6/2/16

"Πόλη στις φλόγες", Garth Risk Hallberg



Ήταν ανάμικτα τα συναισθήματα όταν έπιασα στα χέρια μου την «Πόλη στις φλόγες». Από την μια με φόβιζε το hype του βιβλίου, τα 2 εκατομμύρια δολάρια που έλαβε για αυτό ο άγνωστός μας Χάλμπεργκ, το διαφημιστικό πανδαιμόνιο, από την άλλη με έτρωγε η περιέργεια, τι έγραψε ένας Αμερικανός στην ηλικία μου που να χωρά σε 1024 σελίδες και να γίνεται για αυτό ήδη τόσος λόγος. Νίκησε η περιέργεια. 

Με αφορμή μια μάλλον χαλαρή αστυνομική πλοκή, ο συγγραφέας στήνει μια τοιχογραφία της Νέας Υόρκης και δη του Μανχάταν στα τέλη της δεκαετίας του '70. Η πλοκή αρχίζει ουσιαστικά την νύχτα της παραμονής της Πρωτοχρονιάς του 1977 και τελειώνει την 13η Ιουλίου 1977 την βραδιά του μεγάλου μπλακ άουτ στην Νέα Υόρκη. Την παραμονή του χρόνου πυροβολείται η 17χρονη Σαμ Τσιτσάρο, ένα κορίτσι που έχει σχέσεις με την πανκ κουλτούρα και προσπαθεί να προσδιοριστεί μέσα από αυτό. Γύρω της στήνεται ένα γαϊτανάκι χαρακτήρων που συνδέονται μεταξύ τους με τις πιο απίθανες σχέσεις και μαθαίνουμε για αυτούς διεξοδικά και αναλυτικά. Την Σαμ βρίσκει πυροβολημένη στο πάρκο ο 24χρονος Μέρσερ, ένας καθηγητής που προσπαθεί να γράψει το «Νέο Μεγάλο Αμερικάνικο Μυθιστόρημα» και συζεί με το Γουίλιαμ. Ο Γουίλιαμ Χάμιλτον Σουίνι ο τρίτος, είναι ένας 33χρονος ηρωινομανής, ιδρυτής του νεοπανκ συγκροτήματος Ex Posto Facto και wannabe ζωγράφος. Ταυτοχρόνως ανήκει σε εκείνη την οικογένεια Χάμιλτον Σουίνι, την πάμπλουτη και πανίσχυρη. Η αδελφή του η Ρέιγκαν, σε αντίθεση με κείνον, έχει «υποταχθεί στην θέληση της οικογένειας», είναι μέρος του Συμβουλίου κι έχει συμβιβαστεί. Είναι παντρεμένη με τον Κιθ, που ήταν ο εραστής της Σαμ Τσιτσάρο. 

Και οι συνδέσεις δεν τελειώνουν εδώ. Ο πατήρ Χάμιλτον Σουίνι είναι παντρεμένος σε δεύτερο γάμο με την Φελίσια, της οποίας ο αδελφός Έμορι είναι ένας δαιμόνιος επιχειρηματίας, που ο Γουίλιαμ αρέσκεται να φωνάζει «Δαίμονα αδελφό». Η Σαμ ήταν μπλεγμένη με ένα μια ομάδα καταληψιών, τους μετανθρωπιστές, ιδρυτής των οποίων είναι ο Νίκι Χάος, που «έκλεψε» την ιδέα και τα μέλη τον Ex Posto Facto. Οι μετανθρωπιστές- ο Σολ, το κορίτσι των Υπονόμων και ο Ντ.Τ- καίνε στρατηγικά σημεία της πόλης. Το ποιος τους χρηματοδοτεί είναι ένα αίνιγμα. Ταυτοχρόνως έχουν σχέσεις με τον κολλητό της Σαμ, τον Τσάρλι. Α, και με τον Δαίμονα αδελφό. Ενώ ένας δημοσιογράφος, ο Ρίτσαρντ, παίρνει συνέντευξη από τον πατέρα της Σαμ που είναι πυροτεχνουργός και μάστορας στα βεγγαλικά. Εκεί την γνωρίζει, ενώ είναι ταυτόχρονα φίλος του σακάτη επιθεωρητή που αναλαμβάνει την υπόθεση της επίθεσης, του Λάρι Πουλάσκι.

Αν χαθήκατε, μην φοβάστε, το βιβλίο δεν είναι τόσο χαώδες όσο ακούγεται. Βεβαίως ενδιάμεσα σε όλα αυτά παίζουν: flash backs, flash forwards, κομμάτια από το φανζίν που εξέδιδε η Σαμ, κομμάτια από το άρθρο του Ρίτσαρντ για τους πυροτεχνουργούς, ημερολόγια του γιου της Ρέιγκαν, e-mails, ιντερλούδια. Και φυσικά πολλή μουσική, πολλές αναφορές στην εποχή, σε ναρκωτικά, στην κατάσταση της πόλης που παραπαίει ανάμεσα στην βία και στην φτώχεια, σε καλλιτέχνες. 

