11/3/16

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (11 π.μ.), του Μαραμπού



Ο Τζόυς στον “Άδη”, από την αρχή κιόλας, στήνει ένα υποβλητικό σκηνικό. Μια πομπή από άμαξες που διασχίζει όλο το κέντρο του Δουβλίνου μέχρι να φτάσει στο νεκροταφείο. Είναι ένα ωραίο παλιό έθιμο, είπε. Χαίρομαι που δεν έχει χαθεί. Ο Μπλουμ, ο Σίμων Δαίδαλος, ο κύριος Πάουερς και ο Μάρτιν Κάννινγκχαμ βρίσκονται σε μία από τις άμαξες και συζητούν για την ζωή και τον θάνατο, μια νοητική διαδρομή πάνω στην οποία στοχάζεται πολλές φορές ένας άνθρωπος πριν τον τελικό σταθμό.

Ο Τζόυς για πρώτη φορά από την αρχή του βιβλίου, φανερώνει με τόσο ξεκάθαρο τρόπο το χρονικό πλέγμα πάνω στο οποίο κινούνται οι ήρωές του. Τα τρία πρώτα κεφάλαια του Οδυσσέα είναι από την μεριά του Στέφανου και τα τρία επόμενα από την μεριά του Μπλουμ, όλα όμως εκτυλίσσονται τις ίδιες ακριβώς ώρες στον ευρύτερο χώρο του Δουβλίνου. Από τις υποσημειώσεις του μεταφραστή, τον βοηθητικό πίνακα στην αρχή του βιβλίου και κάποιες μικροενδείξεις στην πλοκή, καταλαβαίνουμε την χρονική ταύτιση των δύο “ιστοριών”. Όμως με το να το κάνει ο Τζόυς απολύτως σαφές στο έκτο κεφάλαιο, προσδίδει μία απίστευτη συνοχή σε όσα έχουμε διαβάσει μέχρι στιγμής. Έτσι λοιπόν, όταν η άμαξα προσπερνά τον Στέφανο ο οποίος κινείται πεζός προς την ακτή του Σαντυμάουντ (3ο κεφάλαιο), ο Μπλουμ κοροϊδευτικά το γνωστοποιεί στον πατέρα του:

- Περνάει ένας φίλος σου, Δαίδαλε, είπε.
- Ποιος είναι;
- Ο γιος και κληρονόμος σου.
- Πού είναι; είπε ο κ. Δαίδαλος και τεντώθηκε από απέναντι.


Μεσά από το οργισμένο ξέσπασμα του Σίμωνα Δαίδαλου που ακολουθεί, στο οποίο συμπεριλαμβάνει και τον Μπάκ Μάλλιγκαν, τον φίλο του  Στέφανου (Το όνομά του ζέχνει σε όλο του Δουβλίνο – μια σκέψη που απηχεί και την γνώμη του ίδιου του Τζόυς), ο Μπλουμ αρχίζει να σκέφτεται τον δικό του γιο που πέθανε έντεκα ημερών.

[...] Όλο τον γιο του σκέφτεται. Έχει δίκιο. Κάτι για ν' αφήσεις πίσω σου. Αν ο μικρός Ρούντυ είχε ζήσει. Να τον βλέπω να μεγαλώνει. Να περπατά πλάι στη Μόλλυ με το κοστούμι του Ήτον. Ο γιος μου. Εγώ μέσα στα μάτια του. Παράξενο συναίσθημα θα ήταν.

Καθώς η άμαξα κινείται ασταμάτητα, έτσι ασταμάτητη κινείται και η σκέψη του Μπλουμ που διυλίζει σκέψεις για την Μόλλυ, τη Μίλλυ, τον Μπλέιζες Μπόυλαν, τον αυτόχειρα πατέρα του, τα περιστατικά που αναφέρουν οι σύντροφοί του, τους πατριώτες και ήρωες της Ιρλανδίας, την βιομηχανική επανάσταση. Ο Τζόυς βάζει στο μυαλό του Μπλουμ μία σκέψη που (σε μένα, τουλάχιστον) μοιάζει ολότελα αλλόκοτη καθώς πολύ δύσκολα θα βρεθεί όμοιά της σε όλο το υπόλοιπο βιβλίο, δεδομένης και της πλήρης αδιαφορίας του Τζόυς για αυτό το θέμα!



