9/8/20

"Τα αγόρια του Νίκελ", Colson Whitehead

 

Πραγματικά σκληρό βιβλίο Τα αγόρια του Νίκελ του Colson Whitehead. O συγγραφέας, που και στο προηγούμενο βιβλίο του, τον Υπόγειο Σιδηρόδρομο, είχε ασχοληθεί με τον ρατσισμό, έπεσε πάνω στην είδηση μόλις το 2014: φοιτητές αρχαιολογίας έκαναν ανασκαφή σε ένα άτυπο νεκροταφείο δίπλα σε ένα αναμορφωτήριο- σχολείο. Πολλά αταυτοποίητα κορμιά, αγοριών που το αναμορφωτήριο δήλωνε πως το «έσκασαν», κόκκαλα που δεν ήξερες σε ποιον ανήκουν, γεμάτα σημάδια βασανισμών. Δίπλα και οι χώροι των βασανιστηρίων. Όλα, αφορούσαν μαύρα αγόρια. Το αναμορφωτήριο δούλευε για εκατόν έντεκα χρόνια. Οι σκελετοί των αγοριών προέρχονταν από όλες τις εποχές του. Η δουλεία μπορεί έχει καταργηθεί κοντά διακόσια χρόνια πριν, οι φυλετικές διακρίσεις πάλι, όχι. Οι "μαύρες ζωές" ακόμα δεν είναι σίγουρο πως μετράνε.

Ο Whitehead έγραψε "Τα αγόρια του Νίκελ" για ένα φανταστικό μέρος, όμως το μυθιστόρημα στηρίζεται τόσο στην πραγματικότητα που σου κόβει την ανάσα. Όλα μεγεθύνονται, όσο έχεις στο μυαλό σου πως ήταν αληθινά. Πρωταγωνιστής ο Έλγουντ Κέρτις, ένα μαύρο, εξαιρετικά ευφυές αγόρι που ζει με τη γιαγιά του- οι γονείς εγκατέλειψαν την προσπάθεια και το παιδί τους κι έφυγαν μακριά όταν εκείνος ήταν πολύ μικρός. Είναι τόσο έξυπνος και υπάκουος, που την επόμενη χρονιά θα παρακολουθούσε κολεγιακά μαθήματα, κι ας πήγαινε σε Λύκειο για μαύρους. Ώσπου από μια άδικη στροφή της μοίρας, καταλήγει στο Νίκελ. Εκεί τα μαύρα αγόρια έχουν σαφώς άλλη αντιμετώπιση από τα λευκά – με κορυφαίο ένα αγόρι που ανάλογα το πόσο μαυρίζει από τον ήλιο του αλλάζουν πτέρυγα. Κι ο Έλγουντ μαθαίνει πώς να μην μιλάει, πώς να υπακούει τυφλά και παράλογα, πώς να βλέπει το άδικο και να μην αντιδρά, πώς να μην ψάχνει κάτι καλύτερο από πλευράς εκπαίδευσης και τύχης, πως είναι παιδί ενός κατώτερου θεού που η μόνη ευκαιρία που έχει είναι να επιβιώσει.  

Το βιβλίο είναι τοποθετημένο κάπου στα μέσα της δεκαετίας του '60, και μιλάει για μια πραγματικότητα που την ζούσαν οι έγχρωμοι τότε και δεν έχει αλλάξει πλήρως ακόμα στην Αμερική, ίσως ούτε κι αλλού. Ο Έλγουντ, που δεν ξεχνά τα λόγια του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, ζει μια κόλαση, δεν έχει καμία δυνατότητα αντίδρασης που δεν καταλήγει στον θάνατο. Η ζωή των μαύρων αγοριών του Νίκελ δεν μετράει, τα σεξουαλικά και άλλα βασανιστήρια είναι στην ημερήσια διάταξη, να βγεις από όλο αυτό ζωντανός μοιάζει θαύμα.