Αυτό που κατάφερε καλά ο Χάλμπεργκ ήταν να φτιάξει ατμόσφαιρα. Νιώθεις πως είσαι εκεί κι ας ήσουν, όπως κι εκείνος, αγέννητος τότε. Αυτό που δεν κατάφερε πλήρως είναι να ορίσει το υλικό του. Κάποιοι χαρακτήρες παρά την διεξοδική καταγραφή τους μένουν μονοδιάστατοι- είναι ακραία καλοί ή ακραία κακοί. Κάποιοι άλλοι ενώ ξεχωρίζουν- ο Μέρσερ ας πούμε είναι μαύρος, γκέι, επαρχιωτάκι- μιλάνε όπως όλοι οι άλλοι. Και φυσικά όλες αυτές οι συνδέσεις δεν είναι επ' ουδενί αληθοφανείς. 

Παρόλα αυτά είμαι πεπεισμένη πως πρόκειται για έναν εξαιρετικά ταλαντούχο συγγραφέα. Δεν έχασε το νήμα της αφήγησης, είναι παραμυθάς, μίλησε για ό,τι τον απασχολούσε. Το «Πόλη στις φλόγες» είναι αστυνομικό, μυθιστόρημα ενηλικίωσης, family saga, έχει μέσα συνωμοσίες και σπασμένες οικογένειες, αναφορές και όραμα. Ο Χαλμπεργκ αν μη τι άλλο δεν είναι μίζερος, είναι ένας τύπος που προσπάθησε να κάνει το «μεγάλο κόλπο» από το πρώτο του – σχεδόν- βιβλίο. Δεν τα κατάφερε τελείως, δεν είναι το «Πόλη στις φλόγες» ούτε «ο Ζοφερός οίκος», ούτε «ο Υπόγειος κόσμος», όμως δεν μπορείς παρά να τα φέρεις στο μυαλό σου όταν το διαβάζεις. Και μόνον πως στέκεται στην σύγκριση με ψηλά στο κεφάλι, δίνει μεγάλες ελπίδες για το μέλλον πως βρέθηκε ακόμα ένας «μεγάλος Αμερικανός συγγραφέας». 


                                                                                         Κατερίνα Μαλακατέ
                                                          


"Πόλη στις φλόγες", Γκαρθ Ρισκ Χάλμπεργκ, μετ. Γιώργος Κυριαζής, εκδ. Κέδρος, 2015, σελ. 1024


2/2/16

Πώς πέρασες τη μέρα σου - (8 π.μ.) του Μαραμπού




 Ο Οδυσσέας του Τζέημς Τζους ξεκινάει θεαματικά με μία εξαιρετική διακωμώδηση της Θείας Λειτουργίας, φανερώνοντας από την αρχή την συγκρουσιακή σχέση με την Καθολική Εκκλησία, την οποία και θα εντείνει στην συνέχεια. Μια στιγμή. Ένα μικρό προβληματάκι με αυτά τα λευκά αιμοσφαίρια. Αυτά τα εμπνευσμένα λόγια χρησιμοποιεί ο Μπακ Μάλλιγκαν, φοιτητής της ιατρικής, για να διακωμωδήσει την δυσκολία μετουσίωσης του άρτου και οίνου σε σώμα και αίμα του Χριστού κατά την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας!

Ο Μπακ Μάλλιγκαν είναι υπαρκτό πρόσωπο, πρόκειται για τον Όλιβερ Γκόγκαρτι, άσπονδο φίλο του Τζόυς, έναν πνευματώδη και φιλόδοξο νέο με τον οποίο ο Τζόυς διατηρούσε φιλικές σχέσεις αν και δεν τον εκτιμούσε καλλιτεχνικά. Αυτό το παρασκήνιο είναι πολύ σημαντικό για να κατανοήσει καλύτερα ο αναγνώστης τι συμβαίνει στο πρώτο κεφάλαιο του Οδυσσέα – ένα κεφάλαιο φαινομενικά απλό που όμως κρύβει κάποιες ασάφειες. Το πρώτο σάστισμα που αντιμετωπίζει ο αναγνώστης είναι όταν διαβάζει για έναν πύργο που ζει ο Μπακ Μάλλιγκαν και ο Στέφανος Δαίδαλος, καθώς και ένας παράξενος Άγγλος με ιρλανδικές τάσεις, ο Χέινς. Ο πύργος Μαρτέλλο ονομάζεται έτσι από το ακρωτήρι Μαρτέλλο στην Κορσική, όπου οι Άγγλοι συνάντησαν μεγάλη δυσκολία να καταλάβουν έναν παρόμοιο πύργο. Τέτοιοι πύργοι χτίστηκαν σε σημεία-κλειδιά της ιρλανδικής ακτής για άμυνα στην περίπτωση που υπήρχε γαλλική εισβολή κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους, μας πληροφορεί ο μεταφραστής αλλά και πάλι δεν μπορούμε να συλλάβουμε την σημασία που είχε αυτός ο πύργος για τον Τζόυς. Ο Τζόυς πράγματι έζησε για ένα διάστημα μέσα σ' αυτόν τον πύργο, παρέα με τον Γκόγκαρτι και τον Τρεντς (Χέινς). Ένα αναπάντεχο συμβάν όμως, που περιγράφεται μέσες άκρες και στον Οδυσσέα, τον αναγκάζει να φύγει.

