6/7/09

Το φαινόμενο Ζοζέ Σαραμάγκου

Για όποιον δεν έχει ανοίξει ποτέ βιβλίο του Πορτογάλου συγγραφέα, μια δυσάρεστη έκπληξη τον περιμένει. Στην πρώτη σελίδα, πιθανώς και στη δεύτερη δεν εμφανίζεται τελεία, ίσως όχι και κόμματα. Σε όλο το βιβλίο τα χαρακτηριστικά εισαγωγικά των διαλόγων δεν κάνουν ούτε στιγμή την εμφάνισή τους. Η παντελής έλλειψη στίξης θα μπορούσε να αποθαρρύνει τον κάθε αναγνώστη. (η μαμά μου συνηθισμένη στα ελληνικά μπεστ σέλλερ σίγουρα θα το παρατούσε εκεί και τότε). Για αυτούς τους γενναίους όμως που δεν θα υποχωρήσουν στην πρώτη δυσκολία, ο συγγραφέας επιφυλάσσει ένα αναπάντεχο δωράκι. Γιατί τί άλλο από δώρο μπορεί να είναι μια ιστορία γραμμένη από έναν από τους ελάχιστους εν ζωή μεγάλους συγγραφείς τους καιρού μας.

Ο ίδιος ο Σαραμάγκου κοροϊδεύει τους κριτικούς του λέγοντας πως δεν έχει πάει σχολείο. Η αλήθεια είναι πως αναγκάστηκε να το παρατήσει μικρός για να δουλέψει, αλλά συντακτικό και στίξη διάολε μαθαίνουν τα παιδιά στo δημοτικό. Εξάλλου ο Σαραμάγκου πάντα διάβαζε, δούλεψε σα μεταφραστής και δημοσιογράφος. Δεν είναι λοιπόν αυτός ο λόγος του φαινομενικά ανοργάνωτου γραψίματός του. Μπορεί να ήταν στην αρχή η αφορμή, μα τώρα είναι σίγουρα ηθελημένο. Και μόλις το προσπεράσεις, καταλαβαίνεις το νόημα και τη γοητεία του, Επίσης αντιλαμβάνεσαι πως δε θα μπορούσε να το κάνει ο καθένας. (Προσπάθησε και ο Μάρκες στο Φθινόπωρο του πατριάρχη και…δεν…).

Για αυτό πάνω από όλα σέβομαι τον άνθρωπο που κάποιοι υποστηρίζουν πως έκανε περισσότερο κακό παρά καλό στην μοντέρνα λογοτεχνία. Όχι, ο Σαραμάγκου δεν είναι εύπεπτος όπως τον κατηγορούν οι «λογοτεχνικοί» κύκλοι. Ούτε αγράμματος όπως υποστηρίζουν όσοι δεν έχουν τα άντερα να διαβάσουν παρά τα ευπώλητα της εποχής. Είναι μια κατηγορία από μόνος του. Και εντελώς παράδοξα, τον τελευταίο καιρό είναι μια κατηγορία που πουλάει.

Βιβλία όπως το Περί Τυφλότητας, η Πέτρινη Σχεδία, το Ευαγγέλιο και η Χρονιά που πέθανε ο Ρικάρντο Ρέις, είναι αλληγορίες με τόσο έντονα λογοτεχνικά και πολιτικά μηνύματα που δεν μπορούν παρά να μείνουν στην Ιστορία.

1/7/09

Μαρία

Υπάρχει μια στιγμή που για το σύμπαν έχει σημασία αν υπάρχεις ή δεν υπάρχεις κι αυτή είναι η ώρα της γέννησης. Σε αυτή τη διαδικασία, το μωρό είναι αδιάφορο ακόμα, όλα αφορούν στη μητέρα. Η δική μου πέθανε στη γέννα. Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην κακό ή καλό, δε μου έδωσε βαριά κληρονομιά για το μέλλον. Δεν την ήξερα και δεν την ξέρω, όσο κι αν προσπαθούν να μου την επιβάλλουν. Οι φωτογραφίες δεν αρκούν, ούτε τα μοιρολόγια. Πόσο μάλλον οι κατηγορίες.

