6/4/11

"Greek psycho", Νίκος Βλαντής



Ομολογώ πως τουλάχιστον στην αρχή δυσκολεύτηκα να καταλάβω το σκεπτικό ενός συγγραφέα που αποφασίζει να εκδώσει ένα τέτοιο βιβλίο. Το "Greek psycho" είναι ένα μυθιστόρημα καρικατούρα, οι χαρακτήρες του είναι ψεύτικοι, κακοί και χάρτινοι. Από την άλλη τα αμέσως επόμενα βιβλία του Νίκου Βλαντή η "Λήθη" αλλά και το "Writersland" συγκαταλέγονται στα αγαπημένα μου νεοελληνικά αναγνώσματα, έτσι έκανα υπομονή. Δεν αποζημιώθηκα πλήρως, πάντως σε ένα βαθμό κατάλαβα τί ήθελε να πει ο ποιητής.

Ήρωας λοιπόν του μυθιστορήματος είναι ο Βασίλης Κουρακλές, λαμόγιο εργολάβος της δεκάρας, που αρέσκεται να τρώει με χλιδάτες γκόμενες λεφτά που δεν έχει, που χτίζει με το σάλιο οικοδομές, που στον σεισμό πέφτουν και τον...πλακώνουν. Είναι τυχερός, επιβιώνει και τον "παίρνουν" οι κάμερες να τραβά από τα συντρίμμια το "πρωτοπαλίκαρο" του. Έτσι, αντί να τον χώσουν μέσα για τις ζωές που χάθηκαν στις υπόλοιπες οικοδομές του που έπεσαν στο σεισμό, του αναθέτουν την κατασκευή του Ολυμπιακού χωριού. Στο βιβλίο εμπλέκονται πολιτικοί (κυρίως ο υπουργός Δημοσίων έργων Λαδόκωλας), δημοσιογράφοι (ο Τάκης Τρανταφυλλόξιδος), λαμόγια, τραγουδιάρες, νονοί τις νύχτας. Χάρτινοι χαρακτήρες της νεοελληνικής ρεμούλας, του εύκολου χρήματος, της απάτης, της μίζας. Ο Κουρακλές είναι μια μονοδιάστατη προσωπικότητα με γενικό μότο "Ότι αρπάξει ο κ...λός μας".

Ως τα μισά το διάβαζα ανόρεκτα, μετά όμως φτάνει σε τέτοια όρια παράνοιας, περιγράφοντας την "πραγματική νεοελληνική πραγματικότητα" που άρχισε να με διασκεδάζει. Αν και, με δεδομένη την - 7 χρόνια μετά- κατάληξη αυτού του μεγάλου πάρτυ της ρεμούλας που είχε στηθεί τότε, στην εποχή του ΔΝΤ ίσως θα έπρεπε να με καταθλίβει.

"Greek psycho", Νίκος Βλαντής, εκδ. Οξύ, 2004, σελ. 193


2/4/11

"Η μητέρα του σκύλου", Παύλος Μάτεσις


Ένα αριστοτεχνικό μυθιστόρημα είναι «Η μητέρα του σκύλου» του Παύλου Μάτεσι, ενας θρίαμβος της τέχνης της αφήγησης αλλά και της πλοκής. Αφηγητής και ηρωίδα η Ρουμπίνη Μέσκαρη ή Ραραού, ένα πλάσμα από αυτά τα κακόμοιρα, που μας αφηγείται την ζωή της, από την παιδική της ηλικία στην Κατοχή (όπου η μάνα της αναγκάστηκε να κοιμάται με Ιταλούς για να τους θρέφει), μέχρι την εφηβεία της (στην Απελευθέρωση τη μάνα της τη διαπόμπευσαν), τα νιάτα της (ζητιάνεψαν στην Αθήνα με έναν ανάπηρο, δούλεψε κομπάρσος στα μπουλούκια), και τα γεράματά της (έχει σύνταξη ορφανού της Αντίστασης, ένα δυάρι και περιμένει και τη σύνταξη του κομπάρσου). Η Ραραού είναι ένα «αγαθό» αν και κουτοπόνηρο πλάσμα, δεν ξέρεις ποτέ αν σου λέει την αλήθεια ή παραλλάσσει την ιστορία κατά το συμφέρον της, πάλι δεν της το χεις ότι μπορεί να σου λέει και ψέματα. Διηγείται «τέρατα» με τον πιο καθημερινό τρόπο, κι όλα φιλτράρονται από την ανάγκη της να υπάρξει σε έναν κόσμο δύσκολο, που γίνεται ακόμα δυσκολότερος για ανθρώπους σαν κι αυτή. Ένας τριτοπρόσωπος αφηγητής προς το τέλος μας επιφυλάσσει κάποιες εκπλήξεις.