 [...] Τη νύχτα της 14ης Σεπτεμβρίου ο Τρεντς άρχισε να φωνάζει στον ύπνο του νομίζοντας πως ένας μαύρος πάνθηρας ήταν έτοιμος να πηδήσει πάνω του. Χωρίς να έχει καλοξυπνήσει άρπαξε το περίστροφό του και πυροβόλησε κατά το τζάκι. Δίπλα στο τζάκι κοιμόταν ο Τζόυς. Αφού ξεμπέρδεψε με το θήραμά του, ο Τρεντς έπεσε ξανά να κοιμηθεί. Τον Τζόυς τον έπιασε ακατάσχετη τρεμούλα. Ο Γκόγκαρτι πήρε στα χέρια του το όπλο. Σε λίγο ο Τρεντς είδε καινούριο εφιάλτη και έκανε πάλι να πιάσει το όπλο του. «Άσ' το σε μένα», φώναξε ο Γκόγκαρτι και πυροβόλησε όχι βέβαια τον πάνθηρα αλλά κάτι τηγάνια που κρέμονταν πάνω από το κρεβάτι του Τζόυς και που γκρεμίστηκαν πάνω στον ξαπλωμένο ποιητή. Τρομοκρατημένος ο Τζόυς θεώρησε πως όλο αυτό το τουφεκίδι σήμαινε την αποπομπή του από τον πύργο. Χωρίς να πει λέξη ντύθηκε κι έφυγε μέσα στη μαύρη νύχτα, και έκανε όλο τον δρόμο μέχρι το Δουβλίνο με τα πόδια. 



Αυτή η αποπομπή από τον πύργο, μεγιστοποιήθηκε στο μυαλό του Τζόυς ο οποίος την μετέφρασε ως βαρύτατη προσβολή προς τον ίδιο και την τέχνη του και αποτέλεσε το έναυσμα για την έναρξη της μακροχρόνιας εξορίας του. Ένα ακόμα περιστατικό είχε συμβάλει αποφασιστικά. Ο Τζόυς είχε εκδώσει ένα ποίημα-μανιφέστο με τίτλο το “Ιερό λειτούργημα” μέσα στο οποίο τα έβαζε με το καλλιτεχνικό κατεστημένο της εποχής και τους ψευτολογοτεχνίζοντες συγγραφείς, συμπεριλαμβανoμένου και του Γκόγκαρτι. Ο Τζόυς πάντως είχε πάρει την απόφαση να αναγκάσει όλους τους φίλους του να κοιταχτούν στον καθρέφτη που ο ίδιος θα βαστούσε μπροστά τους. Σε ένα απόσπασμα του ποιήματος διαβάζουμε τα εξής:

 Κι έτσι μακριά στέκω και παρακολουθώ 
Το τσούρμο που σέρνεται, το παρδαλό. 
Τις ψυχές που απέχθεια νιώθουν τόση 
Για τη δική μου, που ο Ακινάτης έχει ατσαλώσει.
 Εκεί που αυτοί ζαρώσαν, σύρθηκαν, προσευχήθηκαν 
Ορθός, βαστάω τη μοίρα μου στα χέρια, ατρόμητος 
Άφιλος, μόνος, ασυντρόφευτος 
Σαν σκελετός αδιάφορος. 
Ακούνητος σαν τη βουνοκορφή υψώνω πέρα
 Αστραφτερά τα κέρατά μου στον αέρα
Κατά πώς είν' γραφτό ας συνεχίζουν
 Τους λογαριασμούς τους να ισοσκελίζουν. 
Κι αν ίσως μέχρι τον τάφο τους μοχθήσουν 
Το πνεύμα το δικό μου δεν θα κατακτήσουν 
Ούτε με την ψυχή μου η δική τους θα φιλιώσει 
Μέχρι η Μαχαμπχαράτα να τελειώσει. 
Κι αν απ' το σπιτικό τους μ' έδιωξαν σαν το σκυλί 
Το πνεύμα μου θε να τους διώξει ακόμα πιο πολύ. 