Μεγάλωσα με τον πατέρα μου, που έκανε, όπως δήλωνε συνέχεια ο ίδιος με καμάρι, ό,τι καλύτερο μπορούσε. Με λίγα λόγια, δούλευε σαν το σκυλί δέκα ώρες την ημέρα και ταυτόχρονα έπαιζε που και που μαζί μου, όταν ευκαιρούσε. Για τους πατεράδες, παραδόξως, αυτό είναι το καλύτερο που μπορούν και μάλιστα χωρίς να νιώθουν καμία τύψη. Μάλλον εκεί είναι που αισθάνθηκα την απουσία μάνας, ειδάλλως δεν σου λείπει αυτό που δε γνωρίζεις.

Ήμουν εφευρετικό παιδάκι κι έμαθα από νωρίς να καλύπτω τις ανάγκες μόνη μου. Δε μιλώ μόνο για τα διαδικαστικά, φτιάξε πρωινό, ζέστανε το φαΐ σου, κάνε μπάνιο. Άρχισα να φτιάχνω τα πράγματα όμορφα γύρω μου, να δημιουργώ τις κατάλληλες συνθήκες για τα αριστουργήματά μου. Να αγαπώ τον εαυτό μου και να μη χρειάζεται κανένας να το κάνει για χάρη μου.

Δεν φόρεσα ποτέ χαρούμενα ροζ φορεματάκια, αν και ο πατέρας λέει πως πως απλά δεν το θυμάμαι. Η αλήθεια είναι πως οι μνήμες μου ξεκινούν αργά, περίπου στα δώδεκα. Πριν από αυτό είναι σαν να μην υπήρχα ούτε εγώ, ούτε εκείνος. Αλλά πάλι δεν έχει καμιά φωτογραφία να το αποδείξει, στο σπίτι εγώ – μωρό, παιδί, έφηβη– είμαι ανύπαρκτη.

Θα ήμουν αχάριστη, εάν έλεγα πως η παιδική μου ηλικία ήταν δυστυχής. Μεγάλωσα χωρίς την καθοδήγηση της μάνας, μα είχα εκείνον και δεν μου έλειψε τίποτα. Ο πατέρας μου δεν ξαναπαντρεύτηκε ποτέ. Έλεγε πως το έκανε για μένα, αλλά εγώ πιστεύω πως ήταν ακόμα ερωτευμένος με κείνη, αιώνια πιστός στη σκιά της, βαριόταν να μπει στον κόπο του ερωτικού παιχνιδιού. Με λίγα λόγια, ή η μάνα μου ήταν η γυναίκα της ζωής του ή ήταν ανέραστος. Το αποτέλεσμα πάντως είναι το ίδιο, σε αυτόν τον τομέα δε με βοήθησε καθόλου.

Δεν μπορώ, ούτε μπόρεσα ποτέ να αποδεχτώ πλήρως τη σεξουαλική πράξη ως κάτι φυσιολογικό. Είναι ίσως που ο πατέρας με έβαζε με το ζόρι τις Κυριακές να πηγαίνω μαζί με τη θεία Ευτέρπη στις Εκκλησίες και τα κηρύγματα. Η έξωση από τον μελλοντικό παράδεισο για το προγαμιαίο σεξ είναι κάπως σοκαριστική. Μα πολύ περισσότερο από τη ρομφαία του Θεού, φοβάμαι την ίδια τη γέννηση και το θάνατο. Ο θάνατος και η γέννηση είναι μπερδεμένα στο μυαλό μου, αξεδιάλυτα μεταξύ τους κι αυτό κάνει το σεξ περίεργη διαδικασία.

Η πρώτη μου εμπειρία ήταν όταν ήμουν μεγάλη πια, γύρω στα είκοσι. Δεν ήμουν ποτέ, ούτε και τώρα είμαι, θηλυκή. Δε με πλησίαζαν τα αρσενικά, αν κι εγώ είχα πολλές σκέψεις και συναισθήματα για κάποια από δαύτα. Δε βοηθούσε και το ύψος μου, οι περισσότεροι άντρες φοβούνται μια γυναίκα ψηλότερή τους. Πάντα είχα τα μαλλιά μου κοντά, όπως τώρα, και τα χαρακτηριστικά του προσώπου τραχιά, στιγματισμένα από την ακμή.

