2/1/23

Ο άντρας μου", Rumena Bužarovska

Αγοράστε το εδώ: 
https://www.booktalks.gr/logotexnia/logotexnia-allon-glosson/slaviki-logotexnia/o-antras-mou.html


Με ένα εξαιρετικό βιβλίο ξεκίνησε η χρονιά μου, τα διηγήματα της Βορειομακεδόνισσας Rumena Bužarovska της συλλογής «Ο άντρας μου». Διηγήματα που μιλούν για τις μακροχρόνιες σχέσεις, για τον γάμο, τη μητρότητα, την πατρότητα. Όμως κυρίως μιλούν για τη θέση της σύγχρονης γυναίκας μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Της νέας γυναίκας που μπορεί να είναι επιστήμονας, επαγγελματίας ή να αρκείται να είναι σύζυγος κάποιου, της γυναίκας που της κάνουν gaslighting και προσπαθούν να τη βγάλουν τρελή, που της αρνούνται τη δυνατότητα να είναι δημιουργός γιατί είναι μητέρα, που τη μαθαίνουν πάντα να ικανοποιεί, πάντα να αρκείται, πάντα να σωπαίνει.

Είναι τολμηρά αυτά τα διηγήματα, από όλες τις απόψεις. Και από άποψη γλώσσας, αλλά κυρίως από άποψη θεματολογίας. Η μητρότητα δεν αντιμετωπίζεται εδώ ως το άγιο δισκοπότηρο, άλλες από τις ηρωίδες είναι καλές μάνες, άλλες κακές, πολλές φορές κι ανεξάρτητα από το αν είναι καλές ή κακές γενικά ως άνθρωποι. Ούτε κι ο γάμος είναι ιερός. Η Rumena Bužarovska μιλά με τόλμη για εξωσυσυγικές σχέσεις, για την απιστία, για τη ματαιότητα των μακροχρόνιων σχέσεων. Αλλά και για την πραγματική αγάπη. Η πραγματική αγάπη είναι τυλιγμένη σε ιδρώτα, αίμα, οργασμούς, φαγητό, καθημερινότητα.

Σοκάρει η βαναυσότητα αυτών των διηγημάτων; Φαντάζομαι πως σοκάρει όσο σοκάρει η πραγματική ζωή, που δεν μπορεί να τοποθετηθεί είτε στο φως είτε στο σκοτάδι, εμπεριέχει και τα δυο. Είναι διηγήματα που περιγράφουν καλά μια κοινωνία, που θα μπορούσε με άνεση να είναι και η δική μας. Μέσα από τα πρόσωπα και τις ιστορίες, ιστορίες αστών, αναγνωρίζεις τον εαυτό σου, αν και τον άντρα της ηρωίδας τον λένε Ζόραν ή Γκέντσο. Είναι μια σύγχρονη ηθογραφία, χωρίς χωριά, λόγγους και φαράγγια, μια ηθογραφία πόλεως που λείπει, λείπει από την εγχώρια δική μας διηγηματογραφία. Μια ηθογραφία που δεν διστάζει να μιλήσει για ρατσισμό, για σεξισμό, για κάθε μορφή καταπίεσης του Άλλου.

Η Bužarovska έχει μια ξεκάθαρη γυναικεία γραφή, χωρίς φιοριτούρες, μεγαλόπνοα ιδανικά, χωρίς τις αγκυλώσεις των αντρών ομολόγων της. Ανήκει σε μια νέα γενιά γυναικών λογοτεχνών που δεν μιμούνται πια την αντρική γραφή για να υπάρξουν, ούτε χαιδεύουν τα αυτιά. Την ενδιαφέρει ξεκάθαρα η διαδικασία της δημιουργίας — φαίνεται και μέσα στα κείμενα— αλλά με έναν τρόπο διαφορετικό από τον αντρικό∙ και για αυτό επιτέλους αυθεντικό. Οι γυναίκες δημιουργοί έχουμε φωνή, είναι η δική μας, αδιαφορούμε αν θα μας βάλετε στον κανόνα σας. Hear us roar!