[...] Η ράχη ενός κλειδούχου ορθώθηκε ξαφνικά απέναντι σε έναν ορθοστάτη της γραμμής του τραμ δίπλα στο παράθυρο του κ. Μπλουμ. Δεν μπορούσαν να βρουν κάτι σαν αυτοματισμό πολύ πιο βολικό να τον κάνει η ρόδα από μόνη της; Μήπως όμως εκείνος ο άνθρωπος μπορεί να έχανε τη δουλειά του τότε; Ναι, μα τότε ένας άλλος άνθρωπος δεν θα μπορούσε να βρει δουλειά με τη νέα εφεύρεση;

Σε μία ανάλογη σκέψη, λίγο παρακάτω στο κείμενο, όπου ο Μπλουμ σκέφτεται την χρησιμότητα μίας γραμμής τραμ που θα φθάνει ως το νεκροταφείο, οι σύντροφοί του ανακαλούν ένα δυσάρεστο περιστατικό μιας άμαξας που μπατάρισε και το φέρετρο πετάχτηκε στον δρόμο. Το μυαλό του Μπλουμ αμέσως ζωηρεύει την γλαφυρή εικόνα.



Μπουμ! Αναστάτωση. Ένα φέρετρο βροντημένο στο δρόμο. Άνοιξε σκάζοντας. Ο Πάντυ Ντίγκναμ εξωπετάχτηκε και κυλίστηκε άκαμπτος στη σκόνη με καφετί φορεσιά πολύ φαρδιά γι' αυτόν. Κόκκινο πρόσωπο· σταχτί τώρα. Το στόμα να χάσκει πεσμένο. Ρωτώντας τι συμβαίνει τώρα. Πολύ σωστά το κλείνουν. Φαίνεται απαίσιο ανοιχτό. Κι ύστερα τα εντόσθια αποσυντίθενται γρήγορα. Πολύ καλύτερο να κλείνουν όλες τις οπές. Ναι, επίσης. Με κερί. Ο σφιγκτήρας χαλαρώνει. Σφράγισμα όλων.

Κατά τη διάρκεια της νεκρώσιμης ακολουθίας στην οποία πρωτοστατεί ο πατήρ Φέρετρυ (Koffey: λογοπαίζει με το coffin: φέρετρο. ΣτΜ), ο Μπλουμ συνεχίζει μερικές από τις βλάσφημες σκέψεις που ξεκίνησε στο προηγούμενο κεφάλαιο. Στον χώρο ταφής, όλοι, μοιραία ανακαλούν τις δυσάρεστες μνήμες τους.

- Το μνήμα της είναι πέρα εκεί, Τζακ, είπε ο κ. Δαίδαλος. Σύντομα θα με τεντώσουν δίπλα της. Ας με πάρει Αυτός όποτε Του αρέσει.


Συγγενείς, φίλοι, γνωστοί και άγνωστοι, συνωθούνται γύρω από την χωμάτινη τρύπα. Σε αυτό το σημείο ο Τζόυς μάλλον είχε μια απρόσμενα γοητευτική έμπνευση. Εμφανίζει έναν μυστήριο τύπο που δεν τον ξέρει κανένας, που παραμένει σιωπηλός και εξαφανίζεται το ίδιο αναπάντεχα. Αυτό όμως που προλαβαίνει να αντιληφθεί ο αναγνώστης, είναι η ομοιότητα που έχει η περιγραφή με την φιγούρα του ίδιου του Τζόυς! Λοιπόν ποιος είναι αυτός ο καλαμοκάνης άξεστος εκεί κάτω με το αδιάβροχο; Λοιπόν θα ήθελα να ξέρω ποιος είναι αυτός. Πάντοτε εμφανίζεται κάποιος που ποτέ δεν φαντάστηκες. Μια ακατανίκητη επιθυμία να διαφυλάξει πρόχειρα, πέρα από την πνευματική που περιγράφεται εξαντλητικά μέσω των βασικών ηρώων του, και την σωματική του υπόσταση, επίτηδες με άτονο περίγραμμα, καθώς ξέρει ότι από το σώμα δεν μένει τίποτα, πόσο μάλλον όταν βρισκόμαστε στο τέλος μιας περιγραφής κηδείας! Αναρωτιέμαι κυκλοφορούν τα νέα κάθε φορά που κατεβάζουν στο χώμα έναν φρέσκο. Υπόγειες επικοινωνίες.


