8/6/18

«Τρυφερή είναι η νύχτα», Francis Scott Fitzgerald



Βιβλίο αισθαντικό, το «Τρυφερή είναι η νύχτα», το κύκνειο άσμα του Φ.Σ. Φιτζέραλντ, είναι ένα μυθιστόρημα που δεν χορταίνεις να διαβάζεις. Έχει όλα εκείνα τα στοιχεία που συναρπάζουν τον αναγνώστη στον Μεγάλο Γκάτσμπυ, αλλά με μια διαφορετική, λιγότερο πυρετική και πιο ουσιαστική ματιά. Ξέρω πως ακούγεται περίεργο, μα νομίζω πως προτιμώ τη Νύχτα από τον Γκάτσμπυ

Το βιβλίο έχει εκδοθεί σε διάφορες εκδοχές και η ελληνική μετάφραση ακολουθεί την τελευταία, που μας ενημερώνει από την αρχή για την αρρώστια της πρωταγωνίστριας κι ακολουθεί μια πιο γραμμική πλοκή. Παρ’ όλα αυτά δεν χάνεται τίποτα από την δύναμή του, δεν είναι ένα βιβλίο που στηρίζεται στην έκπληξη ή στα μοντερνιστικά παιχνίδια, αλλά στο αφηγηματικό βάθος. 

Ο Ντικ Ντάιβερ είναι ένας νεαρός ψυχίατρος που γνωρίζει τη Νικόλ όσο εκείνη νοσηλεύεται στην κλινική ενός φίλους του γιατί είχε μια κρίση παράνοιας. Αν και στην αρχή αντιστέκεται, τελικά ερωτεύεται και παντρεύεται την ασθενή του που είναι πανέμορφη και συνάμα πάμπλουτη. Λίγα χρόνια αργότερα κι ενώ κάνουν μπάνιο με τους φίλους τους κάπου στη Γαλλική Ριβιέρα, το ζευγάρι θα γνωρίσει τη νεαρή ηθοποιό Ρόζμαρι. Το κορίτσι θα γοητευτεί από τον Ντικ και θα τον ερωτευτεί. 

Οι Ντάιβερς ζουν μια ζωή μέσα στα πλούτη, με φίλους, πάρτυ, ταξίδια, είναι γοητευτικοί και έξυπνοι και οι δύο. Έχουν και δυο παιδιά που δεν τους ανησυχούν ιδιαίτερα, τα προσέχουν οι νταντάδες. Φαινομενικά τα έχουν όλα. Μόνο που εκείνη δεν μπορεί να ξεφύγει από το παρελθόν κι εκείνος δεν μπορεί να ξεφύγει από το παρόν. 

Το βιβλίο παρακολουθεί την πτώση τους, που είναι σαφής αλλά ανεπαίσθητη, ένα βήμα τη φορά. Ο Φιτζέραλντ κεντάει τους χαρακτήρες, αφήνει να φανεί όλη η ευαισθησία κι ο πόνος του. Δεν είναι κρυφό πως η Νικόλ- και οι κρίσεις της- είναι στηριγμένη πάνω στη γυναίκα του Ζέλντα. Και πως ο Ντικ- και ο αλκοολισμός του- είναι στηριγμένος στον ίδιο τον συγγραφέα. Πρόκειται για ένα γλυκό βιβλίο, για ένα πικρό βιβλίο, για ένα ίσως από τα πιο αληθινά μυθιστορήματα που γράφτηκαν ποτέ. Και θα άξιζε από μόνο του για να δώσει στον Φιτζέραλντ μια θέση στην αιωνιότητα. 



                                                                              Κατερίνα Μαλακατέ 



«Τρυφερή είναι η νύχτα», Φ.Σ. Φιτζέραλντ, μετ. Μιχάλης Μακρόπουλος, εκδ. Μεταίχμιο, 2013, σελ 476











Ode to a Nightingale

My heart aches, and a drowsy numbness pains 
         My sense, as though of hemlock I had drunk, 
Or emptied some dull opiate to the drains 
         One minute past, and Lethe-wards had sunk: 
'Tis not through envy of thy happy lot, 
         But being too happy in thine happiness,— 
                That thou, light-winged Dryad of the trees 
                        In some melodious plot 
         Of beechen green, and shadows numberless, 
                Singest of summer in full-throated ease. 