Στην αρχή, ειδικά διαβάζοντας την εισαγωγή, ένιωσα πως πνιγόμουν. Όμως γρήγορα το βιβλίο με ρούφηξε και το τελείωσα χωρίς καθυστερήσεις.  Ο τρόπος που περιγράφει τα γεγονότα, απλά, χωρίς πολύπλοκες αφηγηματικές τεχνικές ούτε φτιασίδια, κάνει τον πόνο εντονότερο, βάζει βαθύτερα το μαχαίρι στην πληγή του ρατσισμού. Γιατί αυτό κάνει και ο ρατσισμός, ο αποκλεισμός με βάσει μόνο το χρώμα του σώματός σου ή την καταγωγή, σε πνίγει, δεν αφήνει καμία διαφυγή. Θες να ουρλιάξεις από την αδικία, αλλά όσο ουρλιάζεις, τόσο περισσότερο σε πνίγουν. Μέχρι να μην έχεις φωνή πια.

Τα αγόρια του Νίκελ είναι καλύτερο βιβλίο από τον Υπόγειο Σιδηρόδρομο που είχε προσχεδιασμένες σκηνές που σε έβγαζαν από τον ρυθμό της ανάγνωσης. Εδώ μιλάμε για ένα σφιχτοδεμένο και σπαρακτικό μυθιστόρημα, ίσως από τα καλύτερα που διάβασα αυτό το καλοκαίρι. Χειρίζεται το θέμα του με ένταση και ορμή, χωρίς διδακτισμό, με μόνο σκοπό να πει μια ιστορία. Μια ιστορία πολύ πονεμένη. Και δυστυχώς πιο επίκαιρη από ποτέ.

  


                                 Κατερίνα Μαλακατέ




"Τα αγόρια του Νίκελ", Κόλσον Γουάιτχεντ, μετ. Μυρσίνη Γκανά, εκδ. Ίκαρος, 2020, σελ. 264

1/8/20

"Νοέμβριος", Γιώργος Σκαμπαρδώνης



Πρώτος μου Σκαμπαρδώνης ο «Νοέμβριος». Λάθος, μέγα λάθος, πώς την πάτησα έτσι, τώρα θα πρέπει να αναζητήσω όλα τα βιβλία του σε αυτή την ώριμη ηλικία. Νόμιζα πως η εποχή που κολλούσα με συγγραφείς είχε περάσει ανεπιστρεπτί. 

Τα πρώτα διηγήματα της συλλογής με ενόχλησαν, αυτοαναφορικότητα, ίσως μια ιδέα ελιτισμός, η πραγματικότητα ιδωμένη μόνο από μια πλευρά, χειραγωγημένη. Αυτή η χειραγώγηση είναι που κάνει τελικά το βιβλίο τόσο ενδιαφέρον και ολοκληρωμένο. Οι πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις, που μοιάζουν να ανήκουν στην ίδια φωνή, αν και συχνά δεν αφορούν τον ίδιο άνθρωπο, έχουν κάτι κοινό, δίνουν μια αίσθηση πως πρόκειται για μυθιστόρημα, ή έστω για θραύσματα ενός μυθιστορήματος, που είναι πιο γοητευτικό ημιτελές, από ο,τι θα ήταν τελειωμένο. 

Η μνήμη, η προσωπική μυθολογία του συγγραφέα, ο τόπος, ο χρόνος, οι άνθρωποι, δίνουν πνοή στο βιβλίο, που διαβάζεται σχεδόν απνευστί. Τα διηγήματα είναι ολιγοσέλιδα, σπάνια ξεπερνούν τις τρεις σελίδες, και κάποια μοιάζουν με πεζή ποίηση. Όμως τα είδη δεν μπλέκονται. Ο Σκαμπαρδώνης γράφει με σιγουριά πεζογραφία, το ξέρει, και το κάνει ενσυνείδητα. Όλο αυτό γίνεται με συγγραφική μαεστρία, σχεδόν πρόκειται για επίδειξη δύναμης. Στα έγχρωμα μπουκαλάκια των φαρμακείων, στις παλιές βιτρίνες της Θεσσαλονίκης, στις ανεμογεννήτριες και τα αυτοκίνητα, ο Σκαμπαρδώνης βλέπει παντού λογοτεχνία, ανασαίνει για αυτήν. Μέσα στο βιβλίο παίζει συνεχώς το δίλημμα, με το σώμα ή το πνεύμα, κι η απάντηση είναι το ίδιο το βιβλίο. 

