21/1/26

"Σφαγείο 5 ή η Σταυροφορία των παιδιών", Kurt Vonnegut






Αυτό που σοκάρει τον αναγνώστη στο Σφαγείο 5 είναι το χιούμορ, χιούμορ γυμνασιακό, και σάτιρα και ειρωνεία, και μαύρο κατάμαυρο, όλες οι πλευρές του χιούμορ παρελαύνουν στο Σφαγείο. Γελάς για να μην κλάψεις ή για την ακρίβεια, γελάς, και το γέλιο μετουσιώνεται σε υποκατάστατο του κλάματος τόσο για τον αναγνώστη, όσο και για τον συγγραφέα.

Το βιβλίο ξεκινά με ένα αυτοβιογραφικό κεφάλαιο, όπου ο αφηγητής μάς λέει πόσο καιρόν έκανε να γράψει αυτό το βιβλίο για τη Δρέσδη, για τον βομβαρδισμό της, πως πάντα πίστευε πως αυτό θα είναι το σπουδαίο του βιβλίο, γιατί είναι αυτοβιογραφικό. Ο αφηγητής ήταν εκεί.

Εκεί ήταν κι κεντρικός ήρωας, ο Μπίλλυ Πίλγκριμ (ας αφήσουμε ασχολίαστο το όνομα), ένας ταξιδευτής του χρόνου και του τραύματος. Ο Μπίλλυ λοιπόν μας αφηγείται τις τελευταίες μέρες του ως αιχμάλωτος πολέμου των Γερμανών στη Δρέσδη, τον βομβαρδισμό και την καταστροφή της πόλης, αλλά ταυτόχρονα μας μιλάει για όλη τη ζωή του έκτοτε (μια χαρά βολεύτηκε με τη χοντρή γυναίκα του ως οπτομέτρης) και για τη ζωή στον πλανήτη Τραλφάμαντορ.

Ο συγγραφέας είναι ο αφηγητής του πρώτου κομματιού, κι είναι ο Μπίλλυ Πίλγκριμ, κι όλοι οι συγκρατούμενοί του, είναι όλοι οι ήρωες που εμφανίζονται μέσα σε αυτό το μυθιστόρημα. Αλλά ταυτόχρονα και κανένας τους. Και πάει λέγοντας.

Ο Μπίλλυ Πίλγκριμ ξεκινάει να ταξιδεύει στον χρόνο στη Δρέσδη. Ο χρόνος για αυτόν δεν είναι παρά θραύσματα και μπορεί να βρεθεί από το ένα κομμάτι του χρόνου στο άλλο, από τη γέννηση, την απαγωγή του από τους εξωγήινους, τον θάνατο, τον γάμο του κ.ο.κ. Ο Μπίλλυ Πίλγκριμ είναι εκτός χρόνου και τόπου, άχρονος και άπατρις, είναι εγώ και είναι εσύ.

Πιστεύω πως δεν έχω διαβάσει καλύτερη περιγραφή του τραύματος από αυτή που κάνει ο Μπίλλυ Πίλγκριμ μιλώντας για τη σχέση του με τον χρόνο. Πόσο λεπτά είναι τα όρια ανάμεσα στην καταστροφή και την επιτυχία, την τρέλα και τη λογική, τη ελευθερία και την αιχμαλωσία, την τυχαιότητα και την ειμαρμένη. Μπορεί να σωθείς γιατί κυκλοφορείς στην Δρέσδη με ένα σκαρπίνι χωρίς τακούνι, μπορεί να πεθάνεις γιατί μίλησες για ιπτάμενους δίσκους. Μπορεί να είσαι ένας αιχμάλωτος παλιάτσος μες στις σφαίρες του πολέμου, κι ένας αιχμάλωτος σοβαρός σε έναν εξωγήινο ζωολογικό κήπο. Το βασικό που έχουν μάθει στον Πίλγκριμ είναι να σκάει και να κολυμπάει, εξάλλου έτσι τον έμαθε ο πατέρας του να κολυμπάει, απλά ρίχνοντας τον στον νερό. Και αυτός τα ίδια έμαθε στα παιδιά του, ο γιος του υπηρετεί στο Βιετνάμ. Τα όρια της ανθρώπινης βλακείας συγκρούονται με την δίψα για εξουσία, το παράλογο γίνεται νόρμα φυσιολογικό, κι όλα συνεχίζουν όπως πριν, όπως ήταν, χωρίς κανένας να αντιτίθεται, εναλλασσόμενοι ανάμεσα στο ρόλο του θύτη και του θύματος εις το διηνεκές. Ως τον θάνατο και πέρα από αυτόν.