Αν ξαναγυρίσουμε στο σεξ πάντως, αν το καλοσκεφτείς είναι μια τρελή ταλαιπωρία, κι αν ο καλός Θεός δεν το είχε κάνει κάπως απολαυστικό, κανένας δε θα έμπαινε σε αυτή την κατάσταση οικειοθελώς. Ο πατέρας μου μαράζωνε όσο μεγάλωνα και δεν είχα γκόμενο, θεωρούσε τον εαυτό του υπεύθυνο για αυτήν την κατρακύλα. Με κοιτούσε και λογάριαζε να πει στην θεία Ευτέρπη να με πάει για ψώνια, να πάψω πια να φοράω τζιν και τι-σέρτ, αλλά συνέχεια το αμελούσε. Θρηνούσε ακόμα το χαμό της μάλλον.

Στις φωτογραφίες η μάνα μου είναι πάντα κομψή και παιχνιδιάρα, γεμάτη νάζι. Στις φωτογραφίες πριν την γέννηση μου, που υπάρχουν με τους τόνους σε διάφορα άλμπουμ στο εξοχικό, οι γονείς μου είναι ευτυχισμένοι. Ο πατέρας μου δεν έγινε ποτέ έτσι μαζί μου. Τον καταλαβαίνω, το παιδί δε μπορεί να υποκαταστήσει τη γυναίκα. Ακόμα ζηλεύω.

Ο θάνατος του με απελευθέρωσε από όλες τις ενοχές για αυτό που είμαι. «Τέρας, σκότωσες τη μάνα σου και ο πατέρας σου πήγε από τον καημό της», είπε η θεία Ευτέρπη. Κανείς δεν της έδωσε σημασία, ήμουν πια είκοσι έξι κι είχα αρχίσει κρυφά από κείνον την ορμονοθεραπεία.

Δεν έφταιξα εγώ που γεννήθηκα έτσι, αυτό δεν καταλάβαινε Έφταιξε εκείνος που δεν πήρε μιαν απόφαση κι ας την άλλαζα μετά. Με έλεγε Μαρία, γιατί έμοιαζα με κοριτσάκι και είχα όλα τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του φύλου, αλλά πάντα μου άφηνε την εναλλακτική να είμαι ο Μάριος. Δεν ήθελα, του το είχα δηλώσει από την αρχή πως το μόνο που ήθελα ήταν να είμαι γυναίκα. Δε με άφηνε να πάρω τις ορμόνες, με ήθελε άφυλη.

Το ξέρω πως δε θα γεννήσω ποτέ, αυτό είναι ίσως μια κρυμμένη ευλογία. Το ξέρω πως τα χρωμοσώματά μου είναι Χ και Ψ, τύποις θα έπρεπε να είμαι άντρας. Αλλά δεν είμαι, αναισθησία στις ανδρικές ορμόνες, το λένε θαρρώ. Όταν έχεις αυτό που έχω, η αναπαραγωγή είναι αδύνατη. «Ξέρει ο Θεός που δίνει τα παιδιά», λέει η θεία Ευτέρπη. Μα πάντοτε ήμουνα γυναίκα και κανείς δε θα υποπτευόταν πως είχα όρχεις αντί για ωοθήκες μέσα στην κοιλία μου. Τους έβγαλα όταν ήμουν δεκατεσσάρων, τα άλλα μου όλα είναι θηλυκά.

Στην κηδεία του πατέρα φορούσα ένα κομψό, μαύρο φόρεμα, και οι ορμόνες είχαν επιτέλους χαλαρώσει την όψη μου. Κανέναν δεν ένοιαζε τί έλεγε η θεία Ευτέρπη, όλοι πάντοτε με λέγανε Μαρία. Κι αν ο πατέρας δε μπορούσε να το αποδεχτεί, αν ζητούσε το γιο που δεν του έκανε η μάνα, που του στέρησα εγώ με τη γέννηση και το θάνατο, δεν είχε καμία σημασία. Το μυστικό το είχε πάρει στον τάφο μαζί του. Ευτυχώς.