Στέκομαι και κοιτάζω άναυδος αυτά τα υπέροχα χρώματα, σαν αλχημιστής που έκανε μια μεγάλη ανακάλυψη - το φως πολλαπλασιάζει αυτή την αίσθηση της μαγείας. Μεταμορφώνομαι κι εγώ και γίνομαι δεκαπεντάχρονος μαθητής με κοντά παντελόνια. Όλη η τρίτη τάξη επιστρέφει γύρω μου, ο πάγκος των πειραμάτων με τα γυάλινα αγγεία και μαζί και ο καθηγητής μας της Χημείας, ο κύριος Τσιτουρίδης. Το φως μπαίνει από δεξιά κι απ' τα ανοιχτά παράθυρα ακούγονται, μακρινά, τα παιδιά της δευτέρας τάξης που έχουνε γυμναστική, να φωνάζουν στην αυλή του σχολείου παίζοντας μπάσκετ. 

Σηκώνομαι και πάω στην παλιά, εμαγιέ ζυγαριά. Ανεβαίνω κι ενώ είμαι ογδόντα ένα κιλά, με δείχνει τριάντα οκτώ, όπως ήμουν στα δεκαπέντε μου. Μάλλον, σίγουρα, είναι χαλασμένη από καιρό.  

Η μικρή φόρμα είναι μαυλίστρα. Αρκετοί την υπηρετούν μέτρια, έχει άλλωστε τις ευκολίες της. Για να απογειωθεί όμως απαιτεί έναν από τους βιρτρουόζους του είδους. Παγκόσμια είναι ελάχιστοι. Ο Σκαμπαρδώνης είναι φανερά ένας από αυτούς.



                                  Κατερίνα Μαλακατέ





"Νοέμβριος", Γιώργος Σκαμπαρδώνης, εκδ. Πατάκη, 2014, σελ. 156

26/7/20

"Εγκώμιον ωρίμων γυναικών", István Vizinczey




Ο τίτλος είναι αρκετά ερεθιστικός, «Εγκώμιο ωρίμων γυναικών». Δεν θα ήξερα καν πως υπάρχει, αν η Μαριαλένα Σπυροπούλου δεν έκανε μια ανάρτηση στο facebook δηλώνοντας «να ένα βιβλίο που θα έδινα στην έφηβη κόρη μου». Το εξώφυλλο των εκδόσεων Αλεξάνδρεια είναι φοβερά ταιριαστό με τον τίτλο, και δημιουργεί ακόμα μεγαλύτερες προσδοκίες. Εγώ βεβαίως δεν είμαι έφηβη∙ αλλά είμαι ώριμη γυναίκα. Και τσίμπησα. 

Ένας άντρας, ο κεντρικός ήρωας και αφηγητής, μεγάλος πια, μας αφηγείται τα πρώτα του χρόνια, σε ένα «μυθιστόρημα μαθητείας». Κάνει ήδη από την αρχή μια προκλητική δήλωση: οι νεαροί πρέπει να μαθαίνουν τον έρωτα από ώριμες σεξουαλικά γυναίκες. Κι αντίστοιχα οι νεαρές από μεγαλύτερους άντρες. Δυο έφηβοι που προσπαθούν να κάνουν σεξ δυσκολεύονται πολύ, δεν ξέρει κανένας από τους δυο πώς να πάρει και πώς να δώσει απόλαυση, και η σεξουαλική πράξη γίνεται βάσανο ή υποχρέωση, χωρίς ηδονή. Αντίθετα, ο μεγαλύτερος παρτενέρ, δείχνει αμέσως τα κατατόπια στον νεότερο και το σεξ παίρνει την ηδονική του διάσταση χωρίς προσκόμματα. 