Η ευφυία του Βόννεγκατ πραγματικά κάνει πάρτυ εδώ, παίζοντας με το προσωπικό τραύμα του ανθρώπου που ήταν στον πόλεμο, το συλλογικό τραύμα της διάλυσης των ψευδαισθήσεων του Δεύτερου Παγκοσμίου πολέμου, τη ματαιότητα της ανθρώπινης ζωής. Ένα πάρτυ που δεν μπορεί να τελειώσει με κανέναν άλλο τρόπο, παρά με ένα πουλί να σου λέει «Τσιριτρί;»

                      Κατερίνα Μαλακατέ


"Σφαγείο 5 ή η Σταυροφορία των παιδιών", Kurt Vonnegut, μτφ. Αλέξης Καλοφωλιάς, εκδ. Πατάκη

19/1/26

"Το όνομά μου είναι Εστέλα", Alia Trabucco Zerán




Το μεγάλο ατού του βιβλίου της Αλία Τραμπούκο Ζεράν είναι η φοβερή αφηγηματική φωνή∙ το μειονέκτημα ο ελληνικός τίτλος. Αστειεύομαι βεβαίως, όμως το βιβλίο χάνει κάτι από την γοητεία του με τον κοινότοπο τίτλο «Το όνομά μου είναι Εστέλα» μόλις συνειδητοποιήσεις τι σημαίνει "Limpia" στη Χιλή, μια παραδοσιακή τελετή κάθαρσης και καθαρότητας από την αρνητική ενέργεια, με βότανα και αυγά, που καταλήγει να αποδεσμεύει το άτομο, να το παραδίδει με προσευχές κι ευχές στην προσωπική γαλήνη. Στα αγγλικά ο τίτλος είναι “Clean”.

Όλο το κείμενο είναι μια τελετή για να καθαρίσει η πρωταγωνίστρια και αφηγήτρια, από μια ζωή μέσα στη βρωμιά των άλλων, από στη βρωμιά της ταξικής ανισότητας, αλλά και τον συναισθημάτων που αποκτάς για τον εκμεταλλευτή και κακοποιητή σου. Μια τελετή αφήγησης.
Όλα ξεκινούν με την Εστέλα να μας λέει ξερά, πως ένα παιδί πέθανε, και θα πρέπει να ακούσουμε την ιστορία της ως το τέλος. Σημασία έχει να τα πει όλα, και για αυτό δεν θα βιαστεί, ούτε θα νοιαστεί να ικανοποιήσει την περιέργειά μας. Δεν έχουμε καν ιδέα σε ποιον απευθύνεται: στον ανακριτή, στον αναγνώστη, στον εαυτό της, στο τίποτα.

Η Εστέλα ήταν εσωτερική οικιακή βοηθός σε μια μεσοαστική οικογένεια στη Χιλή, έκανε την καθαριότητα, μαγείρευε, σέρβιρε, καθάριζε την πισίνα και φρόντιζε το παιδί. Η ζωή της περνούσε μέσα στο σπίτι, ήξερε τα πάντα για αυτούς τους ανθρώπους, ακόμα και τα πιο μύχια μυστικά τους, μεγάλωνε το κοριτσάκι τους, αλλά εκείνη ήταν σαν να μην υπήρχε, το βράδυ αποσυρόταν στο μικρό δωματιάκι δίπλα στην κουζίνα.

Η φωνή αυτής της καθαρίστριας, τόσο καθαρή, με στρωτή γλώσσα, με βαθιά υπαρξιακά ερωτήματα, μοιάζει τόσο παράταιρη από αυτό που θα περίμενε κανείς από ένα ταλαίπωρο πλάσμα που όλη μέρα κυλιέται στη βρωμιά των άλλων. Η Εστέλα ωστόσο, όσο αφηγείται, αίρεται πάνω από τις προσωπικές της συνθήκες, γίνεται άχρονη, δεν ξέρουμε καν πόσο χρονών είναι, πώς μοιάζει, γίνεται και για μας φάντασμα. Γίνεται αυτό που της ζητάνε, είναι πάντα μέσα στην οικογένεια, πάντα έξω από αυτήν. Πάντα μέσα στην ιστορία και πάντα απέξω. Πάντα εντός και πάντα εκτός εαυτού και χρόνου.

Όλα αρχίζουν να γίνονται επικίνδυνα, όταν η Εστέλα αποκτά κάτι δικό της, μια αδέσποτη σκύλα. Κι οι ισορροπίες αλλάζουν όταν χάνει τα μοναδικά της πράγματα, τη μαμά της, την αγάπη για τον Νότο, τη σκύλα. Τα αφεντικά φυσικά δεν καταλαβαίνουν τίποτα.
Ομολογώ πως το μυθιστόρημα σε ένα σημείο έγινε μελό. Όμως είναι τέτοια η δύναμη αυτής της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, που δεν το παράτησα. Η ιστορία που ξεκινά με την παραδοχή ενός θανάτου, έπρεπε να τελειώσει μέσα μου. Γιατί από την πρώτη γραμμή νομίζεις πως τα ξέρεις όλα, και τελικά δεν ξέρεις τίποτα. Και στο τέλος ξαναγυρνάς στην αρχή για να καταλάβεις. Κάπως όπως και στη ζωή, δηλαδή.