                                                       
                                                                Κατερίνα Μαλακατέ





Ο άντρας μου", Rumena Bužarovska, μτφ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδ. Gutenberg

31/12/22

Όλα τα βιβλία του Live μας

 



Όλα τα βιβλία που αναφέραμε με την Αγγελική Μποζίκη στο ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ LIVE:


Οι επόμενες Λέσχες μας:





Τα βιβλία που διαβάσαμε: 



Νέες κυκλοφορίες:


Υ.Γ. 42 Πατήστε στα ενεργά λινκ για να δείτε λεπτομέρειες για το κάθε βιβλίο 


28/12/22

"Ένα μακρύ Σάββατο", George Steiner



Το "Ενα μακρύ Σάββατο" είναι μια συνέντευξη διαρκείας που έδωσε ο Τζωρτζ Στάινερ στη δημοσιογράφο Λωρ Αντλέρ, παραβαίνοντας τις συνήθειες του. Δεν ήταν- λένε- κι ο πιο καλόβολος άνθρωπος της γης. 

Φαντάζομαι -αν κι εγώ μάλλον δεν είμαι η πιο καλόβολη της γης- πως δεν είμαι η πρώτη γυναίκα δημιουργός που εκνευρίζεται όταν διαβάζει τις απόψεις του Στάινερ για τις γυναίκες δημιουργούς. Δεν είναι πως δεν τις ήξερα, απλά στο «Ένα μακρύ Σάββατο» τις λέει με τέτοιον απροκάλυπτο μισογυνισμό, που νιώθεις να σου γυρίζει το στομάχι.

«Μήπως η γυναίκα έχει υπερβολικά πρακτικό πνεύμα; [] το πρακτικό πνεύμα είναι ο εχθρός της ιδιοφυίας»

«Στην ποίηση όμως η γυναίκα ποιήτρια παραμένει σπάνιο πράγμα»

«Η υπόθεσή μου- αναμφίβολα εντελώς βλακώδης- είναι πως εφόσον ένας άνθρωπος μπορεί να δημιουργήσει ζωή, εφόσον μπορεί να δημιουργήσει ένα παιδί, είναι πολύ πιθανό η αισθητική, ηθική, φιλοσοφική δημιουργία να έχει για αυτόν τον άνθρωπο πολύ μικρότερη σημασία»

Δεν βγαίνουν λέει σπουδαίες ποιήτριες, φιλόσοφοι, επιστήμονες, αυτά μας λέει ο κύριος Στάινερ, και δεν βγαίνουν γιατί κάνουν ΠΑΙΔΙΑ. Κι όταν η Λωρ Αντλέρ τού επισημαίνει, "Ω, Τζωρτζ, μα είστε φαλλοκράτης", κάνει τον Κινέζο. Α, θα σταθούμε λίγο και στους Κινέζους, γιατί ενώ είναι οι πιο ταλαντούχοι μαθητές του, αυτός μάλλον προτιμά τους… Ινδούς.

Μπορώ να σας πω κι άλλα για αυτό το βιβλίο, την άποψη του Στάινερ για το Ισραήλ: εγώ δεν θα πήγαινα ποτέ, είμαι πολίτης του κόσμου και άπατρις, αλλά μια καβαντζούλα τη θέλω, αν πάλι στριμωχτούν τα πράγματα, για τους Αμερικανοεβραίους: δεν έχω τίποτα μαζί τους, εκεί μένουν τα παιδιά μου, αλλά… Ομολογουμένως όλα αυτά ο Στάινερ δεν τα έκρυψε ποτέ, αλλά στο «Ένα μακρύ Σάββατο» είναι μαζεμένα και δεν μπορείς με κανέναν τρόπο να τα αγνοήσεις.