Να προσπαθείς να κάνεις έρωτα με κάποιον που έχει τόση λίγη εμπειρία όση κι εσύ μου φαίνεται σχεδόν τόσο παράλογο όσο και το να πας στα βαθιά με κάποιον που επίσης δεν ξέρει να κολυμπά. Έστω κι αν δεν πνιγείς, το σοκ που θα υποστείς θα είναι πολύ άσχημο. 

Ο αφηγητής αφού μας αναλύσει διεξοδικά τις άκαρπες περιπέτειες του με έφηβες συνομήλικες του, περνά στο κυρίως θέμα. Κι αυτό δεν είναι άλλο από τις σχέσεις του ως έφηβου και μετέφηβου με γυναίκες γύρω στα τριάντα πέντε με σαράντα, πιθανότατα παντρεμένες, με παιδί ή όχι, που αναζητούν σεξουαλική απόλαυση. Η ιδέα είναι καλή αλλά από ένα σημείο και μετά οι αφηγήσεις αρχίζουν να μοιάζουν πολύ και το θέμα καταντά μονότονο. Χάνεται η αρχική έκπληξη και μοιάζει με ανάγνωσμα κοινότοπο. Σε καμία φάση βέβαια δεν καταλήγει πορνογραφικό ή γελοίο, απλά χλωμαίνει το κείμενο και δεν καταφέρνει να ανακτήσει τη σπιρτάδα του. 

Ο Στήβεν Βιζίνσευ διέφυγε από την Ουγγαρία, όπου γεννήθηκε, το 1956, αφού αγωνίστηκε ενάντια στους Σοβιετικούς. Δεν ήξερε παρά ελάχιστες λέξεις αγγλικά, αλλά έμαθε τη γλώσσα γράφοντας σενάρια για το Εθνικό Κινηματογραφικό Συμβούλιο του Καναδά. Το 1966 πρωτοκυκλοφόρησε ιδίοις εξόδοις το Εγκώμιον, που είχε κακή τύχη, μέχρι να το προσέξει ο Graham Greene. Έπειτα έγινε παγκόσμιο μπεστ σέλερ και συνεχίζει να πουλάει σε πολλές χώρες. 

Χάρηκα που διάβασα το Εγκώμιον. Είναι γραμμένο με τρόπο που αποδεικνύει πως ο συγγραφέας αγαπά το γυναικείο και το αντρικό φύλο εξίσου, τη ζωή εν γένει. Δεν πρόκειται για αριστούργημα, είναι ένα βιβλίο παρ’ όλα αυτά αξιανάγνωστο. Και η λεπτή γραμμή που χωρίζει τη φαντασία από την πραγματικότητα –ο αναγνώστης όλο αναρωτιέται πόσα είναι τα αυτοβιογραφικά στοιχεία— του δίνει ένα παραπάνω πλεονέκτημα. 



                                            Κατερίνα Μαλακατέ



"Εγκώμιον ωρίμων γυναικών", Στήβεν Βιζίνσευ, μετ. Άννυ Σπυράκου, Κώστας Ποτάγας, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2003, σελ. 301





