Η χαρά του μεγάλου κειμένου είναι απερίγραπτη, το ίδιο κι η δυσκολία του. Και δε μιλώ πια για την ανάγνωση, αλλά τη γραφή. Η αίσθηση του τελειωμένου «μεγάλου», είτε είναι ένα κανονικό διήγημα είτε ένα μυθιστόρημα μπορεί να συγκριθεί με λίγα πράγματα. Δεν έχω γίνει μάνα ακόμα και δε θα επιχειρήσω το βλάσφημο συσχετισμό. Πάντως είναι συναίσθημα μοναδικό.
Από την άλλη η δυσκολία μιας ολοκληρωμένη ιστορίας, με αρχή, μέση τέλος, ή και όχι απαραιτήτως με αυτή τη σειρά είναι κι αυτή ασήκωτη. Ένα μεγάλο κείμενο δε γράφεται σε μια στιγμή ή σε μια μέρα έμπνευσης, απαιτεί μέρες δουλειάς, και κάποιες από αυτές τις μέρες θα είναι…ατυχείς συγγραφικά. Αυτές χωρίζονται σε δυο κατηγορίες, στις μέρες που δε μπορείς να γράψεις καθόλου, κι αυτό δημιουργεί εκνευρισμό μεν, δεν βλάπτει το κείμενο δε. Και αυτές που νομίζεις πως το έχεις και δεν…
Τούτες είναι πολύ πιο επικίνδυνες και ύπουλες. Γιατί δεν είναι απλά μια κακογραμμένη σελίδα ανάμεσα σε τόσες άλλες, μπορεί με μια σου λέξη να δώσεις τροπή σε ένα ολόκληρο μυθιστόρημα που δεν την ήθελες. Ίσως να είναι αυτό που λένε πως ξυπνούν οι ήρωες και σε καθοδηγούν. Ε, λοιπόν, οι ήρωες να κάτσουν στα αυγά τους, δεν είναι αυτή η δουλειά τους. Αυτή είναι δική μου δουλειά. Και τότε ξεκινά ο γολγοθάς, των επόμενων ημερών, των αναθεωρήσεων, των αμφιβολιών, των χαμένων «καλών ημερών», να διορθώνεις τις παλιές σελίδες, αντί να γράφεις καινούριες.
Και των σχεδιαγραμμάτων. Δε ξέρω αν το ανέφερα ποτέ, αλλά τα πλάνα των μυθιστορημάτων είναι για να καταπατούνται, τα φτιάχνεις τη μια, τα ξεχνάς την άλλη. Σε αυτό το κομμάτι η πεζογραφία μοιάζει λιγάκι με την ποίηση, αν ξέρεις την πρώτη λέξη που θα βάλεις στο χαρτί τότε τα σχέδια σε προσπερνούν. Ή τα προσπερνάς.
Το μεγάλο κείμενο που μετά από τόσα βάσανα και κόπους, συνεχείς αναθεωρήσεις και διορθώσεις, ολοκληρώνεται είναι μια μεγαλειώδης στιγμή. Ακόμα κι αν έγραψες μια χαζομάρα, ένα εύκολο πράγμα. Δεν υπάρχουν εύκολα κείμενα. Τουλάχιστον για αυτόν που πόνεσε πάνω τους ένα ή δυο χρόνια.
Και μετά τί; Τους πρώτους μήνες δεν θέλεις να το ξαναδείς στα μάτια σου. Τους επόμενους, αν σιγά το πιάνεις να το διαβάσεις στο κρεβάτι σαν οποιοδήποτε άλλο βιβλίο αγαπημένο, τότε κάτι καλό συμβαίνει. Και το βγάζεις στη γύρα. Και μην με φουντώνετε με κακές ερωτήσεις «Ποιά είναι η γύρα;». Αυτό το ξέρουμε όλοι. Φωτοκόπιες που κάθονται αναπαυτικά στα γραφεία των εκδοτών κι ένα ευγενικό αρνητικό σημείωμα στο τέλος της μέρας.
Από την άλλη η δυσκολία μιας ολοκληρωμένη ιστορίας, με αρχή, μέση τέλος, ή και όχι απαραιτήτως με αυτή τη σειρά είναι κι αυτή ασήκωτη. Ένα μεγάλο κείμενο δε γράφεται σε μια στιγμή ή σε μια μέρα έμπνευσης, απαιτεί μέρες δουλειάς, και κάποιες από αυτές τις μέρες θα είναι…ατυχείς συγγραφικά. Αυτές χωρίζονται σε δυο κατηγορίες, στις μέρες που δε μπορείς να γράψεις καθόλου, κι αυτό δημιουργεί εκνευρισμό μεν, δεν βλάπτει το κείμενο δε. Και αυτές που νομίζεις πως το έχεις και δεν…
Τούτες είναι πολύ πιο επικίνδυνες και ύπουλες. Γιατί δεν είναι απλά μια κακογραμμένη σελίδα ανάμεσα σε τόσες άλλες, μπορεί με μια σου λέξη να δώσεις τροπή σε ένα ολόκληρο μυθιστόρημα που δεν την ήθελες. Ίσως να είναι αυτό που λένε πως ξυπνούν οι ήρωες και σε καθοδηγούν. Ε, λοιπόν, οι ήρωες να κάτσουν στα αυγά τους, δεν είναι αυτή η δουλειά τους. Αυτή είναι δική μου δουλειά. Και τότε ξεκινά ο γολγοθάς, των επόμενων ημερών, των αναθεωρήσεων, των αμφιβολιών, των χαμένων «καλών ημερών», να διορθώνεις τις παλιές σελίδες, αντί να γράφεις καινούριες.
Και των σχεδιαγραμμάτων. Δε ξέρω αν το ανέφερα ποτέ, αλλά τα πλάνα των μυθιστορημάτων είναι για να καταπατούνται, τα φτιάχνεις τη μια, τα ξεχνάς την άλλη. Σε αυτό το κομμάτι η πεζογραφία μοιάζει λιγάκι με την ποίηση, αν ξέρεις την πρώτη λέξη που θα βάλεις στο χαρτί τότε τα σχέδια σε προσπερνούν. Ή τα προσπερνάς.
Το μεγάλο κείμενο που μετά από τόσα βάσανα και κόπους, συνεχείς αναθεωρήσεις και διορθώσεις, ολοκληρώνεται είναι μια μεγαλειώδης στιγμή. Ακόμα κι αν έγραψες μια χαζομάρα, ένα εύκολο πράγμα. Δεν υπάρχουν εύκολα κείμενα. Τουλάχιστον για αυτόν που πόνεσε πάνω τους ένα ή δυο χρόνια.
Και μετά τί; Τους πρώτους μήνες δεν θέλεις να το ξαναδείς στα μάτια σου. Τους επόμενους, αν σιγά το πιάνεις να το διαβάσεις στο κρεβάτι σαν οποιοδήποτε άλλο βιβλίο αγαπημένο, τότε κάτι καλό συμβαίνει. Και το βγάζεις στη γύρα. Και μην με φουντώνετε με κακές ερωτήσεις «Ποιά είναι η γύρα;». Αυτό το ξέρουμε όλοι. Φωτοκόπιες που κάθονται αναπαυτικά στα γραφεία των εκδοτών κι ένα ευγενικό αρνητικό σημείωμα στο τέλος της μέρας.