Από την άλλη, το βιβλίο έχει σελίδες σπουδαίας βιβλιοφιλικής ομορφιάς, δεν μπορείς να ξεχάσεις πως το πρώτο βιβλίο που έγραψε ο Στάινερ είναι το «Τολστόι ή Ντοστογιέφσκι» ή πως αυτός «ανακάλυψε» τον Πάουλ Τσελάν. Ήταν ένας άνθρωπος που ζούσε μέσα στα βιβλία—και αν και μάλλον μετάνιωσε που δεν έγινε κι ο ίδιος δημιουργός— ανάσαινε μόνο μέσα στη λογοτεχνία. Όπως κι αυτά που λέει για την γλώσσα, για τη γλωσσομάθεια, για τους πολύγλωσσους, για τη "μητρική" γλώσσα. Σπουδαία, ανατρεπτικά και σίγουρα ενδιαφέροντα για όσους αγαπούν τη λογοτεχνία.

«Η εμπειρία του βιβλίου είναι η πιο επικίνδυνη, η πιο συναρπαστική που υπάρχει. Ασφαλώς και το βιβλίο μπορεί να διαφθείρει τον άνθρωπο∙ είναι γελοίο να μην το λέμε ανοιχτά. Υπάρχουν μαθήματα σαδισμού στα βιβλία, υπάρχουν μαθήματα πολιτικής βαναυσότητας, ρατσισμού. Κι επειδή πιστεύω πως ο Θεός είναι θείος του Κάφκα (είμαι πεπεισμένος για αυτό), δεν θέλει να μας κάνει τη ζωή πιο εύκολη. Λίγο πριν από τον θάνατό του, ο Σαρτρ – που καθόλου δεν του άρεσε να σκορπά φιλοφρονήσεις, αυτό είναι σίγουρο- δήλωσε: «Μονάχα ένας από εμάς θα επιβιώσει: ο Σελίν». Αυτό το είπε ο Σαρτρ. Ασφαλώς, η γαλλική γλώσσα ανήκει εξ ολοκλήρου σε δύο συγγραφείς: τον Προυστ και τον Σελίν. Δεν υπάρχει τρίτος. Και το ότι ο Θεός επέτρεψε σε αυτόν τον αντισημίτη φονιά, σ’ αυτόν τον χούλιγκαν, σ’ αυτόν τον γκάνγκστερ της ψυχής – γιατί αυτό ήταν ο Σελίν ως συγγραφέας, αν και όχι στην προσωπική του ζωή∙ πράγμα που κάνει τα πάντα ακόμα πιο περίπλοκα— να δημιουργήσει μια καινούργια γλώσσα κι ύστερα να γράψει το Από κάστρο σε κάστρο και τον Βορρά (δύο σαιξπηρικά αριστουργήματα, κατά τη γνώμη μου) με στεναχωρεί πάρα πολύ. Δηλώνω τον θαυμασμό μου και, ταυτόχρονα, θυμώνω τρομερά. Και προσπαθώ να αποφεύγω βιβλία που είναι φονικά δηλητήρια»

Νομίζω πως αυτή η τελευταία αποστροφή ισχύει και για μένα, δηλώνω τον θαυμασμό μου για τον δάσκαλο της λογοτεχνίας, τον εμπνευσμένο κριτικό, Τζωρτζ Στάινερ, και ταυτόχρονα τον αποτροπιασμό μου που θεωρούσε πως στον 21ο αιώνα (το βιβλίο βγήκε το 2014) μπορούσε να διατυπώνει απόψεις τόσο βασισμένες στο προνόμιο να είσαι άντρας λευκός στην Ευρώπη, χωρίς καμία ντροπή. Ειδικά ένας άνθρωπος που γλίτωσε τα στρατόπεδα συγκέντρωσης όσο ήταν παιδί από μια τυχαία, ή και όχι τόσο τυχαία, μετακόμιση των γονιών του στις ΗΠΑ την τελευταία στιγμή.


                                                    Κατερίνα Μαλακατέ


"Ένα μακρύ Σάββατο", Τζωρτζ Στάινερ με την Λωρ Αντλέρ, μτφ. Θάνος Σαμαρτζής, εκδ. Δώμα, 2022, σ. 150.