13/7/20

"Ο ανθρώπινος παράγοντας", Graham Greene



Εν μέσω μιας τεράστιας μετακόμισης και των εξαμηνιαίων εξετάσεων για το μεταπτυχιακό, η μικρή Κατερινούλα ήθελε να διαβάσει λογοτεχνία. Παρατηρούμε εδώ το οξύμωρον του πράγματος, μιας και το διάβασμα για το μεταπτυχιακό, δοκιμίων και λογοτεχνικών κειμένων, ήταν έτσι κι αλλιώς εξοντωτικό. Όμως η μικρή Κατερινούλα έπρεπε να διαβάζει γιατί αυτό ξέρει να κάνει καλά, γιατί αυτή είναι η ξεκούραση και η γιατρειά της. Κι ένα καλό βιβλίο μυθοπλασίας, από αυτά που σε παίρνουν μαζί τους και τριγυρνάνε μαζί σου όλη μέρα, όσο κουβαλάς κούτες και διαβάζεις για τον μοντερνισμό του Σεφέρη και γιατί είναι εθνικός ποιητής ο Παλαμάς, είναι η μοναδική ψυχαγωγία μου. Στα σαράντα μου αυτό είναι πια σαφέστερο από ποτέ. 

Και για αυτό κατέφυγα στην εγγυημένη απόλαυση∙ Γκράχαμ Γκρην. Ακόμα και στα πολύ Καθολικά του βιβλία, καταφέρνει να σε συναρπάσει, πόσο μάλλον σε αυτά που η θρησκεία δεν παίζει βασικό ρόλο. "Ο ανθρώπινος παράγοντας" είναι ένα από τα κατασκοπευτικά του, μοιάζει ίσως περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο του με τα βιβλία του ΛεΚαρέ. Πρωταγωνιστής ο Μορίς Κάσελ, ένας πράκτορας της Μ16 σε μια ασήμαντη θέση πια, στην ροή πληροφοριών από την Αφρική. Στην Υπηρεσία παρατηρείται μια διαρροή που θα πυροδοτήσει τον μηχανισμό που τελικά θα οδηγήσει να ξετυλιχτεί η ιστορία του Κάσελ με τη (μαύρη) γυναίκα του και τον γιο του που κατάφερε να τους φυγαδεύσει από τη Νότια Αφρική. 

Ο Κάσελ είναι ένας άνθρωπος της ρουτίνας. Του αρέσει η οικογενειακή ζωή και καταπιέζεται από τη μοναξιά που επιβάλλει η υπηρεσία, τον εξοντώνει που δεν μπορεί να μιλήσει σε κανέναν, ούτε καν στην οικογένειά του για αυτά που τον βασανίζουν. Φαντασιώνεται να παραιτηθεί, αλλά φυσικά το να παραιτηθείς από τις μυστικές υπηρεσίες είναι αδύνατον. Και νοιάζεται, παρ' όλο που δεν έχει φίλους, προσπαθεί έστω κάπως να ανοιχτεί στους άλλους πράκτορες, ακόμα και στους συνδέσμους του. Δεν είναι μια μηχανή πληροφοριών, έχει αισθήματα. Ό,τι κάνει εξάλλου, το κάνει από ευγνωμοσύνη.

Σε ένα βιβλίο γρήγορο και πολυπρόσωπο, που περιγράφει πολύ γλαφυρά τον κόσμο των «κατασκόπων», ο Γκράχαμ Γκρην καταφέρνει να διατηρεί τη λογοτεχνικότητά του. Παρόλο που ακολουθεί τον ήρωα του κατά πόδας, δεν παίρνει θέση, δεν γίνεται διδακτικός, μόνο στιγμές στιγμές στοχαστικός. Μιλάει για ζητήματα σοβαρά και άλλα κάπως τζειμσμποντικά, όπως το απαρτχάιντ και οι διπλοί πράκτορες, αλλά χωρίς καθόλου να εστιάζει στη βία. Ο Κάσελ δεν έχει τίποτε από τη γνωστή καρικατούρα του κατασκόπου, μοιάζει μάλλον με βαριεστημένο δημόσιο υπάλληλο σε εφορία. Το μυθιστόρημα κρατάει με αξιοθαύμαστο τρόπο τις πολιτικές ισορροπίες, σε εποχές που κάτι τέτοιο μοιάζει πολύ δύσκολο (εκδόθηκε το 1978).