Ο “Άδης” (πέρα από προσωπικές προτιμήσεις) είναι αναμφίβολα και αντικειμενικά, ένα από τα καλύτερα κεφάλαια του Οδυσσέα. Άψογα ενορχηστρωμένο, σκέτο ποίημα, είναι βέβαιο (όσο και ο θάνατος!) ότι δε θα αρκεστείτε σε μία μόνο ανάγνωση. Επίσης είναι και το κεφάλαιο που θάβει μία γραφή για να αναστήσει μια νέα. Στα επόμενα κεφάλαια ο Τζόυς αρχίζει τους λεκτικούς πειραματισμούς που σχεδόν θα αγγίξουν τον Θεό. Μην νομίσετε ότι δε θα ξαναυπάρξουν στρωτές αφηγήσεις, απλώς τα έξι πρώτα κεφάλαια διέθεταν μία υφολογική ομοιομορφία, με μία μικρή παρέκκλιση ίσως, τον μονόλογο του Στέφανου. Σας φούσκωσα τα μυαλά; Ας συνεχίσουμε με τον “Αίολο”, να δούμε πού θα βγει. Λέτε να μας πάρει και να μας σηκώσει;


Μαραμπού



8/3/16

«Πρωινή γαλήνη», Ηλίας Μαγκλίνης



Πολύ διαφορετικό από την ολιγόλογη και εν πολλοίς σκηνοθετημένη ως την τελευταία της λεπτομέρεια «Ανάκριση», είναι το νέο βιβλίο του Ηλία Μαγκλίνη, «Πρωινή γαλήνη». Το μυθιστόρημα- φόρος τιμής στον πατέρα του συγγραφέα- έχει περισσότερη φρεσκάδα από την "Ανάκριση", αλλά και αρκετές αμήχανες στιγμές αφήγησης, είναι λιγότερο καλοκουρδισμένο και πιο πρωτόγονο, γεμάτο συναίσθημα. 

Ο ήρωας, ο Δημήτρης Μ. μεγαλώνει στα Βοδενά (την Έδεσσα) κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου και προαλείφεται να πάρει το σιδεράδικο του πατέρα του. Βλέποντας όμως τα αεροπλάνα να πετούν – για να χτυπήσουν τους αντάρτες κι ανάμεσα τους και τον θείο του Προκόπη- ξυπνά μέσα του το όνειρο της πτήσης. Πείθει τον πατέρα του, επιτυγχάνει στην Ικάρων και φτάνει για εκπαίδευση στην Αμερική. Εκεί το όνειρο τον προδίδει, το σώμα του αντιστέκεται, δεν «παίρνει τα φτερά του». Καταλήγει στην Ευελπίδων, γνωρίζει τον έρωτα στο πρόσωπο της Βανιώς που την μετονομάζει σε Εύα, και βιάζεται να λάβει μέρος στον πόλεμο. Όμως ο εμφύλιος τελειώνει και παραμένει άκαπνος. Όταν οι νεαροί ανθυπολογοχαγοί θα αναγκαστούν να δηλώσουν συμμετοχή στον πόλεμο της Κορέας, εκείνος όχι μόνον δεν θα φοβηθεί, αλλά θα χαρεί. Επιτέλους θα πολεμήσει. 

Ένα «αντρικό» μυθιστόρημα, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, είναι το μυθιστόρημα του Μαγκλίνη. Ας πούμε καλύτερα μια πολεμική περιπέτεια, που μπήκε στο μυαλό του συγγραφέα από τις διηγήσεις του πατέρα του- πολέμησε ως νεαρός Ίκαρος στην Κορέα- και που τελικά λογοτεχνικά οδήγησε σε ένα βιβλίο μαθητείας. Ο Δημήτρης Μ. μοιάζει μεγάλος, αλλά στην ουσία τον βλέπουμε από έφηβο ως τα εικοσιτρία του χρόνια. Είναι ένας άντρας-παιδί που πολεμάει. Και ερωτεύεται κι έχει τις πρώτες του σεξουαλικές εμπειρίες. Και μαθαίνει τον εαυτό του, τόσο όσο.

Ο πόλεμος είναι ρηχός. Συχνά αυτοί που πολεμούν είναι με την μία ή την άλλη πλευρά χωρίς να το έχουν επιλέξει συνειδητά. Τόσο ο Εμφύλιος όσο και η Κορέα αντιμετωπίζονται από τον Δημήτρη ως «πόλεμοι». Δεν έχει μανία να κερδίσει η μια ή η άλλη πλευρά, θέλει απλά να μην παραμείνει εκτός μάχης. Θέλει πρωτίστως να ξεφύγει από την μιζέρια του χυτήριου, της περίκλειστης ζωής στην επαρχία, το κλειστοφοβικό του μέλλον. Θέλει τα σύννεφα, με τα οποία έχει και μανία, αφού μαθαίνει όλα τους τα ονόματα. Όμως το όνειρο δεν είναι πάντα συνώνυμο της δυνατότητας. Το κορμί προδίδει τον μυαλό, δεν μπορεί να πετάξει. Αυτό είναι το πιο πικρό μάθημα, δεν αρκεί η επιθυμία. Και δεν θα βρει την γαλήνη στην «Χώρα της πρωινής γαλήνης», την Κορέα. 