O, for a draught of vintage! that hath been 
         Cool'd a long age in the deep-delved earth, 
Tasting of Flora and the country green, 
         Dance, and Provençal song, and sunburnt mirth! 
O for a beaker full of the warm South, 
         Full of the true, the blushful Hippocrene, 
                With beaded bubbles winking at the brim, 
                        And purple-stained mouth; 
         That I might drink, and leave the world unseen, 
                And with thee fade away into the forest dim: 

Fade far away, dissolve, and quite forget 
         What thou among the leaves hast never known, 
The weariness, the fever, and the fret 
         Here, where men sit and hear each other groan; 
Where palsy shakes a few, sad, last gray hairs, 
         Where youth grows pale, and spectre-thin, and dies; 
                Where but to think is to be full of sorrow 
                        And leaden-eyed despairs, 
         Where Beauty cannot keep her lustrous eyes, 
                Or new Love pine at them beyond to-morrow. 

Away! away! for I will fly to thee, 
         Not charioted by Bacchus and his pards, 
But on the viewless wings of Poesy, 
         Though the dull brain perplexes and retards: 
Already with thee! tender is the night, 
         And haply the Queen-Moon is on her throne, 
                Cluster'd around by all her starry Fays; 
                        But here there is no light, 
         Save what from heaven is with the breezes blown 
                Through verdurous glooms and winding mossy ways. 

I cannot see what flowers are at my feet, 
         Nor what soft incense hangs upon the boughs, 
But, in embalmed darkness, guess each sweet 
         Wherewith the seasonable month endows 
The grass, the thicket, and the fruit-tree wild; 
         White hawthorn, and the pastoral eglantine; 
                Fast fading violets cover'd up in leaves; 
                        And mid-May's eldest child, 
         The coming musk-rose, full of dewy wine, 
                The murmurous haunt of flies on summer eves. 

Darkling I listen; and, for many a time 
         I have been half in love with easeful Death, 
Call'd him soft names in many a mused rhyme, 
         To take into the air my quiet breath; 
                Now more than ever seems it rich to die, 
         To cease upon the midnight with no pain, 
                While thou art pouring forth thy soul abroad 
                        In such an ecstasy! 
         Still wouldst thou sing, and I have ears in vain— 
                   To thy high requiem become a sod. 

Thou wast not born for death, immortal Bird! 
         No hungry generations tread thee down; 
The voice I hear this passing night was heard 
         In ancient days by emperor and clown: 
Perhaps the self-same song that found a path 
         Through the sad heart of Ruth, when, sick for home, 
                She stood in tears amid the alien corn; 
                        The same that oft-times hath 
         Charm'd magic casements, opening on the foam 
                Of perilous seas, in faery lands forlorn. 

Forlorn! the very word is like a bell 
         To toll me back from thee to my sole self! 
Adieu! the fancy cannot cheat so well 
         As she is fam'd to do, deceiving elf. 
Adieu! adieu! thy plaintive anthem fades 
         Past the near meadows, over the still stream, 
                Up the hill-side; and now 'tis buried deep 
                        In the next valley-glades: 
         Was it a vision, or a waking dream? 
                Fled is that music:—Do I wake or sleep? 


30/5/18

"Καλοί Οιωνοί", Neil Gaiman & Terry Pratchett





        «Για φαντάσου», είπε η αδελφή Μαίρη. «Κρατάω στα χέρια μου τον ίδιο τον Αντίχριστο. Και κάνω μπανάκι τον Αντίχριστο. Και μετράω τα μικρά του δαχτυλάκια…»
Τώρα μιλούσε απευθείας το μωρό, χαμένη σ’ έναν δικό της κόσμο. Ο Κρόουλυ κούνησε το χέρι του μπροστά στο πρόσωπό της.
«Αδελφή Μαίρη; Ναι; Αδελφή Μαίρη, μ’ ακούς;»
«Α, με συγχωρείτε. Σκέτη γλύκα είναι, πάντως. Στον μπαμπά του μοιάζει; Πάω στοίχημα ότι του μοιάζει. Στον μπαμπακούλη του μοιάζει μωρέ…;»
«Όχι» είπε ξερά ο Κρόουλυ. 