Ο Γκράχαμ Γκρην είχε τη μαγική ικανότητα να γράφει, αυτό όριζε την κατά τα άλλα πολυτάραχη ζωή του, άφησε πίσω του πάνω από 100 μυθιστορήματα, τα μισά από τα οποία έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο—για τη γενιά μου αξέχαστο θα μείνει «Το τέλος μιας σχέσης» (“The end of the affair”) που βασιζόταν στην σχέση του με μια παντρεμένη γυναίκα, τη βαφτισιμιά του. Η γραφή του είναι γρήγορη και φαινομενικά απλή, οι ήρωες του εν πολλοίς του μοιάζουν, κατατρύχονται από υπαρξιακά άγχη και μια αίσθηση πως θα ήθελαν να ζουν μια πιο ήσυχη ζωή, ενώ ταυτόχρονα ζουν και δρουν όπως τους υπαγορεύουν οι καταστάσεις. Οι αμφιβολίες πάντοτε τους τριβελίζουν. 

Ομολογουμένως έχω διαβάσει πολλά από τα βιβλία του Γκρην. Δεν μοιάζει ποτέ αρκετός. Είναι σαν να λες πως έχεις διαβάσει πολύ Ντίκενς ή πολλή λογοτεχνία γενικά. Ο Γκράχαμ Γκρην με τη στρωτή, συνήθως γραμμική του αφήγηση και το μεγάλο ταλέντο να στήνει χαρακτήρες και ιστορίες, θα μας θυμίζει πάντα τα βασικά της λογοτεχνίας. 



                                          Κατερίνα Μαλακατέ




"Ο ανθρώπινος παράγοντας", Γκράχαμ Γκρην, μετ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Πόλις, 2020, σελ. 370




30/6/20

"Φανή", Ευγενία Μπογιάνου





Η Ευγενία Μπογιάνου έχει εντρυφήσει ως τώρα σε μια πεζογραφία χαμηλότονη και ουσιαστική. Με τη «Φανή», το νέο της μυθιστόρημα, πήρε ένα μεγάλο ρίσκο, αποφάσισε να γράψει με τη φωνή μιας νεαρής φοιτήτριας για τη μάχη ενάντια στους νεοφασίστες. Και τα δύο μοιάζουν θέματα ανοίκεια για κείνη, είναι πολύ δύσκολο να μιλήσεις τη γλώσσα μιας εικοσάχρονης που ανήκει στον ευρύτερο αντιεξουσιαστικό χώρο, να νιώσεις την ένταση και τον θυμό της. Κι είναι ακόμα πιο δύσκολο να μιλήσεις για έρωτα στις βαριές καύλες της μετεφηβικής ηλικίας κι όλα αυτά να συνδέσεις με έναν στυγερό ρατσιστικό φόνο. 

Η Φανή μοιάζει ώρες ώρες ολωσδιόλου πραγματική, άλλες πάλι διολισθαίνει σε μια ακαδημαϊκότητα μάλλον περίεργη για τόσο νέο κορίτσι, όσο ψαγμένο κι αν είναι. Το δίλημμα που έχει να αντιμετωπίσει, ανάμεσα στα βαθιά αντιφασιστικά της ένστικτα, με τα οποία τη μεγάλωσε ο πατέρας, και τον έρωτα, βάζει ερωτήματα ηθικής που (θα έπρεπε να) αντιμετωπίζουν όλοι οι νέοι∙ πρέπει να αποφασίσεις, με ποιους θα πας, και ποιους θα αφήσεις. 