22/12/22

"Η θάλασσα της ηρεμίας", Emily St. Mandel



                      
Αγοράστε το εδώ: 
https://www.booktalks.gr/logotexnia/amerikaniki-logotexnia/amerikaniki-pezografia/agglofoni-pezografia-kanadas-muthistorima/i-thalassa-tis-iremias.html



Παρακολουθώ την Έμιλυ Μάντελ από την αρχή, από τον Σταθμό Έντεκα. Τότε με ιντρίγκαρε το δυστοπικό της θέμα. Χωρίς να είναι ο Σταθμός Έντεκα αριστούργημα, ήταν ένα βιβλίο που δεν άφηνε ανικανοποίητο τον αναγνώστη. Το επόμενό της, το Γυάλινο ξενοδοχείο, είχε λιγότερες αρετές, είχες την αίσθηση μιας ιστορίας πιο περίπλοκης που η Μάντελ δεν μπόρεσε να διαχειριστεί πλήρως και την άφησε λειψή. Γιατί λοιπόν έπιασα και τη Θάλασσα της ηρεμίας; Εκλεκτικές συγγένειες, θαρρώ, είναι σαν να με ρωτάς γιατί αμέσως μετά θα διαβάσω τον νέο Μπαρνς.

Η θάλασσα της ηρεμίας καταπιάνεται με ένα θέμα που έχει "κάψει" πολλούς συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας (το «κάψει» σε αυτή τη φράση χρησιμοποιείται με ένα σωρό σημασίες), το ταξίδι στον χρόνο. Αντί όμως να μπει σε λεπτομέρειες φυσικής, που πιθανώς καθόλου δεν θα ευνοοούσαν το βασικό εύρημα, επέλεξε να ασχοληθεί με τον χρόνο για να μιλήσει για την αγάπη. Έξυπνη επιλογή και εν πολλοίς διαχειρίσιμη.

Τα πρώτα δύο μέρη είναι κάπως αμήχανα, η συγγραφέας μάς λέει τις ιστορίες βιαστικά, σχεδόν χωρίς καθόλου να μας δείχνει, καταστρατηγώντας το περίφημο show, don't tell κι αυτό κάνει την ανάγνωση μηχανική. Ειδικά η πρώτη ιστορία, που αφορά έναν νεαρό αριστοκράτη του 1912, τον Έντουιν Σεντ Άντριου, που πηγαίνει «εξορία» στη Βρετανική Κολομβία γιατί τόλμησε να πει στους γονείς του τη γνώμη του για την Βρετανική αποικιοκρατία, μοιάζει περισότερο με σχεδίασμα, παρά με κανονικό λογοτεχνικό κείμενο. Μπαίνοντας όμως στην τρίτη ιστορία, για μια τριανταπεντάχρονη συγγραφέα το 2203 που κάνει παγκόσμια περιοδεία για το βιβλίο της που έχει γίνει αναπάντεχα παγκόσμιο μπεστ σέλερ γιατί μιλάει για μια πανδημία, λίγο πριν χτυπήσει η «πανδημία», το μυθιρστόρημα ανοίγεται, αρχίζεις να καταλαβαίνεις το μοτίβο του, αλλά και πόσο ισχυρά είναι τα αισθήματα της Μάντελ για αυτή την ιστορία, που μοιάζει τόσο με τη δική της, προβεβλημένη 200 χρόνια στο μέλλον. Και πόσο μισεί να απαντά στην ερώτηση «Καλά εσείς κάνετε περιοδεία, ποιος κρατάει την κόρη σας».

Το μυθιστόρημα δεν κομίζει γλαύκα, μιλά για τη μοναξιά, την ανθρωπιά, τις σχέσεις μας με τους ανθρώπους και τον χρόνο, τη ματαιότητα και την ελπίδα, τη θυσία, που βρίσκεται σε μέρη όλο και πιο περίεργα, μακριά από εκεί που θα περιμέναμε. Ο χρόνος γίνεται παιχνιδάκι στα χέρια της συγγραφέα- Θεάς, καταστρατηγείται κάθε λογική του. Τις ιστορίες δένει η «υπόθεση της προσομοίωσης» που είναι πολυφορεμένη και λίγο πολύ άχρηστη μετά την εξαντλητική της χρήση στο Μάτριξ. Αλλά αυτό δεν αφαιρεί από το κείμενο. Δεν του προσθέτει, κιόλας.

