5/11/26

"Παιχνιδότοπος", Richard Powers

 

https://www.booktalks.gr/logotexnia/amerikaniki-logotexnia/amerikaniki-pezografia/amerikaniki-pezografia-muthistorima/paixnidotopos.html



Οι συγγραφείς πρέπει να είναι ατρόμητοι. Αν κάτι θα κρατήσω από το Playground του Richard Powers είναι αυτό. Οι συγγραφείς πρέπει να αφήνονται στις εμμονές, στην απεραντοσύνη του μυαλού τους, σε όλες τις μικρές και τις μεγάλες λεπτομέρειες που τους αφορούν στη δεδομένη στιγμή, για να μπορέσουν να γράψουν αληθινά, σημαντικά βιβλία που μιλάνε στην καρδιά του αναγνώστη και τον αφήνουν με την επίγευση της κάθαρσης.

Κάθε μυθιστόρημα είναι νέα περιπέτεια, αλλά αυτή που έστησε ο Powers στην παιδική χαρά του σύμπαντος, είναι γεμάτη μαγικά πλάσματα του βυθού, και tech-bros, κοινωνική ανισότητα και ακατάσχετο πλούτο, τεχνολογία και φύση, επιχειρήσεις και ποίηση, γεμάτη αντιφάσεις, και ανθρώπους που βάζουν το εξαιρετικό μυαλό τους στην υπηρεσία αυτού που είναι ο πυρήνας τους και μια ατόλη που αργοπεθαίνει γιατί την στραγγίξαν κάποτε για βιομηχανικούς σκοπούς. Και στον θεό της.

Στην Μακατέα λοιπόν— μια (πραγματική) ατόλη στο Αρχιπέλαγο Τουαμούτου που την άφησε εντελώς πληγωμένη το Phosphate Boom, όταν αποχώρησαν οι γαλλικές εταιρείες εξόρυξης φωσφόρου το 1966—, οι κάτοικοι μαθαίνουν πως μια αμερικάνικη εταιρία τεχνολογίας θέλει πάλι να χρησιμοποιήσει το νησί τους, αυτή τη φορά για να λειτουργήσει ως πεδίο πειραμάτων για τη δημιουργία πλωτών πόλεων στη θέση των ατόλων που αργοπεθαίνουν. Το νησί που έχει μείνει με 80 κατοίκους (από τους περίπου 3000 της εποχής του φωσφόρου) πρέπει να αποφασίσει μόνο αν θα μείνει στην ησυχία και τη φτώχια του, χωρίς νοσοκομείο, χωρίς συγκοινωνίες κ.ο.κ. ή θα υποκύψει στο αμερικάνικο χρήμα ακρωτηριάζοντας για ακόμα μια φορά τον εαυτό του.

Οι τέσσερις πρωταγωνιστές είναι όλοι εντυπωσιακοί ήρωες. Το πανέξυπνο πλουσιόπαιδο που λατρεύει την τεχνολογία και στήνει ένα από τα πρώτα παιχνίδια-social media, το Playground, μα τώρα «χρειάστηκε να του φάει μια αρρώστια το μυαλό του για να μπορέσει να θυμηθεί». Ο κολλητός του φτωχός και αφροαμερικανός Ράφι που την δική του ιδιοφυία θα την αφιερώσει στα βιβλία και την ποίηση. Η γυναίκα που θα τους ενώσει και θα τους χωρίσει, η γλύπτρια των ταπεινών υλικών, Ίνα Αρουίτα. Και μια Καναδή δύτρια- ωκεανογράφος-λατρεία, που θα μας χαρίσει στα δικά της κεφάλαια τις πιο φαντασμαγορικές περιγραφές της ωκεάνιας ζωής.

Στον πυρήνα του βιβλίου η πανανθρώπινη διαμάχη ανάμεσα στην φιλοσοφία και την τεχνολογία, τις ανθρωπιστικές αρχές και τις αρχές των επιχειρήσεων, η ταξική ανισότητα, η αγάπη για τη γνώση ως αυταξία, η λατρεία του ανθρώπινου μυαλού και της φύσης, ισόποσα, ειδικά όταν το ένα γίνεται αναπόσπαστο στοιχείο του άλλου. Και το μεγάλο ηθικό δίλημμα της εποχής μας, είναι ανθρώπινη η τεχνητή νοημοσύνη ή μήπως είναι θεϊκή; Πίσω από όλα αυτά κρύβεται επιμελώς, η ζωή και ο θάνατος, το νόημα της ζωής και το αίτημα για αθανασία ή και αναγέννηση. Και η πάντα χαλαρή επαφή μας με την πραγματικότητα, αν εξαιρέσεις την πραγματικότητα στο κεφάλι του καθενός μας.