Η Φανή μεγάλωσε μόνο με τον πατέρα της —η μητέρα της ήταν μια περιπέτεια του καλοκαιριού, και τη βλέπει μόνο σε βιντεάκια του γιουτιουμπ όταν εκείνη παρουσιάζει νέο βιβλίο. Στη μητέρα απευθύνει το κείμενο που γράφει η Φανή, ή καλύτερα στο φάσμα της απουσίας της. Ο πατέρας, με τον πολύ ήσυχο τρόπο του, είναι πάντα εκεί. Κι αυτό, διορθώνει τη μεγάλη πληγή που άφησε με το φευγιό η μάνα. Μου λείψε λίγη εμβάθυνση σε αυτό το τραύμα, είναι κομβικό στη ζωή της ηρωίδας, καθορίζει τον τρόπο που συμπεριφέρεται στον έρωτα. Στον έρωτα η Φανή ψάχνει τη μάνα της. 

Ο έρωτας είναι η άλλη λέξη κλειδί. Σε μια εποχή που τα πολιτικά ζητήματα μοιάζουν πάλι να καθορίζουν τις ζωές των ανθρώπων, εμείς που που ενηλικιωθήκαμε σε εποχές απολιτίκ, χάνουμε κάτι ουσιώδες. Η Φανή μπλέκοντας τα προσωπικά με τα πολιτικά έχει κάτι να κερδίσει στη ζωή της, η εμφάνιση των νεοναζιστικών μορφωμάτων κάνει επιτακτική την ανάγκη να πάρεις θέση. Μια εικοσάχρονη πολιτικοποιημένη κοπέλα σήμερα ζει κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που ζήσαμε εμείς είκοσι χρόνια πριν. Κι εδώ, σε στιγμές, νιώθω πως χάνεται η αίσθηση της δροσιάς της, πως μιλάει ένας πιο πολιτικά ορθός κόσμος μέσα από τα χείλη της, όσο εκείνη κάνει μανούρα στους φασίστες του διπλανού πάγκου ή καταλήγει χτυπημένη με γκλομπ στις πορείες. 

Την Φανή την αγάπησα, θα ήθελα να ήμουν εκείνη στα νιάτα μου. Προφανώς δεν ήμουν. Η Ευγενία Μπογιάνου ανέλαβε ένα δύσκολο έργο, έθεσε ψηλά τον πήχη, τα κατάφερε στο σύνολο, χάνοντας κάποιους πόντους στα σημεία. Λίγο σαν να την αδίκησε την ηρωίδα της, ο χαρακτήρας της είναι πλούσιος, και ολοκληρωμένος, σε έναν χαοτικό κόσμο. Από αυτόν τον κόσμο ήθελα μεγαλύτερη γεύση. 


                                                        

                                                   Κατερίνα Μαλακατέ



"Φανή", Ευγενία Μπογιάνου. εκδ. Μεταίχμιο, 2020, σελ. 261



19/6/20

"Αύριο θα μας λένε αλλιώς", Patricio Pron






Ο Patricio Pron είναι το νέο ανερχόμενο όνομα στην Ισπανόφωνη λογοτεχνία. Γεννημένος στην Αργεντινή το 1975, ζει πια στη Μαδρίτη, τη λογοτεχνική πρωτεύουσα όλου του λατινόφωνου κόσμου, κι είναι καθηγητής Ρομανικής φιλολογίας στο Γκέτινγκεν της Γερμανίας. Για το βιβλίο αυτό πήρε το βραβείο Alfaguara, ίσως το σοβαρότερο της Ισπανόφωνης λογοτεχνίας (και τα 175.000 δολάρια που το συνοδεύουν, δεν τα λες και λίγα). 

Ξεκίνησα το «Αύριο θα μας λένε αλλιώς» με μεγάλες προσδοκίες, το θέμα του έμοιαζε πολύ κοντινό μου, κι αφορά τη γενιά μου. Οι προσδοκίες μου δεν ευοδώθηκαν. Ίσως τον τελευταίο καιρό να έχω διαβάσει υπερβολικά πολλές ιστορίες χωρισμού, μπορεί ο Φόερ, κι αμερικάνικος τρόπος του που μου ταιριάζουν, να τα είπε τόσο καλύτερα που να με έχει επηρεάσει. Πάντως το μυθιστόρημα του Pron απέτυχε να με ενθουσιάσει, σε έναν βαθμό μάλιστα με μπλόκαρε αναγνωστικά, χωρίς να νιώθω πως άξιζε τη δυσκολία και τον κόπο του. 