Διάβασα τη Θάλασσα της ηρεμίας λαίμαργα, μέσα σε δύο μέρες, την απόλαυσα. Όμως κι εδώ, όπως και στα άλλα της μυθιστορήματα, χάνεται μια σημαντική ευκαιρία, να καταβυθιστείς μέσα από το κείμενο σε δεύτερο και τρίτο επίπεδο, να στοχαστείς για την ανθρώπινη μοίρα και τον χρόνο. Ευκαιρία, που δεν άφηναν ποτέ ανεκμετάλλευτη οι σπουδαίοι της επιστημονικής φαντασίας (π.χ. ο Ασίμωφ ή ο Ντίκ) και που φαίνεται πως η Μάντελ επιλέγει να τους αγνοεί. Είναι σαν να γράφει επιστημονική φαντασία ξανά και ξανά, αλλά η ίδια να μην τη διαβάζει, ούτε να ασχολείται μαζί της. Κι από μετριάζει και την επίγευση της ανάγνωσης.



                            Κατερίνα Μαλακατέ



"Η θάλασσα της ηρεμίας", Έμιλυ Μάντελ, μτφ. Βάσια Τζανακάρη, εκδ. Ίκαρος, 2022, σ. 266



17/11/22

"Αργά μέσα στη μέρα", Tessa Hadley


                                                          Αγοράστε το εδώ 



Είχα απολαύσει Το παρελθόν. Κι έπιασα το Αργά μέσα στη μέρα με μια περίεργη αναγνωστική λαχτάρα, παρ’ ό,τι βγήκε μαζί με τον πολυδιαφημισμένο Επιβάτη του ΜακΚάρθυ κι η λογική θα έλεγε να διαβάσω αυτό το βιβλίο, κι όχι το πιο ήπιο, το λιγότερο γνωστό. Όμως αναγνώσματα δεν διαλέγουμε με τη λογική, η τέχνη όσο κι αν την εξηγείς, δεν παύει να έχει μια χροιά δυσεξήγητη. 

Το μυθιστόρημα μιλά για μια φαινομενικά απλή ιστορία, δυο γυναίκες κολλητές φιλενάδες, η Κριστίν και η Λίντια, παντρεύονται δυο κολλητούς φίλους, μεγαλύτερούς τους, τον Άλεξ και τον Ζάκαρι. Πολλά χρόνια μετά, πλησιάζοντας τα εξήντα τους, ο Ζάκαρι πεθαίνει, αφήνοντας τους άλλους τρεις να παλεύουν με τα φαντάσματα του παρελθόντος, προσπαθώντας να βρουν ποιοι είναι, αφού χάθηκε η εύθραυστη ισορροπία του οικοσυστήματός τους.

Η Κριστίν είναι καλλιτέχνης, ζωγράφος. Υπήρξε μια μαζεμένη νεαρή γυναίκα, λιγάκι ντροπαλή, αφοσιωμένη στα βιβλία και στα διαβάσματά της, που σπούδαζε αγγλική φιλολογία κι ήθελε να κάνει μεταπτυχιακό σε ρομαντικές ποιήτριες. Η Λίντια ήταν η φαμ φατάλ, πανέμορφη και κάπως επιφανειακή, της άρεσε πάντα να τεμπελιάζει και να παίρνει αυτό που θέλει. Κι αυτό που ήθελε ήταν ο Άλεξ. Γοητευτικός, καθηγητής τους στη σχολή, δύστροπος και ελιτιστής, φιλοδοξούσε να γίνει ποιητής. Κι αφού τον ήθελε βάλθηκε να τον κατακτήσει. Κι έτσι γνώρισε και στην Κριστίν τον -πολύ πιο μέτριας εμφάνισης- Ζάκαρι. Που όμως ήταν γόνος πλούσιας οικογένειας, όπως και η Κριστίν, κι ένας άντρας με χαρούμενη ιδιοσυγκρασία,, δοτικός.

