14/12/18

"Μικρές φωτιές παντού", Celeste Ng




Το βιβλίο της Celest Ng έμεινε για πάνω από 40 εβδομάδες στη λίστα των Best sellers των New York Times. Ήταν το πρώτο βιβλίο που χρησιμοποίησε με τέτοιο θαυμαστό τρόπο το goodreads ως διαφημιστικό εργαλείο, κι έχει ακόμα και σήμερα πάνω από 4 αστέρια συνολικά στην πλατφόρμα, ενώ το έχουν βαθμολογήσει πάνω από 270.000 άνθρωποι. Το προηγούμενο βιβλίο της Celeste Ng, το πρώτο της, ήταν επίσης best seller στην Αμερική. Στην Ελλάδα το πρώτο της πέρασε μάλλον απαρατήρητο, οπότε μένει να δούμε τι θα κάνει αυτό το δεύτερο στην ελληνική αγορά. Αυτά τα στοιχεία είχα στο μυαλό μου διαβάζοντας το «Μικρές φωτιές παντού» κι επειδή θεωρώ πως οι προκαταλήψεις μας επηρεάζουν την ανάγνωση, χρήσιμο είναι να αναφερθούν. 

Στο Σέικερ Χάιτς, ένα προάστιο του Κλίβελαντ, όπου τα σπίτια είναι μεγάλα και όμορφα κι οι κάτοικοι εύποροι και προοδευτικοί, εμφανίζονται η Μία και η Περλ. Η Μία είναι καλλιτέχνης, ασχολείται με τη φωτογραφία, και ζει μαζί με την κόρη της Περλ μια νομαδική ζωή, δεν στεριώνουν πουθενά, ταξιδεύουν με ένα μικρό στραπατσαρισμένο αυτοκινητάκι κι όλα τους τα υπάρχοντα χωράνε εκεί. Νοικιάζουν ένα σπίτι από την Έλεν Ρίτσαρντσον. Η σπιτονοικοκυρά τους είναι μια γυναίκα που έχει σπουδάσει, παντρεύτηκε τον άντρα που γνώρισε στο Κολλέγιο, έχει τέσσερα παιδιά, καλή δουλειά, ωραίο σπίτι, προοδευτικές ιδέες, τα πάντα για εκείνη είναι τακτοποιημένα, όμορφα και μυρωδάτα. 

Όλα αλλάζουν όταν στη ζωή των τεσσάρων εφήβων παιδιών της Έλεν, μπαίνουν οι δυο νοικάρισσες. Η Περλ είναι συνομήλικη με τα παιδιά και μαγεύεται από αυτόν τον κόσμο της άνεσης και της χαράς που δεν έζησε ποτέ. Γίνεται κολλητή φίλη με τον μικρότερο γιο, θέλει ερωτικά τον μεγαλύτερο, ενώ έχει καλές σχέσεις με την μεγάλη κόρη της οικογένειας. Το μικρότερο κορίτσι της οικογένειας πάλι, που η Έλεν όλο το ψέγει και του βάζει την ταμπέλα του ταραξία, γοητεύεται από τη Μία και προσκολλάται πάνω της σαν να είναι αυτή η μητέρα της. 

Έτσι από την αρχή χτίζεται ένα δίπολο ανάμεσα στη βολεμένη οικογένεια και την καταραμένη περιπλανώμενη καλλιτέχνιδα, ανύπαντρη μητέρα, που ζει από δω κι από εκεί με έπιπλα που μαζεύει από τα σκουπίδια. Το βιβλίο κορυφώνεται όταν η Μία και η Έλεν θα μπουν σε προσωπική αντιπαράθεση μέσω της ιστορίας δύο άλλων γυναικών. Η φίλη της Έλεν, η Λίντα ΜακΚάλλοου υιοθετεί ένα μικρό κοριτσάκι Κινέζικης καταγωγής που το είχαν παρατήσει στο σταθμό των λεωφορείων μέσα σε μια κούτα. Μόνο που η Μία αντιλαμβάνεται πως ξέρει τη μητέρα που παράτησε το παιδί, και πως τώρα αυτή η γυναίκα, ακόμα φτωχή, ακόμα κατατρεγμένη, αλλά όχι πια σε κατάθλιψη, το ψάχνει. Τι είναι άραγε καλύτερο για το παιδί, να πάει ξανά στη βιολογική του μητέρα, Κινέζα μετανάστρια που το παράτησε και μετά βίας έχει σταθεί στα πόδια της έναν χρόνο μετά ή να παραμείνει στην εύπορη οικογένεια που το υπεραγαπά ήδη έναν χρόνο και έχει να του προσφέρει τα πάντα. 

