8/7/11

"Κυριακή", Αλέξης Σταμάτης


Όταν ξεκίνησα την «Κυριακή» του Αλέξη Σταμάτη οι προσδοκίες μου ήταν μεγάλες. Θέλεις γιατί είχα διαβάσει σε πρόσφατη συνέντευξή του πως το θεωρεί ο ίδιος το καλύτερο του μυθιστόρημα ως τώρα, θες γιατί εντελώς στα κρυφά είναι από του πολύ αγαπημένους μου εν δράσει ακόμα έλληνες συγγραφείς. Και λέω στα κρυφά γιατί θα έπρεπε να διαφημίζω σε φίλους και γνωστούς που δεν τον ξέρουν την «Μητέρα Στάχτη», ένα βιβλίο εξαιρετικό που θα μπορούσε κάτι να πει παραπάνω σε αυτούς που διαβάζουν δυο ευπώλητα το χρόνο.
               Η «Κυριακή» στην αρχή με ξένισε, μου φάνηκε, αν και ηλικιακά δεν είμαι ούτε εγώ ούτε ο συγγραφέας πια εντελώς κοντά στην ομάδα των εικοσάρηδων, πως η γλώσσα του δεκαεννιάχρονου Βασίλη και του φίλου του Αργύρη ήταν ένα κακοχωνεμένο συνοθύλευμα γκρίκλις. Με λίγα λόγια μια γλώσσα την οποία γράφουν μεταξύ τους στο φεισμπουκ οι πιτσιρικάδες αλλά δεν μιλούν. Το μυθιστόρημα ξεκινά όταν δυο άντρες, ο ένας σαραντάρης που η γυναίκα του αυτοκτόνησε πριν επτά χρόνια, ο άλλος εικοσάρης που ο πατέρας του αυτοκτόνησε πριν ένα χρόνο, γνωρίζονται σε ένα νεκροταφείο. Ο μεγαλύτερος άντρας, ο Πέτρος, νιώθει την ανάγκη να μιλήσει στο αγόρι, να τον συντροφέψει κι έτσι τον ψήνει να πάνε για ένα καφέ. Ο μικρός, ο Βασίλης, κουβαλά μαζί του ένα χαρτάκι που δεν έχει αξιοποίησει ένα χρόνο τώρα που πέθανε ο πατέρας του, ένα σημείωμα του αυτόχειρα με ένα κινητό τηλέφωνο που δεν ξεχωρίζει καλά το τελευταίο νούμερο. Πληκτρολογεί και τις δυο εναλλακτικές και οι άγνωστοι μεταξύ τους άντρες, Πέτρος και Βασίλης, θα μπουν σε μια περιπέτεια που θα τους οδηγήσει σε έναν υπόκοσμο ξένο και για τους δυο, σε μια ιστορία κάθαρσης.
                Ομολογώ πως από πλευράς πλοκής περίμενα περισσότερα. «Το Μπαρ Φλωμπερ» είναι ένα τόσο ολοκληρωμένο μυθιστόρημα παρόμοιου είδους που είχα λόγο να το προσμένω. Από την άλλη οι χαρακτήρες του Α. Σταμάτη όσο περνούν τα βιβλία βαθαίνουν, επικεντρώνεται πιο πολύ ο συγγραφέας στο είναι τους και οι ήρωες κερδίζουν σε ζωή. Απογοητεύτηκα και από την έκπληξη στο τέλος. Αποκλιμάκωση το λένε κι εμένα μου φάνηκε κλισέ και το που οδήγησε τους χαρακτήρες και το που πήγε την πλοκή.