Ο αφηγηματικός τρόπος τους Πάουερς, αποσπασματικός, με πολλαπλούς αφηγητές και συνεχή κίνηση στον τόπο και τον χρόνο, μας βάζει μέσα από δεκάδες ατραπούς στο κάθε θέμα, δεν αφήνει καμία ευκολία στον αναγνώστη, τον ζορίζει συνεχώς, κανένας δεν είναι καλός και κανένας δεν είναι κακός, μία και μοναδική αλήθεια δεν υπάρχει, θεός δεν υπάρχει αλλά αν υπάρχει πρέπει να φτάσουμε σε αυτή μετά από σκληρή προσπάθεια, σε συνεχή εγρήγορση. Για να αφεθούμε σε έναν πλαστικό θεό που θα μας αναστήσει και θα μας στείλει στην αιωνιότητα.

Θα σας πω πως ο Παιχνιδότοπος είναι μακράν το αγαπημένο μου βιβλίο του Πάουερς—ναι και από τον Ποταμό της μνήμης—, όταν έκλεισε ένιωσα μέσα μου πως δεν είμαι μόνη στον κόσμο. Κι αυτό δεν λίγο πράγμα. Το τέλος του με οδήγησε στην αρχή, σε έναν θεό που έφτιαξε τον εαυτό του κι έπειτα κλείστηκε στο αυγό του. Αυτός είναι ο σκοπός της λογοτεχνίας, να θέσει τα ερωτήματα, να δημιουργήσει πιθανότητες και απιθανότητες, να σε ωθήσει να σκάψεις στα έγκατα του μυαλού σου για την απάντηση, κι επειδή απάντηση δεν υπάρχει να σε βάλει να ζήσεις σε αυτό το αστραφτερό νέο σύμπαν, για λίγο εκεί, για πολύ εκεί, για πάντα εκεί. Κάθε καλό βιβλίο σε αλλάζει για πάντα.


                         Κατερίνα Μαλακατέ


"Παιχνιδότοπος", Richard Powers, μτφ, Γιώργος Κυριαζής, εκδ. Gutenberg

13/10/26

"Χελιδόνια", Natsuo Kirino






Ξεκίνησα να διαβάζω τα Χελιδόνια της Natsuo Kirino με πλήρη επίγνωση πως δεν θα διαβάσω ένα αριστούργημα. Προερχόμενη όμως από τους Καραμάζοφ και τον Ηλίθιο απανωτά χρειαζόμουν αναγνωστική ελαφράδα, ένα βιβλίο-γέφυρα που να μην με μπλοκάρει αναγνωστικά και ταυτόχρονα να είναι αξιόλογο. Το διάλεξα γιατί το θέμα της παρένθετης μητρότητας με ενδιέφερε πάντα, καταλαβαίνω με ενάργεια τα ηθικά διλήμματα που θέτει. Και δεν ξέρω και τι άποψη έχω συνολικά για το θέμα (πράγμα κάπως περίεργο για μια ξερόλα όπως εγώ).

Μια νεαρή γυναίκα 29 ετών η Ρίκι, προερχόμενη από επαρχιώτικη, φτωχή οικογένεια προσπαθεί να τα βγάλει πέρα στο Τόκιο. Δουλεύει με μερική απασχόληση, ζει σε ένα άθλιο μέρος, συχνά δεν έχει λεφτά για φαγητό, τα ρούχα της είναι όλα δεύτερο χέρι. Κάνει ό,τι μπορεί, αλλά δεν είναι ούτε ποτέ θα είναι αρκετό. Έτσι στην αρχή κάνει αίτηση για δωρεά ωαρίων κι έπειτα πείθεται να γίνει παρένθετη μητέρα για ένα πλούσιο ζευγάρι. Εκείνος είναι χορευτής, γιος χορεύτριας και θέλει να περάσει τα γονίδια του στην επόμενη γενιά κι εκείνης της είπαν πια πως τα ωάρια της είναι κατεστραμμένα και η εξωσωματική αποκλείεται να δουλέψει. Αυτά τα τρία είναι τα κεντρικά πρόσωπα του δράματος και τους πλαισιώνουν η νάρκισσος μητέρα του χορευτή και η παλαβιάρα πλούσια καλλιτέχνιδα φίλη της γυναίκας του χορευτή.

Το μυθιστόρημα πραγματεύεται από την μία την κοινωνική και την οικονομική θέση στην σύγχρονη Ιαπωνία και από την άλλη τα ηθικά διλήμματα του να πουλάς τη μήτρα σου. Κάτι που φαίνεται απλό αλλά δεν είναι. Γιατί μια εγκυμοσύνη, κάθε εγκυμοσύνη καθορίζει τη ζωή μιας γυναίκας με τρόπους που το σύστημα μοιάζει να αγνοεί. Όταν ασκείς έλεγχο στη μήτρα κάποιας, ασκείς εξουσία. Εξουσία που στη συγκεκριμένη κατάσταση σού δίνει το χρήμα.