Ένα βιβλίο που έγραψαν το 1990 ο Τέρυ Πράτσετ με τον Νιλ Γκάιμαν μαζί, ανταλλάσσοντας δισκέτες με το ταχυδρομείο, δεν μπορεί παρά να είναι αστείο. Για αυτό δεν είχα καμία αμφιβολία. Υπάρχει όμως σε αυτό και κάτι παραπάνω που θα σε τραβήξει να συνεχίσεις την ανάγνωση και να μην το παρατήσεις; Η αλήθεια είναι πως το βιβλίο είναι περισσότερο Πράτσετ από ό,τι Γκάιμαν, σατιρίζει τους πάντες και τα πάντα, δεν κολλάει πουθενά, στιγμές στιγμές η πλάκα χοντραίνει και φτάνει σε λυκειακά επίπεδα. 


Ο Αντίχριστος γεννιέται, η Αποκάλυψη είναι κοντά, αλλά λόγω ενός λάθους σε ένα σατανιστικό μοναστήρι, καταλήγει να ανατραφεί από μια κανονική οικογένεια, ενώ το παιδί που νομίζουν για Αντίχριστο μεγαλώνει σατανιστικά. Ένας άγγελος κι ένας διάβολος που πολύ γουστάρουν τη ζωή τους στη Γη και δεν θα ήθελαν να αλλάξει επιτηρούν. Ενώ ο Θάνατος, ο Λοιμός, ο Πόλεμος και η Μόλυνση καραδοκούν. 


Το βιβλίο είναι καλογραμμένο, το ύφος είναι ξεκάθαρα του Πράτσετ, οι ιδέες όμως μοιάζουν φρέσκες, σαν να τις είχε ο Γκάιμαν. Η συνύπαρξή τους είναι αρμονική, το τελικό αποτέλεσμα σε κάνει να γελάς και διαβάζεται εύκολα. Δεν είναι βέβαια το σπουδαιότερο βιβλίο που γράφτηκε επί γης, κι ούτε θα ήθελαν να είναι. Λέει χιουμοριστικά κάποιες σκληρές αλήθειες, επιδίδεται σε ανελέητα λογοπαίγνια, ενδεικνύεται για να περάσεις εποικοδομητικά την ώρα σου. Το ξεκίνησα στα Ελληνικά αλλά το τελείωσα στο kindle στα Αγγλικά σε ένα ταξίδι. Είμαι ευχαριστημένη κι από τις δυο εκδοχές κι ενάλλασσα με άνεση το αγγλικό με το ελληνικό κείμενο παρά τους νεολογισμούς. Αν πάντως ψάχνετε την απάντηση στην ερώτηση για το νόημα της ζωής, δεν θα τη βρείτε εδώ. Θα τη βρείτε αλλού. 



                                                                                           Κατερίνα Μαλακατέ



"Καλοί Οιωνοί", Neil Gaiman & Terry Pratchett, μετ. Θάνος Καραγιαννόπουλος, εκδ. SEΛΙΝΙ, 2016, σελ. 405


Υ.Γ. 42 Μην παραλείψετε να διαβάσετε τις υποσημειώσεις. Α, και τα πράγματα έχουν πάντα και μια κακή πλευρά. Ουπς. 




25/5/18

"Η κομπάρσα", A. B. Yehoshua



Η σχέση μου με τους Ισραηλινούς συγγραφείς είναι μάλλον μικρή. Από όσους έχω διαβάσει – Οζ, Γκρόσμαν, Κέρετ, Σίνγκερ, Γεοσούα- νομίζω πως οι δυο τελευταίοι μού ταιριάζουν πιο πολύ. «Η Κομπάρσα» πάντως, το μυθιστόρημα του Αβραάμ Γεοσούα, που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά, με ενθουσίασε. Πρόκειται για ένα βιβλίο που καταφέρνει να καταδυθεί στα μύχια της ανθρώπινης ψυχής, να διερευνήσει τις αντιθέσεις της, να αναμετρηθεί με το ατομικό και το συλλογικό μαζί με τέτοια ένταση και ευαισθησία που λυπάσαι όταν αναγκάζεσαι να το αφήσεις από τα χέρια σου. 