Το μυθιστόρημα είναι γραμμένο με μεγάλη τρυφερότητα, ο συγγραφέας αγαπά τον ήρωα του, είναι φανερό. Και με σοβαρότητα, έχει έρευνα πίσω του. Κάποιες στιγμές μοιάζει να κάνει κοιλιά, σαν να είναι πράγματα που πρέπει να λεχθούν, επεισόδια που πρέπει να παιχτούν. Η λύση έρχεται κάπως απότομα με την αλλαγή αφηγητή στο τέλος, αλλά σημασία είχε η πορεία. 

Ο Ηλίας Μαγκλίνης τόλμησε να ασχοληθεί με τον Εμφύλιο χωρίς να πάρει σαφή θέση αλλά επιλέγοντας τον ήρωα του από το στρατόπεδο των νικητών, να μιλήσει για έναν ξεχασμένο πόλεμο με πολλούς νεκρούς που ποτέ δεν μνημονεύονται, να φτιάξει έναν ήρωα που τον αγαπά. Ταυτόχρονα έγραψε ένα βιβλίο αντιπολεμικό χωρίς κραυγές, δεν μπορείς να ξεχάσεις πως ο Δημήτρης, που μοιάζει τόσο άντρας και πολεμά σε αυτές τις σκληρές μάχες, είναι στην ουσία ένα αγόρι στην μετεφηβεία, που αν ζούσε στην δική μας εποχή θα τον έτρεφαν οι γονείς του και θα ζούσε ακόμα στο πατρικό του. Είναι ένα ευκολοδιάβαστο βιβλίο, ρουφηχτό σχεδόν, έντιμο και καλογραμμένο. Και ο ήρωας του, που έχει στόχο τα σύννεφα μακριά από την μιζέρια του σιδεράδικου, έμπνευση για όλους. Κι ας πέφτει.


                                                                                    Κατερίνα Μαλακατέ



«Πρωινή γαλήνη», Ηλίας Μαγκλίνης, εκδ. Μεταίχμιο, 2015, σελ. 462



6/3/16

Ραδιοφωνική συνέντευξη του Ηλία Μαγκλίνη στον www.amagi.gr στις 6μ.μ.


Καλημέρα σε όλους. Κλήρωση και εκπομπή σήμερα. Στην ραδιοφωνική εκπομπή Διαβάζοντας@amagi στις 6μ.μ. μαζί μας θα είναι ο Elias Maglinis να μιλήσουμε για την "Πρωινή γαλήνη". 

Κληρώνουμε 3 αντίτυπα "Πρωινή γαλήνη" ευγενική προσφορά από τις Ekdoseis Metaixmio. Για να λάβετε μέρος στην κλήρωση θα πρέπει να πατήσετε "Μου αρέσει" και να κοινοποιήσετε ή να σχολιάσετε το ποστ στο φβ ή απλά να αφήσετε σχόλιο εδώ. 



Κυριακή 6/3/2016 6-8μ.μ. πάντα στον www.amagi.gr.

Παλαιότερες εκπομπές ακούτε εδώ:

4/3/16

«Η κρυφή πόρτα», Αλέξης Πανσέληνος



Είναι μερικά βιβλία που σε κάνουν να αναζητήσεις μέσα σου τα συστατικά μιας ενδιαφέρουσας ιστορίας, να τα απαριθμήσεις στον εαυτό σου για να βεβαιωθείς πως αυτό που διάβασες, μέσα στην απλότητα και την σαφήνεια του, ήταν καλή λογοτεχνία. Έτσι και με την «Κρυφή πόρτα» του Αλέξη Πανσέληνου. Το κείμενο βασίζεται σε μια μάλλον τετριμμένη πλοκή με ένα ωραίο εύρημα, ο κεντρικός χαρακτήρας είναι ολοκληρωμένος, τα πάντα έχουν σκοπό να οδηγήσουν στην λύση, μια λύση όμως που έρχεται υπόκωφα σχεδόν, εκεί που δεν την περιμένεις. 

Ο Ευγένιος είναι ένας συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος στα εξήντα του, που χώρισε πρόσφατα σχετικά από την γυναίκα του και μένει μόνος στο μεγάλο διαμέρισμα που ανήκε κάποτε στην μάνα του, προσπαθώντας να βιοποριστεί με την μικρή σύνταξή του και ό,τι βγάζει από την λογοτεχνική μετάφραση. Όταν τα οικονομικά του φτάνουν πια στον πάτο, αποφασίζει να νοικιάσει το μισό του διαμέρισμα. Το διαμέρισμα κάποτε ήταν δυο σπίτια, που ενώθηκαν με μία πόρτα. Ο Ευγένιος συμφωνεί με την όμορφη νοικάρισσα του, Μαρία Καϊμάκη, πως θα κρατούν αυτήν την πόρτα πάντοτε κλειστή, θα βάλουν μάλιστα ο καθένας από ένα βαρύ έπιπλο στην κάθε μεριά του τοίχου. 

