Σπανίως νιώθω τόσο άσχημα όσο το τελευταίο Σαββατοκύριακο. Κλίση προς την κατάθλιψη δεν είχα παρά μόνο στην εφηβεία μου –μαζί με την μισή ανθρωπότητα, η άλλη μισή την έχει ακόμα- κι όμως δεν με ευχαριστούσε τίποτα. Πέρα λοιπόν από κάποιες αναποδιές που μας τύχαν την περασμένη εβδομάδα και που ούτε θέλω να τις συζητήσω με κανένα, γιατί δε θέλω, δε θέλω να φοβηθώ, αρνούμαι να υποταχτώ στο φόβο του διπλανού μου, στην γραφειοκρατία του κράτους και στην προσπάθεια παραβίασης του προσωπικού χώρου από αγνώστους (και όχι παραδόξως δεν μιλάω για κανένα τέλος και κανένα φόρο αν και τώρα που το ξαναδιαβάζω θα ταίριαζε…) , αυτό που νομίζω πως δημιουργούσε αυτήν την αίσθηση είναι ο εγκλωβισμός. Νιώθω πως εγκλωβίστηκα σε κάτι που μου υποσχέθηκαν πως θα είναι πάντα έτσι κι εγώ τρέχω τώρα να επιβιώσω, ενώ θα μπορούσα ίσως με μεγαλύτερη τόλμη να αντλώ και κάποια ευχαρίστηση από αυτό το τρέξιμο.
Με λίγα λόγια μεγάλωσα σε μια εποχή, τη δεκαετία του 90, που επαγγελματικός προσανατολισμός σήμαινε προοπτικές επαγγελματικής αποκατάστασης. Φράγκα, για να ταΐσεις την οικογένεια σου, δουλειά και τίποτε άλλο. Σκέφτηκα η αδαής πως θα μπορούσα να καταπνίξω την πραγματική μου κλίση αν είχα λυμένο το βιοποριστικό μου. Και τώρα που όλα αυτά καταποντίστηκαν θορυβωδώς, έμεινα με την αγωνία του τρεξίματος, να κοιτάζω ένα τέρμα που δε μου ταιριάζει. Καλά να πάθω, η ζωή είναι για τους τολμηρούς κι εγώ πάντα επέλεγα την εύκολη λύση.