Το μυθιστόρημα έχει σίγουρα περιττές σελίδες, ειδικά στο πρώτο μέρος, και συχνά η συγγραφέας μοιάζει να μην εμπιστεύεται τον αναγνώστη και να του δίνει μασημένη τροφη για το ηθικό δίλημμα. Πολλοί χαρακτήρες, όπως ας πούμε του εγωπαθούς άντρα που θέλει ντε και καλά να διαιωνιστεί το καλό του γενετικό υλικό, είναι κάπως μονοδιάστατοι. Όμως το ταξίδι έχει καλές στιγμές. Κάτι που μοιάζει απλό, «δανείζεις για λίγο το σώμα σου», φαίνεται ξεκάθαρα πως δεν είναι, ακριβώς γιατί πρόκειται για το σώμα σου. Κι επίσης αν έχεις λεφτά, τότε ορίζεις το κορμί σου. Αν όχι;

Δεν μετάνιωσα που διάβασα τα Χελιδόνια, όπως δεν είχα μετανιώσει όταν διάβασα το άλλο της βιβλίο που υπάρχει μεταφρασμένο στα ελληνικά, το Out. Χρειάζομαι πάντα βιβλία που να με κρατούν σε αναγνωστική φόρμα χωρίς να ζητάνε από μένα το 100% της προσπάθειας. Είναι μέρος της τελετουργίας της ανάγνωσης πολύ σημαντικό, ο κύκλος ανάμεσα στο δύσκολο ανάγνωσμα και το πιο βατό. Εντείνει την αναγνωστική απόλαυση. Και μεγαλώνει μεγαλώνει γερούς αναγνώστες. 



                                                Κατερίνα Μαλακατέ




"Χελιδόνια", Natsuo Kirino, μτφ Δέσποινα Γιανναρούδη, εκδ. Μεταίχμιο


20/9/26

Οι αδελφοί Καραμάζοφ είναι ο Ντοστογιέφσκι

 




Επιφανειακά θα μπορούσε κανείς να δει τους αδελφούς Καραμάζοφ ως ένα δικαστικό δράμα ή μια αστυνομική ιστορία μυστηρίου, «ποιος σκότωσε τον Φιόντορ Πάβλοβιτς Καραμάζοφ». Ποιος από τους γιους του τον σκότωσε, για να ακριβολογούμε, γιατί είναι ξεκάθαρο πως θα το ήθελαν και οι τέσσερις, οι τρεις ετεροθαλείς νόμιμοι αδελφοί και ο ετεροθαλής «παράνομος». Και αν σκεφτεί κανείς τα σημεία της καταιγιστικής πλοκής θα μπορούσε μέχρι και να το υποστηρίξει.

Όμως ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι είναι ατρόμητος συγγραφέας, κι αυτό τον κάνει ιδιοφυή, είναι παθιασμένος και αυθόρμητα αισθησιακός, παραδομένος στις έξεις του όπως ο Μίτια, και εξαιρετικά διανοούμενος όπως ο Ιβάν, και άγιος όπως ο Αλιόσα, και σιχαμένος επιληπτικός όπως ο Σμερντιακόφ. Γράφει δεκάδες σελίδες πλοκής, ακολουθούμενες από δεκάδες σελίδες δοκιμιακές για τον υπαρξιακό τρόμο, κι έπειτα δεκάδες σελίδες χριστιανικής ηθικής εξύψωσης, για να ξαναβυθιστεί στη βρωμιά, το πάθος, τη ντροπή και την σαρωτική ανάγκη για εξιλέωση.

Οι αδελφοί Καραμάζοφ είναι ο Ντοστογιέφσκι.

Ο Ντμίτρι Φιόντροβιτς Καραμάζοφ αντιπροσωπεύει το αισθησιακό, σωματικό κομμάτι του. Όπως ο ενήλικος Ντοστογιέφσκι έχει φοβερές έξεις, γυναίκες, τζόγος, και παραδίδεται σε αυτές, εντελώς αυτοκαταστροφικά γιατί τελικά καταλήγει με χρέη που τον βαρύνουν για πάντα, διαλυμένες σχέσεις, στα δικαστήρια, να καταδικάζεται χωρίς να φταίει στα κάτεργα της Σιβηρίας. Ο Μίτια είναι μια αχαλίνωτη δύναμη παρόρμησης, χωρίς κανένα όριο παρά μόνον τη ντροπή. Μετά. Ο Ντμίτρι θέλει να σκοτώσει τον πατέρα του και το βροντοφωνάζει παντού με όλους τους τρόπους, σε ταβέρνες και καταγώγια, θέλει να τον σκοτώσει για τα λεφτά και μια γυναίκα-ανάφτρα.

