Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπαρνς Τζούλιαν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπαρνς Τζούλιαν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

4/12/20

"Άνδρας με κόκκινο μανδύα", Julian Barnes

 



Ξεκίνησα τον Άνδρα με κόκκινο μανδύα του Τζούλιαν Μπαρνς σχεδόν μόλις βγήκε στα ελληνικά γιατί χρειαζόμουν παρηγοριά. Ήξερα πως ο αγαπημένος Μπρανς, ό,τι κι αν είχε γράψει, θα μου κρατούσε καλή συντροφιά μέσα στην καραντίνα. Είμαι μεγάλη drama queen δεν γράφω και δεν διαβάζω σοβαρά όταν τα ψυχολογικά μου είναι στα τάρταρα. Και δεν είχα άδικο, ο Μπαρνς με συντρόφευσε καλά. Και τελικά διάβασα σοβαρά. 

Αν προσπαθήσουμε να ορίσουμε τι έγραψε ο Μπαρνς, μπορούμε να σταθούμε στον όρο βιογραφία και να ξεμπερδέψουμε. Θα έχουμε αδικήσει κάπως το βιβλίο και τις λογοτεχνικές του αρέτες, αλλά θα είμαστε καλά με τους ορισμούς. Στην πραγματικότητα ο Μπαρνς αδιαφορεί για αυτούς, δεν έγραψε καν μια μυθιστορηματική βιογραφία, έφτιαξε ένα υβρίδιο, απεύθυνεται στον αναγνώστη, απευθύνεται στον εαυτό του, ο αφηγητής μάς λέει από πού εμπνεύστηκε, μας δείχνει πίνακες, μας λέει για τις πηγές του, διαβάζει μυθιστορήματα, κάνει όλα όσα δεν πρέπει θεωρητικά να κάνει, σπάει τη φόρμα και δεν τον νοιάζει, γιατί θέλει να πει μια ιστορία∙ και τη λέει εκπληκτικά, κι όλα τα άλλα --ναι, και οι ορισμοί-, μοιάζουν αδιάφορα. 

Αφορμή για να γραφτεί αυτό το βιβλίο ήταν ο πίνακας «Dr.Pozzi at home», του John Singer Sargent. Εκεί απεικονίζεται ένας άντρας, όμορφος, ντυμένος με  έναν κατακκόκκινο μανδύα, με φοβερά δάχτυλα-- θα μπορούσε να είναι πιανίστας, αλλά είναι χειρουργός. Ένας γυναικολόγος, στον οποίο όλες οι γυναίκες χρωστάνε πολλά, γιατί μελέτησε τον Λίστερ, κι έφερε στη Γαλλία την αντισηψία, κάνοντας τη γυναικολογία ξέχωρη επιστήμη. Ένας άνθρωπος της καλής κοινωνίας αν και μάλλον ταπεινής καταγωγής, την εποχή της «Παρακμής» του τέλους του αιώνα, που έμπαινε σε όλα τα κοσμικά σαλόνια. Ένας κακός σύζυγος και πατέρας, που είχε πολλές ερωμένες, ανάμεσά τους και τη διαβόητη Σάρα Μπερνάρ. Τον βρίσκουμε το 1885 να επισκέπτεται το Λονδίνο και τον Χένρι Τζέημς, μαζί με τον Πολινιάκ και τον κόμη Μοντεσκιού. Σχεδόν αγνοημένοι πια σήμερα οι δανδήδες ποιητές, αλλά συμπρωταγωνιστές του Πότσι στη κατά Μπαρνς βιογραφία του. Πάνω στον Μοντεσκιού, πανέμορφο, ευγενή, ομοφυλόφιλο δανδή στήνει ο Ουισμάνς στο Ανάστροφα τον Ντεζ Εσέντ. Αλλά κι ο Προυστ στο Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο τον κόμη Σαρλί. Σε αυτή την φοβερή φιγούρα, στον άνθρωπο που επιχρύσωσε μια χελώνα, χωρίς να τον νοιάζει αν πέθανε, δίνει κι ο Μπαρνς κεντρικό ρόλο, αυτή τη φορά με το όνομά του. Καθώς και σε όλη τη λογοτεχνική παρέα της εποχής στη Γαλλία. Ε, δεν θα μπορούσε μέσα στην παρακμή να μην κάνει κι εμφανίσεις κι ο ίδιος ο Όσκαρ Ουάιλντ αυτοπροσώπως. 

