17/6/09

Η χαρά του μεγάλου

Η χαρά του μεγάλου κειμένου είναι απερίγραπτη, το ίδιο κι η δυσκολία του. Και δε μιλώ πια για την ανάγνωση, αλλά τη γραφή. Η αίσθηση του τελειωμένου «μεγάλου», είτε είναι ένα κανονικό διήγημα είτε ένα μυθιστόρημα μπορεί να συγκριθεί με λίγα πράγματα. Δεν έχω γίνει μάνα ακόμα και δε θα επιχειρήσω το βλάσφημο συσχετισμό. Πάντως είναι συναίσθημα μοναδικό.

Από την άλλη η δυσκολία μιας ολοκληρωμένη ιστορίας, με αρχή, μέση τέλος, ή και όχι απαραιτήτως με αυτή τη σειρά είναι κι αυτή ασήκωτη. Ένα μεγάλο κείμενο δε γράφεται σε μια στιγμή ή σε μια μέρα έμπνευσης, απαιτεί μέρες δουλειάς, και κάποιες από αυτές τις μέρες θα είναι…ατυχείς συγγραφικά. Αυτές χωρίζονται σε δυο κατηγορίες, στις μέρες που δε μπορείς να γράψεις καθόλου, κι αυτό δημιουργεί εκνευρισμό μεν, δεν βλάπτει το κείμενο δε. Και αυτές που νομίζεις πως το έχεις και δεν…

Τούτες είναι πολύ πιο επικίνδυνες και ύπουλες. Γιατί δεν είναι απλά μια κακογραμμένη σελίδα ανάμεσα σε τόσες άλλες, μπορεί με μια σου λέξη να δώσεις τροπή σε ένα ολόκληρο μυθιστόρημα που δεν την ήθελες. Ίσως να είναι αυτό που λένε πως ξυπνούν οι ήρωες και σε καθοδηγούν. Ε, λοιπόν, οι ήρωες να κάτσουν στα αυγά τους, δεν είναι αυτή η δουλειά τους. Αυτή είναι δική μου δουλειά. Και τότε ξεκινά ο γολγοθάς, των επόμενων ημερών, των αναθεωρήσεων, των αμφιβολιών, των χαμένων «καλών ημερών», να διορθώνεις τις παλιές σελίδες, αντί να γράφεις καινούριες.

Και των σχεδιαγραμμάτων. Δε ξέρω αν το ανέφερα ποτέ, αλλά τα πλάνα των μυθιστορημάτων είναι για να καταπατούνται, τα φτιάχνεις τη μια, τα ξεχνάς την άλλη. Σε αυτό το κομμάτι η πεζογραφία μοιάζει λιγάκι με την ποίηση, αν ξέρεις την πρώτη λέξη που θα βάλεις στο χαρτί τότε τα σχέδια σε προσπερνούν. Ή τα προσπερνάς.

Το μεγάλο κείμενο που μετά από τόσα βάσανα και κόπους, συνεχείς αναθεωρήσεις και διορθώσεις, ολοκληρώνεται είναι μια μεγαλειώδης στιγμή. Ακόμα κι αν έγραψες μια χαζομάρα, ένα εύκολο πράγμα. Δεν υπάρχουν εύκολα κείμενα. Τουλάχιστον για αυτόν που πόνεσε πάνω τους ένα ή δυο χρόνια.

Και μετά τί; Τους πρώτους μήνες δεν θέλεις να το ξαναδείς στα μάτια σου. Τους επόμενους, αν σιγά το πιάνεις να το διαβάσεις στο κρεβάτι σαν οποιοδήποτε άλλο βιβλίο αγαπημένο, τότε κάτι καλό συμβαίνει. Και το βγάζεις στη γύρα. Και μην με φουντώνετε με κακές ερωτήσεις «Ποιά είναι η γύρα;». Αυτό το ξέρουμε όλοι. Φωτοκόπιες που κάθονται αναπαυτικά στα γραφεία των εκδοτών κι ένα ευγενικό αρνητικό σημείωμα στο τέλος της μέρας.