Πώς βρέθηκαν τελικά η Λίντια παντρεμένη με τον Ζάκαρι κι η Κριστίν παντρεμένη με τον Άλεξ, είναι απορίας άξιο. Κι αυτό που κινεί όλη την ιστορία. Προς το τέλος λέει η Κριστίν στον Ζάκαρι. «Δεν λέω ότι το παρελθόν είναι καλό ή ωραιότερο ή καλύτερο ή ό,τι άλλο. Αλλά τίποτα δεν θα είναι ποτέ τόσο όμορφο όσο αυτό, σωστά; Είναι υπέροχα όμορφο. Ξεπερνάει οτιδήποτε θα ήμουν σε θέση να φανταστώ. Με γεμίζει, μου αρκεί». Αυτό είναι το σημείο καμπής του μυθιστορήματος. Όταν οι ήρωες ξεπεράσουν τα απωθημένα του παρελθόντος θα έχουν λυτρωθεί. Και το πένθος τούς βάζει παραδόξως σε διαδικασία κίνησης.

Η γραφή της Χάντλει είναι προσεγμένη ως και την τελευταία λεπτομέρεια, σε γραπώνει και δεν σε αφήνει σε καμία στιγμή παραπονεμένο. Ακόμα και σε ένα τόσο κλειστό σύμπαν-- αυτοί οι τέσσερις μοιάζει να είναι εγκιβωτισμένοι ο ένας μέσα στον άλλον, η ιστορία τους μπλέκεται τόσο πολύ, που παρά τις διαφορετικές καταβολές και προσωπικότητες, μοιάζουν αναπόσπαστο κομμάτι ο ένας του άλλου-- φτιάχνει έναν κόσμο που μοιάζει ολοκληρωμένος. Τα προβλήματα των ηρώων είναι ομολογουμένως του "πρώτου κόσμου", τους απασχολούν οι μακροχρόνιες σχέσεις, η απιστία, η τέχνη, η προώθησή της. Μου αρέσει όμως το στιλιζάρισμά της, που επικεντρώνεται στον στόχο κυνηγώντας την ουρά της ιδέας, παίζοντας με την τυχαιότητα, τη συγκυρία, τον τρόπο που επιλέγουμε χαοτικά για αυτά που τόσο έχουν σημασία στη ζωή μας. Με τη σπουδαιότητα της στιγμής, τελικά.

Έχω καταλήξει πως αυτά τα βιβλία, που δεν ουρλιάζουν την ύπαρξή τους, μου ταιριάζουν πολύ. Με κινητοποιούν γιατί μιλούν μονάχα για ένα κομμάτι του επιστητού, δεν προσπαθούν να αναπαραστήσουν την πολυπλοκότητα της πραγματικής πραγματικότητας στην ολότητά της. Κι αυτό είναι ξεκούραστο, απελευθερωτικό, σαν να πίνεις νερό για να ξεδιψάσεις και να λυτρωθείς.

 
                                   Κατερίνα Μαλακατέ



"Αργά μέσα στη μέρα", Tessa Hadley, μετ. Άγγελος Αγγελίδης, Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Gutenberg, σ. 356, 2022


9/11/22

"Ορατή σαν αόρατη", Ζυράννα Ζατέλη

 

Αγοράστε το εδώ 

Γραμμένο με αυτή την υπέροχη συνειρμική γραφή της Ζυράννας Ζατέλη, το Ορατή σαν Αόρατη είναι το τρίτο και πολυαναμενόμενο βιβλίο της Τριλογίας Με το Παράξενο όνομα Ραμάνθυς Ερέβους. Όταν το πρωτοείδα δίστασα, είχα καιρό να καταπιαστώ με τα άλλα δυο βιβλία της Τριλογίας, βγήκαν το 2001 και το 2009 αντίστοιχα, αλλά ήταν τέτοιος ο έρωτας των μετεφηβικών μου χρόνων για το γράψιμό της, που τελικά υπέκυψα. Και δεν ξαναδιάβασα τα άλλα δυο, έμεινα -ειδικά για το πρώτο- με την από εικοσαετίας μνήμη. Για αυτό δεν ξέρω να σας πω τι σχέση έχει με τα άλλα δυο βιβλία. Κι αυτό μοιάζει εντελώς ταιριαστό, για αυτόν τον ρευστό, ονειρικό κόσμο που χτίζεται πάνω σε στέρεα υλικά.