Ομολογώ πως η ιστορία ήταν για μένα εξαιρετικά ενδιαφέρουσα γιατί περιείχε το "λογοτεχνικό κουτσομπολιό" της εποχής, πάντα με εντυπωσιάζει πόσο μοιάζουν σε αυτό τα λογοτεχνικά σινάφια ανά τους αιώνες και τις χώρες, εντάξει, εδώ δεν μονομαχούμε (με όπλα) για ψύλλου πήδημα. Το τέλος τους αιώνα (fin de siecle), η παρακμή (decadence) και οι αλλαγές στην κοινωνική διαστρωμάτωση με το τέλος της αριστοκρατίας αλλά και στην επιστήμη και την τεχνολογία περιγράφονται τόσο γλαφυρά που νιώθεις πως ζεις μέσα σε αυτόν τον εντελώς ξένο για τα δεδομένα μας κόσμο. Ο Άνδρας με κόκκινο μανδύα είναι από τα βιβλία που σε βάζουν ξανά σε αναγνωστικό ρυθμό, δεν θέλεις να αφήσεις από τα χέρια σου, ούτε όμως να τελειώσουν. Ο Μπαρνς γράφει στον επίλογο πως έμπνευσή του για να γραφτεί αυτή η ιστορία, πέρα από τη δεδομένη γαλλοφιλία του, ήταν και η παραδοξότητα του Brexit. Τον κατανοώ. Και τον αγαπώ, που κατάφερε όλον αυτόν τον συσσωρευμένο πολιτικό θυμό να τον κάνει τέτοιου είδους λογοτεχνία.   



                                              Κατερίνα Μαλακατέ 



"Άνδρας με κόκκινο μανδύα", Julian Barnes, μετ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Μεταίχμιο, 2020, σελ.328 

11/10/18

"Η μοναδική ιστορία", Julian Barnes



Μετά τη μεγάλη απογοήτευση με τον Αχό της εποχής, δίσταζα κάπως να διαβάσω το νέο βιβλίο του Τζούλιαν Μπαρνς. Κακώς. Στη «Μοναδική ιστορία» ο Μπαρνς ξαναγυρνά στα γνώριμά του λημέρια, διερευνά την ανθρώπινη φύση, πιέζει την πλοκή στα άκρα για να φτάσει και τους χαρακτήρες του στα όρια. Εκκινεί από μια σχέση ερωτική, για να μιλήσει για τη ζωή, τον θάνατο και τη φθορά. 

Ο Πολ είναι ένας δεκαεννιάχρονος από πλούσια οικογένεια που γνωρίζει την 49χρονη Σούζαν στο τένις κλαμπ που γράφεται για να ικανοποιήσει τους γονείς του. Σύντομα ο Πολ και η Σούζαν γίνονται ζευγάρι, σχεδόν με την ανοχή τόσο του συζύγου της-ενός αδιάφορου, χοντρού, μέθυσου-, τόσο και των παιδιών της Σούζαν αλλά και των γονιών του Πολ. Όταν η σχέση τους σοβαρεύει όμως, τους διώχνουν από το τένις κλαμπ, κι αυτοί, αντί να χωρίσουν, όπως θα περίμενε κανείς για μια σχέση με τόσο μεγάλη διαφορά ηλικίας, αποφασίζουν να ζήσουν μαζί. Τα καταφέρνουν για αρκετό καιρό, μέχρι να αρχίσει η κατάρρευση της Σούζαν, η παράνοια, ο αλκοολισμός και η ασθένεια. 

