10/11/12

Αυτόν τον e-reader ποιός θα τον πάρει;






Κοιτάζω τις βιβλιοθήκες μου και δυσκολεύομαι να πιστέψω πως όλα αυτά τα βιβλία είναι δικά μου, πως τα έχω διαβάσει κι έχω ζήσει μαζί τους από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Όπως κάθε βιβλιόφιλος που σέβεται τον εαυτό του έχω μια στοίβα με αδιάβαστα που μεγαλώνει ή μικραίνει ανάλογα με τα οικονομικά, ποτέ όμως δεν είναι δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με τα διαβασμένα. Με άλλα λόγια δεν είμαι συλλέκτης βιβλίων, δεν τα κυνηγάω στα παλαιοβιβλιοπωλεία για να τα σωρεύσω και να μην τα διαβάσω, δεν τα έχω τρόπαια, συχνά δεν ασχολούμαι με τις εκδόσεις, δε με νοιάζει καθόλου το χαρτί, το εξώφυλλο, ο τρόπος που είναι τοποθετημένα. Αγαπώ τις ιστορίες τους, τους ήρωες, τα νάζια της γραφής τους, όμως δεν είμαι φανατικός συλλέκτης του αντικειμένου. Τότε γιατί αντιστέκομαι τόσο στην ιδέα ενός ηλεκτρονικού αναγνώστη;

       Στην αρχή κρυβόμουν πίσω από τον αστιγματισμό, ό,τι φωτίζεται μου δημιουργεί δυσκολία∙ τώρα όλοι με διαβεβαιώνουν πως τέτοιο θέμα δεν υπάρχει, πως το ηλεκτρονικό χαρτί δεν κουράζει, πως ίσα ίσα κάνει την ανάγνωση ευκολότερη, και ίσως και πιο πλήρη με την άμεση πρόσβαση στο ίντερνετ. Έπειτα αποφάσισα πως τα ηλεκτρονικά μαραφέτια είναι για κείνους μόνον που μετακινούνται με τα ΜΜΜ και δε θέλουν να σέρνουν μαζί τους ογκόλιθους. Μάλλον κι αυτό ήταν ψέματα. Τώρα κρύβομαι πίσω από την τιμή τους, περιμένω εκείνο το καλύτερο μοντέλο που θα αρχίσει να διατίθεται στη χώρα μας – αλλά μπορεί και να (ελπίζω πως θα) αργήσει- ανησυχώ για τη χρήση της πιστωτικής στο διαδίκτυο, και άλλα τέτοια

       Ο πραγματικός λόγος είναι εγωιστικός. Τα βιβλία που διάβασα στην εφηβεία από την δανειστική βιβλιοθήκη του σχολείου, κι ας ήταν πολλά, τα θεωρώ  χαμένα. Δεν τα βλέπω κάθε μέρα και για αυτό δεν υπάρχουν. Έτσι θα είναι και με έναν ηλεκτρονικό αναγνώστη, θα έχω τις ευκολίες του, το διάβασμα θα στοιχίζει λιγότερο, αλλά θα λείπει η φυσική παρουσία των βιβλίων, η πρώτη ματιά το πρωί με τον καφέ. Κι ας μην τα λογαριάζω μετά, ας τους τσακίζω τις ακρούλες, ας τα στοιβάζω στην αποθήκη, ας τα χρησιμοποιώ για να στηρίζουν το κομοδίνο- κάποτε τα είχα ακόμα και σα στόπερ για να μην χτυπάει η πόρτα. Τα θέλω κοντά μου.


* Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό Bookstand.


8/11/12

Κρατικά λογοτεχνικά βραβεία



Ανακοινώθηκαν σήμερα οι υποψηφιότητες για τα κρατικά βραβεία λογοτεχνίας. Σε γενικές γραμμές δε διαβάζω επαρκή ποσότητα βιβλίων από την ελληνική παραγωγή  κάθε χρόνου για να έχω άποψη. Φέτος όμως χάρηκα πολύ με την υποψηφιότητα του βιβλίου του Γ. Ξενάριου, "Στην άκρη του κόσμου", κι είπα να το μοιραστώ....

 ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ 
  • Χρήστος Αγγελάκος,  «Το δάσος των παιδιών », εκδόσεις Μεταίχμιο.
  • Ισίδωρος Ζουργός, «Ανεμώλια», εκδόσεις Πατάκης.
  • Μιχάλης Μοδινός, «Η σχεδία», εκδόσεις Καστανιώτης.
  • Κώστας Μουρσελάς, «Στην άκρη της νύχτας », εκδόσεις Πατάκης.
  • Γιώργος Ξενάριος, «Στην άκρη του κόσμου», εκδόσεις Κέδρος.
  • Αλέξης Πανσέληνος, «Σκοτεινές επιγραφές», εκδόσεις Μεταίχμιο.
  • Γιώργος Συμπάρδης, «Υπόσχεση γάμου,», εκδόσεις Μεταίχμιο.