Με λίγα λόγια, η κριτική στο οπισθόφυλλο για τις ομοιότητες τούτου του βιβλίου με κάποια του Φώκνερ είναι εύστοχη, αν και στην αρχή μου φάνηκε κάπως φαιδρή. Ένα βιβλίο που είμαι σίγουρη πως αργότερα θα βρει τη θέση του στην Ιστορία της Σύγχρονης Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (ναι, αυτής…).

26/3/11

"1.000.000 στιγμές", Μιχάλης Φουντουκλής


Με καλές αλλά και κακές στιγμές το πρωτόλειο του Μιχάλη Φουντουκλή, «1.000.000 στιγμές» μας συστήνει μια κλασική φοιτητοπαρέα, τον Πέτρο, τον Τόλη, τον Αλέξη και τα 3Φ(Φαίη, Φανή, Φένια). Όποιος έχει βρεθεί σε παρόμοια φοιτητοκατάσταση πιθανώς να αναγνωρίσει σε κάποιους από τους ήρωες τον εαυτό ή τον κολλητό του. Πέρα από αυτό όμως, το βιβλίο είχε αρκετές αμηχανίες και δυσκολίες, άλλοτε κυλούσε κι άλλοτε σκάλωνε τόσο η πλοκή όσο και η αφήγηση. Φαντάζομαι πως αυτό, μαζί με κάποια ορθογραφικά, είναι από τις παιδικές ασθένειες των νεαρών συγγραφέων και εκδοτών.

23/3/11

"God is dead", Ron Currie


"God is dead", τόσο απλά, λοιπόν, ο Θεός παίρνει τη μορφή μιας γυναίκας στο Νταρφουρ και κατά τη διάρκεια των εχθροπραξιών πεθαίνει. Σκυλιά τρώνε το πτώμα του και αποκτούν κάτι από τις ιδιότητές του, αρνούνται όμως τη θεότητα. Δέκα νεαροί φίλοι αποφασίζουν να διαπράξουν μαζική αυτοκτονία, γιατί ο κόσμος δεν είναι πια αυτός που ήταν. Ελλείψει άλλου θεού, οι γονείς θεοποιούν τα παιδιά τους, ο κόσμος ακόμα αλληλοσκοτώνεται αλλά αντί να το κάνει για τις θρησκείες το κάνει για συγκρουόμενες θεωρίες ψυχολογίας(!). Α, κι η οικογένεια ένος από αυτούς τους κλασικούς μαζικούς φονιάδες - που δεν παύουν να υπάρχουν, εννοείται-κατηγορείται για θρησκόληπτη και δεν μπορεί να αντέξει το βάρος τέτοιας προσβολής.

Ο Θεός πέθαινει μα ο κόσμος συνεχίζει να γυρίζει. Η ζωή βρίσκεται στην ανθρώπινη φύση κι όποιος δεν μπορεί τη σκέψη ενός πεθαμένου θεού πεθαίνει, οι άλλοι επιβιώνουν. Ο Ron Currie γράφει ένα βιβλίο ξεκαρδιστικό, ανθρώπινο, σαν σπονδυλωτό μυθιστόρημα, όπου διάφοροι κόσμοι και διάφοροι άνθρωποι ενώνονται με μια και μόνο ιδέα: ο Θεός είναι νεκρός.