Τελικά κανένας από τους δύο δεν τηρεί την συμφωνία, ο Ευγένιος αρχίζει να υποψιάζεται από την ροή αντρών στο διαμέρισμα της Μαρίας πως δεν είναι «σχεδιάστρια ιστοσελίδων» και ο πόθος του για κείνην φουντώνει. Ο Ευγένιος ήταν πάντα ένας άνθρωπος που απέφευγε τις συγκρούσεις και τις εντάσεις, είχε εξάλλου ελάχιστους φίλους, και έτσι το πάθος του για την νεαρή Μαρία τον βρίσκει απροετοίμαστο. Πόσο μάλλον που το κορίτσι δείχνει να ανταποκρίνεται. 

Ένα μυθιστόρημα αναζήτησης ταυτότητας, σε μια ηλικία μετά την μέση, είναι η «Κρυφή πόρτα». Με φόντο την κρίση, το λογοτεχνικό σινάφι και την Αθήνα που φλέγεται και αλλάζει πολιτική πορεία. Ένα κείμενο για τον ερωτικό πόθο αλλά και το παρελθόν που μπορεί αν αφήσεις την κερκόπορτα ανοιχτή να έρθει να σε στοιχειώσει. 

Δίχως φανφάρες και τυμπανοκρουσίες, ο Αλέξης Πανσέληνος στήνει στις λίγες αυτές σελίδες μια αξιανάγνωστη ιστορία. Ο ήρωας είναι οικείος και ταυτόχρονα μακρινός, ένας άνθρωπος που ψάχνει να βρει πώς και από τι να προσδιοριστεί. Ο συμβολισμός της κρυφής πόρτας που αφήνει κανείς ανοιχτή για να μπει το άγνωστο στην ζωή του, εξαιρετικά κομψός και υπαινικτικός. Και με αυτόν τον τρόπο, ένας καταξιωμένος συγγραφέας μας αποδεικνύει πώς μπορεί με πολύ βασικά δομικά υλικά να χτιστεί ένα αρτιότατο βιβλίο. 



«Η κρυφή πόρτα», Αλέξης Πανσέληνος, εκδ. Μεταίχμιο, 2016, σελ.178

3/3/16

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (10 π.μ.)



Ο Μπλουμ πηγαίνει στο ταχυδρομείο για να ρωτήσει αν έχει κάποιο γράμμα δίνοντας μια κάρτα με ένα όνομα διαφορετικό από το δικό του: Χένρυ Φλάουερ. Αυτή την κάρτα την κρατάει κρυφή στο εσωτερικό του καπέλου του, κάτι που ήδη μας μισοφανερώθηκε από το προηγούμενο κεφάλαιο. Κρυφοκοίταξε γρήγορα στο μέσα μέρος της δερμάτινης κορδέλας. Άσπρο απόκομμα χαρτιού. Απολύτως ασφαλές. Στο κεφάλαιο “Λωτοφάγοι” ο Τζόυς θυμάται, ανασκευάζει και μυθοποιεί την σύντομη ερωτική σχέση που είχε με την Μάρθα Φλάισμαν από τα τέλη του 1918 έως τον Μάρτιο του 1919.




Η Μάρτε δεν εργαζόταν. Περνούσε τον καιρό της καπνίζοντας, διαβάζοντας ρομαντικά μυθιστορήματα και το μόνο που την απασχολούσε ήταν τα λούσα. Ήταν ματαιόδοξη και ήθελε να κάνει την σνομπ. Μόλις πήρε είδηση ότι ο Τζόυς ήταν κατά μία έννοια μία σημαντική προσωπικότητα, έσπευσε να του γράψει, οπότε άρχισε μια αλληλογραφία που κρατήθηκε μυστική τόσο από τη Νόρα όσο και από τον Χίλτπολντ. Η στάση του Τζόυς απέναντι στη Μάρθα είχε όλα τα χαρακτηριστικά της ρομαντικής παράδοσης, με μια περίεργη και αποκαλυπτική εξαίρεση: τα γράμματα που της έστελνε τα υπέγραφε με ελληνικό ε αντί για το λατινικό e στο όνομα James Joyce. Είναι μάλλον απίθανο να είχε σκεφθεί ότι αυτή η ελάχιστη γραφική αλλαγή θα μπορούσε να του φανει χρήσιμη σε επίσημη δικαστική εξέταση του γραφικού του χαρακτήρα. Μάλλον δεν σήμαινε τίποτα περισσότερο από το ότι κρατούσε ένα κομμάτι του εαυτού του σ' αυτήν την αλληλογραφία, διασκεδάζοντας ταυτόχρονα με την ίδια του την ανοησία. 