14/6/09

Τρίτη

Ήταν ένα άγριο πρωινό Τρίτης. Ο αέρας έξω λυσσομανούσε, η υγρασία κολλούσε στην ατμόσφαιρα. Μάλλον έβρεχε. Το ξυπνητήρι χτύπησε κατά τις εξίμησι κι η Καιτούλα σηκώθηκε τουρτουρίζοντας από το κρεβάτι. Φορούσε μια κοντή μαύρη νυχτικιά όλο ροζ δαντέλα στα τελειώματα. Τα πόδια της ήταν εξαιρετικά για μια τόσο μικροκαμωμένη γυναίκα και το ντεκολτέ της φάνταζε ακόμα πιο άσπρο από ό,τι συνήθως στο σκοτάδι. Έκανε να κινηθεί προς το μέρος του Νίκου. Τελικά το μετάνιωσε και τον άφησε να κοιμάται.

Σύρθηκε ως την τουαλέτα. Πάντα σιχαινόταν τη μοντέρνα διακόσμηση. Κι όμως την είχε ανεχτεί για χάρη του. Αυτή και τόσα άλλα. Οι τοίχοι ήταν στρωμένοι με σκούρο γκρι πλακάκι που μίκραινε το χώρο. Ένας μεταλλικός καταρράκτης κατέβαινε ακριβώς μπροστά της, αντανακλούσε το φως και την τύφλωνε. Η γυναίκα στάθηκε στον πλακέ τετράγωνο νιπτήρα και ο καθρέφτης την κοίταξε εξεταστικά. Το πρόσωπό της άλλοτε ήτανε όμορφο. Τώρα δυο βαθιές ρυτίδες-παρενθέσεις το πλαισίωναν. Αναρωτήθηκε αν άξιζε τον κόπο να προσπαθήσει και σήμερα.

Στην κουζίνα, απορροφημένη στις σκέψεις της, χάζεψε για λίγο εξω από το παράθυρο τον καιρό που χειροτέρευε. Ανατρίχιασε, έτσι όπως πατούσε με γυμνά πόδια στο κρύο πάτωμα. Όταν επανήλθε στην πραγματικότητα, ο καφές της έβραζε ήδη. Έμεινε να τον κοιτάζει καθώς μικρές φουσκάλες σχηματίζονταν στην επιφάνεια του, έπειτα έπεφταν πάλι. «Χωρίς καϊμάκι και σήμερα λοιπόν», παραδέχτηκε μέσα της. Η γυάλινη επιφάνεια της τραπεζαρίας δεν την καλοδέχτηκε. Πήγε και χώθηκε στον καναπέ. Φορούσε ακόμα τη νυχτικιά της, ούτε καν μια ρόμπα να προφυλαχτεί, όταν εμφανίστηκε εκείνος.

Ήταν μελαχρινός, κοντός μα γεροδεμένος. Το κορμί του –παράδοξο – ανέδυε μια μυρωδιά χώματος και βρεγμένου γρασιδιού. Ίσως όμως να ήταν μονάχα η ιδέα της. Τον προσκάλεσε κι εκείνος χώθηκε στην αγκαλιά της. Μπόρεσε έτσι, ίσως με κάποια λύπη, να δει τις πρώτες άσπρες τρίχες ανάμεσα στα άλλοτε κορακίσια γένια του. «Με τσιμπούν», του είπε όταν προσπάθησε να τη φιλήσει. Εκείνος ελαφρά θιγμένος εξαφανίστηκε προς το μπάνιο και αναπτέρωσε τις ελπίδες της. Ίσως να γλίτωνε και σήμερα.

Ο Νίκος, που πάντοτε ως τώρα ήταν κύριος, που είχε φερθεί με τον καλύτερο τρόπο στα παιδιά και στα εγγόνια τους, που την αγαπούσε με το σταθερό και ήρεμο τρόπο των πολυκαιρισμένων ζευγαριών, είχε γίνει άλλος άνθρωπος από τότε που οι κόρες τους έφυγαν από το σπίτι, παντρεύτηκαν κι έκαναν οικογένεια. Τη διεκδικούσε συνέχεια, την κυνηγούσε στους διαδρόμους, στο νεροχύτη, στα παιδικά δωμάτια. Ζητούσε μια δεύτερη νεότητα, ένα μήνα του μέλιτος που δεν έζησαν ως νιόπαντροι. Τα πρωινά οι διαθέσεις του ήταν χειρότερες. Από τότε που είχε συνταξιοδοτηθεί δεν την άφηνε σχεδόν ποτέ να φύγει χωρίς μια γερή δόση σεξ.