Το βιβλίο δεν αντιμετωπίζει τον έρωτα μονόπλευρα, δεν μένει στον αρχικό ενθουσιασμό των εραστών, προχωρά πολύ γρήγορα στην επόμενη φάση. Κι όσο κι αν διατείνεται ο Πολ πως η Σούζαν ήταν η μοναδική του ιστορία, τελικά μετά από δέκα χρόνια, την «επιστρέφει πίσω» στην κόρη της, που τη φροντίζει και την αγαπάει, διαφορετικά, με άλλου τύπου αγάπη, χωρίς στιγμή να βαρυγκωμά. 

Η αφήγηση ξεκινά πρωτοπρόσωπη, όταν αφηγείται ο νεαρός Πολ, για να περάσει σύντομα στο δεύτερο πρόσωπο όταν τα πράγματα δυσκολεύουν και να καταλήξει στο τρίτο όταν ο εβδομηντάρης πια Πολ κάνει απολογισμό της ζωής του. Η σχεδόν τριάντα χρόνων διαφορά ανάμεσα στο ζευγάρι στην αρχή δεν έχει καμία σημασία, όσο όμως η Σούζαν πέφτει, βαραίνει. Ο Πολ της στέκεται ως εκεί που μπορεί, αλλά πια δεν νιώθει ερωτευμένος. Και τελικά την αφήνει στη μοίρα της, χαμένη και καμένη, να μην μπορεί καν να αναγνωρίσει τους οικείους της. 

«Θα προτιμούσες να αγαπάς πολύ και να υποφέρεις πολύ ή να αγαπάς λίγο και να υποφέρεις λίγο; Νομίζω πως αυτό είναι, τελικά, το μόνο ουσιαστικό ερώτημα» 

Πρόκειται για μια ιστορία ιδιόμορφη, που ο Μπαρνς τη χειρίζεται άλλοτε με κυνισμό κι άλλοτε με ευαισθησία, χωρίς να χαρίζεται σε κανέναν. Η τελική γεύση είναι γλυκόπικρη, έχει μέσα ρομαντισμό και ματαίωση αλλά και πραγματισμό. Η μνήμη, το παρελθόν και το παρόν, το τι χρωστάμε στον εαυτό μας και στους άλλους, τι είναι έρωτας, και σε ποιο βαθμό καθορίζει το ποιοι είμαστε, απασχολούν τον συγγραφέα σε πολλά από τα μυθιστορήματά του. "Η μοναδική ιστορία" είναι ίσως από τα καλύτερά του. Δεν κατάφερε βέβαια να αντικαταστήσει στην καρδιά μου το «Ένα κάποιο τέλος», όμως έφτασε κοντά. Γιατί το μίγμα, χιούμορ, έρωτας, ευαισθησία και μια ιδέα κυνισμός, είναι από τα αγαπημένα μου. 



                                                                          Κατερίνα Μαλακατέ



"Η μοναδική ιστορία", Τζούλιαν Μπαρνς, μετ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Μεταίχμιο, 2018, σελ. 309








Για τα βιβλία του Τζούλιαν Μπαρνς στο Διαβάζοντας:

«Ο αχός της εποχής», Julian Barnes

«Ιστορία του κόσμου σε 10 ½ κεφάλαια», Julian Barnes

Πριν εκείνη με γνωρίσει", Julian Barnes

"Τα τρία επίπεδα της ζωής", Julian Barnes

"Ένα κάποιο τέλος", Julian Barnes


18/6/16

«Ο αχός της εποχής», Julian Barnes



Ομολογώ πως τελείωσα τον Αχό της εποχής του Τζούλιαν Μπαρνς με την δεύτερη φορά, την πρώτη τον παράτησα κάπoυ στη μέση, ενοχλημένη από την αποστασιοποίησή του, από την άρνησή του να χαρίσει στον ήρωα του, έναν από τους σημαντικότερους συνθέτες του 20ου αιώνα, υπόσταση και μορφή. 