Ο Ιβάν Καραμάζοφ, ο 23χρονος εαυτός είναι η ιδιοφυία, που ήδη εκτιμάται στους λογοτεχνικούς κύκλους. Ο εκδυτικοποιημένος διανοούμενος σε βαθιά υπαρξιακή κρίση, που διερευνά το καλό και το κακό, τι σημαίνει η ανθρώπινη ύπαρξη χωρίς και με τον Θεό, αν μπορεί να υπάρξει ηθική και ανθρωπιά χωρίς μια ύψιστη δύναμη. Ο Ιβάν είναι το μυαλό του Ντοστογιέφσκι, που αντιστέκεται και στη σωματική και στην πνευματική πλευρά του. Σε αυτόν ανήκει το κέντρο βάρους του βιβλίου, ο Ιεροεξεταστής, σε αυτόν ανήκει ηθικά η ευθύνη της πατροκτονίας: «Αν δεν υπάρχει Θεός, όλα επιτρέπονται».

Ο Αλιόσα είναι ο Χριστός αυτοπροσώπως, το ηθικό, πνευματικό κομμάτι, γεμάτο συμπόνια και αγάπη για όλη την ανθρωπότητα. Το αφελές και εμβριθές μέρος του ταυτόχρονα που βλέπει παντού το καλό. Ο έφηβος εαυτός του (ο Ντοστογιέφσκι γεννήθηκε σε μια βαθιά θρησκευόμενη οικογένεια κι ήταν απίστευτα αφοσιωμένος στη θρησκεία ως έφηβος) και ταυτόχρονα ο εαυτός που θα ήθελε να είναι αργότερα, όταν θα κατάφερνε να αρθεί πάνω από τις επιταγές του σώματος και του μυαλού του. Είναι ο Ντοστογιέφσκι ταυτόχρονα 17 χρονών, τότε που δολοφονήθηκε ο πατέρας του και ο βαθιά ενήλικος σκεπτόμενος εαυτός του. Ο Αλιόσα είναι ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, κι αν ο Ντοστογιέφσκι δεν πέθαινε ενδιάμεσα, στον δεύτερο τόμο, αυτός θα έκανε όλο τον κύκλο, θα γινόταν αρνητής της πίστης, κι έπειτα έκφυλος, για να κλείσει τον κύκλο και να ξαναγίνει άγιος. Όμως ο θάνατος πρόλαβε τον συγγραφέα.

Ο Μίτκα, ο Ιβάν, κι ο Αλιούσα είναι η αγία τριάδα, το σώμα, το μυαλό και το πνεύμα.

Ο Σμερντιακόφ, ο παράνομος γιος, είναι η Σκιά, ο εαυτός που θα γινόταν αν αφηνόταν στον μη χαρισματικό εαυτό του. Ο κακός, επιληπτικός, κυνικός Ντοστογιέφσκι∙ η απονιά και η αδικία, όλα μαζεμένα στο άρρωστο και αρρωστημένο του κομμάτι. Ο Σμερντιακόφ είναι ο φονιάς του πατέρα. Αυτός που το τόλμησε.

Ο πατέρας του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι πέθανε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες.  Οι φήμες της εποχής (και η κόρη του στα απομνημονεύματά της) ισχυρίζονταν πως τον σκότωσαν οι ίδιοι του οι δουλοπάροικοι, μάλιστα με φρικτό τρόπο, αφού πρώτα τον ευνούχισαν. Οι νεότερες μελέτες στα αρχεία μιλούν για αποπληξία. Σε κάθε περίπτωση, η δολοφονία αφέντη από δουλοπάροικους ήταν εντελώς ανήκουστη στη Τσαρική Ρωσία και υπονοούσε πως επρόκειτο για έναν πολύ πολύ κακό αφέντη.

Ο Ντοστογιέσφκι ήθελε να σκοτώσει έναν σαδιστή πατέρα, που δεν υπήρχε πια, γιατί πρόλαβε και τον σκότωσε κάποιος άλλος. Αλλά για αυτό μάλλον θα πρέπει να αφήσουμε τον Φρόιντ να μιλήσει, το έκανε εξάλλου στο «Dostoevsky and parricide».