Ο Γκόγκαρτι λοιπόν κέρδισε την αθανασία μέσα από την σκιαγράφηση του χαρακτήρα του Μπακ Μάλλιγκαν (ενός εντυπωσιακού χαρακτήρα, κατά την γνώμη μου!), του κυνικού και χλευαστή φίλου του Στέφανου. Στο κεφάλαιο “Τηλέμαχος” μας γνωστοποιείται αυτή η ιδιότυπη σχέση και με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, αμέσως βλέπουμε αυτή την σχέση υπό άλλο πρίσμα. Στο ίδιο κεφάλαιο, ο Μάλλιγκαν χλευάζει την στάση του Στέφανου να μην εκπληρώσει την τελευταία επιθυμία της μητέρας του – αυτό ήταν ισχυρή ενοχή για τον Τζόυς, ο οποίος έχοντας αποκηρύξει την Καθολική Εκκλησία για χάρη της τέχνης του, αρνήθηκε σθενάρα να εκπληρώσει την επιθυμία της ετοιμοθάνατης μητέρας του που τον εκλιπαρούσε επίμονα να προσευχηθεί για την ψυχή της. Μέσα από κάθε είδους αντιστάσεις χαλυβδώνεται η ψυχή του καλλιτέχνη και αρχίζει να αποκτάει σταθερό “σώμα” κάτι που θα φανεί ευκρινέστερα και σε επόμενα κεφάλαια. Σε αυτό το πρώτο κεφάλαιο, ο ψυχισμός του Στέφανου μένει ανενεργός, κυρίως παραδίδεται στους χλευασμούς του Μάλλιγκαν χωρίς να προβάλλει ιδιαίτερη αντίσταση.


 Παράτα τους όλους, για κάτι άλλο αξίζουν. Γιατί δεν παίζεις μαζί τους όπως κάνω εγώ; Στο διάβολο όλοι τους. Ας βγούμε απ' τον ύπνο. 

Ωστόσο, ο Στέφανος παρά την ισχνή συμμετοχή του στο πρώτο κεφάλαιο, δίνει ξεκάθαρα το στίγμα που θα ακολουθήσει στην πορεία, μέσα από δύο καίριες φράσεις. Όταν οι τρεις συγκάτοικοι παίρνουν πρωινό εμφανίζεται μία Ιρλανδή γριά που τους φέρνει φρέσκο γάλα. Με αφορμή τις συζητήσεις γύρω από το γάλα και την γριά, ο Στέφανος κάποια στιγμή σκέφτεται, το μετάξι των αγελάδων και η φτωχή γριά γυναίκα, ονόματα που της δόθηκαν σε παλιούς χρόνους (Το μετάξι των αγελάδων και φτωχή γριά γυναίκα, είναι δύο παραδοσιακά επίθετα για την Ιρλανδία, σύμφωνα με τον μεταφραστή). Λίγο παρακάτω, όταν ο Χέινς (Άγγλος) δείχνει τον ενθουσιασμό του για αυτά που λέει ο Στέφανος και προσφέρεται να τα καταγράψει, πέφτει θύμα της ειρωνείας του και όταν επεμβαίνει ο Μπακ Μάλλιγκαν ακολουθεί ο παρακάτω διαφωτιστικός διάλογος: 

- Εντάξει; είπε ο Στέφανος. Το ζήτημα είναι να βρούμε χρήματα. Από ποιον; Από τη γαλατού ή απ' αυτόν; Παίζεται νομίζω. 
- Προσπαθώ να τον κάνω να αισθάνεται περήφανος που σε γνώρισε, είπε ο Μπακ Μάλλιγκαν, κι εσύ χώνεσαι με τη βρομοπονηρόφατσά σου και τα θλιβερά ιησουίτικα σκαμπανεβάσματά σου.

Και ο Στέφανος απαντά, μετακυλώντας στα παραπάνω πρόσωπα ολόκληρο το έθνος τους!

 -Δεν βλέπω φως, είπε ο Στέφανος, ούτε απ' αυτήν ούτε απ' αυτόν. 

Αργότερα, όταν ακολουθεί μία εξαιρετική συζήτηση του Στέφανου με τον Χέινς, ο Στέφανος παραδέχεται με πλήρη συνειδητότητα, 

- Είμαι υπηρέτης δύο κυρίων, είπε ο Στέφανος, ενός Άγγλου και ενός Ιταλού. 
- Ιταλού; είπε ο Χέινς. (...) 
- Τη Βρετανική Αυτοκρατορία, απάντησε ο Στέφανος κοκκινίζοντας, και την Αγία Ρωμαϊκή και Αποστολική Εκκλησία.