Την δεύτερη φορά, περισσότερο συμφιλιωμένη με την κατάσταση, τελείωσα το βιβλίο σχετικά γρήγορα. Παρ’ όλα αυτά έμεινα με μάλλον πικρή γεύση, σαν κάτι να έλειπε. Ή να περίσσευε. Περίσσευε το Βρετανικό φλέγμα και έλειπε η Ρωσική ψυχή. Εκεί κατέληξα. Ο συγγραφέας, αν και θεωρητικά στην τριτοπρόσωπη αφήγησή του βλέπει τα πάντα από την πλευρά του ίδιου του συνθέτη, στην πράξη κράτησε για αφηγητή τον εαυτό του. Αυτό με ξένισε και τελικά με οδήγησε μακριά από το βιβλίο. 

Ο ίδιος ο Σοστακόβιτς είναι έτσι κι αλλιώς μια αντιφατική προσωπικότητα. Σπουδαίος μουσικός, με εκρηκτικές συνθέσεις, ήταν από τους λίγους που δεν αντιτάχτηκε στο Σοβιετικό καθεστώς, υπέμεινε τους εξευτελισμούς, υπέγραψε κείμενα που γράφονταν από άλλους για αυτόν, δεν θέλησε ούτε να πάει κόντρα ούτε να φύγει στην Δύση. Διχασμένος ανάμεσα στο «ηθικά σωστό» και την επιβίωση, συνεργάστηκε με το καθεστώς, πάντα ανάμεσα στα πιστεύω και το συμφέρον του. 

Το καθεστώς, παρ’ όλα αυτά, τρεις φορές προσπάθησε να τον κυνηγήσει. Την πρώτη και πιο θεαματική με επιστολή του ίδιου του Στάλιν στην Πράβδα (τα συντακτικά λάθη του ανώνυμου κειμένου δεν άφηναν αμφιβολία πως ο συντάκτης του ήταν αυτός που κανένας δεν θα τολμούσε να διορθώσει) όπου η όπερα του Σοστακόβιτς «Η λαίδη Μακβέθ του Μτσενσκ», κατακεραυνώνεται ως φορμαλιστική. 






Το βιβλίο μας μιλάει για τον δημιουργικό αναβρασμό, τον φόβο, την υποταγή στην εξουσία. Για έναν άνθρωπο που καταλήγει να μισεί τον εαυτό του για την δειλία του, αλλά παρ’ όλα αυτά δέχεται τις τιμές και τα βραβεία με ευχαρίστηση. Το καθεστώς, αυτό που σκότωνε και έστελνε τους καλλιτέχνες για ψύλλου πήδημα στα γκούλαγκ, αντιμετωπίζεται με ένα ξηρό, βρετανικό χιούμορ, που εμένα προσωπικά μου φάνηκε ανούσιο.

Ο Σοστακόβιτς είναι αναμφισβήτητα ένα από εκείνα τα πρόσωπα που επιβίωσε από τον θόρυβο της εποχής, τον σκεφτόμαστε εκτός χρονικού πλαισίου, ακούμε την μουσική του δίχως δεύτερες σκέψεις. Δεν ακούς Σοστακόβιτς και σκέφτεσαι ο "πουλημένος δειλός", τον ακούς και αναριγείς. Αυτό απέτυχε να μεταφέρει ο Μπαρνς, αν και είμαι σίγουρη πως ήταν η πρόθεσή του. Στην προσπάθεια του πάντως να εξιλεώσει με κάποιον τρόπο τον Σοστακόβιτς για την μάλλον παθητική στάση του, τον μετέτρεψε άθελα του σε ανθρωπάκι. 




