19/2/20

"Το βιβλίο των μικρών θαυμάτων", Juan Jacinto Muñoz Rengel

το παπαγαλόσκυλο


Ο πιο εύκολος τρόπος να περιγράψεις "Το βιβλίο των μικρών θαυμάτων" υπάρχει μέσα στο ίδιο το βιβλίο κι είναι με τα λόγια του συγγραφέα του: 

Το βιβλίο των μικρών θαυμάτων και των άγνωστων πλανητών που περιέχει τις λεπτομερείς και πολύ ειλικρινείς {μικρο}αφηγήσεις των μεγάλων υπερφυσικών και παράξενων γεγονότων αυτού του κόσμου, καθώς και τις {μίνι} εποποιίες άλλων τόσων εξωγήινων άθλων και μια συλλογή από τις διαφορετικές και αξιομνημόνευτες ερωτικές πρακτικές, εκδικήσεις και βασανιστήρια, θανάτους μετενσαρκώσεις, πνεύματα και φαντάσματα, ερπετά, τέρατα, ανέφικτες αρχιτεκτονικές, τα χρονικά της κατάκτησης του διαστήματος και την αναζήτηση του θεού

Πρόκειται λοιπόν για μικρά ως πολύ μικρά κείμενα, που ξεκινούν από κάποια φιλοσοφική και υπαρξιακή αγωνία, τον θεό, τον έρωτα, τη ζωή, τον θάνατο, τη ζωή σε άλλους πλανήτες, και καταλήγουν σε έναν κόσμο όπου το φανταστικό μπλέκεται με το πραγματικό. Στην Ισπανία, όπως και στην Ελλάδα, η λογοτεχνία του φανταστικού δεν χαίρει μεγάλης εκτίμησης, οι σπουδαίοι σύγχρονοι συγγραφείς ποντάρουν στον ρεαλισμό με μικρές δόσεις μεταμοντέρνου. Ο Χουάν Χαθίντο Μουνιόθ Ρενχέλ (ή Χότα Χότα όπως τον αποκαλεί η μεταφραστική του ομάδα στα ελληνικά), είναι ένας συγγραφέας που δεν φοβάται το φανταστικό, το χρησιμοποιεί και το μεταπλάθει, πατά γερά στην παράδοση του Χουάν Ρούλφο, του Χ.Λ.Μπόρχες —"το βιβλίο των φανταστικών όντων"—, του Κορτάσαρ —με το "Αξολότλ". Και με έναν περίεργο τρόπο, γιατί οι λαοί δένονται, καταλήγει να φτιάξει διηγήματα που μοιάζουν εκπληκτικά με αυτά στο «Όντα και μη όντα» του Αργύρη Χιόνη. Δεν είναι τυχαία άλλωστε η ύπαρξη ενός τερατολογίου πριν τα περιεχόμενα. 

Τα μικρο-αφηγήματα χωρίζονται σε τρία μέρη: Urbi, πόλη, Orbe, οικουμένη και Extramundi, κι άλλοι κόσμοι. Η λατινική φράση Urbi et Orbi που χρησιμοποιείται τόσο συχνά σε διεθνείς Συνθήκες και συμβόλαια, μοιάζει σαν να είναι προγραμματική δήλωση του Χ.Χ. Θα γράψει για τα μεγάλα και τα υψηλά, αυτά που αφορούν το αστικό τοπίο, την οικουμένη όπως την ξέρουμε και τους άλλους κόσμους που ακόμα δεν ξέρουμε, με όχημα το μικρό και το πάρα πολύ μικρό διήγημα. Σε κάποιες στιγμές τα κείμενά του έχουν τόσο ρυθμό που δεν ξεχωρίζουν από ποίημα. Η γλώσσα του φαίνεται να ρέει —ακόμα και στην ελληνική μετάφραση που έχει τόσους μεταφραστές— και του αρέσει να παίζει μαζί της, χωρίς να φοβάται. Άλλοτε είναι τελείως απλή κι άλλοτε διανθίζεται, γίνεται πληθωρική. Ο συγγραφέας αγαπά τους νεολογισμούς και τα λογοπαίγνια, κρύβεται μερικές φορές πίσω από τη γλώσσα κι άλλες την αφήνει να αναλάβει τα ηνία. 

Μόνο έτσι, με μικρές μπουκιές ανάγνωσης, κόβοντας φέτες την πραγματικότητα, κατακερματίζοντάς την, βρίσκει ψήγματα αλήθειας. Όταν το μυαλό αφήνει πίσω τις αντιστάσεις του, ξέρει πως μπορεί ανά πάσα στιγμή να εμφανιστεί ένας τύπος με γαλάζια χαίτη σε όλο του το σώμα, μια αγελάδα που λύνει την υπόθεση του Ρίμαν ή ένας βιογύπας, τότε η πραγματικότητα αρχίζει να παρουσιάζει ρωγμές, από αυτές μόνο μπορεί να φτάσεις στην κατανόηση του κόσμου. 