 Το κεφάλαιο “Τηλέμαχος” είναι μια εξαίσια εισαγωγή στα θέματα που θα απασχολησουν τον Τζόυς στη συνέχεια, αλλά επιπλέον είναι και μια υπενθύμιση σε όλα εκείνα που τον απασχόλησαν στο παρελθόν – όποιος έχει διαβάσει το Πορτραίτο του Καλλιτέχνη έχει σχηματίσει ήδη μια σαφή εικόνα. Η γλώσσα του Τζόυς σε αυτό το πρώτο κεφάλαιο του Οδυσσέα είναι αρκετά απλή, με εκτεταμένη χρήση των διαλόγων, χωρίς όμως να λείπουν οι εντυπωσιακές μεταφορές του λόγου που θα πληθύνουν με γεωμετρική πρόοδο στη συνέχεια, αλλά ούτε και οι πρώτες ενδείξεις εσωτερικού μονολόγου που προϊδεάζουν και εκγυμνάζουν το μυαλό του αναγνώστη για το επερχόμενο burnout.


                                                                                        Μαραμπού




1/2/16

"Ο πιο παράδοξος τίτλος", γράφει η Κωνσταντίνα Μ.





Με λένε Κωνσταντίνα, και είμαι βιβλιόφιλη που ψάχνει αφορμές να μην διαβάσει για την εξεταστική. (Συγγνώμη μαμά και μπαμπά :P) 

Ένα από τα πρώτα πράγματα που μου κινούν την περιέργεια για να διαλέξω το επόμενο βιβλίο που θα διαβάσω είναι ο τίτλος του. Πολύ συχνά, στην αρχική μου σελίδα στο facebook ξεπετιούνται βιβλία με παράδοξους/αστείους/ιντριγκαδόρικους/αποτυχημένους τίτλους οπότε με παρότρυνση της οικοδεσπότισσας είπα να τους συγκεντρώσω και να τους παρουσιάσω στο blog. (ευχαριστώ Κατερίνα!) 



1) Τρέξε να σωθείς, η ζωή σε καλεί – Boris Cyrulnik
Από την περιγραφή μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι είναι βιβλίο αυτοβοήθειας. Παρ’όλα αυτά, η πρώτη εικόνα που μου ήρθε στο νου όταν διάβασα τον τίτλο ήταν ο ήχος ενός συναγερμού με κόκκινο λαμπάκι.


2) Φλογισμένη πορφύρα – Γεώργιος Ρούσσος
Ιστορικό μυθιστόρημα που αφορά την αυτοκράτειρα Θεοδώρα. Τίτλος με κακή σεξουαλική μεταφορά(θυμίζει λίγο άρλεκιν) αλλά ευκολοδιάβαστο βιβλίο.



3) Κυρίες και κύριοι καλησπέρα σας – Νανά Παλαιτσάκη
Θα μπορούσε να είναι και έναρξη οποιασδήποτε πολιτικής ομιλίας. Και όμως, είναι βιογραφία της συγγραφέα.



4) Κάψτε τα νυφικά – Παυλίνα Νάσιουτζικ
Πρώτη και μόνη σκέψη μετά την πρώτη ματιά που έριξα στον τίτλο, το γνωστό λαϊκό άσμα «Κάψτε τα όλα, μην μείνει τίποτα.» (γυναικεία λογοτεχνία)


5) Η βιογραφία μιας σκύλας - Αύγουστος Κορτώ
Αγαπώ τον Αύγουστο Κορτώ. Αλλά αυτός ο τίτλος σε συνδυασμό με το εξώφυλλο με κάνει να φαντάζομαι υστερικές σκηνές ζηλοτυπίας. (δεν έχω ιδέα τι λεει πραγματικά το βιβλίο)




6) Το τελευταίο γεύμα της Ροουζ – Χρήστος Παπαδημητρίου
Δεν ξέρω αν θα πρέπει να χαρακτηρίσω τον τίτλο μακάβριο ή σεξουαλικό, αλλά ο συνδυασμός μιας πλαστικής κούκλας με αντρική καφρίλα με τρομάζει.


7) Ωραίο το φουστάνι σου Γιώργο μου – Βασίλης Καββαθάς
Η συγκεκριμένη έκφραση με ξενίζει πάρα πολύ. Μπορώ να την φανταστώ να λέγεται με διάφορους τρόπους, κανέναν πιο ελκυστικό από τον άλλο όμως.



8) Δεν θέλω να σε χρειάζομαι αφού δεν μπορώ να σε έχω – Δήμητρα Παπαδήμα
Θυμίζει κακό όνομα φιλοσοφικού γκρουπ στο facebook. (Στην ίδια κατηγορία μπαίνουν εύκολα και βιβλία με τίτλους όπως «Και να βρεθεί θα με κυνηγάει», «Το ορκίζομαι στις ρυτίδες μου» κ.α.)