                                                                                    Κατερίνα Μαλακατέ





«Ο αχός της εποχής», Τζούλιαν Μπαρνς, μετ. Θωμάς Σκάσσης, εκδ. Μεταίχμιο, 2016, σελ. 231








Υ.Γ. 42 Η μετάφραση του τίτλου στα ελληνικά, το πομπώδες «Ο αχός της εποχής» στην θέση του μάλλον to the point και κατά πολύ απλούστερου « The noise of time», δεν μου άρεσε. 



7/9/15

«Ιστορία του κόσμου σε 10 ½ κεφάλαια», Julian Barnes




Έχω αδυναμία στην γραφή του Τζούλιαν Μπαρνς, μου αρέσει το φλέγμα του, η ροή των μυθιστορημάτων του- κι ας φαίνεται σε κάποιους φλύαρος ή πώς «κάνει κοιλιά». Αν εξαιρέσει ίσως κανείς το "Άρθουρ και Τζορτζ", νομίζω πως τα υπόλοιπα τα έχω διαβάσει πολύ ευχάριστα. Πιο αγαπημένο μου από όλα το «Ένα κάποιο τέλος», ως τώρα. Γιατί νομίζω πως η «Ιστορία του κόσμου σε 10 ½ κεφάλαια» ήρθε για να πάρει επάξια αυτή τη θέση. Επιφυλάσσομαι για το England, England που δεν έχω ακόμα διαβάσει. 

Στην ιστορία του κόσμου ο Μπαρνς πάντως κατόρθωσε να πει σχεδόν όλα όσα τον απασχολούσαν. Το βιβλίο ξεκινά με ένα εντυπωσιακά χαβαλεδιάρικο κεφάλαιο όπου ξαναγράφεται η ιστορία της Κιβωτού από την αρχή και μαθαίνουμε τι σόι κουμάσια ήταν ο Νώε κι οι γιοί του- οι Κιβωτοί ήτο 5. Το σαράκι που μας τα εξιστορεί είναι φυσικά λαθρεπιβάτης στην Κιβωτό, καθότι ακάθαρτο. Στην δεύτερη ιστορία η διάθεση για χιούμορ δεν λείπει, είναι μια παρωδία πειρατείας μιας σύγχρονης κρουαζιέρας από Ισλαμιστές. Τρίτο κεφάλαιο, η δίκη του σαρακιού από τους Ιεροεξεταστές. Κι αρχίζεις να αναρωτιέσαι. Για το αν αυτό είναι ένα συνονθύλευμα ευφυολογημάτων, κάτι ανάμεσα σε διηγήματα και δοκίμια για διασκέδαση. Ώσπου φτάνουμε στο βαρύ πυροβολικό, το κεφάλαιο που μας εξηγεί με περισσή φροντίδα τον πίνακα του Ζερικό, «Σκηνή ναυαγίου». Εκεί αναλαμβάνει ο γνωστός Μπαρνς, ο εραστής της Τέχνης, ο συστηματικός αναγνώστης, ο συνειδητά μεταμοντέρνος συγγραφέας, και το βιβλίο έρχεται σε μια αγαστή ισορροπία, συντελείται το θαύμα της λογοτεχνίας. 

Ο Μπαρνς σε τούτο το βιβλίο κεντάει. Με κεντρικά θέματα την Κιβωτό, τα πλοία, το ναυάγιο, το σαράκι, χτίζει μια ιστορία σκαλί σκαλί, που κορυφώνεται στο μισό κρυφό κεφάλαιο, όπου ο αφηγητής Τζούλιαν Μπαρνς στοχάζεται για την αγάπη δίπλα στην κοιμισμένη του σύζυγο. 