«Τους δίνουν τη σύνταξη νωρίς κι έπειτα αφήνουν εμάς να βγάλουμε το φίδι από την τρύπα», σκεφτόταν εκείνη. Εθελουσία έξοδος με ένα γερό πακέτο. Για να μείνει έπειτα η Καίτη μόνη να φροντίζει το σπίτι, τη δουλειά της, τα εγγόνια, την ευρύτερη οικογένεια κι αυτός να γυρνά όλη μέρα σαν την άδικη κατάρα από καφενείο σε σινεμά, κι από πολιτιστικό σύλλογο σε θεατρική ομάδα. Ο Νίκος να προσπαθεί να γεμίσει έναν ατελείωτο ελεύθερο χρόνο κι αυτή να κυνηγά το ρολόι μπας και την αφήσει ήσυχη μια στάλα. Αλλά αυτός ανένδοτος.

Ο Νίκος βγήκε από το μπάνιο ανανεωμένος. Τώρα η μυρωδιά του σαπουνιού και του άφτερ-σέιβ τη συνεπήρε. Τον ρώτησε αν θα βοηθούσε με κάποιες από τις εξωτερικές δουλειές του σπιτιού κι εκείνος, ως συνήθως, αρνήθηκε. Δεν ήξερε, δεν μπορούσε, ποτέ άλλοτε δεν είχε αναγκαστεί να τις κάνει. Η Καίτη αναστέναξε. Όλα στους ώμους της πάλι. Εκείνος τη φίλησε για ώρα στο στόμα κι ήταν η οικειότητά τους τέτοια, το κορμί του τόσο αβάσταχτα δοσμένο στη στιγμή, που δεν κρατήθηκε.
«Σε αγαπώ, μαναράκι μου», της ψιθύρισε στο αυτί.
«Έχω λίγο χρόνο ακόμα πριν φύγω», είπε εκείνη. «Στο δωμάτιο;»

13/6/09

Η Ξύλευση



O Thomas Bernhard είναι από τους συγγραφείς που αγαπώ. Η «Διόρθωση» θα μείνει σκαλωμένη στη μνήμη μου. Τα δικά του βιβλία, η αντιφατική ζωή και προσωπικότητά του πάντα ήταν ένα αίνιγμα κάπως δυσεπίλυτο και τελικά τόσο οικείο που δεν υπήρχε επιστροφή. Έτσι και με την «Ξύλευση», μια νουβέλα, στατική κι όμως εντελώς ξεσηκωτική. Η πλοκή του έργου διαδραματίζεται όλη σε ένα καλλιτεχνικό δείπνο. Ο αφηγητής και πρωταγωνιστής κάθεται σε μια μπερζέρα κι αναλογίζεται το μίσος του για τον καλλιτεχνικό κόσμο γύρω του, την αυθεντικότητα μιας πρόσφατα αυτόχειρος φίλης του, που ποτέ δεν κατάφερε να γίνει μεγάλη καλλιτέχνις, την αποστροφή του για το δήθεν που τον περιτριγυρίζει. Η βραδιά κρατά σε μάκρος γιατί περιμένουν έναν ηθοποιό, τιμώμενο πρόσωπο του δείπνου να τελειώσει με την παράσταση της Αγριόπαπιας.


Το βιβλίο με τον γνωστό μονότονο, αλλά και υποβλητικό τρόπο του Αυστριακού συγγραφέα φέρνει στο τέλος τον αφηγητή σε ένα τρελό δρόμο μέσα στη Βιέννη, όπου συνειδητοποιεί πως αγαπά να μισεί την πόλη του κι αγαπά να μισεί τους ανθρώπους του. Αλλά τελικά είναι ένα με αυτούς, τους ανήκει και του ανήκουν.


Η κατάδυση στην ανθρώπινη ψυχή είναι δύσκολη τέχνη. Μπορεί στιγμές στιγμές να γίνει βαρετή ή αφόρητη. Στην πρώτη περίπτωση συζητάμε για ένα μέτριο καλλιτεχνικά βιβλίο, στη δεύτερη για ένα αριστούργημα. Γιατί το να μετουσιώσεις την απόγνωση που νιώθουμε μπροστά στα άλυτα φιλοσοφικά ερωτήματα σε τέχνη που μιλά βαθιά και ανθρώπινα, είναι τελικά ένας σκοπός ανώτερος μεν, ουσιαστικά πάντα άυλος και ανέφικτος, δε.