Αυτό κάνει η Ζατέλη, χτίζει κόσμους γεμάτους μάγισσες, ξωτικά και κουκουβάγιες, για να μας μιλήσει για έναν χοντρό ογδοντάχρονο που σφήνωσε στο παράθυρο, και μια συγγραφέα που περιμένει εναγωνίως να πεθάνει η κυρία για την οποία ήταν ghost writer όλα αυτά τα χρόνια, για να γράψει τα δικά της και να ξεχυθεί η φωνή της και μια γυναίκα που θέλει να ουρλιάξει για την πεθαμένη κόρη της και θα τα πει σε όποιον βρεθεί κι έναν εκδότη που τον λέμε Λαρίων. 

Η σχέση του κειμένου με τον χρόνο είναι εξαιρετικά χαλαρή, ο αφηγητής μπαίνει στον κόπο μερικές φορές να μας απευθυνθεί και να μας κατευθύνει χρονικά, άλλοτε δεν τον νοιάζει καθόλου για μας. Και δεν νοιάζει ούτε εμάς ως αναγνώστες να τοποθετηθούμε πλήρως απέναντι στα πρόσωπα, στα πράγματα, τον χρόνο και τον χώρο, να μάθουμε για την Οφία τη νάνα-νάνο-κουκουβάγια, να μάθουμε για τις φωνές μες στο κεφάλι μας και μες στο κεφάλι της Λεύκας, αφηνόμαστε σε αυτό το ταξίδι. Πρέπει να αφεθείς, στα χέρια αυτής τη γλώσσας, κάποτε εντελώς φροντισμένης, άλλοτε επίτηδες σκληρής, σαν να μπαίνουν ακίδες πραγματικής πραγματικότητας μέσα στο μυαλό μας, όσο ακολουθούμε τον ρέοντα συλλογισμό του.

Αυτές οι ακίδες πονάνε. Πονάει να είσαι μάνα. Πονάει να είσαι κόρη. Πονάει η απουσία της μάνας. Πονάει το κομμένο ποδαράκι της μάνας. Πονάει να γράφεις. Πονάει να γράφεις για άλλους. Πονάει να μην γράφεις. Η περιπέτεια της γραφής και της ζωής είναι το κουκούτσι του κειμένου. Η έμπνευση δεν αρκεί. Χρειάζεται κι η οδύνη. Το βίωμα δεν είναι αρκετό, χρειάζεται κι η τεχνική. Ο πόνος δεν είναι το βασικό συστατικό, μόνο αναπόσπαστο στοιχείο κάθε έργου τέχνης. Το χιούμορ δεν λείπει, πώς θα μπορούσε από κείμενο της Ζατέλη, να λείπει. 

Αφέθηκα, όπως καταλάβατε. Αφέθηκα και με πήγε στα παιδικά μου χρόνια, στης Λεύκας, στους πόνους μου, στις νάνες και τα ξωτικά. Κοιμήθηκα ανάποδα σαν κουκουβάγια στο κλαδί της, με ένα στέμμα στο μέσο του μετώπου και μου κάψαν κι εμένα τα νυχτολούλουδα με βραστό νερό για να μην ευωδιάζουν πια. Κι αυτό κάνει τη λογοτεχνία συναρπαστική, αυτό της δίνει δύναμη αφόρητη, τόσο που πονάει το μυαλό σου όταν διαβάζεις. Η ταύτιση της εμπειρίας κι όταν δεν ταυτίζεται η συγκυρία, η λύτρωση κι όταν δεν ξέρεις ακριβώς τον πόνο, η γραφή είναι γέννα, η ανάγνωση είναι υιοθεσία, την υιοθέτησα αυτή την αόρατη ορατή Λεύκα.


                           Κατερίνα Μαλακατέ


"Ορατή σαν αόρατη", Ζυράννα Ζατέλη, εκδ. Καστανιώτη, 2021, σ. 351


















Η Ζυράννα Ζατέλη στο Booktalks: