Ειλικρινά δεν ξέρω αν θα "Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν" ή πρέπει να αφήσω το βιβλίο να κατασταλάξει μέσα μου. Είναι στιγμές που το θεωρώ υπερβολικό και γελοίο, γραμμένο από μια γυναίκα που απλά δεν είναι μάνα. Από την άλλη, η αλήθεια του, η αλήθεια του να είσαι μητέρα ενός από τους εφήβους που Σκοτώνουν στα Σχολεία, είναι ακόμα πιο τρομακτική από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση της Ίβα Κατσαντουριάν για το γιο της.
Σε επιστολές προς τον σύζυγο της η μάνα μας περιγράφει πως ποτέ δεν ήθελε να γίνει μητέρα, πως μόλις γεννήθηκε ο μικρός απέρριψε το στήθος της και ούρλιαζε για το υπόλοιπο έτος, πως τελικά έγινε ένα απαθές πλάσμα που επίτηδες έμαθε τον εαυτό του να μην του αρέσει τίποτα για να μην είναι τρωτός. Μας περιγράφει δηλαδή ένα παιδί γεννημένο δολοφόνο και μια γυναίκα που κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης αλλά και μετά συμπεριφέρεται ακριβώς όπως πρέπει για να διαμορφώσει έναν αμετανόητο δολοφόνο που αντλεί ευχαρίστηση από το σούσουρο γύρω από το όνομά του και νιώθει Κάποιος επειδή σκότωσε. Όλοι οι χαρακτήρες είναι ακραίοι, είναι όμως τόσο ακραία και η πράξη, τόσο αδιανόητη και απάνθρωπη, που έχεις ανάγκη να δεις με μεγαλύτερη συγκατάβαση τον Κέβιν. Δεν γίνεται. Ο Κέβιν είναι το τέρας που είναι και η μάνα που δεν τον ήθελε και δεν τον αγάπησε ποτέ τον κατηγορεί για πράγματα απλά, όπως ότι μικρός δεν ήθελε να βγάλει την πάνα του ή της μουτζούρωσε το γραφείο, μέχρι για τερατώδη, πως έκαψε με οξύ την αδελφή του κι έχασε το μάτι της ή πως έσπασε τα φρένα του γειτονόπουλου.
Το βιβλίο δημιούργησε μεγάλη αίσθηση, είναι ευκολοδιάβαστο, συνταρακτικό. Αλλά δεν ξέρω αν μπορεί να είναι και αυθεντικό.