Τα ηθικά διλήμματα στο μυθιστόρημα είναι πολλά. Αν κάποιος μάλιστα έχει κάτι να του προσάψει είναι ακριβώς αυτό, το πόσο προσχηματικά και χάρτινα μοιάζουν όλα, το κακό, το καλό, το περίπου καλό και το περίπου κακό. Η Ng μιλά για το βόλεμα, για το μύθο του καλλιτέχνη, για τις παρένθετες μητέρες, για την υιοθεσία, για τη μητρότητα, για το ποιες αποφάσεις πρέπει κανείς να πάρει στη ζωή του όταν έρχεται η στιγμή να αποφασίσεις με ποιους θα πας και ποιους θα αφήσεις. Και πώς τότε, αν δεν βάλεις φωτιές, μικρές φωτιές στη ζωή του καθενός, και μεγάλη φωτιά στη δική σου, τις αποφάσεις θα τις πάρουν άλλοι για σένα. 

Απόλαυσα το βιβλίο της Ng, το διάβασα νιώθοντας σε κάποιες στιγμές μεγάλη ταύτιση- είμαι ταυτόχρονα η βολεμένη οικογενειάρχισσα και η καταραμένη καλλιτέχνιδα στο μυαλό μου. Όμως τώρα που πέρασε λίγος καιρός από την ανάγνωση, νιώθω πως κάτι έλειψε. Η συγγραφέας καταγράφει, αλλά δεν παίρνει ακριβώς θέση, κάποια ζητήματα όπως αυτό της έκτρωσης τα ακουμπά  επιφανειακά, σαν να τα φοβάται. Ομολογουμένως γράφει για πράγματα που πονάνε, μερικές φορές όσο πιο κοντά σου είναι το θέμα, τόσο δυσκολεύεσαι να βουτήξεις μέσα σου και να ξεγυμνωθείς. Μου έλειψε το ψυχικό στριπτίζ που θα έδινε μεγαλύτερο βάθος και ένταση σε όλα. Πάντως το πρόσημο της ανάγνωσης είναι σαφέστατα θετικό, πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου, με πλοκή και αφήγηση ρέουσα, που σου δημιουργεί την ανάγκη να σκεφτείς όλα όσα συμβαίνουν γύρω σου και στη ζωή σου. Κι αν η κάθαρση δεν έρχεται, δεν πειράζει. Θα την βρούμε στο επόμενο.


                                                                                         Κατερίνα Μαλακατέ


"Μικρές φωτιές παντού", Celeste Ng, μετ. Ρίτα Κολαιτη, εκδ. Μεταίχμιο, 2018, σελ. 490














4/12/18

"Μπιλιάρδο στις εννιάμισι", Heinrich Böll



Είχα από μικρή αδυναμία στον Χάινριχ Μπελ, για χρόνια «Οι απόψεις ενός κλόουν» περιλαμβάνονταν στις λίστες με τα αγαπημένα μου βιβλία, "Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ" είναι από τα λίγα βιβλία που έχω διαβάσει και στο πρωτότυπο. Όμως μετά την ανάγνωση του "Ομαδικού πορτρέτου για μία κυρία" και τώρα του "Μπιλιάρδου στις εννιάμισι" νομίζω πως καταλαβαίνω τη σημασία του σε όλο της το αντιπολεμικό μεγαλείο. 

Ο Χάινριχ Μπελ ήταν στη Γερμανία από τις σταθερά αντιναζιστικές φωνές, αν και δεν γλίτωσε τη στράτευση στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου έχασε και τα δάχτυλα των ποδιών του από κρυοπαγήματα. Δεν σταμάτησε ποτέ να υποστηρίζει πως υπήρχε και μια άλλη Γερμανία που δεν υποτάχτηκε στο Ναζισμό, κι έβλεπε πάντοτε ύποπτα την ευκολία με την οποία μεταπολεμικά η χώρα του μετατράπηκε σε ένα κράτος «Δημοκρατών». Ήθελε οι συμπατριώτες του να θυμούνται, να ξέρουν τι έγινε, να μπορούν να ξεχωρίσουν ποιος είναι ποιος. Στις δεκαετίες του '50 και του '60 οι Γερμανοί βάλθηκαν να ξεχάσουν, όμως η επόμενη γενιά επανέφερε τη μνήμη, έδωσε φωνή στα φάντασματα κι έδωσε το έναυσμα για να το ξορκίσουν. Αυτά τα χρόνια της λήθης και της σιωπής, ο Μπελ δεν σταμάτησε να μιλά για αυτό που συνέβη, δεν έπαψε ποτέ να θυμάται.