28/6/09

"Η Νόσος του Μοντάνο", Enrique Vila-Matas



Τη Νόσο του Μοντάνο τη διάβαζα αυτές τις μέρες παράλληλα με το Βιβλίο της Ανησυχίας του Πεσσόα. Όπως και το βιβλίο, η Νόσος δεν είναι αυθεντικό μυθιστόρημα. Αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία. Το πρώτο κομμάτι του βιβλίου καταλαμβάνει ένα μυθιστορηματικό τμήμα, όπου ο κριτικός λογοτεχνίας Ροσάριο Χιρόντο μας συστήνει τη νόσο του Μοντάνο, του γιου του, που δεν μπορεί να γράψει, αν και είναι συγγραφέας. Σε αυτό το κομμάτι η γυναίκα του Ρόσα είναι σκηνοθέτης και σιγά σιγά μας αποκαλύπτεται ότι κι ο ίδιος πάσχει από τη νόσο, που είναι πολύ ευρύτερη, είναι η ίδια η αρρώστια της λογοτεχνίας. Κι ο αφηγητής μας θέλει να γίνει η ενσάρκωση της λογοτεχνίας, να τη σώσει από τη λήθη και το θάνατο.

Στο δεύτερο κομμάτι το βιβλίο μετατρέπεται σε ημερολόγιο. Ο αφηγητής μάς αποκαλύπτει πως δεν είναι κριτικός, αλλά συγγραφέας, πως ο γιος του είναι ανύπαρκτος κι η γυναίκα του εκδότης που βάλθηκε να εξολοθρεύσει τους ποιητές. Σε αυτό το κομμάτι εμπεριέχεται ένα λεξικό των πιο γνωστών ημερολογιογράφων συγγραφέων, η διαισθητική σχέση του αφηγητή μαζί τους, και μας αποκαλύπτεται η Νόσος σε όλο της το μεγαλείο. Η Νόσος του Μοντάνο δεν είναι τίποτα άλλο παρά η Ζωή μέσα από τη λογοτεχνία και στην τελική ανάλυση μόνο για αυτή.

Στο τρίτο μέρος, μέσα από μια διάλεξη του συγγραφέα όπου ακουμπούν πάλι μυθιστορηματικά κομμάτια, αυτή τη φορά για τη χαρά της υποκριτικής, ο αφηγητής αρχίζει να έχει πραγματικές στιγμές αναμνήσεων άλλων συγγραφέων, μπλέκεται τόσο στη νόσο, που το όνειρο του γίνεται πραγματικότητα. Δεν ενσαρκώνει τη Λογοτεχνία, ενσαρκώνει πια τη Νόσο της Ζωής και του Θανάτου της.

Το βιβλίο είναι εκπληκτικό, σε βάζει σε ένα λαβύρινθο, από όπου είναι δύσκολο να βγεις αλώβητος, ειδικά αν αναγνωρίζεις κάποια από τα σημάδια της Νόσου στον εαυτού σου. Και για μένα ήταν ακόμα περισσότερο επίπονο, όταν δεν ταυτιζόμουν. Όταν δηλαδή συνειδητοποιούσα πως ο Ροσάριο Χιρόντο ήταν ακόμα πιο άρρωστος από μένα. Νοσηρό; Ίσως η αίσθηση πως ζούμε μέσα από τη λογοτεχνία, δηλαδή ζούμε όχι μόνο σε αυτό που έγινε, αλλά και σε αυτό που θα μπορούσε να γίνει, να δίνει μια διάσταση μοναδικότητας. Έναν αδιόρατο σνομπισμό, μια περηφάνια πως είσαι άρρωστος. Κι η στιγμή που κάποιος πιο ασθενής εμφανίζεται να σπάει την τσιχλόφουσκα της ψευδαίσθησης.

"Η Νόσος του Μοντάνο", Enrique Vila-Matas, μετ. Γεωργία Ζακοπούλου, εκδ. Καστανιώτη, 2006, σελ. 353 

26/6/09

Το βιβλίο της ανησυχίας




Η περίπτωση του Φερνάντο Πεσσόα είναι ιδιάζουσα. Ο συγγραφέας και ποιητής που επινόησε για τον εαυτό του τόσα πρόσωπα, τόσους ετερώνυμους, που δεν κατάφερε εν ζωή να τυπώσει παρά ελάχιστα πράγματα από το έργο του, που όμως ακόμα και τώρα που τον ανακαλύπτουμε τόσα χρόνια μετά δείχνει να βοήθησε τη λογοτεχνία του εικοστού αιώνα να πάει μπροστά, έγραψε μονάχα ένα πεζό κείμενο. Για την ακρίβεια το βιβλίο υπογράφει ο ημι-ετερώνυμος του Μπερνάντο Σοάρες, κι ο Πεσσόα το έγραφε σχεδόν όλη του τη ζωή.