Ένα ζευγάρι 35αρηδων χωρίζει στη Μαδρίτη. Εκείνος είναι συγγραφέας δοκιμίων και δεν ξέρει να ζήσει χωρίς Εκείνη. Εκείνη είναι αρχιτέκτονας. Όλα τα σχέδια της τα αλλάζουν στο γραφείο που δουλεύει, τα αποπροσωποποιούν. Εκείνη επινοεί έναν φανταστικό εραστή για να τον χωρίσει. Εκείνος αρχίζει να βλέπεται με τη Μ. αλλά δεν έχουν σχέση. Όλοι παραμένουν ανώνυμοι. Όλοι θα μπορούσαν να είναι ο καθένας. Σε μια πόλη που όλοι φλερτάρουν με μηνύματα, σε μια εποχή που ακόμα και οι πιο δημιουργικές δουλειές – μιλάμε για έναν δοκιμιογράφο και μια αρχιτέκτονα διάολε- μοιάζουν εντελώς ανέμπνευστες και παγιωμένες. 

Η αφήγηση είναι πραγματικά κουραστική, αργή, υποτονική, ενώ τα συνεχή «Εκείνος» και «Εκείνη» απαγορεύουν την όποια ταύτιση, καταλήγουν μονότονα. Δεν είναι πως το μυθιστόρημα δεν πραγματεύεται ενδιαφέροντα πράγματα, αντιθέτως μοιάζει σαν να μπαίνει στο κουκούτσι του αδιεξόδου μας. Όλα αυτά που πάντα απασχολούσαν τους ανθρώπους, ο έρωτας, η αναζήτησης μιας απατηλής ευτυχίας, η ματαιότητα, όλα όσα κάνουν τη λογοτεχνία σημαντική, είναι εδώ, μας τα σερβίρουν στο πιάτο. Όμως ο τρόπος ξενίζει, και απωθεί. Είναι το ακριβώς αντίθετο της σβελτάδας του τίντερ, του facebook, των sms, που ορίζουν τις τωρινές μας σχέσεις, ο μακροπερίοδος λόγος αν και μοιάζει να καυτηριάζει αυτό που περιγράφεται, τελικά εγκλωβίζει. 

Δεν είναι πάντα αρετή ενός βιβλίο το να είναι «ευκολοδιάβαστο», συχνά τα σημαντικά δεν είναι. Όμως έχω την αίσθηση πως εδώ ο συγγραφέας κράτησε μόνο τη φόρμα, κι όχι τα πολλαπλά επίπεδα μιας τέτοιας αφήγησης. Μου έλειψε το βάθος. Το βάθος δεν υποβάλλεται, προκύπτει αβίαστα, από τις σκέψεις του ίδιου του αναγνώστη κι όχι από τη μορφή. Στην πολυπλοκότητα της εποχής μας, κι αυτού του διάτρητου πλέγματος που είναι οι ανθρώπινες σχέσεις, αξίζουν λιγότερο μονοδιάστατες προσεγγίσεις. 



                                                      Κατερίνα Μαλακατέ


«Αύριο θα μας λένε αλλιώς», Patricio Pron, μετ. Μαρία Παλαιολόγου, εκδ. Ίκαρος, 2020, σελ. 310 











Υ.Γ. 42 Δεν πρέπει, λέει, να διαβάζω τα βιβλία με την κορδελίτσα τους. Δηλαδή εσείς τη βγάζετε, και μετά την ξαναβρίσκετε για να την ξαναβάλετε όταν γυρίσει στο ράφι;