Το γράμμα της Μάρθας είναι μια ερωτική απαίτηση να βρεθούν επιτέλους από κοντά.

[...] Δεν είσαι ευτυχισμένος στο σπίτι σου μικρό άτακτο παιδί; Μακάρι να μπορούσα να κάνω κάτι για σένα. (...) Αγαπητέ Χένρυ, πότε θα συναντηθούμε; Δεν έχεις ιδέα πόσο συχνά σε σκέφτομαι. (...) Λοιπόν, τώρα ξέρεις τι θα σου κάνω, άτακτο αγόρι, αν δεν γράψεις. Αχ πόσο λαχταρώ να σε συναντήσω. (...) ΥΓ. Πες μου ποιο άρωμα φοράει η γυναίκα σου. Θέλω να ξέρω.

Σύμφωνα με τον Ρίτσαρντ Έλμαν, η σχέση του Τζόυς με την Μάρθα Φλάισμαν μάλλον έμεινε σε πλατωνικό επίπεδο. Άλλωστε στη μετέπειτα ζωή της πάντα εξωράιζε την σχέση με τον Τζόυς παρουσιάζοντάς την σαν eine Platonische Liebe. Η παράλληλη σχέση του Μπλουμ με την Μάρθα  Κλίφορντ αφήνει επίσης να εννοηθεί ότι αυτή η Ναυσικά προτιμούσε μάλλον να διεγείρει παρά να ανταποδίδει τον πόθο.




Οι σκέψεις του Λεοπόλδου Μπλουμ πάνω στο γράμμα της Μάρθας (Άτακτο αγόρι· τιμωρία· φοβάται τις λέξεις, φυσικά.) τον οδηγούν σε μακρινούς νοητικούς δρόμους ενώ τα βήματά του τον οδηγούν έξω από την εκκλησία των Αγίων Πάντων. Μόλις ο Μπλουμ περνάει το κατώφλι της εκκλησίας, ξαναθυμάμαι γιατί ο Τζόυς είναι ένας συγγραφέας που έχει επηρέασει αποφασιστικά την σκέψη μου! Η Εκκλησία διαχρονικά ενσαρκώνει μία πανίσχυρη εξουσία, κυρίως πνευματική – τα οικονομικά οφέλη έπονται και συνήθως είναι αποτέλεσμα της πνευματικής αποχαύνωσης πολλών πιστών... χορηγών της! Θέλει πολύ θάρρος να τα βάλεις με μια τέτοια θεοφοβούμενη παρακμή. Ο Τζόυς μπορεί να χρειάστηκε να αυτοεξοριστεί για να καταφέρει να πολεμήσει την Καθολική Εκκλησία αλλά αυτό δεν στερεί τίποτα από την λαμπρότητα της επιτυχίας του. Ο Μπλουμ μπαίνει στην εκκλησία να παρακολουθήσει την λειτουργία και αφήνεται να παρασυρθεί από τις βλάσφημες σκέψεις που αισθάνεσαι ότι του προσφέρουν μία χαλαρωτική ικανοποίηση. Σε ένα εντυπωσιακό απόσπασμα ο Τζόυς σεξουαλικοποιεί το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας:

Ο παπάς περνούσε μπροστά τους μουρμουρίζοντας, κρατώντας το πράμα στα χέρια του. Σταματούσε σε καθεμία, έβγαζε μια όστια, τίναζε μια σταγόνα ή δύο (είναι μέσα σε νερό;) και την έβαζε νοικοκυρεμένα μέσα στο στόμα της.


Στις σελίδες όπου περιγράφεται η σύντομη παρακολουθηση της Θείας λειτουργίας από τον Μπλουμ, ο Τζόυς μας φανερώνει σε όλο το μεγαλείο της συγγραφικής του δεινότητας, λογοπαίγνια και μεταφορές του λόγου που επαναφέρουν την πίστη μας στον ανθρώπινο λόγο (που κρύβει κάτι θεικό) έναντι του θεικού (που δεν κρύβει τίποτε ανθρώπινο). Πρώτοι κοινωνοί. Παγωτό χωνάκι μια πένα η μπάλα. Ο Ανευλαβής μας διαφωτίζει, Hokypoky: απάτη, τσαρλατανισμός (επίσης και παγωτό χωνάκι). Παραφθορά του λατινικού «hoc est corpus: τούτο εστί το σώμα μου».