Η Νόγκα είναι μια 42χρονη όμορφη αρπίστρια που ζει μόνιμα στην Ολλανδία και παίζει στην ορχήστρα του Αρνχάιμ. Δέχεται να γυρίσει στην Ιερουσαλήμ για τρεις μήνες, για να φυλάει το διαμέρισμα της μητέρας της, όσο εκείνη θα τεστάρει στο Τελ Αβιβ τον οίκο ευγηρίας που πρότεινε ο αδελφός της. Η οικογένεια της Νόγκα είναι πολύ δεμένη, η μαμά της μια κυρία με φοβερό χιούμορ, κι ο Χόνι, ο αδελφός της, αγαπά πολύ και τις δύο γυναίκες, κι αν και τις καταπιέζει με αυτό το «πείραμα», το κάνει καθαρά από αγάπη. 

Η Νόγκα, που δεν θέλει να κάνει παιδιά- για αυτό άλλωστε άφησε τον πρώην άντρα της στο Ισραήλ κι έφυγε για την Ευρώπη ακολουθώντας την άρπα-, ξαναμπαίνει γρήγορα στους ρυθμούς της πόλης, αντιλαμβάνεται σχεδόν αμέσως τη συντηρητικοποίησή της, πως γύρω της συγκεντρώνονται υπερορθόδοξοι Εβραίοι φανατικοί κι αυτό θα μπορούσε να είναι απειλή για την ηλικιωμένη και άθρησκη μαμά της. Για να περνά τον χρόνο της, μιας και άρπα δεν βρίσκεται στο Ισραήλ για να παίζει, ο αδελφός της της κανονίζει κάποια κομπαρσιλίκια, σε σήριαλ, σε όπερες, σε διαφημίσεις. 

Ο Αβραάμ Γεοσούα, στα 80 τόσα του, τολμά να τα «βάλει» με μια γυναίκα αφηγήτρια, και τα καταφέρνει. Μπαίνει πλήρως στην ψυχοσύνθεση της σαραντάχρονης Νόγκα που δεν επιθυμεί να γίνει μάνα, που αγαπά την ελευθερία της στην Ολλανδία, αλλά παραμένει πάντα Ισραηλινή, που θέλει να απελευθερωθεί από τις κοινωνικές δεσμεύσεις, ενώ ταυτόχρονα φοβάται μη χάσει την αγάπη- της μαμάς, του αδελφού, ακόμα και του πρώην συζύγου. 

Το σκηνικό είναι η Ιερουσαλήμ, πόλη με ιστορία αιώνων, συνεχές σταυροδρόμι πολιτισμών, ένας τόπος διαρκούς αιματοκυλίσματος. Η θρησκεία αναλαμβάνει έναν ύπουλο ρόλο καθορισμού της ταυτότητας, ακόμα και για οικογένειες άθρησκες όπως αυτή της Νόγκα. Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες υποπλοκές εξάλλου, είναι η εισβολή δυο πιτσιρίκων στο διαμέρισμα της Ιερουσαλήμ για να δουν τηλεόραση. Ο ένας είναι μάλλον πνευματικά καθυστερημένος, πανέμορφος, προερχόμενος από οικογένεια ιερή, που τον προορίζει για χασίντ. Ηρεμεί μόνο όταν βλέπει το χαζοκούτι, και τέτοιο στην οικογένειά του δεν υπάρχει. Ο άλλος είναι ένας προέφηβος, που φροντίζει τον μικρό- έχει συνηθίσει γιατί έχει δέκα αδέλφια. Η Νόγκα βρίσκεται σε υποχρεωτική αργία στο Ισραήλ, δεν μπορεί να προωθήσει τη δουλειά της, και  μπαίνει σε μια διαδικασία ενδοσκόπησης χωρίς να το καταλάβει. Η συνάντηση με τον πρώην σύζυγο, που τώρα πια έχει μια καινούργια σύζυγο που της μοιάζει και δύο παιδιά, βοηθά για να κατανοήσει ακόμα καλύτερα τον εαυτό της. 