Το βιβλίο της ανησυχίας είναι κάτι ανάμεσα σε ημερολόγιο και αυτοβιογραφία, αλλά δεν είναι αυτό και δεν είναι ούτε το άλλο. Είναι πάντως ένα έργο που επηρεάζει βαθιά, που δε σε κάνει στιγμή να αναρωτιέσαι «εγώ γιατί το διαβάζω αυτό τώρα;»

Ο Μπερνάντο Σοάρες λέγεται πως είναι αυτός από τους ετερώνυμους του Πεσσόα που είναι πιο κοντά στην πραγματική του φύση. Αυτό δεν το ξέρω. Μπορώ όμως να σας πω στοιχεία από την ψευτοβιογραφία του και να αποφασίσετε μόνοι. Είναι ένας άντρας γύρω στα τριάντα, βοηθός λογιστή, μένει μόνος και στον ελεύθερο χρόνο του γράφει το ημερολόγιο του, και αποφασίζει να το εμπιστευτεί στον Πεσσόα. Είναι συνάμα ο ήρωας, ο αφηγητής και ο συγγραφέας του βιβλίου. Επίσης είναι ανύπαρκτος. Και γράφει ένα βιβλίο τόσο εκπληκτικό που αν το διαβάσεις αλλάζει όχι μόνο την πρόσκαιρη διάθεσή σου, μα και τον τρόπο που σκέφτεσαι τα πράγματα.

25/6/09

Ο αποχωρισμός

Στο δωμάτιο επικρατεί σκοτάδι, ανοίγω το φως και η μοναχική φιγούρα του λερού πιάτου, γεμάτου σάλτσες και ψίχουλα, με πληγώνει. Με βασανίζει αφόρητα. Αφημένο πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού. Παρατημένο και παράταιρο. Ποτέ άλλοτε δεν ήμουν ανεκτική σε τέτοιου είδους ακαταστασίες. Τώρα ανοίγω τα μάτια και η σκόνη που μαζεύεται πάνω στην εταζέρα, με πονά. Κοιτώ το φουτουριστικό φωτιστικό στον τοίχο, τις κουρτίνες που ανέμιζαν κάποτε, όταν σηκωνόταν αέρας.

Εδώ καθόμασταν με το Δημήτρη. Εγώ σε τούτη την καρέκλα, κι εκείνος στην μακρινή απέναντι μου. «Δεν είναι σωστό οι οικοδεσπότες να κάθονται πλάι πλάι», μου έλεγε. Το σερβίτσιο του φαγητού, το καλό μας, λάμπει μες στη βιτρίνα του σύνθετου, γυρνούν τα ράφια του εφιαλτικά, φωτιζόμενα από το εσωτερικό φως. Ξεδιπλώνομαι.

Μια γυναίκα, μέσα σε μιαν άλλη γυναίκα και γύρω της βουνά, κι έπειτα κι άλλες γυναίκες ξαπλωμένες, ηδονικά τανυζόμενες, ενοχλητικές φιγούρες πάνω στον απέναντι πίνακα. Τούτο τον πίνακα δεν τον διάλεξα εγώ. Εκείνος. Εγώ διάλεξα τη συλλογή από λουλούδια μέσα σε κείνο το βάζο, τον πίνακα με τα χρώματα που πήγαιναν με το καθιστικό.

Όλα γύρω μου ροζ. Επιλογή του διακοσμητή το ροζ και το γκρι, πάντοτε ενοχλούσε το Δημήτρη. Τον έμπλεκε σε περιπέτειες. Τούτο το σπίτι δε θυμίζει τίποτα από μένα. Μου έλεγε. Η μεγάλη τηλεόραση, πλάσμα, τελευταίας τεχνολογίας, σβηστή, μου δίνει στα νεύρα. Θα ήθελα να τη σπάσω, να μην υπάρχει πια, να μην μου θυμίζει εκείνον.