Τι άλλο μπορεί να κάνει η αγάπη; Αν την προβάλλουμε, καλό θα είναι να τονίσουμε ότι πρόκειται για την βάση της αρετής του πολίτη. Δεν μπορείς να αγαπήσεις κάποιον χωρίς επινοητική συμπόνια, χωρίς να αρχίσεις να βλέπεις τον κόσμο από άλλη σκοπιά. Δεν γίνεται να είσαι καλός εραστής, καλός καλλιτέχνης, καλός πολιτικός, αν δεν έχεις αυτή την ικανότητα (μπορείς να τη σκαπουλάρεις και χωρίς αυτή, αλλά δεν θέλω να πω αυτό). Δείξτε μου έναν τύραννο που ήταν καλός εραστής. Και με αυτό δεν εννοώ μεγάλος γαμιάς· όλοι έχουμε ακουστά πόσο μεγάλο αφροδισιακό (και αυτοαφροδισιακό) είναι η εξουσία. Μέχρι και ο δημοκρατικός μας ήρωας, ο Κένεντι, παρείχε τις υπηρεσίες του στις γυναίκες σαν βιομηχανικός εργάτης που ψεκάζει αμαξώματα στην κορδέλα παραγωγής μιας αυτοκινητοβιομηχανίας. 

Απόλαυσα τα 10 ½ κεφάλαια, ένα ένα ξεχωριστά κι ας μην είναι ίσης αξίας. Οι ιδέες του Μπαρνς είναι τόσο κοντά μου, αλλά δεν φταίει μόνο αυτό, το βασικό είναι ο τρόπος που επιλέγει να τις εκφράσει, να τις βάλει στο χαρτί χωρίς να τις χώσει σε καλούπια. Ο Μπαρνς για μένα είναι από τους ελάχιστους εκείνους συγγραφείς που ξεκινούν με πρόθεση να γράψουν κάτι στυλιστικά άψογο και τελικά καταφέρνουν να γράψουν κάτι βαθιά συγκινητικό∙ στηριγμένο στα βασικά συστατικά της τέχνης, τον πόνο, την ειρωνεία, την απώλεια, την αγάπη. 



«Ιστορία του κόσμου σε 10 ½ κεφάλαια», Τζούλιαν Μπαρνς, μετ. Θωμάς Σκάσσης, εκδ. Μεταίχμιο, 2012, σελ.425










Υ.Γ. 42 Το βιβλίο το πήρα δωρεάν γιατί αγόρασα ένα άλλο βιβλίο του Μεταιχμίου. 



30/3/14

"Πριν εκείνη με γνωρίσει", Julian Barnes


Είμαι πια σχετικά εξοικειωμένη με την γραφή του Τζούλιαν Μπαρνς, έχω απολαύσει το «Ένα κάποιο τέλος» και τον «Παπαγάλο του Φλωμπέρ», έχω γκρινιάξει για το «Άρθουρ και Τζορτζ», έχω συγκινηθεί με «Τα τρία επίπεδα της ζωής». Το «Πριν εκείνη με γνωρίσει» έχει πολλά από τα καλά στοιχεία του∙ την ρέουσα γραφή, τους ενδιαφέροντες χαρακτήρες, την τόλμη να πει μερικά πράγματα με το όνομά τους, την παιγνιώδη αθυροστομία, το χιούμορ και την ελαφράδα του. Από την άλλη, η ιστορία είναι εξαιρετικά αδύναμη και φτάνει στο τέλος να είναι εντελώς μη πιστευτή.

Ένας καθηγητής ιστορίας, ο Γκράχαμ Χέντρικ, είναι παντρεμένος με μια 32χρονη, την Ανν, που δουλεύει σε μια εταιρία μόδας. Όλα στον γάμο τους φαίνονται να πηγαίνουν καλά, η Ανν του ταιριάζει και οι στιγμές τους είναι εξαιρετικές- και επειδή είχε την δεκαπεντάχρονη εμπειρία ενός μη ευτυχισμένου γάμου με την πρώτη του γυναίκα, την Μπάρμπαρα- το εκτιμά ιδιαίτερα. Μέχρι που βλέπει μια παλιά ταινία στο σινεμά από τότε που η γυναίκα του έπαιζε δεύτερα ρολάκια κι ήταν μια ανερχόμενη ηθοποιός. Η ιδέα πως τον έχει «απατήσει» επί της οθόνης, αλλά και στη ζωή με τους συμπρωταγωνιστές της αρχίζει να τον στοιχειώνει, να αλλάζει την καθημερινότητά τους. Κι ας έχουν συμβεί όλες αυτές οι «απίστίες» πριν καν εκείνη τον γνωρίσει.