Η πλοκή στο «Μπιλιάρδο» εκτυλίσσεται όλη μέσα σε μία μέρα, την 6η Σεπτεμβρίου 1958, μέρα των γενεθλίων του Χάινριχ Φαίμελ, ογδοντάχρονου περιώνυμου αρχιτέκτονα που έκτισε με μανία ένα σωρό κτήρια. Ο Φαίμελ είναι ένας άνθρωπος που έχασε τα δύο πρώτα παιδιά του νωρίς, ενώ το τέταρτο και τελευταίο, ο Όττο, πήρε «τη μετάληψη του βούβαλου» κι είχε πεθάνει για κείνον πολύ πριν σκοτωθεί στον πόλεμο. Εν ζωή είναι μόνο το τρίτο του παιδί, ο Ρόμπερτ, εξαιρετικός Στατικός, που στον Πόλεμο ανατίναζε κτήρια. Ένας άντρας που δεν έλαβε  ποτέ τη μετάληψη του βούβαλου, παρέμεινε για πάντα «αμνός», κι είδε τη ζωή του να καταστρέφεται. Παίζει μπιλιάρδο κάθε πρωί στις εννιάμισι στο ξενοδοχείο «Πρίγκηψ Χάινριχ», μιλά μόνον στον νεαρό γκρουμ Χιούγκο, και ζει τόσο αποξενωμένος από τον ίδιο του τον εαυτό, που μοιάζει παγωμένος. Ο γιος του Ρόμπερτ, και εγγονός του Χάινριχ, είναι κι αυτός αρχιτέκτονας, αλλά κάτι τον εμποδίζει να χτίσει ξανά το αβαείο του Αγίου Αντωνίου που έχτισε ο παππούς κι ανατίναξε ο πατέρας του. 

Ο Χίτλερ και ο Ναζισμός δεν αναφέρονται ποτέ ονομαστικά στο βιβλίο, όμως κυριαρχούν στο μυαλό όλων, ορίζουν τη ζωή τους στο σήμερα, ακόμα και των νεότερων, των εγγονών. Αυτοί που ήταν Ναζιστές τότε, αυτοί που κυνήγησαν, κατέδωσαν, βασάνισαν, παρέμειναν ατιμώρητοι. Κάποιοι μάλιστα νομίζουν πως μπορούν να γίνουν και φίλοι με αυτούς που κάποτε κατεδίωξαν και τους τσάκισαν τη ζωή. Το Μπιλιάρδο είναι ένα μυθιστόρημα για τη μνήμη, για την ευκολία των ανθρώπων να ξεχνούν, τουλάχιστον σε ένα πρώτο επίπεδο. Για τον τρόπο που έχει η ζωή να εκδικείται και να θυμάται, για τη λογική, την τρέλα, τα σχέδια των ανθρώπων που γκρεμίζονται και μετά δύσκολα ανοικοδομούνται. Οι Φαίμελ, αρχιτέκτονες, στατικοί και ανατιναχτές, συμβολίζουν όλη την Γερμανία, κάθε γενιά στη σειρά της. 

Αφηγηματικά, το βιβλίο μοιάζει κατακερματισμένο, με συνεχή φλας μπακ σε μνήμες, πότε του πατέρα, πότε του παππού, πότε του εγγονού. Ο συγγραφέας παίζει με τον χρόνο, τον κατακρεουργεί για να μπορέσει να κατανοήσει τι είναι αυτό που συνέβη, και πώς μπορεί να το ξορκίσει. Οι πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις εναλλάσσονται η μία μετά την άλλη, ο αναγνώστης χρειάζεται ανά πάσα στιγμή να προσαρμοστεί, να καταλάβει ποιος μιλάει και για ποια εποχή. Αυτό δίνει υπεροχή στο κείμενο, και βάθος στους χαρακτήρες, μπορούμε να τους δούμε ταυτόχρονα και στο παρόν και στο παρελθόν κι από πολλές οπτικές γωνίες- μέσα και έξω τους. Ταυτόχρονα αυξάνει τον δείκτη δυσκολίας της ανάγνωσης, και καθιστά το "Μπιλιάρδο" ένα αφηγηματικό επίτευγμα που λίγοι συγγραφείς έχουν κατορθώσει. 
 
Ο Χάινριχ Μπελ, εν αντιθέσει με πολλούς Γερμανούς συγγραφείς ούτε υποτάχτηκε στο Ναζιστικό καθεστώς, ούτε αυτοεξορίστηκε. Δεν ξέχασε, δεν ξέφυγε, τον όρισε ο πόλεμος. Αντίθετα, δημιούργησε έργα Τέχνης, μίλησε για τη ζωή του, για το πως είναι να είσαι «αμνός», ανοιχτόμυαλος, ανεκτικός, δημοκρατικός, σε ένα μέρος και σε μια εποχή που κυριαρχεί το Κακό, και παρέδωσε στην επόμενη γενιά μια σοβαρή παρακαταθήκη. Χρέος μας είναι να τον διαβάσουμε, να τον καταλάβουμε και να μην επαναλάβουμε τη φάρσα της Ιστορίας. 