Ο Α.Β. Γεοσούα μιλάει για οικογένεια, θρησκεία, πατρίδα, μοναξιά, γηρατειά, μητρότητα, όλα ανάκατα, το ίδιο σημαντικά, σε ένα βιβλίο που φαινομενικά έχει μια απλή ιστορία. Ο τρόπος του, που στη Ρετροσπεκτίβα αρκετές φορές με κούρασε, τώρα μου άρεσε πολύ. Απόλαυσα την ανάγνωση, ταυτίστηκα με την ηρωίδα, ένιωσα στο πετσί μου το αίτημά της για ελευθερία και ασφάλεια ταυτόχρονα. Και κατέληξα πως είναι για αυτά τα βιβλία, που σκάνε ξαφνικά μέσα σου και πυροδοτούν τόσα αισθήματα, που αξίζει η μακρόχρονη ενασχόληση με την ανάγνωση. 

                                                              
                                                                                               Κατερίνα Μαλακατέ





"Η κομπάρσα», Αβραάμ Γεοσούα, μετ. Μάγκυ Κοέν, εκδ. Καστανιώτης, 2018, σελ.342









18/5/18

"Το Τούνελ", Ερνέστο Σάμπατο



Αρκεί να πω ότι είμαι ο Χουάν Πάμπλο Καστέλ, ο ζωγράφος που σκότωσε τη Μαρία Ιριμπάρνε· υποθέτω πως όλοι θυμούνται τη δίκη και πως δεν χρειάζονται περισσότερες εξηγήσεις σχετικά με το πρόσωπό μου. 

Αυτή είναι η εναρκτήρια παράγραφος στο Τούνελ του Ερνέστο Σάμπατο, που μας λέει χωρίς περιστροφές τι θα διαβάσουμε. Ο ζωγράφος Χουάν Πάμπλο Καστέλ, αφηγητής και πρωταγωνιστής, μας αφηγείται πώς γνώρισε τη Μαρία Ιριμπάρνε- ήταν η μόνη που πρόσεξε τη λεπτομέρεια που τον ενδιέφερε στον πίνακά του- πώς την ξανασυνάντησε τυχαία, πώς την ερωτεύτηκε και τη ζήλεψε παράφορα και τελικά τη σκότωσε. 

Ο Καστέλ είναι ένας ορμητικός αφηγητής, ένας μοναχικός και ιδιότροπος άνθρωπος, ένας παράφορα ζηλιάρης εραστής. Για τον Καστέλ "η κόλαση είναι οι άλλοι", δεν μπορεί να βρει διαφυγή πουθενά, ούτε παρηγοριά. Δεν μπορεί να καταλάβει τον εαυτό του, ενώ αυτή η κατανόηση είναι που τον καίει πιο πολύ. Αδυνατεί να υπάρξει αν δεν ορίσει τι είναι ο ίδιος, ενώ ταυτόχρονα δυσκολεύεται να ορίσει τα βασικά. Πρόκειται για έναν αναξιόπιστο αφηγητή, με στιγμές τρομερής ενάργειας, που συχνά καταβυθίζεται σε τέτοια βάθη που φτάνει την παράνοια.

Υπήρξε μόνο ένας άνθρωπος που μπορούσε να με καταλάβει. Όμως ήταν ακριβώς ο άνθρωπος που σκότωσα. 

Η γλώσσα του Σάμπατο είναι λιτή και απέριττη, οι προτάσεις έχουν όλες νόημα, το βιβλίο δεν πλατειάζει πουθενά, διαβάζεται μονορούφι. Πρόκειται για ένα αριστούργημα που συμπυκνώνει στις 174 σελίδες του όσα ένας στοχαστής όπως ο Σάμπατο θέλει να πει· μιλάει για την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου, τον παραλογισμό της ανθρώπινης ύπαρξης, το τούνελ στο οποίο μπαίνουμε για να βρούμε τον εαυτό μας κι είναι αμφίβολο αν θα τον βρούμε στην άλλη πλευρά. 