ΠΡΩΤΟΕΜΦΑΝΙΖΟΜΕΝΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ 

  • Κυριάκος Γιαλένιος, «Η νόσος των εραστών», εκδόσεις Μελάνι.
  • Θωμάς Ιωάννου, «Ιπποκράτους 15», εκδόσεις Σαιξπηρικόν.
  • Αλέξιος Μάινας, «Το περιεχόμενο του υπολοίπου», εκδόσεις Γαβριηλίδης.
  • Βασιλική Πέτσα, «Θυμάμαι», εκδόσεις Πόλις.
  • Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος, «Η διάβολος», Εκδόσεις των φίλων.
  • Δημήτρης Τανούδης, «Σπασμός», εκδόσεις Νεφέλη.
  • Θωμάς Τσαλαπάτης, «Το ξημέρωμα είναι σφαγή κύριε Κρακ», εκδόσεις Εκάτη.

Για το σύνολο των υποψηφιοτήτων πατήστε εδώ. 




7/11/12

"Ο Παραγιός", Robert Walser



Ο Μάρτι Γιόζεφ παρουσιάζεται στο σπίτι του μηχανικού Τόμπλερ για να δουλέψει ως βοηθός του μόλις απολύεται από το στρατό. Γρήγορα γίνεται  αναπόσπαστο μέλος της αστικής οικογένειας που μένει σε ένα πανέμορφο σπίτι λίγο έξω από ένα χωριό και αγαπά τα όμορφα πράγματα, το ωραίο φαγητό, το καλό ποτό, τα πούρα και τις διασκεδάσεις. Του φαίνεται πως δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις μιας τόσο καλής δουλειάς και τα βράδια ψέγει τον εαυτό του για τις αδυναμίες του.

Σύντομα όμως θα φανούν οι αδυναμίες του εργοδότη του, ενός μηχανικού που κληρονόμησε μεγάλη περιουσία και την έριξε όλη στην αγορά της βίλας του και στην προώθηση των εφευρέσεων του -ένα ρολόι με φτερά για διαφημίσεις, ένας αυτόματος πωλητής σφαιρών, μια αναπηρική καρέκλα. Ο Τόμπλερ είναι ένας άνθρωπος που αγαπά την καλή ζωή, παραγγέλνει πανάκριβα κρασιά, βάζει να χτίσουν πύργους και σπηλιές στο σπίτι του, αλλά δεν έχει μια για να ξεπληρώσει κανέναν, χρωστάει σε όποιον μιλά Γερμανικά, είναι οξύθυμος, του αρέσουν τα επαγγελματικά «ταξίδια», να περνά ώρες στο καπηλειό. Η γυναίκα του και τα τέσσερα παιδιά μένουν σπίτι. Ο Γιόζεφ γίνεται μέρος της οικογενειακής ζωής, περνά φάσεις κυκλοθυμίας, ανέχεται να μην τον πληρώνουν αλλά παρ’ όλα αυτά να τον ταπεινώνουν, μαθαίνει να αποφεύγει τους πιστωτές του αφεντικού του, θέλει να πει κάτι στην κυρία του για το ένα της παιδί, τη Συλβί, που την κακομεταχειρίζονται, αλλά σιωπά. Φέρεται αλλοπρόσαλλα, ταιριαστά με αυτό που συμβαίνει γύρω του. Και η κυρία Τόμπλερ κάνει αυτό που προστάζει η εποχή : δε μιλά, δεν αντιτίθεται, δέχεται στωικά την αμυαλιά του άντρα της, κρατά ρόλο σχεδόν διακοσμητικό.

Ο Ρόμπερτ Βάλζερ, που υπήρξε κι ο ίδιος βοηθός ενός μηχανικού στα νιάτα του, αντλεί προφανώς αυτοβιογραφικά στοιχεία για να γράψει. Ασκεί κριτική στην δομή της οικογένειας, στην δουλειά, στην κοινωνία. Και τον κάνει σε μια εποχή (ο Βάλζερ γεννήθηκε ακριβώς εκατό χρόνια πριν από μένα) που κάτι τέτοιο δεν είναι αυτονόητο. Με γοήτευσε πιο πολύ από όλα η σχέση του Γιόζεφ με τον Τόμπλερ, ενώ κανείς θα περίμενε ο βοηθός να τρέφει κακία για το αφεντικό του, αντίθετα τα αισθήματά του είναι αυτά της αγάπης, της υποταγής, των ενοχών μήπως δεν έκανε τη δουλειά του αρκετά καλά. Κι ας είναι απλήρωτος.

Το μυθιστόρημα ρέει, είναι ευκολοδιάβαστο και σε παρασέρνει στην ατμόσφαιρα μιας εποχής όχι τόσο μακρινής όσο φαίνεται. Ξεκίνησα το βιβλίο έχοντας κατά νου πως τον Βάλζερ τον λάτρεψε ο Κάφκα, ο Κανέττι, ο Έσσε, ο Σέμπαλντ, ο Βίλα- Μάτας ∙ και ο «Παραγιός» κατόρθωσε παρ’ όλες τις τόσο μεγάλες προσδοκίες να μη με απογοητεύσει. Αυτό κι αν είναι επίτευγμα.   