Στην αρχή το τοπίο είναι αστικό, μετά οικουμενικό, τελικά εντελώς φανταστικό. Ο Χ.Χ. δεν διστάζει να κάνει κριτική της κοινωνίας, να μιλήσει για οικολογία, για γυναικοκτονίες, για τον θάνατο∙ και να τον αντιστρέψει. Ο χρόνος και η χρονική σειρά τον πραγμάτων τον απασχολεί σε πολλά διηγήματα, σε ένα μια γυναίκα που γεννάει αποδεικνύεται πως μόλις γεννιέται, σε ένα άλλο ο τελευταίος πρόγονος ενός ζευγαριού μπαίνει ξανά στο σώμα της γυναίκας με αβάσταχτους πόνους. Η ζωή μοιάζει να είναι εξίσου παράλογη με το τέλος, συνήθως την εξορθολογίζουμε και χρεώνουμε στο τέρμα όλα όσα συνέβησαν στην αρχή. Εδώ η αρχή και το τέλος μοιάζουν αξεδιάλυτα, ο χρόνος άλλοτε συστέλλεται κι άλλοτε διαστέλλεται, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον είναι μόνο μία σύμβαση. Αυτό κάνει ο Χ.Χ. με αυτή τη μικρή συλλογή, σπάει τις συμβάσεις. Δεν διστάζει ούτε μπροστά στους θεούς ή τον θεό. Δεν διστάζει ούτε μπροστά στον εαυτό του. Η ζωή ξεγυμνώνεται, και ο ίδιος ξεγυμνώνεται, φτιάχνει καινούργιες λέξεις, για νέες υπάρξεις. Ούτε διστάζει να χρησιμοποιήσει την μυθολογία και να τη διαστρέψει- πιο χαρακτηριστική η ανατροπή του Δούρειου Ίππου. Κι ούτε έχει θέμα με την σεξουαλικότητα, τον ερωτισμό και τον αισθησιασμό, είναι μέρος της ζωής, ακόμα κι αν έχεις άλλη όψη κι άλλο σχήμα.  

Είχε δύο αγόρια δίδυμα, ολόιδια. Εκείνη τα έντυνε με τα ίδια ρούχα και τους έφτιαχνε συμμετρικά πρωινά κάθε πρωί. Εκείνα συμπεριφέρονταν με τον ίδιο τρόπο κι έμοιαζε να έχουν μία και μόνη προσωπικότητα. Και τα δύο έπαιρναν τους ίδιους βαθμούς στο σχολείο, έκαναν μελανιά στο ίδιο γόνατο --την ίδια μέρα, την ίδια ώρα--, τους άρεσε το ίδιο κορίτσι, μιλούσαν ταυτόχρονα για να πουν μια παρόμοια φράση. Εκείνη τα σκέπαζε με τον ίδιο τρόπο κάθε βράδυ, σε αντίστοιχα δίδυμα κρεβάτια, το καθένα κάτω από το δικό του γαλάζιο πουπουλένιο πάπλωμα. Ύστερα, πλησίαζε σιωπηλά ένα από αυτά, πάντα το ίδιο, και του ψιθύριζε στο αφτί: "Εσύ είσαι ο αγαπημένος μου". 

Το μικρό κείμενο —εδώ μιλάμε ακόμα και για μία μόνη φράση— έχει το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού. Χωρίς να σε προετοιμάσει επαρκώς, χωρίς να νοιάζεται για το πριν και το μετά, σε ξεβράζει άλλοτε πάνω στην κορύφωση, κι άλλοτε πάνω στην κάθαρση ενός μεγαλύτερου κειμένου. Ο αναγνώστης πρέπει τότε να συμβάλει στη συγγραφή, να γεμίσει τα κενά με βάση τη δική του εμπειρία, να νιώσει όπως ο συγγραφέας ή και τελείως διαφορετικά. Είναι ο συγγραφέας ένας μικρός θεός; Στο σύμπαν του είναι. Τον αποκαθηλώνει μόνο ο αναγνώστης. 