Το θέμα της ερωτικής ζήλιας, κυρίαρχο, φτάνει στα όρια του, εξαντλείται σχεδόν από τον Μπαρνς, ενώ παράλληλα θέματα δεν προκύπτουν. Είναι μια μονοδιάστατη καταγραφή της εμμονής του ήρωα με τους πρώην της γυναίκας του, μια ιστορία καθαρής αυτοκαταστροφής που μοιάζει κάπως ανούσια και ρηχή. Ένα βιβλίο από αυτά που διαβάζει κανείς ευχάριστα ως ένα σημείο, αλλά φτάνει κουρασμένος στο τέλος, να αναρωτιέται αν είχε κανένα νόημα που το τελείωσε.


«Πριν εκείνη με γνωρίσει», Τζούλιαν Μπαρνς, μετ. Θωμάς Σκάσσης, εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 271  

27/2/14

"Τα τρία επίπεδα της ζωής", Julian Barnes




Τον τελευταίο καιρό διάβασα αρκετά βιβλία για την απώλεια. Ξεκινώντας από το εκπληκτικό της Τζ. Ντίντιον και καταλήγωντας στις πολύ προσωπικές ιστορίες του Ζουμπουλάκη και του Κορτώ. Ίσως να έτυχε, πάντως αυτές συνέπεσαν με το δικό μου πένθος και μπόρεσαν να με βάλουν σε σκέψεις, να με καθηλώσουν το καθένα με τον τρόπο του. Τώρα νομίζω πως ολοκλήρωσα τον κύκλο διαβάζοντας «Τα τρία επίπεδα της ζωής» του Τζούλιαν Μπαρνς. Αυτό είναι σε μεγάλο βαθμό διαφορετικό από τα άλλα, γιατί ενώ στηρίζεται στην πραγματική ιστορία του ξαφνικού χαμού της συζύγου του, καταλήγει να είναι ένα βιβλίο αμιγώς λογοτεχνικό. Κοινώς, ο γεννημένος συγγραφέας τα πάντα τα μετουσιώνει σε τέχνη.

Το βιβλίο ξεκινά με την ιστορία των αερόστατων, τις πρώτες ιδέες για μια μηχανή που θα είναι βαρύτερη από τον αέρα κι όμως θα πετά. Παράλληλα μέσα από τον πρωταγωνιστή και δεινό αεροναυπηγό Ναντάρ, μας μιλά για την ιστορία της φωτογραφίας. Έπειτα εστιάζει στην Σάρα Μπερνάρ- μια προσωπικότητα μεγαλύτερη κι από τη ζωή, κι ας ήταν τόσο μικροκαμωμένη- που έκανε κι αυτή ένα ταξίδι με αερόστατο κι ίσως είχε και σχέση με τον Ναντάρ. Για να περάσει- εντελώς απρόοπτα- στο τελευταίο μέρος σε μια πλήρη αναφορά στο πένθος, στις συνθήκες θανάτου της γυναίκα του, στις σκέψεις αυτού που μένει πίσω, στη μαυρίλα και το θάνατο.

«Έλεγαν ότι ίσως επέκειτο η κατάρρευση ολόκληρου του οικονομικού συστήματος, αυτό όμως εμένα δεν με απασχολούσε καθόλου. Τα χρήματα δεν θα μπορούσαν να την είχαν σώσει, οπότε τι καλό υπήρχε στα χρήματα και ποιος ο λόγος να τα προφυλάξεις; Έλεγαν ότι το κλίμα της Γης πλησιάζει στο σημείο από όπου δεν υπάρχει επιστροφή, εγώ όμως δεν έδινα δεκάρα αν το έφτανε και το ξεπερνούσε. Γυρνούσα με το αυτοκίνητο από το νοσοκομείο και σε μια συγκεκριμένη ευθεία του δρόμου, λίγο πριν την σιδηροδρομική γέφυρα, επαναλάμβανα μεγαλόφωνα τις εξής λέξεις που μου έρχονταν στο νου: «Το σύμπαν κάνει απλώς την δουλειά του». "Αυτό"- τούτο το πελώριο και φοβερό "αυτό"- ήταν "όλο". "