Το Τούνελ (1948) είναι το πρώτο λογοτεχνικό κείμενο του Ερνέστο Σάμπατο που εκδόθηκε και καθιέρωσε το συγγραφέα του σχεδόν αμέσως. Δεν είναι τυχαίο πως το ανακάλυψε ο Καμύ, μιας και πρόκειται για ένα έργο του υπαρξισμού και έχει αρκετές ομοιότητες με τον Ξένο (1942). Ο Σάμπατο σπούδασε Φυσική, δούλεψε στο Ινστιτούτο Κιουρί, όμως μετά τον Δεύτερο Πόλεμο αποφάσισε να αφοσιωθεί στο γράψιμο. Αν και έζησε σχεδόν εκατό χρόνια, έγραψε μόνον τρία μυθιστορήματα,: αυτό, το «Περί Ηρώων και τάφων» και το «Αβαδδών ο εξολοθρευτής» που αποτελούν και μια άτυπη τριλογία. 

Το Τούνελ είναι το πιο πυκνό, δεν αφήνει καμία από τις εμμονές του απέξω, ούτε καν αυτή με τους τυφλούς. Είναι ένα βιβλίο που μπορεί να διαβάζεται ξανά και ξανά και κάθε φορά να αφήνει άλλη αίσθηση, ανάλογα τη φάση ζωής του αναγνώστη. Και η μετάφραση της Κλαίτης Σωτηριάδου τού έδωσε τη νέα πνοή που χρειαζόταν. 



                                                                           Κατερίνα Μαλακατέ




"Το Τούνελ", Ερνέστο Σάμπατο, μετ. Κλαίτη Σωτηριάδου, εκδ. Μεταίχμιο, 2018, σελ174

15/5/18

«Μακριά από πού», Edgardo Cozarinsky



Ξεκίνησα να διαβάζω το «Μακριά από πού» του Εδγάρδο Κοζαρίνσκι γιατί ο συνέταιρός μου και συν-συντονιστής της Λέσχης ανάγνωσης του Booktalks, Librofilo, επέμενε να κάνουμε την ιεροσυλία και να το βάλουμε στην ίδια συνάντηση της Λέσχης με το “Τούνελ” του Ερνέστο Σάμπατο. Ο συνδετικός κρίκος είναι προφανής, μιλάμε για δύο Αργεντίνους συγγραφείς διαφορετικής γενιάς και υψηλής λογοτεχνικής αξίας. Όμως οι ομοιότητες θεωρώ πως λήγουν εδώ. 

Στο βιβλίο πρωταγωνιστεί μια Γερμανίδα, που έκανε γραφική δουλειά σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης και βλέποντας το Ράιχ να καταρρέει, βουτάει το διαβατήριο μιας Εβραίας που είχε βρεθεί την προηγούμενη μέρα στα κρεματόρια και 20 κιλά χρυσά δόντια Εβραίων και φεύγει. Με κάποιον τρόπο καταφέρνει να βρεθεί στην Αργεντινή, όπου στήνει τη σκιά μιας νέας ζωής. Δεν παντρεύεται ποτέ, μένει σε μια πανσιόν με άλλους χαμένους μετανάστες. Από έναν τυχαίο ομαδικό βιασμό αποκτά έναν γιο που τον μεγαλώνει με αγάπη. Αν και στην πραγματικότητα θα προτιμούσε να μεγαλώσει το ξανθομάλλικο κοριτσάκι που είχε κάνει στη Γερμανία κατά τη διάρκεια του πολέμου κι όχι τον μαυριδερό Φεδερίκο. Ύστερα από τον ύποπτο θάνατο της, ο γιος της κάνει την αντίστροφη πορεία, γυρίζει στην Ευρώπη, χωρίς να ριζώνει πουθενά. 