Και συνεχίζει, βάζοντας τον Μπλουμ να στοχάζεται πάνω στις γνωστές ονομασίες του Ιησού (Ι.N.R.I. - Iesus Nazarenus Rex Iudaeorum και I.H.S. - Iesus Hominom Salavator) που εμφανίζονται σε διάφορα σημεία της εκκλησίας, δίνοντας μια άλλη, πιο ανθρώπινη νότα στα αρκτικόλεξα. Η Μόλλυ μου το είπε κάποτε όταν την ρώτησα. Έχω αμαρτήσει (I Have Sinned)· ή όχι: έχω υποφέρει (I Have Suffered). Και το άλλο: Σιδερένια καρφιά μπήκαν μέσα (Iron Nails Ran In). Να σημειωθεί εδώ ότι ο Τζόυς συχνά ταύτιζε τον εαυτό του με τον Χριστό, ως ένας άνθρωπος που προδόθηκε και υπέφερε από τους συμπατριώτες του. Επίσης, η “αμαρτία” του Τζόυς είναι ότι απαρνήθηκε την Καθολική Εκκλησία για χάρη της τέχνης του.


Ας φύγουμε όμως και μεις από την εκκλησία με τον απαράμιλλο τρόπο του Μπλουμ. Καλύτερα να του δίνω. Αδελφός πορτοφολάς. Θα γυρίσει με τον δίσκο ίσως. Ο Μπλουμ φεύγει από την εκκλησία και περνάει από ένα φαρμακείο για να αγοράσει μία λοσιόν για τη Μόλλυ. Εκεί, παρασύρεται από τις ερεθιστικές μυρωδιές και αγοράζει και ένα σαπούνι γλυκό κερί λεμονιού. Έχει αποφασίσει να κάνει ένα χαλαρωτικό μπάνιο στο τούρκικο χαμάμ πριν την κηδεία. Μετά αισθάνεσαι φρέσκος όλη μέρα. Η κηδεία είναι μάλλον κατηφής. Έχει πεθάνει ο φίλος του Ντίγκναμ, κάτι που πρωτομάθαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο –  σε αυτό το κεφάλαιο, ο Μπλουμ συναντά στον δρόμο μερικούς από τους φίλους/γνωστούς του Ντίγκναμ και έτσι μαθαίνουμε περισσότερα για τον νεκρό (ή μάλλον μαθαίνουμε λιγότερα, καθώς όπως συμβαίνει και στην καθημερινή ζωή, όταν κάποιος μιλάει για έναν νεκρό που γνώριζε καταλήγει να μιλάει για τον εαυτό του!). Η κηδεία στην πλήρη εξέλιξή της θα μας απασχολήσει στο επόμενο κεφάλαιο που φέρει και τον δυσερμήνευτο(!) τίτλο, “Άδης”.


Όπου και αν πηγαίνει ο Μπλουμ κρατά μια ημερήσια εφημερίδα  την οποία χρησιμοποιεί ποικιλοτρόπως: κρύβει μέσα της το γράμμα της Μάρθας, την τυλίγει ρολό και την χτυπάει ρυθμικά καθώς περπατάει, την δανείζει σε έναν γνωστό του για να δει τις ιπποδρομίες, φτιάχνει με αυτήν ένα πακέτο για το σαπούνι που αγόρασε. Ο αναγνώστης δεν μπορεί να την ξεχάσει, σιγά σιγά αισθάνεται ότι την κρατάει και ο ίδιος. Είναι η αρχή αυτού που υποψιαζόσουν ότι αργά ή γρήγορα θα συμβεί – δεν διαβάζεις για μια περιπλάνηση, γίνεσαι ο ίδιος περιπλανώμενος! Τουλάχιστον εγώ, μέσα από αυτό το τέχνασμα της εφημερίδας, συνειδητοποίησα ξεκάθαρα ότι δεν προσπαθώ να χωρέσω τον Μπλουμ μέσα μου, αλλά να χωρέσω εγώ μέσα στον Μπλουμ.


Το κεφάλαιο “Λωτοφάγοι” είναι το προσωπικό μου αγαπημένο. Ξέρω ότι υπάρχουν πιο ενδιαφέροντα από αυτό, πιο λογοτεχνικά, πιο εμβληματικά, πιο αριστουργηματικά. Όμως δεν αλλάζω γνώμη, και μην επιμένετε γιατί θα σας κατακεφαλιάσω με την εφημερίδα που κρατάω στο χέρι! 