Σε κάποια μικροκείμενα ο ΧΧ το έχει καταφέρει εκπληκτικά, σε άλλα μοιάζει να μας ταΐζει μασημένη τροφή και να προσγειώνει τη φαντασία. Πάντως σε ελάχιστα δεν δίνει έρεισμα στο ασυνείδητο να κάνει τις δικές του παραλλαγές. Κι αυτό κάνει αυτό το μικρό βιβλίο, μεγαλύτερο. Μπορείς αν θες να το διαβάσεις σε ένα απόγευμα και μετά να το ξεχάσεις. Λίγο όμως να είσαι μαθημένος, να έχεις διαβάσει Πεσόα, Καλβίνο ή Μπόρχες, τότε ξέρεις πως αυτά είναι από τα βιβλία που μένουν στο προσκεφάλι σου για καιρό. Μπορείς να τσαλαβουτάς μέσα τους όπως και όποτε θες, μετά την πρώτη ανάγνωση. Και τα κείμενα θα σε αποζημιώσουν, θα δώσουν στην καθημερινότητα ρυθμό και στίγμα. Έστω κι αν απλά διαβάσεις τον κολοφώνα: Η εκτύπωση της συλλογής διηγημάτων του Χουάν Χαθίντο Μουνιόθ Ρενχέλ, «Το βιβλίο των μικρών θαυμάτων», στα ελληνικά, ολοκληρώθηκε στις 10 Νοεμβρίου 2019, στιγμή κατά την οποία το Σύμπαν συμπλήρωνε 13.789 εκατομμύρια χρόνια, πέντε μήνες, δεκαεννιά μέρες και έξι ώρες. 


                                                                Κατερίνα Μαλακατέ

"Το βιβλίο των μικρών θαυμάτων", Χουάν Χαθίντο Μουνιόθ Ρενχέλ, μετ.Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Αναστασία Γιαλαντζή, εκδ. Opera, 2019, σελ. 136






Υ.Γ.42 Η μετάφραση είναι προϊόν εργαστηρίου λογοτεχνικής μετάφρασης και επιμέλειας από τα ισπανικά στα ελληνικά που οργάνωσαν και συντόνισαν ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και η Αναστασία Γιαλαντζή στο Κέντρο Ισπανικής, Πορτογαλικής και Καταλανικής γλώσσας Abanico σε δύο περιόδους: Οκτώβριος 2017-Απρίλιος 2018 και Οκτώβριος 2018-Μάρτιος 2019. Μετέφρασαν οι: Μαρία Αθανασιάδου, Αναστασία Γιαλαντζή, Μαρία Ζαγγίλη, Μαρία Καλουπτσή, Νίκος Μανουσάκης, Χρυσούλα Ξένου, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Αγγελική Παλασοπούλου, Στέλλα Σουφλέρη, Σοφία Φερτάκη, Ναταλί Φύτρου

Υ.Γ42-42 το κείμενο, με μικρές προφορικές παραλλαγές, διαβάστηκε το Σάββατο 8 Φεβρουαρίου, στη σχετική εκδήλωση στο Abanico.

12/2/20

"Δόκτωρ Ζιβάγκο", Boris Pasternak





Έχουν περάσει κοντά εικοσί πέντε χρόνια από την πρώτη μου ανάγνωση του Δρ. Ζιβάγκο του Μπαρίς Παστερνάκ. Αμφιβάλλω πως στην πρώτη εκείνη εφηβική ανάγνωση είχα συνειδητοποιήσει το πολιτικό υπόβαθρο του μυθιστορήματος, ή καταλάβει πως ο Δρ Ζιβάγκο, παρόλο που μοιάζει πολύ με Ντοστογιέφσκι ή Τολστόι στον τρόπο αφήγησης, είναι ένα μυθιστόρημα που εκδόθηκε το 1957. 

Ο Παστερνάκ ξεκίνησε ως φουτουριστής ποιητής, στην ομάδα του Μαγιακόσφσκι. Η ποιήση του υπήρξε καθοριστική για τους νεότερους Οσίπ Μάντελσταμ (δεν κατάφερε να τον σώσει στο περιβόητο επεισόδιο με το τηλεφώνημα του Στάλιν) και Μαρίνα Τσβετάγεβα (η τριπλή αλληλογραφία τους με τον Ρίλκε είναι κομμάτι της λογοτεχνικής ιστορίας). Αν και προερχόταν από καλλιτεχνική οικογένεια κι είχε τη δυνατότητα να φύγει στο εξωτερικό, δεν τους ακολούθησε και παρέμεινε στην ΕΣΣΔ, για πολλά χρόνια υποστηρικτής του καθεστώτος. Σιγά σιγά η ποιήση του απλοποιήθηκε κατ’ απαίτηση της εξουσίας. Ο ίδιος περιορίστηκε στις (πολύ σημαντικές) μεταφράσεις. Άρχισε να γράφει τον Δρ.Ζιβάγκο κάπου ανάμεσα στο 1910 και το 1920 όμως δεν τον ολοκλήρωσε παρά τη δεκαετία του '50. Το βιβλίο δεν πήρε έγκριση για έκδοση από το σοβιετικό καθεστώς που θεώρησε πως μιλά για το ατομικό κι όχι το κοινωνικό καλό και φυγαδεύτηκε στην Ιταλια, όπου και πρωτοκυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο Φελτρινέλι (που έχει ακόμα τα παγκόσμια δικαιώματα). Στον Παστερνάκ δόθηκε το 1958 το Νόμπελ, δεν το παρέλαβε καθ’ υπόδειξιν την Μόσχας, κι έναν χρόνο μετά πέθανε. 