9) Με λένε Ντάτα – Λένα Μαντά
Σαν φοιτήτρια Πληροφορικής και μόνο η ιδέα ότι η λέξη Ντάτα(Data, όπως λέμε δεδομένα) μπορεί να αποτελεί γυναικείο όνομα με κάνει να γελάω σαρδόνια.



10) Το τριχωτό μίξερ – Σοφία Μαλτέζου
Προσπαθήστε να φανταστείτε τι μπορεί να είναι το τριχωτό μίξερ…Ή ψάξτε το εξώφυλλο στο google. Γέλασα πολύ όταν το είδα.







10+1) Επιβήτορας
Ήταν ο αρχικός τίτλος του «ερωτικού» βιβλίου της Χρυσηίδας Δημουλίδου μέχρι που ανακάλυψε ότι ήταν κατοχυρωμένος από άλλο βιβλίο. (της Σπεράντζας Βρανά) 
Σε γενικές γραμμές το θέμα και των δυο βιβλίων είναι σεξουαλικό, σε σημείο υπερβολής, ώστε να γελάει κανείς με την παρομοίωση στον τίτλο.




                                                                                             Κωνσταντίνα Μακριδάκη




Υ.Γ. 42 Σημείωμα της διαχειρίστριας του ιστολογίου: Της είπα, βρες δυο τρία παραδείγματα να τους παρακινήσουμε να γράψουν κι οι υπόλοιποι κι έβγαλε εντεκάδα. Αλλά πάλι καλά, γιατί στο επόμενο ποστ που θα ετοιμάσουμε με την δική σας συνεισφορά, βλέπω κατοστάδα. Πείτε κι εσείς παράδοξους (sic) τίτλους. Μπορείτε.  


31/1/16

Συζήτηση για την "Κάδμω" σήμερα 6μ.μ. στον AmagiRadio




Κλήρωση! Και εκπομπή βεβαίως. Σήμερα, με αφορμή την "Κάδμω" θα επιχειρήσουμε μαζί με την Μαρία Κακαβούλια, επιμελήτρια της νέας έκδοσης, να μιλήσουμε συνολικά για το έργο και τη ζωή της Μέλπως Αξιώτη. 

Κληρώνουμε 2 αντίτυπα "Η Κάδμω", Μέλπω Αξιώτη, ευγενική προσφορά από τις Εκδόσεις Κέδρος - Kedros Publishers. Για να λάβετε μέρος στην κλήρωση πατήστε "Μου αρέσει" και κοινοποιήστε ή σχολιάστε το ποστ στο fb ή αφήστε σχόλιο εδώ.

Διαβάζοντας live στον www.amagi.gr κάθε Κυριακή 6-8μ.μ.


Όλες τις προηγούμενες εκπομπές μας τις βρίσκετε εδώ:


'Η σε τούτα δω τα λινκς:

30/1/16

"Η Κάδμω", Μέλπω Αξιώτη



Ξαναδιαβάζοντας την Κάδμω: «Η Κάδμω είναι ένα σπαρακτικό κείμενο για τα γηρατειά και την μοναξιά», αυτό θυμόμουν από την πρώτη ανάγνωση. Ναι, η Κάδμω είναι αυτό, είναι ένα δευτεροπρόσωπο κουβεντολόι, όπου η ηρωίδα- αφηγήτρια Κάδμω μας μιλά για την ζωή της, σε 13 κείμενα σπαράγματα, γεμάτα αναδρομές στο παρελθόν, αναφορές στο παρόν, πόνο και πίκρα, κάποιες στιγμές είναι ένα σχεδόν ακατάληπτο παραλήρημα, άλλες ένα μεγαλειώδες κομμάτι φιλοσοφίας. Όμως το βιβλίο παίρνει άλλη μορφή μόλις μάθεις και συνειδητοποιήσεις αυτό που δεν ήξερε ο εικοσάχρονος εαυτός μου της πρώτης φοράς: Η Κάδμω είναι η Μέλπω. 


      Μάζεψε τώρα τα χαρτάκια, τις σημειώσεις σου, καθώς είσαι πλαγιασμένη. Κλείσε τα μάτια σου και τα’ αυτιά. Άφησε πια την ελπίδα ότι κάποιος θα έρθει κι από την κλειδαρότρυπα έστω θα προσπαθήσει να σε δει. Βάλε σε μια γωνιά τα χαρτάκια που μάζευες με τόση προσοχή. Μείνε εσύ μαζί μ’ εσένα. Πρέπει τώρα πια να τα πεις. Μα ποιος θα τ’ ακούσει. Ποιος θα τα πιστέψει. Την ελπίδα αυτή άφησέ την πια καταμέρος.
       Γιατί ο άλλος, ο πλησίον, ο αναγνώστης σου, ας πούμε, πώς να σε καταλάβει. Είναι κάτι παρόμοιο με τα σπίτια τα παλαιά: που τα στυλώνουν να μη γείρουν, τους βάφουν το μουστάκι τους με χρωματιστή μαντέκα: διάφορα τέτοια μυστικά.
        Βαστούν, βαστούν τα πράγματα, και ξαφνικά τσακίζουν· λίγο- λίγο, μόλις. Το βλέπεις για πρώτη φορά. Πότε έγινε αυτό; Ούτε που το κατάλαβες: η φθορά έρχεται γρήγορα στα πράγματα, όπως και στον άνθρωπο. 