                                                                                                          Μαραμπού




"Οδυσσέας", Τζέημς Τζόυς, μετ. Ελευθέριος Ανευλαβής, εκδ. Κάκτος, 2014, σελ 1098



1/3/16

«Πόλεως και νομού Δράμας παραμυθία», Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης






Όσην ώρα κοιτώ την λευκή σελίδα αναρωτιέμαι τι θα μπορούσε να γράψει κανείς για ένα βιβλίο του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, τι είναι αυτό που θα είχε ένα κάποιο ενδιαφέρον, ένα νόημα πάνω και έξω από το ίδιο το βιβλίο. Φυσικά τίποτα. Δεν είναι δυνατόν σε κείμενα τόσο δυνατά να προσπαθήσεις να φανείς αντάξιος, ούτε καν άξιος. Μπορείς όμως να σκύψεις και να τα αφουγκραστείς. 

Γνωρίζοντας τις αδυναμίες σου, αναγνωρίζοντας στον εαυτό σου το δικαίωμα της δεύτερης και της τρίτης και της εικοστής ανάγνωσης. Δίνοντας σου την ελευθερία να μην γράψεις τίποτε για αυτό.

Δεν θα γράψω τίποτε για το «Πόλεως και νομού Δράμας παραμυθία», όπως δεν θα τολμούσα να γράψω τίποτα για ένα βιβλίο ποίησης. Η πρώτη μου αντίδραση ήταν αυτή, ο Πεντζίκης γράφει ποίηση, το εξώφυλλο μας κοροϊδεύει. Στην δεύτερη ανάγνωση, μετάνιωσα, ο Πεντζίκης είναι ο Τζόυς της Ελλάδας σκέφτηκα, ένας άνθρωπος βαθιά διαβασμένος που προσπαθεί να κάνει το αδιανόητο λογοτεχνία. Είμαι στην τρίτη, τώρα νομίζω πως ο Πεντζίκης γράφει μυθολογία. Προσπαθεί να κάνει την υπέρβαση, ανάμεσα στο λαϊκό παραμύθι, τον εσωτερικό μονόλογο, την συνειρμική γραφή και την ορθοδοξία. Ο Πεντζίκης γράφει συναξάρι αγίου.

Στην εικοστή θα σας πω την πραγματική μου γνώμη. Τώρα απλά θα αντιγράψω αυτό, και θα σας πω να τον διαβάσετε.



      Ένας γέρος, φτωχός και ζαρωμένος, με μια καμπούρα βουνό πίσω στην ράχη, δε μπόραγε να σταθεί στα πόδια του, αν δεν κράταγε το μπαστούνι κοντά του, γύρευε όμως πάντα και παντού παντρειά.

     Πρώτη λοιπόν του Σεπτέμβρη, που αρχινάν να μετράν οι μέρες σε χωριστούς γύρους, αρσενικούς και γυναικείους μέσα στην Εκκλησία του Χριστού, της Παναγίας κι όλων των Αγίων, αφήνοντας πίσω του πολυτραγουδημένο ένα βουνό της θείας Γέννησης, ο Γεροζήτουλας που σχεδόν τα μάτις του δεν ξεχώριζαν το φως από το σκοτάδι, κρατώντας τη μαγκούρα, προχώραγε σε δρόμο, που ξεκινώντας από το Ηλιοβασίλεμα του Ήλιου πήγαινε να ανταμώσει την στράτα της Προσκύνησης.

    Ώρες εικοσιτέσσερες πορεία, δίχως να απαντήσει καμιά κατοικία και ψυχή. Ξημέρωσε η άλλη μέρα κι απάντησε ένα μωρό, που αφημένο μόνο κι έρημο, το τάιζε ένα ελάφι. Ήρθε κοντά του ένα μαύρο άλογο και έξι περιστέρια στάθηκαν πάν' απ' το κεφάλι του. Μια καμπάνα απόμακρη άκουσε να σημαίνει: Αμήν. "Ζει ακόμα ο νους μου", είπε, κάνοντας τον σταυρό του από το μέτωπο, ίσαμε τον αφαλό πάνω στην κοιλιά κι από τον δεξί τον ώμο ίσαμε την κορακοειδή απόφυση στην άρθρωση του βραχίονα, ζερβά. Δεν είχε προλάβαι ακόμα να τελειώσει τον σχηματισμό κι από σαράβαλο που ένιωθε, έλαβε απίστευτη ομορφιά. []






                                                                                               

                                                                            


«Πόλεως και νομού Δράμας παραμυθία», Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, εκδ. Άγρα, 1982, σελ.101 (άκοπες). 







Υ.Γ. 42 Εδώ το αφιέρωμα του ΕΚΕΒΙ