Μπαίνω στην κουζίνα. Με απορροφούν για λίγο τα στοιβαγμένα άπλυτα κουζινικά στο νεροχύτη, οι συσκευές, εντοιχισμένες και γυαλιστερές. Τί να το κάνω εγώ τούτο το τεσσάρι; Τα παιδιά μου από καιρό φευγάτα, με οικογένειες και αγκαλιές άλλες. Κι ο Δημήτρης. Αυτός επέλεξε τη φυγή. Ο άνανδρος.

Βγάζω με προσοχή τις μαύρες κάλτσες, τη φούστα, τη μπλούζα, μαύρες κι αυτές και τις απιθώνω στο κρεβάτι με το κόκκινο ντεσέν. Επιλογή του διακοσμητή. «Ούτε στην κρεβατοκάμαρά μας δεν μπορούμε να είμαστε εμείς», έλεγε ο Δημήτρης μου. Σαράντα μέρες πεθαμένος κι εγώ ακόμα να το συνηθίσω.

21/6/09

Ο Κεραυνός

Έξω έβρεχε καταρρακτωδώς. Είχαν ανοίξει οι κρουνοί του ουρανού, σαν τιμωρία και σαν κάθαρση και έραιναν τα πάντα με μιαν ατέρμονη ροή από νερό και αστραπές. Η Κάτια έπλενε τα πιάτα στην κουζίνα και κοιτούσε από το παράθυρο τη βροχή να ξεπλένει τους δρόμους, τα αυτοκίνητα, τα δέντρα. Συχνά πυκνά άστραφτε. Τα πεύκα στο απέναντι άλσος προσέλκυαν τους κεραυνούς. Η γυναίκα φοβήθηκε για την ίδια και για το σπίτι της. Για την μεγάλη περιπέτεια της ζωής που τώρα ξεκινούσε ξανά. Μόλις είχε μετακομίσει σε τούτο το διαμέρισμα. Θα έμενε μόνη. Να καθαρίσει τις σκέψεις της, να βρει το εαυτό της. Έτσι έλεγε σε όλους, έτσι έλεγε και στα μύχια της ψυχής της. «Όλα θα πάνε καλά».

Με αργές κινήσεις, πήγε από δωμάτιο σε δωμάτιο και έκλεισε τους διακόπτες των τηλεοράσεων, έκλεισε τα στόρια, να μη βλέπει τη βροχή, να μην ακούει τις βροντές, να μην έρχονται άσχημες σκέψεις και φόβοι να την προϋπαντήσουν. Μια γυναίκα μόνη πάντα είναι ευάλωτη στις καταιγίδες. Έπειτα ξαναγύρισε στο πλύσιμο των πιάτων, στο ακόμα ανοιχτό παράθυρο της κουζίνας και τις ανάκατες σκέψεις της.

Λένε πως το πλύσιμο των πιάτων είναι ψυχοθεραπευτικό. Πως καθαρίζει το μυαλό από τα υπολείμματα του ασυνειδήτου. Η βροχή, καταρρακτώδης, ορμητική, γεμάτη ένταση και ενέργεια πρωτόγνωρη, έδινε τροφή και ηλεκτρισμό στις σκέψεις της Κάτιας. Το μυαλό της αρχικά πιάστηκε από τα ζητήματα στη δουλειά, έπειτα στις εκκρεμότητες στο σπίτι. Σκέφτηκε με θυμό τα πλυμένα ρούχα που στράγγιζαν στο παρκέ του άδειου παιδικού δωματίου. «Δεν αξιώθηκα ένα παιδάκι», ξεκίνησε η διαδικασία της αυτολύπησης.

Αναπάντεχα, ένας κεραυνός φώτισε το απόμερο δρομάκι κάτω από το διαμέρισμα της. Στο φως του, η Κάτια είδε βαθιά μέσα στο άλσος, απέναντι από το σπίτι, μια γυναίκα. Της έμοιασε να μη φορά τα κατάλληλα ρούχα για βροχή. Σα να ήταν ντυμένη μοναχά με τη ρόμπα του σπιτιού της. Η γυναίκα αυτή δεν ήταν μόνη. Στο φως του επόμενου κεραυνού φάνηκε πως την έσερνε ένας άντρας από τα χέρια, την τραβολογούσε μέσα στη βροχή. Τη χτυπούσε αλύπητα. Το πρόσωπο της ήταν διεσταλμένο από τον πόνο και φάνηκε φρικιαστικό και άσχημο στη στιγμιαία λάμψη του κεραυνού.