Υ.Γ. Τα Γερμανικά μου είναι κάτω του μετρίου, πάντως το “Der Gehülfe” δεν θα το μετέφραζα «Ο Παραγιός», θα το έλεγα «Ο Βοηθός».  


"Ο Παραγιός", Ρόμπερτ Βάλζερ, μετ. Ιάκωβος Κοπερτί, εκδ. Ηριδανός, 1992, σελ. 317


5/11/12

Ε..Ε..Έφτασαν....

Μόλις ήρθαν ζεστά και λαχταριστά από την Πολιτεία.



Και τώρα πρέπει πρώτον να βρουν χώρο στη βιβλιοθήκη και δεύτερον να αποφασίσω ποιό θα ξεκινήσω πρώτο.Υποχρεώσεις....



3/11/12

Για όσους ακόμα δεν το πήραν χαμπάρι : ραδιοφωνική εκπομπή για το βιβλίο από το librofilo.

Κι επειδή οι εκπομπές για το βιβλίο σπανίζουν και μάλιστα από ανθρώπους που πραγματικά αγαπάνε το βιβλίο όπως ο librofilo, ακούστε http://amagiradio.com/ κάθε Σάββατο 2 με 4. Σήμερα καλεσμένος του ο Δημήτρης Μαμαλούκας. Οι δυο προηγούμενες εκπομπές ήταν πραγματικά καλές.


1/11/12

"Λαγνεία", Elfriede Jelinek




Η γραφή της Γέλινεκ είναι απάλευτη. Τόσο απλά, είναι μια γραφή κλινικής και νοσηρής ακρίβειας, όπου σε μονόλογο σχιζοφρενούς η συγγραφέας παραθέτει τις πιο φρικαλέες λεπτομέρειες σα να περιγράφει κοσμικό δείπνο σε περιοδικό μόδας, τόσο αδιάφορα. Η βωμολοχία δεν υπάρχει, γιατί όλες οι λέξεις χάνουν κάποια από τη δύναμή τους στη συσσώρευση, μετά από μερικές σελίδες εξοικειώνεσαι με το γεγονός πως η επόμενη πρόταση μπορεί να περιέχει την πιο σαδιστική σκηνή από καταβολής κόσμου.

Η ιστορία έχει ως εξής, σε μια επαρχιακή πόλη ο διευθυντής του τοπικού εργοστασίου είναι ο θεός, καθορίζει τις τύχες των ανθρώπων χωρίς ούτε μια σκέψη, γαμάει τη γυναίκα του με όλους τους σαδομαζοχιστικούς τρόπους χωρίς να τη ρωτά, παντού και πάντα, απαιτεί από το γιο του να είναι ταυτόχρονα το πιο απασχολημένο και το πιο αντιπαθές παιδί του χωριού. Απομακρύνει το γιο από τη μητέρα, κάνοντας τον όμοιο του κι εκείνη την οδηγεί στην απάθεια, αφού αφήνεται να την τρυπά κάθε τόσο με το ευμεγέθες όργανό του, ίσα ίσα για τα λούσα και τα λεφτά. Η κατάληξη της Γκέρτι είναι τραγική, δίχως καν εκείνη να το καταλάβει. Και το τέλος η πιο φρικιαστική σκηνή που έχω διαβάσει∙ και το χειρότερο όχι για αυτό που περιγράφει, που είναι αδιανόητο, αλλά για τον τρόπο που το κάνει.

Νομίζω πως αν κατατάσσαμε τους συγγραφείς βάσει προσωπικού ύφους η Γέλινεκ θα κέρδιζε με άνεση την πρώτη θέση, κανείς άλλος δεν γράφει όπως αυτή, δεν τολμά να θίξει θέματα όπως εκείνη. Τα όρια της σεξουαλικότητας, ο τρόπος που κατανέμεται η δύναμη ανάμεσα στους ανθρώπους- μέσα στα πλαίσια της οικογένειας, του χωριού, της πόλης, της χώρας κ.ο.κ. - η σαδιστική φύση μας, της βγαίνουν αβίαστα, λες και ξεκινά ένα ποτάμι από μέσα της και πρέπει να πει και την χειρότερη αισχότητα που συμβαίνει, να την ξεσκεπάσει. Μπορεί να το τραβά στα άκρα, δε νομίζω πως οι περιγραφές της για το σεξ, αποτρόπαιες, εκφράζουν τη μέση σεξουαλική σχέση. Όμως για τη συγγραφέα το θύμα είναι και θύτης, κανείς δεν είναι άμοιρος ευθυνών, όσο άβουλος κι αν είναι. Κι αυτό απαλύνει τις υπερβολές στη φρίκη.

"Λαγνεία", Ελφρίντε Γέλινεκ, μετ. Λευτέρης Αναγνώστου, εκδ. Εκκρεμές, 1999, σελ.260