Δεν είναι τυχαίο που ο μόνος χαρακτήρας που έχει το όνομά του στους Καραμάζοφ, είναι ο Φιόντορ Πάβλοβιτς, ο σιχαμένος ηδονιστής, το κάθαρμα, που δεν νοιάστηκε ποτέ για τους γιους του, ούτε καν για το αν είχαν να φάνε, που άφησε να πεθάνουν οι μανάδες τους και το ευχαριστήθηκε κιόλας, αυτός που αντιπροσωπεύει όλα τα ποταπά και κατώτερα ένστικτα της ανθρώπινης ψυχής.

Όλοι οι αδελφοί Καραμάζοφ είναι Φιόντοροβιτς. Είναι δικοί του, τους γέννησε εκείνος, από τα πιο σκοτεινά μέρη της ψυχής του, από την καταχνιά και τη σκοτεινιά του, και το πάνλαμπρο φως του. Ο Ντοστογιέσφκι πέθανε χωρίς να καταφέρει να κάνει τον Αλιόσα κεντρικό ήρωα, οι Καραμάζοφ είναι το back story της ιστορίας του, το κεντρικό βιβλίο θα ήταν το επόμενο με τη ζωή του Αλεξέι Φιόντoροβιτς Καραμάζοφ. Πέθανε χωρίς τελικά να άρει τον ενήλικο εαυτό του στην αγιότητα. Όμως κατάφερε να τον εξυψώσει στο πιο ψηλό βάθρο της λογοτεχνίας.



                                                 Κατερίνα Μαλακατέ


"Αδελφοί Καραμάζοφ", Fedor Michajlovic Dostojevskij, μτφ. Ελένη Μπακοπούλου, εκδ. Άγρα






29/8/26

Το δέντρο έρχεται, Munir Hachemi

 




Μια ιδιότυπη δυστοπία (ή ευτοπία, όπως το βλέπει κανείς) είναι το «Δέντρο έρχεται» του Μουνίρ Ατσέμι. Ένας αρχαιολόγος ανακαλύπτει σε έναν μακρινό πλανήτη έναν περίεργο πολιτισμό, τους Μουλάι. Συνειδητοποιεί πως πρόκειται για μια ξεχασμένη διαστημική αποστολή, μια κοινότητα που αφέθηκε εκεί χωρίς κανέναν σύνδεσμο με τη γη παρά μόνον τα κιβώτια αποξηραμένης τροφής και αναπτύχθηκε τελείως διαφορετικά μέσα στην απομόνωση.

Οι Μουλάι περνάνε πολύ γρήγορα σε μια νέα μορφή κοινωνίας, τελείως αταξική και απελευθερωμένη σεξουαλικά, με τρίο και όργια σε κοινή θέα, πάντα όμως με απαγορευμένη την κολπική επαφή∙ η αναπαραγωγή γίνεται αλλιώς. Όλοι οι περιορισμοί μιας διαστημικής αποστολής σε έναν θόλο μετατρέπονται σιγά σιγά σε τελετουργίες ξεχασμένες στα βάθη των χρόνων που κανείς δεν τολμά να αλλάξει ούτε να σκεφτεί πώς δημιουργήθηκαν. Έχουμε μια κοινωνία χωρίς αρχηγό, όπου κανένας δεν ασκεί εξουσία στον άλλο, κοινοβιακή, όπου δεν λείπουν τα ταμπού και δεν αργεί να κάνει την εμφάνισή του ο θεός.

Το πιο ενδιαφέρον από όλα όσα γράφει ο Ατσέμι είναι το πώς αλλάζει η γλώσσα, η γραφή και κατανόηση όλων των αόριστων νοημάτων. Κάθε φορά που μιλάει ένας Μουλάι, η λέξη αλλάζει σχήμα, το ίδιο και κάθε φορά που γράφει. Κάθε φορά που διηγούνται μια ιστορία, αλλάζει η ιστορία. Παρ’ όλα αυτά, αυτός που την αφηγείται ή τη γράφει παραμένει κατανοητός, η αλλαγή είναι οργανική εφόσον μετέχει της ζωής της κοινότητας Είναι σαν να βλέπουμε την ιστορία των γλωσσών της γης, των ιδιωμάτων και των παραλλαγών σε ταχύτητα μεγεθυμένη κατά τη χιλιοστή.