Η Αλία Τραμπούκο Ζεράν, γεννημένη το 1983, είναι γνωστή συγγραφέας στη Χιλή, υπήρξε προνομιούχα, o πατέρας της ήταν κινηματογραφιστής, και η μητέρα της Πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Τηλεόρασης, έκανε σπουδές στη δημιουργική γραφή στη Νέα Υόρκη και στο Λονδίνο, και έχει ήδη κερδίσει αρκετά βραβεία. Έχω την εντύπωση όμως πως με την Εστέλα κατάφερε να μπει στο πετσί ενός πλάσματος πολύ διαφορετικού από την ίδια, και να μας κάνει κι εμάς να νιώσουμε όλη την αγωνία και τον τρόμο της στο πετσί μας.


                                  Κατερίνα Μαλακατέ



"Το όνομά μου είναι Εστέλα", Alia Trabucco Zerán, μτφ. Εύη Σέμπου, εκδ. Gutenberg


10/1/26

"Brooklyn", Colm Tóibín

 


Αγαπώ την ηρεμία της γραφής του Κολμ Τομπίν. Δεν βιάζεται να μας πει την ιστορία, ούτε να την τελειώσει, υπνωτιστικά σχεδόν μας οδηγεί σκηνή σκηνή ως το τέλος. Πρόκειται για έναν λεπτολόγο της γραφής που επικεντρώνεται στο ασήμαντο για να μπορέσει τελικά να μας πει το σημαντικό.

Το «Μπρούκλιν» με το οποίο άρχισε αναγνωστικά η χρονιά μου, έγινε πολύ γρήγορα ένα από τα πιο αγαπημένα μου βιβλία. Τις μέρες που το διάβαζα έζησα μέσα του, ανάσαινα στον ρυθμό του.

Κεντρική ηρωίδα η Έιλις, μια Ιρλανδή, νεαρή γυναίκα, που τη δεκαετία του ’50 μεταναστεύει μόνη στην Αμερική, χωρίς κανέναν να τη βοηθήσει.  Η Έιλις είναι η πιο «ήπια» από τις γυναίκες της οικογένειάς της, η αντίθεση με την εξωστρεφή αδελφή της Ρόουζ είναι εμφανής σε όλα.  Κι όταν της λένε πως θα φύγει για Αμερική, δεν μπορεί καν να εκφράσει άποψη για το αν θα ήθελε κάτι τέτοιο ή όχι, τις αποφάσεις τις παίρνουν η μητέρα της και η αδελφή.

 Η ηρωίδα όμως βρίσκει τρόπο και αίρεται πάνω από αυτό, πάνω από την μοίρα. Στο κατάστρωμα του πλοίου για την Αμερική  χάνει όλες τις ψευδαισθήσεις, καταλαβαίνει πως είναι ολομόναχη. Και παρ’όλο που αρχικά μοιάζει να μην έχει πυξίδα και έρεισμα, τελικά τα καταφέρνει να επιπλεύσει.

Η Έιλις καταλήγει να αναζητά το ποια είναι, ανάμεσα σε δυο πατρίδες, το Μπρούκλιν και το Ανεσκόρθι, και σύντομα ανακαλύπτει πως δεν ανήκει πουθενά, και στα δυο με κάποιον τρόπο είναι ξένη. Νιώθει νοσταλγία για τον κάθε τόπο όταν είναι μακριά του, και μια βαθιά αίσθηση ξενότητας όταν είναι εκεί.

Το τέλος τους μυθιστορήματος, εντυπωσιακό, σε σχέση με την πορεία της ιστορίας, καταδεικνύει όλη την υποκρισία των μικρών κοινωνιών, που είναι έτοιμες να σε κατασπαράξουν και να ορίσουν τη ζωή σου ανά πάσα στιγμή, με τη ρηχότητα και την κακία του κουτσομπολιού. Η προσωπική ελευθερία είναι αδύνατη, δίπλα στους άλλους.

Καταβρόχθισα το «Μπρούκλιν», χαίρομαι που η χρονιά μου άρχισε με αυτό. Ταυτίστηκα με μια ηρωίδα τόσο κοινή και καθημερινή, μια ηρωίδα που ποτέ δεν ξέρουμε με σιγουριά τις σκέψεις της. Αλλά τις μαντεύουμε, κι αυτό έχει σημασία στην ψυχογράφησή της. Αυτό οδηγεί τελικά σε ένα τόσο συναρπαστικό κρεσέντο.

Επόμενος αναγνωστικός σταθμός, η συνέχεια, είκοσι χρόνια μετά, «Λονγκ Άιλαντ». Ανυπομονώ να δω την Έιλις μεγάλη γυναίκα, στην ηλικία μου.  



                            Κατερίνα Μαλακατέ



"Brooklyn", Colm Tóibín