7/6/09

Το θαύμα της αναπνοής



Κάποιος σου δίνει μια δουλειά με υπέρογκες αμοιβές κι εσύ δεν πρέπει παρά να αφιερώσεις λίγο από το χρόνο και λίγο από το χώρο σου. Είσαι άνεργος με μάνα άρρωστη και ερωμένη χρόνια που θα ήθελες να την αποκαταστήσεις. Υπογράφεις το συμβόλαιο. Όλα είναι καλά μέχρι που η εταιρεία απαιτεί λίγο ακόμα από το χώρο σου, και λίγο ακόμα από το χρόνο σου, σε κυκλώνει σταδιακά, ώσπου καταλαμβάνει όλη τη ζωή σου, συνεχίζοντας να σε πληρώνει αδρά. Κι εσύ, εγκλωβίζεσαι στην ίδια στάση, τους αφήνεις γιατί κι οι γύρω σου σε ενθαρρύνουν να τσαλαπατούν πάνω σου. Ώσπου δεν σου μένει τίποτα άλλο παρά μόνο να ανασαίνεις.

«Το θαύμα της αναπνοής» του Δημήτρη Σωτάκη, ένα μικρό μυθιστόρημα με σαφή παραβολικά στοιχεία, έχει κάτι από την αύρα του Λάθους του Σαμαράκη, και σου δημιουργεί την ανάγκη να το διαβάσεις μονορούφι. Δεν έχω διαβάσει τα άλλα του βιβλία, αλλά με τη γνωστή εμμονή μου υποψιάζομαι πως θα το κάνω πολύ σύντομα. Χαίρομαι.

3/6/09

American Pastoral



Για το American Pastoral ο Phillip Roth έχει κερδίσει το Πούλιτζερ. Το βιβλίο ακολουθεί μέσω του αγαπημένου alter ego του Roth, Nathan Zuckerman, τη ζωή του Seymour "Swede" Levov, ενός κλασικού Αμερικάνου «θεού» των αθλημάτων στο Λύκειο που όμως απαρνιέται τη ζωή της δόξας για να πάρει την οικογενειακή βιοτεχνία γαντιών και να πραγματώσει το Αμερικάνικο όνειρο, σπίτι, ακριβό αμάξι, σκυλί, γυναίκα και παιδιά ( με αυτή τη σειρά). Είναι ένας απόλυτα «πολιτικώς» ορθός τύπος, που κάποια στιγμή μια ανωμαλία συμβαίνει στη ζωή του. Η κόρη του Μαίρη αναμιγνύεται με τα πολιτικά και θέλοντας να βάλει τον πόλεμο μέσα στην Αμερική, βάζει μια βόμβα. Εκείνη εξαφανίζεται κι η ζωή του πατέρα της παραμένει βαθιά πληγωμένη.

Το θέμα είναι πιασάρικο, με πολιτικές αιχμές και μομφές για το «Αμερικάνικο όνειρο», η αρχή είναι εξαιρετική. Όμως το βιβλίο έχει σοβαρότατα προβλήματα πλοκής, όλα τα βασικά στοιχεία μας παρουσιάζονται από την αρχή και μετά δεν μένει παρά μια ατελείωτη φλυαρία πολλών σελίδων. Ο Phillip Roth δεν είναι από τους αγαπημένους μου αλλά δεν μπορώ να πω πως δεν απόλαυσα το «Human stain». Το American pastoral πάντως μου έγινε αφόρητο και το τελείωσα μονάχα καθαρά από βιβλιοφαγική διαστροφή.

31/5/09

Περί τυφλώσεως *

Ξύπνησα και ήμουν τυφλός. Έτσι απλά, χωρίς αιδώ, χωρίς ντροπή, κάποιος είχε πάρει το φως μου, το είχε καταχραστεί. Δεν μου είναι τελείως άγνωστη η κατάσταση, κι οι δυο γονείς μου είναι τυφλοί εκ πεποιθήσεως, αρνήθηκαν την εγχείρηση, όπως εγώ. «Εάν είναι να βλέπω με τα μάτια κάποιου άλλου, προτιμώ να μη βλέπω καθόλου», είπε ο πατέρας την αρχαία εκείνη εποχή, τότε που του πρότειναν για πρώτη φορά την ανταλλαγή. Αρνήθηκε, θυσιάστηκε και πήρε τα εκατομμυριάκια της αποζημίωσης που μας αναλογούσαν από την καταστροφή στο εργοστάσιο.