Το μυθιστόρημα ακολουθεί τον Γιούρα Ζιβάγκο από τα δέκα χρόνια του-- να κλαίει πάνω από το μνήμα της μάνας του-- ως τον θάνατο. Ο Ζιβάγκο είναι ένα φαινομενικά αντιφατικός χαρακτήρας, γίνεται γιατρός, είναι ποιητής, παντρεύεται σχεδόν χωρίς να το σκεφτεί την Τόνια, που οι γόνεις της τον μεγάλωσαν στα εφηβικά του χρόνια. Κι έπειτα καθώς μπλέκει στη δίνη των πολέμων και της επανάστασης, χωρίς καν να το καταλάβει πώς η ζωή του παίρνει αυτή την τροπή, ερωτεύεται τη Λάρα. Από γιατρός στη Μόσχα, καταλήγει σε ένα παγωμένο χωριό στα Ουράλια, με την οικογένειά του να πεινάει. Αν και στην αρχή συμπαθεί την ιδέα της επανάστασης, όταν συνειδητοποιεί τη βία, δεν μπορεί να ανταποκριθεί. Ο Ζιβάγκο είναι ένας σπασμένος άνθρωπος. Ακολουθούμε την πορεία του προς τη διάλυση. Δεν παίρνει πάντα συνειδητές αποφάσεις, άλλοτε βολεύεται, άλλοτε σκέφτεται, άλλοτε γράφει, ερωτεύεται. Τον διαλύει ο πόλεμος. Η ζωή του δεν μπορεί να έχει προδιαγεγραμμένη τροχιά. Γύρω του χαρακτήρες που μοιάζουν με καρικατούρες, όπως η γυναίκα του, κι άλλες πολύ ζωντανές όπως η Λάρα και ο άντρας της, ο Πάσα Αντίποφ. 

Ένας φουτουριστής ποιητής, όπως ο Παστερνάκ, επιλέγει να γράψει ένα μυθιστόρημα εντελώς ρεαλιστικό, στα όρια του νατουραλισμού, στα μέσα του 20ου αιώνα. Στις καλύτερες στιγμές του το βιβλίο θυμίζει Τολστόι. Σε άλλες, νιώθεις λιγάκι μετέωρος, σαν να μην είναι το ίδιο δουλεμένες, σαν να χρειάζονται περισσότερη ζωή και βάθος. Σίγουρα ο χαρακτήρας του Ζιβάγκο περικλείει κομμάτια του συγγραφέα και τον φίλων του, έχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, τόσο για την πολιτική στάση και την ποίηση, όσο και για το πώς χειρίζεται ο ήρωας τις γυναίκες και τον έρωτα. Μοιάζει η μοναξιά που νιώθει ο Ζιβάγκο και διαπερνά όλη του την ύπαρξη, ακόμα κι όταν αραδιάζει ή μεγαλώνει ένα σωρό παιδιά, να είναι βιωμένη από τον ίδιο τον συγγραφέα.

Ένιωσα να συμπάσχω με τον Γιούρα, που απομονωμένος, την πρώτη του νύχτα μετά από το μακρύ ταξίδι για το χωριό, το μόνο που λαχταράει είναι να γράψει. Μετά του κόβεται η λαχτάρα, η ζωή σκορπίζει τα λόγια και τα γραπτά του, κανείς, ούτε οι αγαπημένοι του δεν μπορούν να τα συμμαζέψουν. Η ζωή τον κατακερματίζει. Το πολιτικό και ιστορικό κομμάτι του βιβλίου ίσως είναι κάπως δύσκολο να το ακολουθήσεις αν δεν έχεις βασικές γνώσεις, μιλάμε για μια πολύ ταραγμένη εποχή της Ρώσικης ιστορίας. Πάντως έχει ενδιαφέρον γιατί είναι μια αφήγηση εκ των έσω, νιώθεις την Ιστορία να πάλλεται κάτω από τις λέξεις. 

Απόλαυσα τη δεύτερη ανάγνωση. Δεν ξέρω ειλικρινά τι είχα αποκομίσει από την πρώτη, ήμουν παιδί και είμαι ενήλικας. Αυτό το θέμα πάντα με απασχολούσε, η δεύτερη ανάγνωση, το πώς προσλαμβάνουμε τα σπουδαία έργα σε κάθε περίοδο της ζωής μας. Αισθάνομαι πάντα πολύ κοντά στη ρώσικη λογοτεχνία, μου ταιριάζουν οι ήρωες, η χώρα, ο τρόπος, δεν μπερδεύομαι με τα χιλιάδες ονόματα-- ίσως να φταίνε οι πρώτες αναγνωστικές μου συνήθειες. Όμως δεν θα ξαναδιάβαζα τον Ζιβάγκο αν δεν υπήρχε η Λέσχη Ανάγνωσης του Booktalks. Και για αυτό, για αυτόν τον «καταναγκασμό», την ευγνομωνώ.


                                                          Κατερίνα Μαλακατέ



"Δόκτωρ Ζιβάγκο", Μπαρίς Παστερνάκ, μετ. Μαρία Τσαντσάνογλου, εκδ. Ποταμός, σελ.668, 2006











5/2/20

"Κάτω από την επιφάνεια", Daisy Johnson



Η Ντέιζι Τζόνσον γράφει μια διαταραγμένη εκδοχή του Οιδίποδα, ένα βιβλίο βαθύ, που πονάει τόσο, κι είναι σχεδόν αδύνατο να πιστέψεις πως το έγραψε μια γυναίκα γεννημένη το 1990. Μοιάζει το τραύμα να έχει διαποτίσει το βιβλίο, τόσο που η πραγματικότητα είναι αδύνατον πια να λεχθει με τις κανονικές λέξεις, πρέπει να βρεθούν άλλες, που να μην πονάνε τόσο. 

Αυτό κάνουν η Γκρέτελ και η μητέρα της η Σάρα, εφευρίσκουν λέξεις, ψάχνουν τρόπους να ζήσουν πέρα από τα εσκαμμένα, να βάλουν το τέρας του νερού κάτω από την επιφάνεια, να το πνίξουν ή να πνιγούν μαζί του. Αλλά το Μπόνακ τις κατατρύχει. Οι δυο τους ζουν σε μια φορτηγίδα στο ποτάμι. Τελικά η Σάρα εγκαταλείπει την Γκρέτελ, εκείνη μεγαλώνει σε ανάδοχες οικογένειες, γίνεται λεξικογράφος, προσπαθεί να ξορκίσει την καινούργια γλώσσα, να ορίσει και να οριστεί από την παλιά. Δεκαέξι χρόνια μετά την εγκατάλειψη, χωρίς κανέναν φίλο, θα ψάχνει συνεχώς για κείνη, στην αστυνομία και τα νοσοκομεία. Και τελικά θα τη βρει. Μόνο που πια έχει χτυπήσει η άνοια. 

Αναλογίζομαι τα ίχνη που αφήνουν πίσω οι αναμνήσεις μας, αν μένουν απαράλλαχτες ή μεταβάλλονται καθώς τις αναθεωρούμε με το πέρασμα του χρόνου. Αν είναι σταθερές όπως τα σπίτια και οι βράχοι, ή αν αποσαθρώνονται σιγά σιγά και αντικαθίστανται, επικαλύπτονται με άλλες. Όλα όσα θυμόμαστε περνούν από στόμα σε στόμα, από σκέψη σε σκέψη, δεν είναι ποτέ όπως ήταν στην πραγματικότητα. Αυτό με τρομάζει, με ταράζει. Δεν θα μάθω ποτέ τι στ' αλήθεια συνέβη. 

Και θα βρει στοιχεία και για κείνο το αγόρι που τις συνάντησε λίγο πριν την εγκατάλειψη, τον Μάρκους, κι έμεινε μαζί τους. Και ποια προφητεία ακολουθούσε όταν άφησε την οικογένειά του. Και θα μάθει πως ο εαυτός της είναι ένα αντίγραφο. Η Σάρα και η Γκρέτελ, που έχουν αυτή την τελείως μη τυπική σχέση μάνας και κόρης, μοιάζουν να είναι η αρχετυπική μάνα και κόρη. Πληγώνουν γιατί πληγώνονται, σκοτώνουν για να αντέξουν. 

Το βιβλίο κινείται σε έναν μαγικό χώρο, γιατί είναι σχεδόν αδύνατο να μιλήσεις ξεκάθαρα για πράγματα τόσο βαθιά κάτω από την επιφάνεια. Ο αναγνώστης συχνά χάνεται, ποιος μιλάει, για ποιον λέμε, τι συμβαίνει, αν υπάρχει. Όταν όμως τα κομμάτια ξεκαθαρίζουν, είναι φανερό πως τη μοίρα σου, ακόμα κι αν στην είπε μια τρανς χαρτορίχτρα, δεν μπορείς να την αποφύγεις. Και πως η μνήμη παίζει παιχνίδια με το σήμερα όσο κι αν φαίνεται πως το παρελθόν το έχεις αφήσει πίσω. 

Δεν είμαι σίγουρη πως συμπαθώ το βιβλίο της Τζόνσον, φέρνει κοντά ένα σωρό πράγματα που συχνά παραμένουν ανείπωτα- κι ίσως είναι καλύτερα έτσι. Με βασάνισε όσο το διάβαζα, με έκανε να σκάψω σε μέρη που δεν θα ήθελα. Όμως μου άρεσε η χαώδης γυναικεία γραφή της, μετατρέπει όλες αυτές τις φωνές που ενοικούν μέσα στα γυναικεία μυαλά σε λογοτεχνία. Κι αυτό το κατόρθωσαν πολύ λίγες. Πόσο μάλλον σε τόσο νεαρή ηλικία.


                                                            Κατερίνα Μαλακατέ 


"Κάτω από την επιφάνεια", Ντέιζι Τζόνσον, μετ. Μαρία Βαρδοπούλου, εκδ. Καστανιώτη, 2019, σελ.301 

30/1/20

"Γράμμα στον πατέρα", Franz Kafka



Ο Φράντς Κάφκα έγραψε το Γράμμα στον Πατέρα το 1919 όταν ήταν τριάντα έξι χρονών και δεν το έστειλε ποτέ. Το κείμενο βρέθηκε μέσα στα περίφημα γραπτά του που δεν έκαψε ο Μαξ Μπροντ παρακούοντας την εντολή του. Πρόκειται για κοντά εκατό σελίδες που φωτίζουν τη σχέση με τον πατέρα του, Χέρμαν Κάφκα, κι εξηγούν τον τρόμο που ενυπάρχει σε όλα τα γραπτά του Φραντς, την αφόρητη μοναξιά, τη μάταιη αναζήτηση ενός κάποιου νοήματος. 

Ο Φραντς Κάφκα, που σε αυτό το γράμμα μοιάζει περισσότερο με θυμωμένο, τρομαγμένο έφηβο παρά με ενήλικο που μπορεί να διαχειριστεί τη ζωή του ξέχωρα από τους γονείς του, καταλογίζει στον πατέρα του ψυχρότητα, εγωπάθεια και αδιαφορία. Ο Χέρμαν Κάφκα, ενώ υλικά έδινε στα παιδιά του τα πάντα, δεν μπορούσε να συνδεθεί ψυχικά, κάνοντάς τα να νιώθουν πάντα αποτυχημένα και «λίγα». Ο νεαρός Κάφκα δεν θα μπορέσει ποτέ να γίνει τόσο επιτυχημένος όπως ο πατέρας του, δεν θα μπορέσει ποτέ να γίνει αρκετά ανεξάρτητος για να παντρευτεί, να βγάλει τα δικά του λεφτά, να αποκτήσει παιδιά- αυτά είναι πράγματα που ανήκουν στον επιτυχημένο πατέρα κι όχι στον φοβισμένο κι εσωστρεφή γιο. Ακόμα και η ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία είναι για τον πατέρα κάτι λίγο κι αδιάφορο. 

Στις εκατό αυτές σελίδες ο Κάφκα δεν βρίσκει ούτε μια δικαιολογία για τον πατέρα του, ενώ αντίθετα βρίσκει ένα σωρό για τη μητέρα του. Χρεώνει στον πατέρα τα πάντα, ακόμα και την επάρκεια υλικών αγαθών, που νιώθει να του κόβει τα πόδια, γιατί πρέπει να χρωστά ευγνωμοσύνη για αυτήν. Κι είναι κάπως παράδοξο, ο σπουδαιότερος συγγραφέας που περπάτησε ποτέ σε αυτόν τον πλανήτη να νιώθει έτσι απέναντι στον πατέρα του- που άνοιξε ένα μαγαζί με υφάσματα με την προίκα της γυναίκας του, δεν έκανε και τίποτα φοβερό.  Βέβαια αν δεν ένιωθε έτσι, τότε ίσως να μη μας είχε δώσει κάποια από τα σημαντικότερα βιβλία της οικουμένης. 

Ομολογώ πως ταυτίστηκα με τον Κάφκα, ένιωσα την αδικία που του έγινε ως παιδί στο πετσί μου, μπήκα στον παραλογισμό και στη λογική του μίσους που μοιάζει άσβεστο αν και δεν είναι. Στην πραγματικότητα θα αρκούσαν δύο καλές κουβέντες, η αποδοχή με κάποιον τρόπο έστω και ατελή, λίγα ψίχουλα αγάπης, για να γυρίσει ο Κάφκα στην αγκαλιά του πατέρα του. Αυτό είχε ανάγκη, να του πει ο μεγάλος μπράβο και να τον αγαπήσει. 