Η Κάτια παράτησε τα πιάτα, έριξε πάνω της το αδιάβροχο που κρεμόταν στον καλόγερο δίπλα στην πόρτα, αλλά δεν ήταν το δικό της, και βγήκε τρέχοντας από το σπίτι. Η βροχή, καταλυτική και λυτρωτική, την πότισε αμέσως ως την τελευταία ίνα του κορμιού της. Έμεινε μια στιγμή να ανασάνει τη ζωογόνο δύναμη της. Έπειτα ένας κεραυνός την τάραξε με τον κρότο του και της έδειξε το δρόμο. Έτρεξε προς το ζευγάρι, που φαινόταν τώρα να παλεύει, ρίχτηκε πάνω σε αυτόν τον άντρα, που θέλησε να κακοποιήσει τη γυναίκα μέσα στην ζωντανή βροχή. Την τράβηξε από τα χέρια του, με μια επιδέξια κίνηση του έριξε μια κλωτσιά στα αχαμνά κι έπειτα κι άλλη κι άλλη, ώσπου ο άντρας σωριάστηκε αιμόφυρτος στο μαλακό γρασίδι. Την έσωσε.

Την πήρε σπίτι της. Τύλιξε το μωλωπισμένο κορμί της με μια κουβέρτα, έτριψε τα πονεμένα άκρα της με λίγη κολόνια, της έφτιαξε καφέ. Η γυναίκα τρομαγμένη, δε μιλούσε. Δεν είχε λόγια να την ευχαριστήσει, να της πει πόσο σημαντικό ήταν για αυτήν που κάποιος νοιάστηκε, που κάποιος έτρεξε μες στη βροχή για να τη σώσει. Ήπιε το ρόφημα αχόρταγα κι έπειτα κοιμήθηκε στο κρεβάτι που της έστρωσε η Κάτια. Με ζεστές κουβέρτες και παπλώματα που απαλύνουν τους πόνους.

Η Κάτια ξύπνησε μουδιασμένη το πρωί. Έξω το πρωινό έδειχνε καθαρό και όμορφο, μετά το χθεσινό ξέσπασμα του καιρού. Το κορμί της πονούσε ολόκληρο από τη χθεσινοβραδινή περιπέτεια. Άναψε το θερμοσίφωνα και περίμενε να ζεσταθεί το νερό, όσο να πιει τον καφέ της. Μπήκε στο μπάνιο με αργές τελετουργικές κινήσεις, γδύθηκε, εξέτασε στον καθρέφτη το κορμί της και τις ουλές στην ψυχή. Έπειτα άφησε ευεργετικό το νερό να κυλήσει επάνω της. Βγήκε και σκούπισε προσεκτικά το σώμα της. Είχαν ήδη αρχίσει να φαίνονται οι μελανιές. Τηλεφώνησε στην αστυνομία. «Χθες βράδυ. Στο άλσος. Προσπάθησαν να με βιάσουν. Αλλά εγώ του ξέφυγα. Αλλά εγώ σώθηκα»

Ήρθε ένας αστυνόμος, έπειτα, από το σπίτι της για να της βάλει τις χειροπέδες, να την πάει στο τμήμα, να τη ρωτήσει πώς τον σκότωσε. Στην αρχή τους είπε την ιστορία με το βιασμό. Ύστερα την ιστορία με την άλλη, την άγνωστη γυναίκα. Έπειτα ήρθε η αδελφή της. Κατέθεσε πως το θύμα ήταν ο πρώην της Κάτιας. Πως τη χτυπούσε. Πως μια μέρα σαν την χθεσινή, την είχε βγάλει στη βροχή και την έσπασε στο ξύλο. Την έστειλε στο νοσοκομείο. Κι έπειτα στο τρελάδικο. Για κάποιον καιρό.

Στο τέλος η Κάτια τους είπε πως έφταιγε ο κεραυνός. Αν δεν ήταν αυτός δε θα είχε δει ποτέ τον πρώην άντρα της να διασχίζει το αλσάκι έξω από το σπίτι, μέσα στη νύχτα και τη βροχή.