6/7/11

Βιβλιοπροτάσεις: "The Master and Margarita", Michail Bulgakov


To « The Master and Margarita» του Μπουλγκάκοφ είναι ένα βιβλίο που συνηθίζει να παρεισφρύει στις λίστες με τα αγαπημένα πολλών γνωστών μου. Πιθανολογώ πως τώρα πια θα ξεγλιστρά μέσα και στις δικές μου. Το βιβλίο γράφτηκε και ξαναγράφτηκε τη δεκαετία του 30, αλλά δημοσιεύτηκε λογοκριμένο και μόνο πολύ αργότερα στην δεκαετία του 60 όταν ο συγγραφέας ήταν ήδη από χρόνια νεκρός ανασυντάχτηκε η ολοκληρωμένη του μορφή που δεν σταμάτησε να αλλάζει ως το 1989. Ο ίδιος ο Μπουλγκάκοφ υπέστη λογοκρισία σε τέτοιο βαθμό που επισήμως σταμάτησε να γράφει αν και στα κρυφά έγραφε τη Μαργαρίτα.
            Το μυθιστόρημα είναι αστείο,  καυστικό,  ερεθιστικό, σε σημεία εξαιρετικό. Όλα αρχίζουν με την επίσκεψη του Διάβολου στην άθεη Μόσχα. Αυτός και η παρέα του, μια συμμορία παλιάτσων- ένα γελοίο υποκείμενο, μια ομιλούσα γάτα, ένας αρχαίος δαίμονας, ένας άλλος που σε κοιτά με το βλέμμα του θανάτου και μια θεόγυμνη μάγισσα- ταράζουν τα νερά της Μόσχας, ξεγλιστρούν από τη γραφειοκρατία και τα κρατικά όργανα, δίνουν παράσταση μαύρης μαγείας στο Βαριετέ, στο διάβα τους σκορπίζουν νεκρούς, τρελούς του ασύλου και γελοιοποιημένα ανθρωπάκια. Εκεί στο άσυλο, και μόνο μετά από αρκετά κεφάλαια, θα γνωρίσουμε και τον «Μάστερ». Παράλληλα εκτυλίσσεται μια άλλη ιστορία, αυτή του Πόντιου Πιλάτου τις μέρες που αναγκάστηκε να καταδικάσει σε θάνατο έναν αθώο «Μεσσία» που δεν είχε σχεδόν καθόλου υποστηρικτές και για τον οποίο ένιωθε μια αλλόκοτη συνάφεια και έλξη. Η ιστορία του Πληρεξούσιου της Ιουδαίας μας ακολουθεί από την εντυπωσιακή αρχή του Διαβόλου στους λογοτεχνικούς κύκλους της Μόσχας και του περίφημου Masolit, του κλαμπ των λογοτεχνών, μέχρι το βιβλίο που έγραψε ο Μάστερ και τον έριξε στο τρελάδικο που έχει θέμα, ναι, τον Πόντιο Πιλάτο. Την Μαργαρίτα δεν την γνωρίζουμε παρά στο δεύτερο μέρος, όπου πουλά την ψυχή της στο διάβολο για να βρει τον εραστή της, τον Master όπως τον λέει, που είναι κλεισμένος στην ψυχιατρική κλινική μετά από την δριμύτατη κριτική που υπέστη για το χειρόγραφο του για τον Πιλάτο, αλλά εκείνη δεν το ξέρει. Γίνεται η οικοδέσποινα του διαβόλου για μια νύχτα σε έναν σατανικό χορό κι εκείνος της χαρίζει μια ευχή.
            Όπως καταλαβαίνετε μιλάμε για ένα απίστευτο πάρτυ σάτιρας, ιδεών, πικρίας, ένα μυθιστόρημα εντυπωσιακό, μοντέρνο ακόμα και τώρα ογδόντα χρόνια μετά. Ίσως και κλασικό, αν και αυτός ο τίτλος πολύ λίγο του ταιριάζει. Με λίγα λόγια τώρα που τελείωσε νιώθω μια μικρή θλίψη που δεν θα είναι εκεί να συντροφεύει τις νύχτες μου.


2/7/11

Τα παιδία διαβάζει


           
            Σχεδόν όλες οι μνήμες της παιδικής μου ηλικίας περιέχουν ένα βιβλίο. Με θυμάμαι να "ψήνω" τους γονείς μου για μέρες να μου πάρουν και άλλα βιβλία στις διακοπές, να διαβάζω χιλιάδες φορές τα ίδια και τα ίδια. Τώρα που είμαι κι εγώ γονιός σα να έχω παγώσει. Δυσκολεύομαι να θυμηθώ ποιά παραμύθια μου άρεσαν, να βρω κάτι παιδικό να με ενθουσιάζει.
            Το σπίτι μας είναι γεμάτο βρεφικά βιβλιαράκια που ο μικρός τα φέρνει να τα διαβάσουμε περίπου εκατό φορές την ημέρα, το καθένα. Αλλά εγώ χάνω τον ενθουσιασμό μου, δυσκολεύομαι να φτιάξω καινούργιες ιστορίες, βαριέμαι εν ολίγοις την επανάληψη. Κι αυτό είναι που θα με έκανε μάλλον μια πολύ μέτρια δασκάλα. Από την άλλη όλα τα κλασικά παραμύθια όσο politically μη correct και να είσαι, είναι βίαια, σχεδόν ρατσιστικά, φρικτά. Και μιλάω για κλασικά παραμύθια σαν την κοκκινοσκουφίτσα ή την σταχτοπούτα, έτσι; Ο λύκος είναι πάντα κακός, ο κυνηγός έχει όπλο, η μητριά φρικτή κ.ο.κ Κουράζομαι να τα διορθώνω και θυμώνω. Ο κυνηγός κρατάει μια σκούπα και συγυρίζει το σπίτι της γιαγιάς της κοκκινοσκουφίτσας που το έκανε κατά λάθος ο λύκος "πωπί", παρεμπιπτόντως. Και άλλα συναφή περίεργα που "περνάνε" σε ένα μωρό 16 μηνών, αλλά δε θα "περνάνε" σε ένα 3χρονο. Και δεν γουστάρω το παιδί μου να λέει το λύκο "κακό" πάντα ούτε πολύ περισσότερο τον κυνηγό "καλό". Ούτε να βλέπει όπλα. Έτσι, τόσο πολιτικώς ορθά.
            Τα καινούργια παραμύθια έχουν φυσικά ενδιαφέρουσες τροπές, και είμαι σίγουρη πως θα είναι καλύτερα από τα παλιά. Αλλά βαριέμαι να τα ψάξω, αυτό είναι το θέμα μου. Τα παιδικά βιβλία δε με συναρπάζουν πια, με αφήνουν αδιάφορη. Κι αν δεν συνέλθω γρήγορα βλέπω τον μικρό να διαβάζει και να ξαναδιαβάζει τον Ιούλιο Βερν και του Πέντε Φίλους όπως η μάνα του τριάντα χρόνια πριν.