Μοναχικός και φοβισμένος, μια διάνοια που δεν την αποδέχτηκε κανείς. Πόσο παράδοξο μοιάζει, πόσο διαφορετικός από όλους. Ο Κάφκα κατάφερε να αποδεσμευτεί από αυτές τις μικρότητες χάρη στην άγρια φαντασία μέσα στο κεφάλι του, να κάνει την έλλειψη του πατέρα κομβική στα περισσότερα έργα του, τη μοναξιά του και το υπαρξιακό του αδιέξοδο κοινό κτήμα. Ναι, το Γράμμα στον πατέρα είναι κείμενο ήσσονος σημασίας σε σχέση με τα μυθοπλαστικά του, παραμένει όμως ένα σημαντικό κειμήλιο που αξίζει να διαβάσει κανείς αν έστω πού και πού νιώθει πως ζει σε έναν καφκικό κόσμο. 



                                                         Κατερίνα Μαλακατέ 



«Γράμμα στον πατέρα», Φραντς Κάφκα, μετ. Βασίλης Τσαλής, εκδ. Μεταίχμιο, 2019, σελ. 109

24/1/20

"Η αφηγήτρια ταινιών", Hernán Rivera Letelier



Μια μικρή μπουκιά ανάγνωσης είναι η νουβέλα «Η αφηγήτρια ταινιών», ένα βιβλίο που το διαβάζεις με τη μία, αλλά το θυμάσαι. Γιατί είναι πρωτότυπο και ευαίσθητο, χωρίς να γίνεται μελό. 

Η αφηγήτρια, Μαρία Μαργαρίτα, είναι ένα παιδί που ζει σε ένα φτωχό χωριό της Χιλής. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού δουλεύουν στο εργοστάσιο επεξεργασίας νίτρου, ο τόπος είναι άνυδρος και ξερός. Ο πατέρας της οικογένειας έχει μείνει παράλυτος σε εργατικό ατύχημα, και η πανέμορφη μητέρα, πολύ μικρότερή του, τους έχει εγκαταλείψει. Τα τέσσερα παιδιά ζουν κάτω από τα όρια της φτώχειας, συχνά λείπει και το φαγητό, όμως ο πατέρας που είχε μανία με το σινεμά, μαζεύει πενταροδεκάρες, κι ύστερα από διαγωνισμό, για το ποιος τα λέει καλύτερα, στέλνει μόνο ένα από τα παιδιά να δει την ταινία, και μετά να την αναπαραστήσει. Κι η Μαργαρίτα γίνεται τόσο καλή, που σιγά σιγά την παρακολουθούν κι άλλοι. Κι ας μην είναι πάντα ακριβής, κι ας γεμίζει κομμάτια κι από το μυαλό της, κι ας φτιάχνει μια ολότελα άλλη ταινία όταν της ζητούν κάτι που δεν το έχει δει. 

Στις λίγες σελίδες του βιβλίου περνά ένα ολόκληρο κομμάτι της Ιστορίας της Χιλής, το πώς αλλάζουν τα πράγματα πολιτικά, αλλά και με την έλευση άλλων τεχνολογιών. Και της πίκρας και της ματαιότητας της ανθρώπινης μοίρας, που υποδεικνύει ποια στροφή θα πάρει η ζωή του ατόμου, όσα ταλέντα και να έχει. Πρόκειται για ένα βιβλίο που σε φέρνει αντιμέτωπο με τις ευθύνες σου, όσο πιο γλυκά και ύπουλα γίνεται. Η φτώχεια, η μιζέρια, ο θάνατος, δεν μπορούν να αντισταθούν σε κανένα ταλέντο. 

Η τηλεόραση έφτασε μια εβδομάδα μετά τη μέρα που συνέλαβαν τον αδελφό μου. Μια Δευτέρα πρωί, πάνω που άρχιζα ν’ αναρωτιέμαι πώς και δεν είχε έρθει κανένας από την εταιρεία να μου ανακοινώσει ότι οφείλω να παραδώσω το σπίτι, εμφανίστηκε στο παράθυρο το ροδαλό πρόσωπο του κύριου διευθυντή. 

Η μικρή νουβέλα διαβάζεται απολαυστικά, και σιγά σιγά μετατρέπει μια χαρούμενη αφήγηση σε γροθιά στο στομάχι.  Κι ο τρόπος που διηγείται πρωτοπρόσωπα η αφηγήτρια ταινιών, η "Σινεράιδα", με ένα κράμα αφέλειας και εξυπνάδας, κάνει τα πάντα πιο μαγικά∙ και σκοτεινά.


