραμμένο, ιδανικό για να σε ξαναβάλει σε αναγνωστικό ρυθμό, να δημιουργήσει τη γέφυρα που χρειάζεται ανάμεσα στα βιβλία, τη μίξη ανάμεσα σε ευκολοδιάβαστα και πιο δύστροπα, που κάνει την ανάγνωση αληθινή ψυχαγωγία. 




                                                    Κατερίνα Μαλακατέ




"Η Ξηρασία", Jane Harper, μετ. Χίλντα Παπαδημητρίου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019, σελ. 420

24/7/19

"Συζητήσεις με φίλους", Sally Rooney





Δυσκολεύτηκα να βρω έναν λόγο για να συνεχίσω το διάβασμα του «Συζητήσεις με φίλους» της 28χρονης Σάλλυ Ρούνεϋ, κι αν τελικά το τελείωσα είναι για να καταλάβω γιατί ένα τέτοιο βιβλίο μπορεί να «αντιπροσωπεύει τη γενιά των millennials» ή τι το νέο κομίζει στη λογοτεχνία που το ξεχωρίζει και το καθιστά αρκετά σημαντικό για να ασχοληθούν τόσοι μαζί του. Ομολογώ πως ως το τέλος, δεν το βρήκα. Η Ρούνεϋ φαίνεται να αδιαφορεί για τη λογοτεχνική γλώσσα, το κείμενο μοιάζει άχαρο και κακογραμμένο. Έχει σε κάποια σημεία φρεσκάδα, σαν να διαβάζεις στάτους στα κοινωνικά δίκτυα, όμως πώς αυτό μπορεί να μετουσιωθεί σε λογοτεχνία ατόφιο και μη επεξεργασμένο, μου διαφεύγει. Τα πράγματα δεν βελτιώνονται ούτε από την ιστορία, γεμάτο δήθεν χαρακτήρες, με σχηματική πλοκή, στηρίζεται κυρίως στην ανάλυση των διαπροσωπικών σχέσεων. Συχνά νιώθεις πως διαβάζεις το «Sex and the city» του 2020.



H Φράνσις είναι μια 21χρονη ποιήτρια, που παλιά τα είχε με τη Μπόμπι, ενώ τώρα είναι απλά κολλητές. Μαζί κάνουν περφόρμανς ποίησης, ώσπου τους ανακαλύπτει η 37χρονη κριτικός λογοτεχνίας Μελίσσα. Η Μπόμπι θα γοητευτεί από τη Μελίσσα, μα η Φράνσις θα γοητευτεί από τον άντρα της, τον Νικ. Ο Νικ είναι 32χρονος, ηθοποιός, κούκλος, που πάσχει και από κατάθλιψη. Παρακολουθούμε τη Φράνσις και τη Μπόμπι στην εκδρομή που κάνουν όλοι μαζί στη Γαλλία, όπου η Μελίσσα τις καλεί σε μια έπαυλη που δεν είναι δική της, ενώ η Φράνσις πηδιέται με τον άντρα της. Η πλοκή είναι απελπιστικά αργή, η ηρωίδα- που όταν πληγώνεται ρίχνει και μια τσιμπιά στο μπράτσο της μέχρι να ματώσει και μετά βάζει τσιρότο, ενώ πάσχει από ενδομητρίωση και για αυτό έχει βαριές περιόδους-, είναι μάλλον αντιπαθής και εγωκεντρική.

Το να παρουσιάσεις τη γενιά που ανδρώθηκε μέσα στην κρίση, τους εικοσάρηδες, σαν ανθρώπους τόσο ρηχούς, που κινούνται και κοιμούνται με την προηγούμενη γενιά με άνεση μα δεν μπορούν να δέσουν ούτε τα κορδόνια τους, είναι επιφανειακό και εύκολο. Το θέμα με τα chat και τα mail δεν τσουλάει, φαίνεται παρωχημένο. Η τεχνολογία μάς προλαβαίνει συνεχώς, αν το έγραφε τώρα η Ρούνεϋ, μόλις 2 χρόνια μετά, η γλώσσα θα ήταν ήδη άλλη. Αυτή η γλώσσα είναι και το βασικό πρόβλημα. Για να γράψεις μυθιστόρημα σε μια γλώσσα έξω από τα καθιερωμένα λογοτεχνικά πρότυπα απαιτούνται κότσια και γνώση. Εδώ φαίνεται η συγγραφέας απλά να μην μπορεί, και να το επιδεικνύει κιόλας.