                                                                            Κατερίνα Μαλακατέ 


«Μπιλιάρδο στις εννιάμισι», Χάινριχ Μπελ, μετ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Πόλις, 2018, σελ. 447











28/11/18

«στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά», Κώστας Κατσουλάρης




Σπανίως γράφω για βιβλία εν θερμώ πια, αφήνω συνήθως κάποιες μέρες να καταλαγιάσει η φουρτούνα της ανάγνωσης. Όμως υπάρχουν αναγνώσεις που σε ισοπεδώνουν συναισθηματικά, και μάλιστα βιβλίων πολύ εγκεφαλικών, από εκεί που δεν το περιμένεις. Έτσι συνέβη με το «στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά». Το έπιασα αργά χθες βράδυ και δεν ησύχασα μέχρι να το τελειώσω. 

Ο Αργύρης Σταυρινός είναι καθηγητής μέσης εκπαίδευσης, για την ακρίβεια φιλόλογος που διδάσκει Ιλιάδα στη δευτέρα Γυμνασίου κάπου στον Κολωνό. Την προσοχή του τραβά ένας νεαρός, ο Νάσος Γκέτσος, Αλβανικής καταγωγής και εξαιρετικής ευφυίας, που κατορθώνει να μιλά μαζί του για το ομηρικό Έπος αλλά και αδελφά κείμενα, του Ρίτσου, του Καβάφη, του Χειμωνά, σαν ενήλικας. Το χαρισματικό αυτό παιδί φωτίζει την άχαρη και μοναχική καθημερινότητα του Σταυρινού, -ανταλλάσσουν συχνά e-mails για την Ιλιάδα- κι έτσι όταν ο Νάσος εξαφανίζεται και δεν φοιτά στην 1η Λυκείου, ο Αργύρης αναλαμβάνει να τον βρει. 

Η αφήγηση ακολουθεί τρεις οδούς. Από τη μία τα mails μαθητή-καθηγητή, που αφορούν το Έπος. Από την άλλη η σκληρή πραγματικότητα στους δρόμους του Κολωνού, η πάλη, το αίμα, η βία ανάμεσα στις αντιφά ομάδες και τη Χρυσή Αυγή, ο θάνατος του Φύσσα και οι δύο θάνατοι Χρυσαυγιτών ως αντίποινα. Και τέλος η συμμετοχή του Σταυρινού σε μια ψυχοθεραπευτική ομάδα, έπειτα από προτροπή του ίδιου του σχολείου, που τον παραπέμπει σε Πειθαρχικό για το ενδιαφέρον και τις πράξεις του. 

Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, αυτή μιας Αθήνας που βράζει, που πάλλεται με νέα συνθήματα, που θυμίζουν πολύ τα παλιά, δίνει τον τόνο στο βιβλίο, κι ας είναι παράτολμη αφηγηματικά. Τα γεγονότα είναι πολύ κοντά μας, οι συνέπειες δεν είναι πλήρως γνωστές, κάποια εξελίσσονται ακόμα. Το να κάνεις λογοτεχνία αυτή την κοινωνική αναταραχή, απαιτεί τρόπο, γερή πένα. Και μια αίσθηση της πραγματικότητας διαφορετική από τον μέσο όρο. Δεν αρκεί η Αθήνα, να ξέρεις το μέρος, πρέπει να ξέρεις ή να φαντάζεσαι τι κάνει έναν νεαρό έφηβο να στρατολογηθεί. 

Από την άλλη, τα αποσπάσματα της Ιλιάδας είναι πολλά. Συγκριτική των μεταφράσεων, ένα Έπος που φαίνεται να μπορεί να ξαναμπεί στη ζωή μας. Στα έπη πρωταγωνιστούν Ήρωες και όχι χαρακτήρες. Στο μυθιστόρημα του Κατσουλάρη αυτό κάπως πρέπει να τακτοποιηθεί. Είναι άραγε Ήρωες οι ήρωες του; Με τον τρόπο τους είναι, γιατί προσπαθούν να διαχειριστούν ο καθένας αυτό που του έλαχε, όσο καλύτερα μπορούν. 

Και τέλος η Ψυχοθεραπευτική ομάδα. Ο Σταυρινός τούς δίνει αρχαιοπρεπή ονόματα για να τους κρατήσει σε απόσταση. Γυρνά μονάχα στα πραγματικά τους όταν τους εξηγεί πρωτοπρόσωπα τι του συνέβη. Το ψυχανεμιζόμαστε τι του συνέβη, αλλά ο τρόπος που δίνεται, κάνει την κορύφωση αριστοτεχνική. Μπορεί να σε διαλύσει. 

Κραυγή πληγωμένου ζώου ξέσπασε από το στήθος του, καθώς παρέσυρε στο πάτωμα οτιδήποτε υπήρχε πάνω στο στενό τραπέζι της κουζίνας. Ένιωσε την ανάγκη να βγει στον δρόμο. Μετά από πολλά χρόνια χρειαζόταν ένα δυνατό ποτό. Κι ένα δεύτερο, κι ένα τρίτο. Θα έπινε μέχρι να τον μάζευαν από το πεζοδρόμιο οι σκουπιδιάρηδες, μέχρι να μαζεύονταν γύρω του τα αδέσποτα και να του έγλειφαν τις πληγές. Η δόξα μου θα είναι αθάνατη. Τίποτε δεν θα μπορούσε ποτέ να επιδιορθωθεί. Αυτό ήταν όλο κι όλο. Τα πράγματα απλώς συμβαίνουν. Όλα είχαν πάρει από καιρό τον δρόμο τους, τον δρόμο του χαμού και της απώλειας. 