Υπό αυτό το πρίσμα, το κείμενο παύει να είναι απλά σπαρακτικό, σε στιγμές είναι τόσο συγκινητικό που δεν θέλεις, δεν θέλεις να το διαβάζεις αυτό για έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να είχε δώσει τόσα, αν δεν τον κατασπάραζε η ζωή. Η Μέλπω Αξιώτη μπήκε πολύ δυναμικά στα ελληνικά γράμματα κι έπειτα με ένα σωρό περιπέτειες που περιελάμβαναν 18 χρόνια εξορίας στις χώρες του Ανατολικού μπλοκ και αρκετά στρατευμένα και λογοκριμένα κείμενα γύρισε στα εξήντα της στην Ελλάδα κι έγραψε την Κάδμω. Ένα αυτοβιογραφικό κείμενο με όλες τις αρετές των πρώτων της, που φλερτάρει με τον μοντερνισμό, αναδεικνύει την προφορικότητα και τον αυθορμητισμό της γραφής της. 

Η γλώσσα της είναι ιδιότυπη, με διαφορετική ορθογραφία και στίξη, το δεύτερο πρόσωπο βοηθά να έρχεσαι κοντά αλλά να κρατιέσαι σε απόσταση, η γραφή είναι πρωτοποριακή για την εποχή, σαν να μην είναι γραμμένο από Έλληνα αλλά ξένο λογοτέχνη. Η Κάδμω-Μέλπω είναι αφηγήτρια που δεν σε αφήνει να ανασάνεις, την απασχολούν η ματαίωση των ονείρων, η μνήμη, η εγκατάλειψη, η πατρίδα, το σπίτι, ο πόνος, η απώλεια, ο θάνατος. Μέσα στην «Κάδμω» ξεχειλίζει η πίκρα. Για το χαμένο δυναμικό, για τα χαμένα φρέσκα χρόνια. Για τον θάνατο που θα έρθει. Η Κάδμω βρωμάει θάνατο. 

Τότε είχες μπροστά σου τουλάχιστον τριάντα χρόνια καιρό. Τώρα δεν θα ξανάχεις ποτέ τριάντα χρόνια- καθαρά προπάντων, αμεταχείριστα, σαν την πρώτη ποδιά, όταν ακόμα το μπάλωμα δεν την απασχολεί καθόλου. 

Η Αξιώτη απευθύνεται στον εαυτό της πρωτίστως- τον τωρινό και τον παλιό- και δευτερευόντως στον αναγνώστη. Είναι σε κακή κατάσταση υγείας και πνευματικής διαύγειας όταν γράφει την Κάδμω, όμως το κείμενο έτσι αποκτά με τις επαναλήψεις, την αυτοαναφορικότητα και τα αποσπάσματα, μια σαγήνη που έχουν μόνον τα πραγματικά έργα του μοντερνισμού. Η ταύτιση δεν προκύπτει από την ιστορία που μπορεί να μην ξέρεις, αλλά από τα ίδια τα λόγια. 

Όλα τα πρόσωπα των βιβλίων μου ζωντανεύουν τώρα και με τριγυρίζουν. Όταν θα είμαι νεκρή θα μιλούν ίσως για μένα Αλλά τι να το κάμεις όταν θα είσαι μες στη γη, τυφλή, κουφή, αναίσθητη, χωρίς αναπνοή. Πρόσωπα που ποτέ δεν βλέπεις σε συνήθεις καταστάσεις. Γυναίκες γριές, άντρες ηλικιωμένοι, παιδιά μεγάλα ή μικρότερα…. Τα δικά τους παιδιά, εκείνων που σκοτώθηκαν πάνω στα βουνά, στ’ αντάρτικα, στις στεριές και στις θάλασσες. 

"Η Κάδμω" παρέμεινε εξαντλημένη για πολλά πολλά χρόνια. Η Αξιώτη ξεχάστηκε- σε καμιά βιβλιοθήκη μόνο κάποιος υποψιασμένος όπως εγώ θα έβρισκε αντίτυπο. Τώρα όμως επανήλθε, σε μια έκδοση που ακολουθεί την αρχική σε όλα, στις περικοπές και την επιμέλεια που έκανε μαζί με το Ρίτσο, στην στίξη, λέξη λέξη και το κείμενο ακολουθείται από μια σημαντική μελέτη, της Μαρίας Κακαβούλια. Έτσι, πέρα από το πρωτογενές αίσθημα, μαθαίνεις τι είναι αυτό που κάνει την Μέλπω Αξιώτη τόσο σημαντική στα ελληνικά γράμματα. Επιτέλους "Η Κάδμω" έχει μια έκδοση που της αξίζει. 