22/6/11

Εμπνευσολόγιο


Το να γράψει κανείς κατά παραγγελία είναι άτιμο πράγμα, εμπεριέχει τους εξης κινδύνους, να γράψει μια συμβατική ιστορία χιλιοειπωμένη με τον ίδιο τρόπο ή να γράψει ένα αριστούργημα. Όπως δηλαδή κάθε φορά που βάζει κάποιος μολύβι στο χαρτί ή ακριβέστερα πληκτρολόγιο σε λειτουργία. Μεγάλωσα με την ιδέα πως η έμπνευση είναι μια ιδέα που σου έρχεται μέσα στη νύχτα ξαφνικά, ως αναλαμπή και σηκώνεσαι να την σημειώσεις σε ένα μικρό σημειωματάριο- μάλλον έβλεπα πολλές αμερικάνικες ταινίες. Η ιδέα σου έρχεται μαζί με την πρώτη φράση στην άδεια κόλλα, και πολλές φορές μετά από αυτή. Άλλοτε πάλι, η ιδέα δεν έρχεται ποτέ και το κείμενο συνεχίζει να είναι…χμ καλό. Η έμπνευση δεν είναι κομμάτι της μιας στιγμής είναι αποτέλεσμα δουλειάς και τριβής. Μόνο στη διαδικασία της γραφής έρχεται αυτή η ιερή ώρα που όλα μπαίνουν στη θέση τους, η φράση ή η σκέψη κλειδί που τα θεμελιώνει όλα.
Όταν κανείς γράφει ποιήση αρκεί μια τέτοια στιγμή στο χρόνο που έπειτα θα βελτιωθεί και θα δουλευτεί κι αυτή βέβαια. Όταν γράφει πεζό χρειάζονται πολλές τέτοιες στιγμές αθανασίας. Όχι για κανένα αριστούργημα, απλά για ένα βιβλίο που βγάζει νόημα όταν κλείνεις την τελευταία του σελίδα, όπου το κάθε καρφί χρησμεύει για να κρεμαστεί κι ο τελευταίος ήρωας. Νιώθω τον τελευταίο καιρό διαβάζοντας ξανά κείμενα τόσο δικά μου, όσο και άλλων πως αυτό λείπει, η συνοχή, η ροή των ιδεών. Με άλλα λόγια επειδή το μυθιστόρημα απαιτεί πολλές από τις στιγμές μας κάποιες από αυτές είναι κακές και εμποδίζουν τις υπόλοιπες.
Έχω γράψει πια αρκετά κείμενα με συγκεκριμένο θέμα, είτε για κάποιο διαγωνισμό ή στη διάρκεια κάποιου σεμιναρίου. Συμπεραίνω λοιπόν πως δεν ξέρεις ποιά μέρα θα είναι καλή, και ο περιορισμός του θέματος δεν είναι πάντα για κακό. Ούτε βέβαια για καλό. Βρίσκομαι ξανά σε αυτή τη θέση και η άδεια κόλλα με περιγελά. Πιθανολογώ πως μπορεί να ξυπνήσω κάποια στιγμή μέσα στη νύχτα και να σημειώσω μια εξαιρετική ιδέα στο παιδικό μου σηειωματάριο. Από την άλλη χαρτί δίπλα στο κομοδίνο μου δεν κρατάω πια.