Τα θέματα του Κατσουλάρη είναι όλα καυτά, η ελληνική παιδεία και πώς αυτή παρέχεται, η άνοδος της Χρυσή Αυγής μέσα στην κρίση, έφηβοι που ψάχνουν να βρουν τρόπο να αντρωθούν και γονείς που χάνουν τα παιδιά τους και δεν μπορούν να κάνουν τίποτα για αυτό. Η απώλεια απλά συνέβη. Τα πράγματα απλά συμβαίνουν. Μια ισορροπία τρόμου, ανάμεσα στη βία και τη ζωή που συμβαίνει ακόμα και σε αυτούς με τις καλύτερες των προθέσεων. 

Όταν τελείωσα την ανάγνωση πήγα και φίλησα τα παιδιά μου, το καθένα στο κρεβάτι του, βαθιά κοιμισμένα, ήταν πολύ αργά. Εγώ δυσκολεύτηκα να κοιμηθώ. Γιατί μέσα από τον ακραίο πόνο ενός ανθρώπου, και την εκρηκτική κατάσταση μιας γειτονιάς, ο Κατσουλάρης μίλησε για όλους μας, ακαδημαϊκά, φιλολογικά, βίαια πιο συχνά και τελικά εντελώς ανθρώπινα αναρωτήθηκε τι είναι αυτό που ορίζει τη ζωή μας: η πολιτική, η συγκυρία ή η αγάπη. Το "στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά" είναι χωρίς αμφιβολία το καλύτερο ελληνικό μυθιστόρημα που έχω διαβάσει τον τελευταίο καιρό. Κι υποψιάζομαι πως με κάποιον τρόπο θα συνεχίσει να με στοιχειώνει. 



                                                                                Κατερίνα Μαλακατέ 



«στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά», Κώστας Κατσουλάρης, εκδ. Μεταίχμιο, 2018, σελ. 268 









Υ.Γ. 42 

Ἔσπετε νῦν μοι Μοῦσαι Ὀλύμπια δώματ᾽ ἔχουσαι·
ὑμεῖς γὰρ θεαί ἐστε πάρεστέ τε ἴστέ τε πάντα,
ἡμεῖς δὲ κλέος οἶον ἀκούομεν οὐδέ τι ἴδμεν·
οἵ τινες ἡγεμόνες Δαναῶν καὶ κοίρανοι ἦσαν·
πληθὺν δ᾽ οὐκ ἂν ἐγὼ μυθήσομαι οὐδ᾽ ὀνομήνω,
οὐδ᾽ εἴ μοι δέκα μὲν γλῶσσαι, δέκα δὲ στόματ᾽ εἶεν,
φωνὴ δ᾽ ἄρρηκτος, χάλκεον δέ μοι ἦτορ ἐνείη,


Πέστε μου τώρα, Μούσες, που έχετε τον Όλυμπο παλάτι
—τι είστε θεές κι ολούθε τρέχετε, κατέχετε τα πάντα'
εμείς καν τίποτα δεν ξέρουμε, τη φήμη μόνο ακούμε—
σαν ποιους οι Αργίτες είχαν άρχοντες και πρωτοστρατολάτες·
τι όλο το πλήθος είναι αβόλετο να πω, να νοματίσω,
κι ακόμα δέκα αν είχα στόματα και δέκα αν είχα γλώσσες
κι ασύντριφτη λαλιά και χάλκινη καρδιά στα σωθικά μου᾿

484-490, Β ραψ, Ιλιάδα, μετ. Ὄλγα Κομνηνοῦ-Κακριδῆ








22/11/18

"Η κυρία Κούλα", Μένης Κουμανταρέας



Η "Κυρία Κούλα" του Μένη Κουμανταρέα είναι ένα κείμενο εξαιρετικά δυνατό μέσα στη λιτότητά του, μια νουβέλα που δεν της περισσεύει ούτε μια λέξη. Η γλώσσα του κειμένου είναι αιχμηρή, σκίζει τα καθιερωμένα, κι ο τρόπος της αφήγησης- με τον διάλογο να κρύβεται μέσα στον πλάγιο λόγο και το πρώτο να εναλλάσσεται με το τρίτο πρόσωπο χωρίς καν να το καταλάβεις- πρωτοποριακός. 