Το μικρό μυθιστόρημα γίνεται εξαιρετικά γοητευτικό όσο περνάνε οι σελίδες, γιατί διερευνά το πώς λειτουργεί το ανθρώπινο μυαλό, το τι είναι έθιμο, τι είναι νόμος, τι είναι ταμπού, πώς ξεχωρίζει το άτομο που διαφέρει έστω και λίγο και πώς χρειάζεται να απομονωθεί αν και αυτό είναι που θα φέρει την πρόοδο, ποιος είναι ο θεός και γιατί εμφανίζεται η ιδέα μιας ανώτερης δύναμης ακόμα και στις πρωτόγονες κοινότητες, τι είναι κοινωνία ακόμα και όταν εξαφανιστεί η συνθήκη της δύναμης και της εξουσίας απέναντι στον αδύναμο, ακόμα κι αν εξαφανιστούν οι μητρικοί και πατρικοί δεσμοί. Πώς διαμορφώνεται η ανθρώπινη κοινωνική ύπαρξη όταν δεν υπάρχει πια ο θεσμός της οικογένειας και της δυαδικότητας του ζευγαριού. Και τι γίνεται όταν έρθει σε επαφή με μια άλλη, ακατανόητη κοινότητα.

Μιλά για το παρελθόν, για το πώς δημιουργήθηκαν οι κοινωνικοί κανόνες, οι ιδιαιτερότητες κάθε γλώσσας, κάθε έθνους τελικά, και ταυτόχρονα διερευνά το μέλλον, με απίστευτη σαφήνεια. Τι θα γινόταν αν αφηνόμασταν με τεχνολογία που δεν καταλαβαίνουμε και δεν μπορούμε να αναπαράγουμε. Δεν δίνει απαντήσεις, κάνει όμως αρκετό νοητικό μασάζ στη φαντασία, αφήνει στον αναγνώστη ένα σωρό ελευθερίες, και τελικά καταλήγει να είναι βαθιά πολιτικό και κοινωνικό, ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα του είδους.



Το δέντρο έρχεται, Μουνίρ Ατσέμι, εκδ. Αντίποδες

27/6/26

"Η χερσόνησος με τα άδεια σπίτια", David Uclés




Είναι μια μυστικιστική εμπειρία να ακούς με το Requiem II: Kyrie του Gyorgy Ligeti το κεφάλαιο της καταστροφής και της ερήμωσης. Και το οφείλω στον αφηγητή. Σε αυτόν τον θερβαντικό αφηγητή- θεό, τον πανταχού παρόντα, έναν αφηγητή εντελώς παλιομοδίτικο, που ξέρει τα πάντα, με ακραίο γκροτέσκο χιούμορ, και την ικανότητα να χειρίζεται τον χρόνο και το χώρο κατά το δοκούν. Έναν αφηγητή που απευθύνεται συνεχώς και αδιαλείπτως στον αναγνώστη, τον ενημερώνει για τα λάθη— αν μετακίνησε μια μάχη έναν χρόνο μπροστά ή πίσω, αν τώρα θα εξαφανίσει δυο ήρωες και δεν ξαναμιλήσει ποτέ για αυτούς.

Είναι μια μυστικιστική εμπειρία να διαβάζεις το πρώτο μυθιστόρημα που γράφτηκε και περιλαμβάνει όλον τον Ισπανικό εμφύλιο, μόλις 90 χρόνια μετά, με απόλυτη ιστορική ακρίβεια, ενώ ταυτόχρονα στις προσωπικές ιστορίες των ηρώων του χρησιμοποιεί τόσο πολύ τον μαγικό ρεαλισμό, που φτάνει στα όρια του φανταστικού.

Την ιστορία της οικογένειάς του θέλησε να γράψει ο 20χρονος τότε Δαβίντ Ουκλές, κάτι σαν Ιβηρικό Μακόντο, γεμάτο παγανιστικά φυτά, ανθρώπους που αναλήπτονται για να γλιτώσουν τη θλίψη και ξηρασίες που σου ρουφάνε 160 κιλά από το κορμί σου. Και σκόνταψε πάνω σε κάτι μεγαλειώδες, στον Ισπανικό Εμφύλιο και τα σαράντα χρόνια Φρανκισμού μετέπειτα. Το Ιστορικό υψώθηκε σαν τείχος, του έγινε εμμονή, διάβασε άπειρα γι’ αυτό, κατανάλωσε ταινίες, φωτογραφίες, πίνακες, μουσικές, κι έκανε 25.000 χιλιόμετρα με την μηχανή του πηγαίνοντας, τα 15 χρόνια που κράτησε τελικά η συγγραφή αυτού του βιβλίου, σε όλα τα μέρη που αναφέρονται στον Εμφύλιο. Είδε, άκουσε, μύρισε, γεύτηκε κι έπιασε. Τελικά έγραψε. Ένα μυθιστόρημα που δεν χαρίζεται σε κανέναν για τις βιαιότητες και το ατελείωτο αίμα, για τη φρίκη του αδελφοκτόνου πολέμου


«Ένας αδελφός δεν σε σημαδεύει με το ντουφέκι»


Για τους ανθρώπους που «ήταν με την ύπαιθρο» όπως η οικογένειά του, που δεν είχε ανάμιξη πριν τον πόλεμο, και τελικά κατέληξε ανύπαρκτη, μετά τον πόλεμο.