18/6/11

"Beyond lies the wub", Philip K. Dick



             Ξεκίνησα να διαβάζω το "Master and Margarita" του Bulgakov και μάλιστα σε Αγγλική μετάφραση (μη ρωτήσετε γιατί, μάλλον γιατί δεν ξέρω Ρώσικα)  και ταυτόχρονα με το κλασικό αριστούργημα που με ενθουσιάζει, να εξηγούμαστε, διάβαζα και τα διηγήματα του Philip Dick. Μαντέψτε ποιός κέρδισε.... Ναι, ναι, ο Dick τελείωσε πρώτος και για αυτό η αποψινή μου κριτική θα είναι για το "Beyond lies the wub". Πρόκειται για συλλογή διηγημάτων, την πρώτη από τις πέντε σύνολο που χρειάστηκαν για να μπουν όλες του οι "μικρές ιστορίες". Ο Dick αυτά τα διηγήματα τα έγραψε μικρός όταν ξεκινούσε την καριέρα του και νομίζω κάλυψε μια απίστευτη σειρά ιδεών επιστημονικής φαντασίας. Ο άνθρωπος είχε ανεξέλεγκτη φαντασία, καλπάζουσα συγγραφική ορμή, που φυσικά σε πολλά από τα κείμενα δεν ολοκληρώνεται γιατί μιλάμε για μικρά διηγήματα, με πρωτογενή ιδέα, στοιχειώδεις χαρακτήρες, έκπληξη και τέλος. Παρ' όλα αυτά, τα απόλαυσα και τώρα μπορώ απερίσπαστη να γυρίσω στο "κλασικό αριστούργημα του 20ου αιώνα".

8/6/11

"The French Lieutenant’s Wife", John Fowles


Ομολογουμένως το “The French Lieutenants Wife”, του Τζον Φόουλς μπορεί να γίνει ένα βιβλίο πολύ κουραστικό. Οι κοντά πεντακόσιες σελίδες του μιμούνται κατά κάποιο τρόπο τα Βικτωριανά μυθιστορήματα σε λεπτομέρειες και περιγραφές. Αυτή η μίμηση είναι εσκεμμένη, γιατί αν οι ήρωες ζουν στο 1867, ο αφηγητής ζει στο τώρα, ξέρει πολλά, είναι ένας παντογνώστης- θεός που κάνει και μια guest εμφάνιση. Η ύπαρξη του και μόνο αρκεί για να κάνει το βιβλίο ενδιαφέρον και σημαντικό, μιας και πέρα από την πλοκή το μυθιστόρημα αυτό είναι μια πραγματεία πάνω στην ανθρώπινη φύση και πως η κατά καιρούς κοινωνική σύμβαση τη διαμορφώνει.
Ήρωας ο Τσάρλς Σμίθσον, ευγενής στην καταγωγή- θα κληρονομήσει τον τίτλο του θείου του- με αρκετά λεφτά ακόμα αλλά όχι τόσα πολλά όσο ο νεόπλουτος πατέρας της αρραβωνιαστικιάς του. Είναι ένας άντρας της εποχής, που έχει διαβάσει Δαρβίνο, θα ήταν σχεδόν σοσιαλιστής στις απόψεις του αν τον αφήναν, έχει ταξιδέψει πολύ κι όμως δεν μπορεί να ξεφύγει από τους τύπους της τάξης του και την χαριτωμένη αρραβωνιαστικιά του, που νοιάζεται μονάχα για τουαλέτες και έπιπλα. Και ξαφνικά γνωρίζει μια γυναίκα μυστήριο, οι χωριανοί στο θέρετρο που παραθερίζουν τη φωνάζουν «Τραγωδία» ή «Η πόρνη του Γάλλου υπολοχαγού». Είναι μια γυναίκα μορφωμένη που δούλευε σαν γκουβερνάντα όταν την ξεμυάλισε ο Γάλλος αξιωματικός και την έκανε δική του. Από τότε τον περιμένει να γυρίσει να την παντρευτεί και ατενίζει το πέλαγο. Ή τουλάχιστον έτσι λέει το τοπικό κουτσομπολιό για κείνη, γιατί η Σάρα είναι πολυεπίπεδη, έξυπνη και δυνατή. Οι συναντήσεις τους στην απαγορευμένη ακτή θα σημάνουν πολλά και για τους δυο.
Σε κάποια σημεία, το μυθιστόρημα το βαρέθηκα, κάποιες σελίδες δεν θα κρύψω πως τις διάβασα διαγώνια. Ήταν και άλλες όμως που ο αφηγητής τις έκανε δυνατές, ενδιαφέρουσες, συγκινητικές, τόσο που αυτός ο τόσο μακρινός χαρακτήρας γινόταν οικείος κι ας ήταν ξένος. Ένας σύγχρονος και ταυτόχρονα Βικτωριανός άνθρωπος.