Η ιστορία μοιάζει απλή, σχεδόν τετριμμένη, μια γυναίκα γύρω στα σαράντα, παντρεμένη, με δύο κορούλες, που δουλεύει στην εφορία, παίρνει κάθε μέρα τον Ηλεκτρικό για να πάει από την Κηφισιά που είναι το σπίτι της, στο Μοναστηράκι όπου δουλεύει. Κάθε μέρα συναντά έναν νεαρό, τον Μίμη, που είναι δεν είναι είκοσι χρονών. Στην αρχή ανταλλάσσουν μόνο βλέμματα, έπειτα όσο περνούν οι μέρες ξεθαρρεύουν και τελικά καταλήγουν σε μια υπόγεια γκαρσονιέρα στον Άγιο Νικόλαο. 

Η σχέση τους είναι από την αρχή θνησιγενής. Η κυρία Κούλα ποτέ δεν θα άφηνε τον γάμο της- που δεν διάλεξε αλλά συνήθισε και τη βολεύει-, κι ο Μίμης είναι ένας νεαρός που αρέσκεται στο να πλαγιάζει με μεγαλύτερες, η Κούλα είναι μάλλον μία από τις πολλές κατακτήσεις του. Το φως πέφτει από την αρχή στην Κούλα, ο Μίμης χρησιμεύει ως όχημα για την αφήγηση. 

Η ιστορία της Κούλας είναι γνώριμη, μια ζωή τακτοποιημένη με το ρολόι, δέσμια της συνήθειας, όπου η δουλειά είναι ο μόνος τρόπος διαφυγής. Ο γάμος της είναι συμβατικός, ούτε βλέφαρο δεν κουνά ο σύζυγος όταν αργεί να γυρίσει το βράδυ. Ακόμα και με τις κορούλες της δεν μπορεί να έχει πραγματική σχέση, αποξενωμένη, σαν να τις έκανε για να γλιτώσει από τον τίτλο της γεροντοκόρης. Μια ζωή χαμένη και ματαιωμένη. Η σχέση της με τον Μίμη είναι μια αναλαμπή, που τελικά τρομάζει την Κούλα και δεν χρειάζεται παρά να αργήσει δυο τρεις φορές στον Ηλεκτρικό για να την τερματίσει. 

Η πυκνότητα του κειμένου είναι τέτοια που σε ξεγελά, νομίζεις πως καθένας θα μπορούσε να γράψει μια ίδια ιστορία. Αυτό όμως είναι αδύνατο. Αυτού του είδους το γράψιμο, με ύφος προσωπικό και αναγνωρίσιμο, ανήκει μόνο στους μεγάλους λογοτέχνες, και ελάχιστοι μπορούν να το κατακτήσουν. Ο Μένης Κουμανταρέας δεν ανήκει τυχαία στο Πάνθεον της λογοτεχνίας μας. Τα βιβλία του αφήνουν την αίσθηση του μακρινού, του ανοίκειου, ενώ μιλούν για πράγματα που συμβαίνουν συνέχεια γύρω μας ή και σε μας τους ίδιους. Κι αυτός είναι ο τρόπος για να μετατραπεί η καθημερινότητα σε έργο τέχνης.

                                                                 

                                                                  Κατερίνα Μαλακατέ




"Η Κυρία Κούλα", Μένης Κουμανταρέας, εκδ. Πατάκη, 2017, σελ.110
(πρώτη έκδοση Κέδρος 1978)

13/11/18

"Τυλ, ο σαλτιμπάγκος", Daniel Kehlmann



Δεν είμαι φανατική του Ντάνιελ Κέλμαν, μάλλον το αντίθετο, ως τώρα δυσκολευόμουν να καταλάβω γιατί είναι ένας από τους πιο ευπώλητους συγγραφείς, γιατί κάθε βιβλίο του είναι εκδοτικό γεγονός στη Γερμανία. Ο Τυλ πάντως με τράβηξε αμέσως, το θέμα, το εξώφυλλο, η έκδοση, κάτι με ωθούσε να το διαβάσω και να αφήσω πίσω τα υπόλοιπα βιβλία που με περίμεναν καρτερικά. Και δικαιώθηκα. 

Ο συγγραφέας παίρνει μια πολύ γνωστή φιγούρα της Γερμανικής παράδοσης, τον Τυλ Ούλενσπιγκελ,  τον ξεριζώνει από το ιστορικό του πλαίσιο του 14ου αιώνα και τον φυτεύει στον 17ο, για την ακρίβεια τον βάζει να δρα κατά τη διάρκεια του Τριαντακονταετούς πολέμου. Ο Τυλ, φορέας του γέλιου αλλά και μοχθηρός γελωτοποιός που αρέσκεται να ξεσκεπάζει τις πιο γκροτέσκες και απωθητικές στιγμές των ανθρώπων, είναι μόνο η αφορμή. Ο Κέλμαν στήνει γύρω του ένα μεταμοντέρνο μυθιστόρημα όπου μπλέκεται η μυθοπλασία με την Ιστορία, μιλά για πόλεμο, για μαγεία, για επιστήμη, για θρησκεία, για απώλεια και καταστροφή, κι όλα αυτά άναρχα, σχεδόν χωρίς πλοκή και προορισμό∙ περίπου όπως είναι κι η ίδια η ζωή. 