Εν ολίγοις, θα περίμενα από ένα μυθιστόρημα σαν κι αυτό, πολλαπλά επίπεδα. Για να μπορέσει να εκφράσει μια γενιά, δεν αρκεί η στείρα καταγραφή ενός κομματιού της, με μια γλώσσα του συρμού, απαιτείται άλλη δεξιοτεχνία. Το βάθος δεν επιτυγχάνεται όταν κανείς το παίζει μπλαζέ και αδιάφορος, αντίθετα χρειάζεται σκάψιμο και προσπάθεια. Εικάζω πως αν η Σάλλυ Ρούνεϋ είναι η νέα Φρανσουάζ Σαγκάν, ο νέος Τρούμαν Καπότε ή ο νεός Σάλιντζερ, όπως κατά κόρον διαφημίζεται, τότε η λογοτεχνία μας θα έχει σοβαρότατα προβλήματα στο μέλλον. 


                                             
                                                                    Κατερίνα Μαλακατέ


"Συζητήσεις με φίλους", Σάλλυ Ρούνεϋ, μετ. Μαρία Φακίνου, εκδ. Πατάκη, 2019, σελ. 382







Υ. Γ. Γενικά τα μεγάλα λόγια στα οπισθόφυλλα με κάνουν να κρατώ πια μικρό καλάθι.


11/7/19

"εκεί που ζούμε", Χρίστος Κυθρεώτης




Αυτό που εντυπωσιάζει στο βιβλίο του Χρήστου Κυθρεώτη, «εκεί που ζούμε», είναι η αφηγηματική άνεση, ο αβίαστος τρόπος με τον οποίο ακολουθούμε τη φωνή του πρωτοπρόσωπου αφηγητή και κεντρικού χαρακτήρα, Αντώνη Σπετσιώτη, σαν να είναι κάποιος δικός μας άνθρωπος, ίσως κι ο άλλος μας εαυτός. Θα μπορούσες να διαβάζεις ένα τέτοιο μυθιστόρημα συνέχεια, να έχεις τον ήρωα πλάι σου για πολλές σελίδες. Όμως -κι εδώ ίσως είναι κλειδί της ιστορίας-, ο συγγραφέας έχει βάλει όριο, ξέρουμε από την αρχή πως θα παρακολουθήσουμε μόνο μία μέρα από τη ζωή του Σπετσιώτη, και μάλιστα γνωρίζουμε τι θα κάνει ή τι προγραμματίζει να κάνει μέσα σε αυτή. Αυτό το αφηγηματικό πλαίσιο απελευθερώνει τον αναγνώστη κι απογειώνει το βιβλίο. 

Ο Αντώνης είναι δικηγόρος, βρέθηκε στη δικηγορία λίγο πολύ τυχαία, 35αρης, «συνεργάτης» σε ένα γραφείο. Έχει δύο μεγάλες σχέσεις πίσω του, τη Στέλλα και την Άννα, και δυο χωρισμένους γονείς. Αυτή τη Παρασκευή πρέπει πρώτα να αντιμετωπίσει μια ζόρικη υπόθεση στο δικαστήριο – ένα κέντρο αισθητικής έχει βάλει μια κυρία να υπογράψει ένα σωρό αποδείξεις για θεραπείες και τώρα κινδυνεύει να χάσει το σπίτι της-, να δει την πρώτη του κοπέλα τη Στέλλα με την οποία δεν έχει ξεκόψει, να συνοδέψει τον πατέρα του από το Χαλκούτσι στο Δήλεσι, όσο εκείνος οδηγεί ένα γεωτρύπανο, και τελικά αργά το βράδυ να βρεθεί στα «γενέθλια» ενός μπαρ, για να τα πει με την πρώην του, την Άννα. 