                                              Κατερίνα Μαλακατέ




"Η αφηγήτρια ταινιών", Ερνάν Ριβέρα Λετελιερ, μετ. Λένα Φραγκοπούλου, εκδ. Αντίποδες, 2019, σελ. 97

12/1/20

"Το αρχείο των χαμένων παιδιών", Valeria Luiselli



Ξεκίνησα "Το αρχείο των χαμένων παιδιών" διστακτικά. Πρώτον μιλάει για ένα θέμα που δεν ήμουν σίγουρη πως θα άντεχα, αυτό των ασυνόδευτων παιδιών μεταναστών— στα σύνορα του Μεξικού για τη Λουισέλι, όμως τι σημασία έχει, τα παιδιά πεθαίνουν με τον ίδιο τρόπο αβοήθητα παντού. Δεύτερον έχει ένα κομμάτι auto-fiction— αυτό μπορεί να είναι καλό αν είσαι ο Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ, και πολύ κακό αν είσαι η Rachel Cusk (υποκειμενικά είναι αυτά βέβαια, αλλά χμμμμ).

Από την αρχή εντυπωσιάστηκα. Η Λουισέλι σπάει τη ροή της αφήγησης, αποδεσμεύεται από τη συμβατικότητά της, μοιάζει κάποιες στιγμές να κρατά ημερολόγιο, ή σημειώσεις με πηγές, άλλες να επικεντρώνεται μόνο στα προσωπικά, κι άλλες τα χαμένα παιδιά, τα παιδιά γενικά, να καταλαμβάνουν όλο τον χώρο. Χρησιμοποιεί διακειμενικές αναφορές, φωτογραφίες, μουσικές, μνήμες, και παρ'όλα αυτά το βιβλίο είναι λειτουργικό και ενιαίο. Παίζει με το τι είναι ανάμνηση, με τις λειτουργίες της μνήμης, μιλάει για το τι είναι αλήθεια, η αλήθεια του καθενός, και για τι πονάει τον καθένα προσωπικά αλλά θα έπρεπε και να μας πονάει συλλογικά.

Ένα ζευγάρι φεύγει από το σπίτι του μαζί με τα παιδιά τους, το δεκάχρονο αγόρι είναι γιος του μπαμπά, το πεντάχρονο κορίτσι κόρη της μαμάς, μεταξύ τους δεν έχουν δεσμούς αίματος, αλλά είναι αδέλφια. Οι γονείς παραμένουν προσκολλημένοι στις εμμονές τους, ο ένας είναι παραγωγός ντοκιμαντέρ ήχων, ο άλλος δημιουργός. Ο άντρας θέλει να ψάξει τι έγινε στους τελευταίους Απάτσι, η γυναίκα φτιάχνει ένα αρχείο για τα παιδιά μετανάστες στα κέντρα κράτησης και ξεκινούν για ένα περίεργο road trip με τα παιδιά, κι επτά κουτιά αρχείου. Είναι στα χωρίσματα, γιατί είναι διαφορετικά τα θέλω τους, χωρίς να μπορούν ακόμα να αποδεχτούν πως δεν θα είναι μαζί. Τουλάχιστον η γυναίκα αφηγήτρια. Το βιβλίο μέσα στο βιβλίο, η "ελεγεία για τα χαμένα παιδιά", είναι σπαρακτικό, οι αναφορές σε άλλα κείμενα, μουσικές, συνεχείς, μοιάζει η αφήγηση να κινείται πολύ αργά μέσω της πρωτοπρόσωπης αφήγησης της μητέρας γυναίκας. Και μετά αναλαμβάνει άλλος αφηγητής, ένα παιδί

Η Λουισέλλι τόλμησε να πειραματιστεί με τη φόρμα. Σε κάποια σημεία φοβήθηκε την ίδια της τη συγκίνηση και κατέπνιξε το συναίσθημα. Μπόρεσε να φτιάξει ένα μεταμοντέρνο μυθιστόρημα. Δεν κατόρθωσε να αποτυπώσει σε όλο της το μεγαλείο τη φρίκη. Πέτυχε και δεν πέτυχε. Πάντως δεν κάθισε στα αυγά της, καταπιάστηκε με ένα θέμα ταμπού— ποτέ δεν μιλάμε για σκοτωμένα παιδια— και το έκανε καλά, σχεδόν αφαιρετικά. Πιστεύω πως στο τέλος φοβήθηκε τον ίδιο της τον εαυτό, και δεν απογείωσε το κείμενο. Πάντως σε κάθε περίπτωση μιλάμε για ένα βιβλίο ύπουλο, που μιλάει για το κακό μέσα από το προσωπικό. Κι αυτός εν τέλει είναι ο βασικός τρόπος για να πεις τόσο συγκλονιστικές ιστορίες. 




                                                           Κατερίνα Μαλακατέ




"Το αρχείο των χαμένων παιδιών", Valeria Louiselli, μετ. Βασιλική Κνήτου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019, σελ. 504