Το μυθιστόρημα σφύζει από εικόνες, από μουσικές, από λογοτεχνικές αναφορές, από ζωγραφική, από διακειμενικές αναφορές. Θυμίζει Μάρκες, και θυμίζει Θέρκας και θυμίζει Σαραμάγκου, Θερβάντες και Όμηρο. Είναι ένα Ιβηρικό έπος. Μέσα στις σελίδες του κατοικούν ο Πικάσο και ο Θαμπολέτα, ο Χέμιγνγουει και ο Όργουελ, συνομιλούν ο Λιόσα με τον Θερνούδα και τον Καλδερόν, ο Μπερνανός με τον Νερούδα∙ και πεθαίνει ο Λόρκα.

Οι εικόνες σκάνε από παντού, οι ήρωες είναι τόσοι πολλοί, μα το κεντρικό θέμα ένα, μας το λέει ο αφηγητής-θεός ευθαρσώς:

«Παρεμπιπτόντως, αν αναρωτιέστε για ποιον λόγο προτίμησα να τα ξεπαγώσω και να τα σκοτώσω αντί να τα αφήσω να ξυπνήσουν σε σαράντα χρόνια, σας το εξηγώ με δυο λόγια: μου ήταν στενάχωρη η σκέψη πως μετά από τέσσερις δεκαετίες, τα παιδιά θα ξυπνούσαν σε μια κοινωνία που αντί να αντιμετωπίζει τον πόλεμο με σθεναρή ιστορική μνήμη, θα υπέγραφε ένα σύμφωνο σιωπής και θα αφιέρωνε στο χρονικό της σύγκρουσης μόλις δύο σελίδες στα σχολικά βιβλία»

Βασικό θέμα λοιπόν είναι η μνήμη, η ανάγκη να σπάσει η σιωπή, να μιλήσει κανείς για την ασύλληπτη βία, για την ισοπέδωση ολόκληρων πόλεων, για τους βιασμούς και τους ομαδικούς τάφους. Να ξέρουν όλοι ποιος ξεκίνησε και ποιος τελείωσε τον πόλεμο και τι έκανε σε αντίποινα, ποιος είναι ποιος. Στην πορεία βέβαια μιλάει για όλα τα βαθιά ανθρώπινα, για τη φρικαλεότητα της ανθρώπινης φύσης, τη ζωή, τον θάνατο, τη σπορά των επόμενων ανθρώπων.

Ο διάολος κρύβεται σε αυτά που λέει για τη θρησκεία και πώς την αντιμετώπισαν οι δυο παρατάξεις, για τον φόβο της αβεβαιότητα αν ο αδελφός σου θα σε σκοτώσει ή όχι, για την πληροφορία και το πόσο σημαντική είναι, για την παιδεία. Κάθε πρόταση αυτού του βιβλίου θα προκαλέσει σε διαφορετικό αναγνώστη την ανάγκη να ψάξει. Οι λεπτομέρειες, κρύβονται εκεί που δεν τις περιμένεις, εκεί που γεννιέται στο Περού ένας σπουδαίος λογοτέχνης που θα ξεκινήσει τη ζωή του αριστερός αλλά θα πεθάνει δεξιός, στην πόλη που ξέρει το μέλλον και υψώνεται προς τον ουρανό με παλιοσίδερα και χαλάσματα, στον τύπο που φέρνει τα βρωμερά υπολείμματα της Γκερνίκα στον Πικάσο σέρνοντας τα πίσω του μισό χρόνο σε ένα κάρο, στην ιδέα της Ιβηρίας, της χερσονήσου που είναι ένα και αποκόπτεται. Στους αυτοεξόριστους που η Γαλλία έβαλε σε καμπ κι έπειτα τους παρέδωσε στον Χίτλερ.

Όταν τελειώσει αυτή τη σάγκα, θέλεις να ξανακούσεις τη μουσική της, θέλεις να διαβάσεις όλους όσους παρελαύνουν μέσα της, και δεν θέλεις να ξεχάσεις. Γιατί οι Ισπανοί όπως κι εμείς, δεν διδάσκουν τον Εμφύλιο στο σχολείο. Γιατί για αυτούς ο Εμφύλιος δεν τελείωσε, συνεχίστηκε με 40 χρόνια Φράνκο και δεν τελειώσε παρά μόνον όταν ο δικτάτορας πέθανε από φυσικό θάνατο. Και ο ακροδεξιός εθνικισμός ξαναδείχνει τα δόντια του. Κι οι λαοί που έχουν κοντή μνήμη, που κρύβουν τα πάντα στις ντουλάπες και κάτω από τα χαλιά, καταδικάζονται να ξανασφάξουν τα αδέλφια τους. Και να ξαναερημώσουν τα σπίτια τους.