Το μυθιστόρημα πραγματεύεται τη μοίρα του μετανάστη, την έννοια της πατρίδας, της ταυτότητας, της επιβολής της Πολιτικής και της Ιστορίας πάνω στην προσωπική μοίρα των ανθρώπων. Το πραγματικό όνομα της πρωταγωνίστριας δεν το μαθαίνουμε ποτέ. Όπως δεν κατανοεί ποτέ την ιστορία της μητέρας του ο γιος της. Η πρωταγωνίστρια είναι μια μάλλον αμόρφωτη και ακαλλιέργητη γυναίκα που μπλέκει στην παγίδα της Ιστορίας, περνά μια ανώνυμη ζωή, δίνει πόνο, δέχεται πόνο, σχεδόν μοιρολατρικά, δεν καταλαβαίνει καν πως με κάποιο τρόπο είναι η ενσάρκωση του Κακού, δεν έχει τίποτα για να μετανιώσει. Μαθαίνει πως ως άτομο δεν έχει καμία σημασία, και τελικά δεν αφήνει το στίγμα της στον γιο της. Κι εκείνος, χωρίς ρίζες, χωρίς ταυτότητα, χάνει στο τέλος και τη μοναδική ευκαιρία να βρει μια οικογένεια και μια πατρίδα. 

Πρόκειται για ένα βιβλίο αρκούντως κινηματογραφικό, λιτό στη γλώσσα και τη δομή, που περιγράφει όμως μια συγκλονιστική ιστορία. Ο συγγραφέας έχει μοναδική ικανότητα να στήνει ατμόσφαιρα, έχει ασχοληθεί πολύ με τον κινηματογράφο, και μόνο τα τελευταία χρόνια αφοσιώθηκε στο γράψιμο. Αν κρίνω από αυτό το διαμαντάκι, πολύ θα ήθελα να διαβάσω και το άλλο μυθιστόρημά του που έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, τον «Μολδαβό σωματέμπορα». 


                                                             Κατερίνα Μαλακατέ



«Μακριά από πού», Εδγάρδο Κοζαρίνσκι, μετ. Τάσος Ψάρρης, εκδ. Καστανιώτης, σελ. 141, 2011

12/5/18

«Ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ», Jorge Semprún



Εξαιρετικά γοητευτικό ως ανάγνωσμα, «Ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ» είναι ένα βιβλίο βαθιά πολιτικό, που διερευνά σε βάθος την παράνοια του Σταλινισμού, αλλά και του Ψυχρού Πολέμου, χωρίς να φοβάται να ανοίξει μέτωπα, να ξύσει πληγές ή να κηλιδώσει υπολήψεις. 

Ήρωας του Σεμπρούν είναι ένας Σοβιετικός πράκτορας που μετατίθεται στην Ισπανία και τι παράξενο, ως όνομα του δίνουν εκείνο του δολοφόνου του Τρότσκι, Ραμόν Μερκαντέρ. Αυτός ο δεύτερος Μερκαντέρ έχει προβλήματα ταυτότητας, όπως ο ομώνυμός του, και μια παιδική ιστορία που θυμίζει τη δική του. Τον βρίσκουμε στο Άμστερνταμ, όπου τάχαμου εκπροσωπεί μια εμπορική εταιρεία. Ταυτόχρονα εκεί τον παρακολουθούν άνθρωποι της CIA και άνθρωποι της Κα Γκε Μπε, ενώ στο παιχνίδι παίζει και η Ολλανδική αστυνομία. Τελικά ο Μερκαντέρ θα οδηγηθεί στον θάνατο, προδομένος και μόνος. 

Ο Χόρχε Σεμπρούν δεν ακολουθεί γραμμική αφήγηση, τσαλαβουτά στις ιστορίες του, αφήνει κλωστές να κρέμονται, ξέφτια που δεν καταλήγουν πουθενά, ακολουθεί τον Μερκαντέρ, αφήνει υπόνοιες για το ποιος είναι, ακολουθεί τη CIA, μπαίνει στο μυαλό όλων ενώ ταυτόχρονα δεν είναι στο μυαλό κανενός. Κι όλα αυτά τα κάνει κυρίως μπροστά σε δυο πίνακες του Βερμέερ. 

"Το δρομάκι" Γ. Βερμέερ


Μα ο Φιλίπ δεν είχε ακούσει αυτή την ανταλλαγή των φράσεων, ή μπορεί να μην έδωσε ιδιαίτερη σημασία, τεντωμένος καθώς ήταν προς τον πίνακα Άποψη Ντελφτ, σε μια προσπάθεια, απεγνωσμένη ίσως, να συλλάβει την ομορφιά αυτού του πίνακα που τον είχανε διατάξει να προσέξει ιδιαίτερα επειδή ήταν ο ωραιότερος του κόσμου- όποιος συγγραφέας κι αν το βεβαίωνε, ο Προυστ ή ο Μαρλώ- κι ένιωσε για μια στιγμή την επιθυμία να σκύψει προς το μικρό αγόρι, να το πάρει από το χέρι και να το οδηγήσει ως την άκρη του πίνακα, μέχρι εκείνη την κοκκινωπή αμμουδιά, σάμπως να είχανε περπατήσει μαζί οι δυο τους, πολλή ώρα, μέσα στην εξαντλητική επιπεδοσύνη του τοπίου και κάνανε μια στάση, εδώ, στην από δω μεριά του νερού, για να δούνε το θέαμα της πόλεως που υψωνόταν μες στην προφάνεια του δικού της φωτός, που δεν προερχόταν από έναν ήλιο πονηρά τοποθετημένο, κατάλληλα υπολογισμένο για το παιχνίδι της τεχνικής του κιαροσκούρου, μα ήταν φως αντλημένο θα ‘λεγες από το γκρίζο βάθος του κοιμισμένου νερού, από τις γκρίζες πέτρες του μουράγιου, αντλημένος από το βάθος της υλικής πυκνότητας του κόσμου, κατά μήκος των προσόψεων, έτσι που ορισμένες από δαύτες να ‘χουν διατηρήσει απ’ το φωτεινό εκείνο πέρασμα, ένα επίστρωμα χρυσόσκονης, ένα φως που κάποιος λες το αντλούσε και το ανέβαζε με την ασάλευτη αιχμή ενός καμπαναριού από πέτρα ξανθιά, έτσι που συνέκλινε προς την κάθετη εκείνη σπερμοδόχη όλο εκείνο το απαλό συγκεντρωμένο φως, απ’ όπου θα εκτοξευόταν ως τον συννεφιασμένο ουρανό, πιτσιλίζοντάς τον, απ’ τα κάτω και απ’ το πλάι, με μια έκρηξη αναποδογυρισμένου ήλιου και ο Φιλίπ θα έμπαινε ίσως, ή μάλλον ήταν σίγουρο πως θα ‘μπαινε, τελείως αβίαστα και φυσικά, μέσα στην ψηλαφητή διαφάνεια αυτού του τοπίου.[] 



"Άποψη του Ντελφτ" Γ. Βερμέερ


«Ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ» δεν είναι ένα εύκολο ανάγνωσμα, κάθε άλλο. Απαιτεί αργούς ρυθμούς, σε καθηλώνει στον κόσμο του, στιγμές στιγμές σε φέρνει σε απόγνωση. Την απόγνωση του ίδιου του ήρωα που νιώθει εγκλωβισμένος μέσα στην ίδια του τη ζωή, που την ορίζουν άλλοι, χωρίς καλά καλά να καταλάβει το γιατί. Ο Σεμπρούν είναι δηκτικός με τον Σταλινισμό, χωρίς να χαρίζεται στους υπόλοιπους, είναι σαρωτικός και υποβλητικός. Κι αυτό είναι σίγουρα ένα μυθιστόρημα που θα καταγραφεί ανάμεσα στα αριστουργήματα του 20ου αιώνα. 



                                                                   Κατερίνα Μαλακατέ



«Ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ», Χόρχε Σεμπρούν, μετ. Άρης Αλεξάνδρου, εκδ. Θεμέλιο, β έκδοση, 2018, σελ. 507 











Υ.Γ. 42 Το βιβλίο ήταν χρόνια εξαντλημένο και επανακυκλοφόρησε τον Απρίλη, στην ίδια μετάφραση του Άρη Αλεξάνδρου, αλλά με νέα επιμέλεια και πια στο μονοτονικό. 

Υ.Γ. 42-42 Το βιβλίο δεν έχει καμία ομοιότητα με τον «Άνθρωπο που αγαπούσε τα σκυλιά» του Λεονάρντο Παδούρα.

Υ.Γ.  Ο πραγματικός Ραμόν Μερκαντέρ πέθανε 10 χρόνια μετά την έκδοση του μυθιστορήματος του Σεμπρούν.