"God is dead", Ron Currie, Viking Adult, 2007, pg.182

17/3/11

"Divisadero", Michael Ondaatje



Μια μάλλον αδιάφορη και ουδέτερη αίσθηση μου άφησε το "Divisadero" του Μάικλ Οντάατζε. Η πλοκή ακολουθεί την ιστορία δυο αδελφών που μεγάλωσαν μαζί με τον πατέρα τους σε ένα αγρόκτημα, η μια, η Άννα, είναι αληθινή του κόρη, την άλλη την Κλερ, την πήρε μαζί του από το μαιευτήριο, όταν πέθανε πάνω στη γέννα η γυναίκα του. Μαζί τους μεγαλώνει κι ένα αγόρι, ο Κουπ, που είδε τους γονιούς του να σκοτώνονται. Αναπότρεπτα μια από τις δυο, η αληθινή κόρη, ερωτεύεται το αγόρι, ο πατέρας τους πιάνει, και μετά από μια τραυματική σκηνή όπου ο πατέρας κοντεύει να σκοτώσει το αγόρι και η κόρη του επιτίθεται, οι δρόμοι όλων τους χωρίζουν. Η Άννα γίνεται ερευνήτρια και μελετά τη ζωή ενός συγγραφέα του Λισιέν Σεγκουρά, η Κλερ μια γυναίκα με σταθερή δουλειά, ο Κουπ επαγγελματίας χαρτοπαίκτης. Η ιστορία των τριών εναλλάσσεται με κομμάτια από τη βιογραφία του Σεγκουρά και καμία πλοκή δεν ολοκληρώνεται στα αλήθεια, ούτε τίποτα παίρνει οριστική μορφή ή τέλος.

Το βιβλίο έχει κάποια γοητευτικά στοιχεία αλλά στο τέλος με άφησε ανικανοποίητη. Κρίμα, γιατί παρά τον μελό του χαρακτήρα, ο "Άγγλος ασθενής", του ίδιου συγγραφέα με είχε ενθουσιάσει.





12/3/11

Περί "χτενίσματος"

Λοιπόν έχω ένα θέμα και πολύ θα με βόλευε να μου δώσετε μια λύση. Ενώ απολαμβάνω τη διαδικασία του γράψε σβήσε όταν γράφω ένα μεγάλο κείμενο, όταν τελικά τελειώσει βαριέμαι να το χτενίσω ξανά. Έχω όλη την καλή πρόθεση αλλά πάντα κάτι άλλο επείγει να κάνω και το αφήνω πίσω, ξεκινώ καινούργια μέτωπα, με καινούργια κείμενα, απορροφούμαι με ένα βιβλίο που διαβάζω, με λίγα λόγια αποσυντονίζομαι.

Η αλήθεια είναι πως το χτένισμα ενός μυθιστορήματος απαιτεί χρόνο που εγώ δεν έχω, από την άλλη και η συγγραφή του επίσης. Άρα εγώ φταίω, αρνούμαι να κάνω την επιμέλεια του κειμένου, σαν καμιά μεγάλη ντίβα που κάποιος άλλος θα το κάνει για κείνη. Και δεν είναι πως πρόκειται για κείμενα που δεν μου αρέσουν ή δεν αγαπώ. Σα να έχω διάσπαση προσοχής, οτιδήποτε απαιτεί να στρωθώ πάνω από ώρα για να το κάνω, με δυσκολεύει. Όλο με τρώει μια καινούργια ιδέα και δεν θέλω πια να ασχοληθώ με την παλιά. Κι όμως πρέπει. Αν θέλω κάποτε να είμαι περήφανη για τα γραπτά μου, ή αν έστω θέλω κάποια στιγμή να εκδοθούν.