Κατερίνα Μαλακατέ




24/6/26

"Γυμναστήριο", Verena Kessler






Δεν συμβαίνει πολύ συχνά πια να τελειώνω ένα βιβλίο τη μέρα που το αρχίζω. Μα όταν συμβαίνει, το απολαμβάνω, μου θυμίζει την άγρια χαρά της ανάγνωσης. Οι ενδορφίνες που εκλύονται μοιάζουν με αυτές μετά από μια καλή προπόνηση. Πάντως αυτό μού συνέβη με την Βερένα Κέσσλερ και το «Γυμναστήριο» της, το έπιασα στα χέρια μου για να το ξεφυλλίσω, κι έπειτα διάβασα λίγες σελίδες, και μετά κόλλησα.

Πρόκειται για ένα βιβλίο για την εμμονή, για την ίδια την διαδικασία της προσήλωσης σε έναν μόνο στόχο, και της αδυναμίας να σταματήσει κανείς, να βγει από το τούνελ και να αντισταθεί στην τελειομανία. Η πρωταγωνίστρια μας θέλει να είναι πάντα πρώτη και θέλει να είναι τέλεια.

Πιάνει δουλειά στο μπαρ για σμούθις και χυμούς ενός MEGA GYM. Είναι κάπως παραιτημένη και τσουπωτούλα και για να την προσλάβει ο Φερχάτ, ο ιδιοκτήτης, που είναι φεμινιστής κατά δήλωσή του, λέει ψέματα πως μόλις έχει γεννήσει. Αυτό φυσικά δεν είναι ένα οποιοδήποτε ψέμα, είναι ένα ψέμα που μετά πρέπει να το υποστηρίζει κάθε μέρα. Που καταλαμβάνει τον εργασιακό της χώρο αλλά όχι τον προσωπικό. Δεν έχει προσωπικό χώρο εξάλλου.

Σιγά σιγά η πρωταγωνίστρια παρατηρεί πως η άλλη κοπέλα στο μπαρ, που είναι γυμνασμένη και ντύνεται με το γυμναστηριακό σέξι, παίρνει διπλές παραγγελίες σμούθις από κείνη. Και αρχίζει να γυμνάζεται. Αν και δεν της πολυαρέσει και δεν πολυαντέχει. Παρατηρεί και μια καινούργια μποντιμπιλντερού που συχνάζει στο MEGA GYM, τη Βικ.

Η ιστορία δεν έχει να κάνει ούτε με γυμναστήρια, ούτε με τον corporate κόσμο από τον οποίο αποδεικνύεται τελικά πως προέρχεται η πρωταγωνίστρια. Έχει να κάνει με την ακραία ανάγκη να είσαι πάντα πρώτη, να ζευτείς στην κούρσα, όποια κούρσα κι αν είναι αυτή, να διαλύσεις τα πάντα και τον εαυτό σου στο διάβα σου. Να μην υπολογίσεις κανένα κόστος για κανέναν.

Ο τρόπος σκέψης της ηρωίδας, που τον ακούμε να μας σφυροκοπά, είναι εθιστικός. Θέλουμε κι εμείς να διορθώσει την αδικία που της έκανε ο «φεμινιστής» διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας. Θέλουμε κι εμείς να γίνει φιτ και να τη χαζεύουν οι γυμναστηριάκηδες. Θέλουμε κι εμείς να είναι success story. Μέχρι που δεν θέλουμε, αλλά δεν μπορούμε πια να της φωνάξουμε να σταματήσει, είμαστε συνένοχοι.

Είναι τόσο σύγχρονη αυτή η ιστορία, και ταυτόχρονα τόσο λογοτεχνική, που σε κατασπαράζει. Είναι η νέα μορφή εξουσίας που προσπαθείς να ασκήσεις, ενώ στην ασκούν.

Όταν τελείωσε το μικρό ομολογουμένως βιβλίο, ήθελα κι άλλο. Έψαξα για τα δυο άλλα βιβλία της Κέσσλερ, το πρώτο κυκλοφόρησε στην Ελλάδα και δεν το είχα πάρει καν χαμπάρι, το δεύτερο όχι. Δεν είμαι καν σίγουρη πως δεν είναι εξαντλημένο αυτό που έχουμε μεταφρασμένο. Αν δεν είναι, ίσως ήρθε η ώρα και για αυτό.



                                              Κατερίνα Μαλακατε


"Γυμναστήριο", Verena Kessler,  μτφ. Δέσποινα Κανελλοπούλου, εκδ. Δώμα