Ο Τυλ είναι γιος ενός μυλωνά, που ασχολείται με τη μαγεία και τα ιατρικά βοτάνια. Οι Ιησουίτες δεν αργούν να τους βρουν, κι έτσι ο πατέρας του καταλήγει στην πυρά, κι ο Τυλ το σκάει με την κόρη του φούρναρη, τη Νέλε, για να γλιτώσει. Μαζί θα περιπλανηθούν στην ύπαιθρο, θα γίνουν γελωτοποιοί του ξεπεσμένου στασιαστή Φρειδερίκου του Παλατινάτου και της Ελισάβετ Στιούαρτ, θα αναμετρηθούν με τη ζωή του πλάνητα. Στο διάβα τους όλο θα μπλέκεται ο Ιησουίτης που καταδίκασε τον πατέρα του, ο Αθανάσιος Κίρχερ. 

Οι κοινωνίες του 17ου αιώνα ήταν αρκετά στατικές, κι ο Τυλ έδωσε ένα καλό αφηγηματικό όχημα στον συγγραφέα για να στήσει μια μη στατική αφήγηση. Ο Κίρχερ από την άλλη, σε πολλά πεδία της επιστήμης πρωτοπόρος, και σε άλλα τσαρλατάνος, μάγος, αγύρτης, άτεγκτος κυνηγός δρακόντων και μαγισσών, είναι μια φυσιογνωμία απείρως γοητευτική και απωθητική. Η αφήγηση έχει κομμάτια με πολύ χιούμορ, κι άλλα με πολύ πόνο, δείχνει την τερατώδη αλλά και τη γελοία πλευρά του πολέμου. Το σύνολο είναι καλοκουρδισμένο, δουλεύει υπόγεια, σε κάνει να συνεχίζεις το διάβασμα για να δεις τι θα γίνει παρακάτω. 

Στην αρχή, ο Τυλ του Κέλμαν μου θύμισε πολύ τον Όσκαρ, τον νάνο στο Τενεκεδένιο Ταμπούρλο του Γκύντερ Γκρας. Όσο όμως το μυθιστόρημα προχωρούσε, το μοτίβο άλλαζε, φαινόταν πως πραγματικός πρωταγωνιστής είναι η εποχή, ο πόλεμος και η ιστορία κι όχι ο ίδιος ο Σαλτιμπάγκος. Φαντάζομαι πως η τοποθέτηση της φιγούρας του στον 17ο αιώνα δεν είναι η μόνη ιστορική ανακρίβεια του συγγραφέα, εξάλλου ο Κέλμαν γράφει μυθιστόρημα κι όχι πραγματεία. Όμως είναι φανερό πως αυτό που τον καίει είναι οι αναλογίες, ο πόλεμος που ξεκίνησε με αφορμή τη θρησκεία και ερήμωσε όλη την Κεντρική Ευρώπη αποδεκατίζοντας τον πληθυσμό της, η διαφορά ανάμεσα στους απλούς πολίτες και σε αυτούς που τους κυβερνούν, ο παραλογισμός του πολέμου και πώς μπορεί να επηρεάσει τη ζωή του καθενός. 

Ο συγγραφέας δεν ηθικολογεί, σχεδόν δεν παίρνει θέση, χρησιμοποιεί το χιούμορ, δείχνει τη φρίκη, φτιάχνει ιστορίες, εκμεταλλεύεται κατά το δοκούν τους χαρακτήρες του, αυθαιρετεί. Ταυτόχρονα όμως υπηρετεί πιστά τη λογοτεχνία. Και παραδίδει ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, που θα έφτανε από μόνο του, ακόμα κι αν ο Κέλμαν δεν ήταν ήδη τόσο γνωστός και πολυσυζητημένος, για να τον καθιερώσει. 



                                                                             Κατερίνα Μαλακατέ 



«Τυλ, ο σαλτιμπάγκος», Ντάνιελ Κέλμαν, μετ. Κώστας Κοσμάς, εκδ. Καστανιώτη, 2018, σελ. 381


2/11/18

"Δάσος σκοτεινό", Nicole Krauss



Συμπαθούσα πάντα τα βιβλία της Νικόλ Κράους περισσότερο από αυτά του πρώην συζύγου της Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, κι ας τη συνέκριναν συχνά πυκνά με κείνον, κι ας φαινόταν να είναι στη σκιά του. Η Κράους είχε κοντά επτά χρόνια να βγάλει βιβλίο, έπειτα από την επιτυχία του «Όταν όλα καταρρέουν». Σε αυτά τα χρόνια χώρισε με τον Φόερ και προσπάθησε να βρει τη δική της φωνή, τόσο λογοτεχνικά όσο και προσωπικά. Το νέο της μυθιστόρημα «Δάσος σκοτεινό» δεν είναι ένα βιβλίο ευκολοδιάβαστο, ίσως μάλιστα σε κάποιο αρχικό στάδιο ο αναγνώστης μπει στον πειρασμό να το παρατήσει. Αν δεν παραιτηθεί πάντως, θα αποζημιωθεί. Γιατί είναι μακράν το καλύτερό της. 