Η μάνα μου τον ακολούθησε κάποια χρόνια αργότερα. Θέλω να πιστεύω πως το έκανε μονάχα από αυταπάρνηση για κείνον κι όχι από κάποια ψυχιατρική διαστροφή. Ήθελε να είναι στον κόσμο του, να καταλαβαίνει τον πόνο του. Εξάλλου εκείνη του έβαλε την ιδέα να αρνηθεί τη μεταμόσχευση. Εάν είχε βάλει τα καινούργια μάτια θα είχε εξαναγκαστεί να ζει όπως παλιά, εργάτης σε εργοστάσιο στα βαρέα και ανθυγιεινά, δεν την ήθελε αυτή τη ζωή για την οικογένεια. Κόπιασε πολύ για να τον πείσει. Και μόνον όταν έφτασε στο ύστατο επιχείρημα – «στην επόμενη διαρροή μπορεί να πρέπει να σου αντικαταστήσουν το πέος. Είσαι έτοιμος για κάτι τέτοιο;» – φάνηκε ο πατέρας να συμφωνεί μαζί της.

Δεν περάσαμε κι άσχημα τα χρόνια της τυφλώσεως, το ομολογώ. Αυτό με οδήγησε στη Μεγάλη Απόφαση. Αρνήθηκα τη γνωστή εγχείρηση, που αφορά όλους τους νέους της γενιάς μου πια, από αλληλεγγύη στους γονείς μου. Ή από καθαρό ωφελιμισμό. Μπορώ να κρατήσω τα μεγαλεία με το μικρότερο δυνατό κόστος, όλα μέσα στο σπίτι είναι έτσι διαμορφωμένα που το να αν είσαι ή δεν είσαι τυφλός δεν έχει σημασία. Η μεγάλη έπαυλη, που αποκαλώ χαϊδευτικά «home», τα έχει όλα, πισίνες και γυμναστήρια, σαλόνια και κρεβατοκάμαρες, μα πάνω από όλα υπηρέτες βλέποντες που κάνουν τα πάντα, είναι τα μάτια και τα χέρια και τα αυτιά μας. Δεν είμαι διατεθειμένος να τα χάσω, να ενδώσω, θα αναιρούσε την κληρονομιά των δικών μου.

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια δεν ετίθετο θέμα, ήταν τόσοι λίγοι αυτοί που είχαν αρνηθεί το φως τους για τη χλιδή, που δεν δημιουργούνταν προβλήματα, τα παιδιά τους μπορούσαν να κάνουν τη μεταμόσχευση χωρίς τύψεις. Αλλά τώρα που η κατάσταση έχει χειροτερέψει αισθητά και κανείς πια στον πλανήτη δεν μπορεί να κρατήσει το φως του με φυσικά μέσα, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Τώρα όλο και περισσότεροι είναι αυτοί που είναι διατεθειμένοι να κάνουν τη θυσία, να παραμείνουν τυφλοί και πλούσιοι. Η κυβέρνηση έχει θέσει βέτο ή τυφλός ή εργάτης.

Ξύπνησα κάθιδρος. Δεν ήμουν τυφλός. Ίσως κάποτε τα παιδιά μου να με σιχτίριζαν για την επιλογή μου, να με λοιδορούσαν που δεν άντεξα στο χλιδάτο σκοτάδι των γονιών μου, που δεν ακολούθησα το ηρωικό μονοπάτι. Τώρα θα έπρεπε να δουλέψω. Σηκώθηκα και πήγα στον καθρέφτη με προσοχή. Τα μάτια που επέλεξα, γαλάζια σαν τα προηγούμενα, με κοίταξαν με τη μηχανική τους απλότητα και δεν με απογοήτευσαν. Δεν είχα καμία άλλη απαίτηση παρά μόνον να βλέπουν κι αυτά πειθήνια με καλωσόρισαν χαμογελαστά, με βοήθησαν να δω τον εαυτό μου στον καθρέφτη, να εμπεδώσω το μέγεθος της απόφασης, με παρατήρησαν έτσι όπως θα έκαναν με κάθε ξένο γοητευτικό, μα στη βάση αδιάφορο κι η ανακούφιση απλώθηκε μέσα μου σαν τη μεγάλη παλίρροια, με πλημμύρισε και με φούσκωσε κι έπειτα με ένα δυνατό έντονο ήχο κύματος με ξέβρασε στα βράχια της αρτιμέλειας.
*είμαι μεγάλη ψωνάρα