Παρ' όλο που τα τρία μέρη του βιβλίου μπορεί και να μοιάζουν ασύνδετα μεταξύ τους στον ανυποψίαστο αναγνώστη, σε αυτόν που έχει μάθει να κάνει τις συνδέσεις- έστω και χαλαρές- αφήνουν μια γεύση γλυκόπικρη, σα να κατάφερε ο Μπαρνς να μετατρέψει την οδύνη του σε δύναμη κι ας διατείνεται το αντίθετο. Νομίζω πως το συγκεκριμένο είναι το πιο στιβαρό βιβλίο πένθους από αυτά που διάβασα, το πιο δουλεμένο και τελικά το πιο λυτρωτικό. Ο συγγραφέας καταφέρνει να μας περάσει τον αβάσταχτο πόνο για τον χαμό του άλλου του μισού, έναν πόνο για τον οποίο δεν σε προετοιμάζει τίποτα, να μιλήσει για αυτό που πέρασε και περνάει χωρίς στιγμή να υποπέσει στην παγίδα της κλειδαρότρυπας. Στο ταξίδι του μέσα στην θλίψη, σεβάστηκε την γυναίκα του εξαιρετικά και τελικά μας έδωσε ένα κείμενο αντάξιο των μυθιστορημάτων του. 

"Τα τρία επίπεδα της ζωής", Τζούλιαν Μπαρνς, μετ. Θωμάς Σκάσσης, εκδ. Μεταίχμιο, 2014, σελ.155





21/4/12

"Ένα κάποιο τέλος", Julian Barnes




Βιβλίο ρουφηχτό που τελείωσα την ίδια μέρα που το άρχισα, το «Ένα κάποιο τέλος» του Τζούλιαν Μπαρνς είναι ένα μικρό κομψοτέχνημα ύφους και στυλ, από έναν συγγραφέα που φαίνεται πια να φτάνει στο απόγειό του.
Αφηγητής ο Τόνι, ένας άντρας που έζησε μια μέτρια ευτυχισμένη ζωή, ακριβώς όπως την ήθελε και μια περίεργη κληρονομιά τον κάνει να καταδυθεί στις μνήμες της εφηβικής του ηλικίας, στην παρέα του με τον Κόλιν, τον Άλεξ, τον Έντριαν, τις πρώτες του σχέσεις. Το βιβλίο μας βάζει αριστοτεχνικά στο παιχνίδι της μνήμης, του χρόνου, στην αλήθεια ιδωμένη από την μια πλευρά κι ύστερα από την άλλη, στη νοσταλγία που αγκυλώνει κάπως τα πράγματα. Πουθενά δεν αμφισβητούνται οι καλές προθέσεις, όμως σχεδόν ποτέ αυτές δεν αρκούν.
Ο ήρωας- αφηγητής είναι ένας εξαιρετικά συμπαθητικός εξηντάρης, κι αυτό κάνει την αφήγησή του ακόμα πιο σημαντική. Η γραφή ρέει, η πλοκή είναι σφιχτά δεμένη και δεν περισσεύει ούτε μια λέξη. Εξαιρετικά.  

Υ.Γ. Μου άρεσε πολύ το ανάγλυφο εξώφυλλο, για πολλή ώρα βρέθηκα να ονειροπολώ χαϊδεύοντας το....


"Ένα κάποιο τέλος", Julian Barnes, μετ. Θωμάς Σκάσσης, εκδ. Μεταίχμιο, 2011, σελ. 210