Ο Αντώνης είναι ένας χαρακτηριστικός άνθρωπος της γενιάς μας, καλών προθέσεων και πάστας, έξυπνος, απομονωμένος, σε μια δουλειά που δεν μοιάζει καθόλου ιδανική, χαμένος και αποπροσανατολισμένος, αλλά ταυτόχρονα τρυφερός και δοτικός. Ο Αντώνης νοιάζεται∙ για τη μάνα του που σπατάλησε τη ζωή της με τον πατέρα του πριν τον χωρίσει, για τον πατέρα του που κατέληξε μόνος σε ένα παράπηγμα στο Χαλκούτσι, αλλά πέρασε και τη ζωή του μόνος πάνω σε ένα γεωτρύπανο, γιατί αγαπούσε πολύ τη δουλειά του, για τις παλιές κοπέλες του, ακόμα και για την αγαθή πελάτισσα του ινστιτούτου αισθητικής. Αυτό δεν τον εμποδίζει να εκνευρίζεται, να χαίρεται, να μην μπορεί να δει τον εαυτό του ειλικρινά. Ο Αντώνης σε δύο μήνες θα φύγει από την Ελλάδα γιατί τον πήραν σε μια θέση στο εξωτερικό που ούτε καν ξέρει τι είναι, και δεν το ‘χει πει σε κανέναν, ούτε στην ίδια του τη μάνα. 





Οι ήχοι και οι εικόνες της πόλης πρωταγωνιστούν στο μυθιστόρημα. Κι η Ελλάδα της κρίσης. Αυτό όμως που το ξεχωρίζει, και το κάνει ένα από καλύτερα βιβλία που διάβασα φέτος, είναι η καθαρότητα. Ο ήρωας του Κυθρεώτη ψάχνει να βρει τον εαυτό του ή μάλλον προσπαθεί να υπερασπίσει αυτό που είναι ο εαυτός του, με μεγάλη δύναμη, η φωνή του είναι ξεκάθαρη, κι όταν ουρλιάζει, κι όταν ψιθυρίζει, κι όταν είναι δίκαιος, κι όταν είναι άδικος. Δεν έχει σημασία αν συμφωνείς ή όχι μαζί του, αν ταυτίζεσαι ή όχι, σου αρκεί που τον ξέρεις. Σπάνια συγγραφέας μπαίνει τόσο στο πετσί του ήρωά του. 

Το «εκεί που ζούμε» είναι ευκολοδιάβαστο και πολυεπίπεδο μαζί, βουτάει στα βαθιά της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, ακόμα και στους δευτεραγωνιστές, ειδικά στη φιγούρα του πατέρα. Αποδεικνύει πως η λογοτεχνία, τις περισσότερες φορές, φτιάχνεται από τα χωμάτινα υλικά του εαυτού μας, κι όχι μόνο από τη δομή και τη φόρμα. Ο Χρίστος Κυθρεώτης τα κατάφερε, έστησε ένα μυθιστόρημα που ακούγεται περίτεχνο- 440 σελίδες για μία μόνο μέρα ενός ήρωα- μα απελευθερώθηκε από τη μεγάλη παράδοση των μοντερνιστικών μυθιστορημάτων σε αυτή τη μανιέρα, έβαλε ψυχή και τον εαυτό του, κι έγραψε ένα βιβλίο που είμαι σίγουρη πως θα τον καθιερώσει ως έναν από τους βασικούς εκπροσώπους της γενιάς μας. 



                                                                    Κατερίνα Μαλακατέ


 
"εκεί που ζούμε", Χρίστος Κυθρεώτης, εκδ. Πατάκη, 2019, σελ. 440














Υ.Γ. 42 Η πρώτη φωτογραφία στην ανάρτηση είναι δικιά μου, η τελευταία της Αγγελικής Μποζίκη. Η φωτογραφία εξωφύλλου πάντως είναι του Ιάκωβου Ανυφαντάκη.