                                                                            Κατερίνα Μαλακατέ




"Η Κάδμω", Μέλπω Αξιώτη, εκδ. Κέδρος, 2015 (πρ.εκ.1972), σελ.246. 

27/1/16

"Η Δρακοντιά", Στάθης Κοψαχείλης



Ομολογώ πως είμαι παιδί του άστεως, δεν έζησα, κι ούτε φαντάζομαι ποτέ τον εαυτό μου να ζει στην επαρχία. Για αυτό συχνά η εμμονή των Ελλήνων συγγραφέων με τις βουκολικές ιστορίες με απωθεί, νιώθω σαν να ψάχνουν να βρουν στα νιάτα τους στο χωριό την χαμένη αθωότητα που απαρνήθηκαν, κάτι να καταυγάσει και να δικαιολογήσει την υπόλοιπη ζωή τους. Θεωρητικά, όλα αυτά θα μπορούσαν να ισχύουν για την «Δρακοντιά». Ένας συγγραφέας που ζει στην Θεσσαλονίκη, αλλά γράφει για το χωριό των παιδικών του χρόνων στο Λιτόχωρο, αναθυμάται ιστορίες του Εμφυλίου, τους τρελούς του χωρίου, τα χρόνια του στο αγροτικό ιατρείο των γύρω περιοχών. Μιλάει για ανθρώπους ξεχασμένους πια, διαφορετικούς από αυτούς που βλέπει κάθε μέρα. 

Η διαφορά είναι, πως εδώ το φόντο είναι η αφορμή. Για όποιο θέμα κι αν μιλούσε επιφανειακά ο Κοψαχείλης, σε ένα θα κατέληγε, στην ανθρώπινη ευαισθησία, στις σχέσεις και τις εσωτερικές τους συγκρούσεις. Τα διηγήματά του είναι άρτια από πλευράς τεχνικής κι έχουν μια μαγεία που την νιώθεις καθώς «περνούν οι λέξεις». Τα κείμενα διαθέτουν ρυθμό. Είναι από αυτά που αξίζει να τα διαβάζει κανείς φωναχτά, για να βρει το τέμπο και να καταλάβει την υποβλητικότητά τους, τι είναι αυτό που τα ξεχωρίζει. 

Απορροφημένος τόση ώρα από το παράξενο θέαμα δεν πρόσεξα ότι το κουτάβι είχε χωθεί μέσα στην κοίτη του ρέματος, όπου, ως φαίνεται, μύριζε τα χορτάρια. Κάποια στιγμή κι ενώ ο κάβουρας έχοντας φάει από το το φίδι κατευθυνόταν πάλι προς τη δρακοντιά, συναντήθηκε με το σκυλί που εκείνη την ώρα έβγαινε από το ρέμα. Βλέποντάς τον άρχισε να παίζει μαζί του, να τον γαβγίζει και να μην τον αφήνει να προχωρήσει. Ο κάβουρας εναγωνίως, προσπάθησε να προσπεράσει κατευθυνόμενος προς την άλλη πλευρά της κοίτης, αλλά το κουτάβι πάλι δεν τον άφηνε. Πέρασαν μερικά λεπτά με αυτό το παιχνίδι του σκυλιού, ώσπου ξαφνικά είδα τον κάβουρα- αλλάζοντας σιγά σιγά χρώμα από κοκκινωπό σε γκριζογάλανο- να παραιτείται από κάθε προσπάθεια, να χαλαρώνει και να αρχίζει να βγάζει αφρούς απ' το στόμα και μέσα σε ελάχιστο χρόνο να μένει ακίνητος έχοντας αφήσει την τελευταία του πνοή...

Με λίγα λόγια, "Η Δρακοντιά" δείχνει πως ανήκει σε έναν συγγραφέα που κατέχει πια άριστα τα αφηγηματικά του μέσα, που θα μπορούσε ό,τι και να διηγηθεί, να το κάνει καλά, με σωστές κορυφώσεις, άλλοτε με μυστικές εκρήξεις και άλλοτε με εντελώς απροκάλυπτες στιγμές κάθαρσης. Ένα βιβλίο υποθήκη για ακόμα καλύτερα στο μέλλον.


                                                                                        Κατερίνα Μαλακατέ
                     
                                                                               


"Η Δρακοντιά", Στάθης Κοψαχείλης, εκδ. Μελάνι, 2015, σελ. 101












Υ.Γ. 42 Το βιβλίο θα το έπαιρνα μόνο και μόνο για το εξώφυλλο. Εξαιρετικό.