Παρακολουθούμε δύο διαφορετικές ιστορίες, που σε κανένα σημείο δεν ενώνονται, κι όμως είναι τόσα τα υπόγεια δεσμά τους που ο αναγνώστης δεν αισθάνεται προδομένος. Στη μία ιστορία ο Τζουλς Έπστιν, Εβραίος μεγαλοδικηγόρος, παίρνει σύνταξη, χωρίζει την επί δεκαετίες σύζυγό του και αφού δωρίσει σχεδόν όλη την περιουσία του γυρίζει στο Ισραήλ για να βρει τον εαυτό του. Στην αρχή θα μείνει στο Χίλτον αλλά σύντομα θα προχωρήσει στα ενδότερα της χώρας, θα ασχοληθεί με έναν ραβίνο και τελικά θα εξαφανιστεί αφού ξεφορτωθεί και τα τελευταία υπολείμματα των χρημάτων του. 

Στη δεύτερη, μια τριανταεννιάχρονη συγγραφέας, μας μιλά σε πρώτο πρόσωπο για την αποξένωση από τον ίδιο της τον εαυτό, που την οδηγεί να αφήσει τη ζωή της, τον άντρα και τα δύο μικρά αγόρια της και να καταφύγει στο Ισραήλ, μήπως και καταφέρει επιτέλους να γράψει. Εκεί θα συναντηθεί με έναν συνταξιούχο καθηγητή Φιλολογίας που θα της ζητήσει να τελειώσει τα ημιτελή γραπτά του Κάφκα, κάνοντάς την συνένοχο σε μια περίεργη ιστορία που τον αφορά. 

Το μυθιστόρημα είναι μια σπουδή στην ίδια τη συγγραφή λογοτεχνίας. Ταυτόχρονα είναι ένας τρόπος για να απαντήσει η Κράους στο ερώτημα της ζωής της: πώς, αν και πάντα ήξερε πως ήθελε να είναι καλλιτέχνης κι ελεύθερη, κατέληξε παντρεμένη, μητέρα και συμβιβασμένη. Το θέμα της Εβραϊκότητας την απασχολεί σε αυτό το βιβλίο περισσότερο από ποτέ- συχνά πυκνά οι λογοτεχνικοί κριτικοί τη λένε «θηλυκό Ροθ». Το ίδιο κι αυτό της ματαίωσης των προσδοκιών, των χαμένων ονείρων, της ικανότητάς μας να είμαστε εδώ αλλά ταυτόχρονα να είμαστε κι εκεί. Τους ήρωές της τους σπαράζει η δυαδικότητα- αντίρροπες δυνάμεις τους τραβούν από τη μια ή την άλλη πλευρά κι είναι πολύ δύσκολο να αποφασίσουν ποιος είναι ο πραγματικός εαυτός τους. 

Δεν είναι τυχαίο πως το μότο του βιβλίου είναι αυτός ο αφορισμός του Κάφκα: 

Η εκδίωξη από τον Παράδεισο είναι, ως προς την κύρια πλευρά της, αιώνια. Έτσι, είναι αλήθεια ότι η εκδίωξη από τον Παράδεισο είναι οριστική και η ζωή στον κόσμο αναπόφευκτη, ωστόσο η αιώνια φύση αυτού του γεγονότος δεν μας δίνει μόνο την πιθανότητα να παραμείνουμε στον Παράδεισο μονίμως, αλλά σημαίνει επίσης ότι μπορεί πράγματι να είμαστε μονίμως εκεί, ανεξάρτητα αν εμείς εδώ το ξέρουμε ή όχι. 

Το «Δάσος σκοτεινό» είναι ένα μεταμοντέρνο μυθιστόρημα, που αποτίει φόρο τιμής στον Φραντς Κάφκα, αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Δεν είναι απλά ένα άρτιο λογοτεχνικό κατασκεύασμα, είναι και μια εξομολόγηση της συγγραφέως, που χρησιμοποιεί τα αυτοβιογραφικά της στοιχεία απροκάλυπτα, ως αφορμή, για να μιλήσει για όλα όσα βασανίζουν τους ανθρώπους. Σκοτεινό, βαθύ, κάποτε μεταφυσικό, λίγο μαγικό, το Δάσος της Κράους είναι ένα βιβλίο που θα δυσκολευτεί να ξεχάσει όποιος το τελειώσει. Κι αυτό τελικά είναι το μεγαλύτερο παράσημο για ένα μυθιστόρημα.


                                                                          Κατερίνα Μαλακατέ



"Δάσος σκοτεινό", Νικόλ Κράους, μετ. Ιωάννα Ηλιάδη, εκδ. Μεταίχμιο, 2018, σελ. 349