20/11/12

"Η χρονιά της μαγικής σκέψης", Joan Didion





Επώδυνο, επώδυνο, επώδυνο∙ αυτές οι τρεις λέξεις μπορούν μόνο να χαρακτηρίσουν την ανάγνωση του βιβλίου της Τζόαν Ντιντιον «Η χρονιά της μαγικής σκέψης» τόσο κοντά σε ένα δικό μου πένθος. Η συγγραφέας με μια καθαρή, σχεδόν δημοσιογραφική γραφή περιγράφει πώς ανταπεξήλθε τη χρονιά που πέθανε από ανακοπή ο άντρας της, με τον οποίο ήταν πολύ στενά συνδεδεμένοι και παντρεμένοι για κοντά σαράντα χρόνια. Στις 30 Δεκεμβρίου του 2003 κι ενώ η κόρη της Κιντάνα είναι στην εντατική σε σηπτικό σοκ λόγω μιας γρίπης που εξελίχθηκε άσχημα, ο Τζον  πέφτει νεκρός όσο τρώνε το βραδινό τους. Η ίδια η σκηνή του θανάτου του, το τι ακολούθησε, η φροντίδα της κόρης της που η υγεία της ολοένα επιδεινωνόταν, είναι το θέμα του βιβλίου που δεν είναι τίποτα άλλο από ημερολόγιο καταστρώματος μιας γυναίκας που αυτό ξέρει να κάνει καλά, να γράφει, και αυτόν μόνον τον τρόπο έχει στα δύσκολα για να επιβιώνει.

Τι κάνει το βιβλίο της Ντίντιον εκπληκτικό; Μα ο ίδιος ο πόνος. Έχοντας πρόσφατα βιώσει μια ανάλογη ξαφνική απώλεια, μπήκα για λίγο στα παπούτσια της μαμάς μου που κι εκείνη έχασε το ταίρι της των τελευταίων σαράντα χρόνων, τον κολλητό, τον αδελφό, τον σύντροφό της μέσα σε μια στιγμή. "Η ζωή αλλάζει γρήγορα. Η ζωή αλλάζει κάθε στιγμή που περνάει. Κάθεσαι για δείπνο κι η ζωή που ήξερες τελειώνει", λέει η ίδια. Συχνά χρειάστηκε να το κλείσω- η σκηνή που μια μέρα μετά κορφολογείς το πορτοφόλι του ανθρώπου σου (μέσα όπως κι ο μπαμπάς μου είχε διάφορες κάρτες, επαγγελματικές ταυτότητες και την καρτούλα του βηματοδότη- απινιδωτή – της ίδιας μάρκας αν είναι δυνατόν) είναι τόσο φρικτά καταγεγραμμένη στις δικές μου μνήμες, που μου ήταν αδύνατον να την ακολουθήσω- κι άλλες φορές έβαλα τα κλάματα. Κλάματα που όπως και στη Ντίντιον δεν μου έρχονται εύκολα, αντίθετα η αίσθηση του συνεχούς ιλίγγου που περιγράφει μου είναι απείρως πιο οικεία.

Ο θάνατος καταγράφεται στις (εξω)πραγματικές του διαστάσεις, το πένθος σαν αυτό που είναι, μια κρίση παραφροσύνης. Ταυτίστηκα με πολλά, κυρίως όμως  με την πεποίθηση πως αν με κάποιον τρόπο μπορούσες να γυρίσεις πίσω την ταινία, κάτι θα άλλαζες κι ο θάνατος δεν θα ερχόταν ∙ και την  ενοχή, μήπως αν τον είχα σύρει στο γιατρό, φαινόταν κουρασμένος, εκείνος το έλεγε, ο χρόνος μου είναι δανεικός. Και τελικά  με  την αδυναμία να αποδεχτείς την απώλεια, με την σιγουριά πως ο άλλος θα φανεί από τη γωνία, με  την αίσθηση πως είσαι εύθραυστος και μόνος, με αυτό βλέμμα που  συναντάς στα μάτια εκείνων μόνο που το έχουν βιώσει και που πριν δεν το αναγνώριζες καν.

Δεν ξέρω πως θα αξιολογούσα πριν 3 μήνες αυτό το βιβλίο, μπορεί να το έβρισκα υπερβολικό, ίσως κάπως κλινικό, άλλοτε τραβηγμένο από τα μαλλιά. Τρεις μήνες μετά ξέρω πως είναι αληθινό. 

"Η χρονιά της μαγικής σκέψης", Τζόαν Ντίντιον, μετ Ξένια Μαυρομάτη, εκδ. Κέδρος, 2011, σελ. 272

Υ.Γ. Όταν πρωτοείδα το βιβλίο στην ανάρτηση της αναγνώστριας είχα αποφασίσει να μην το διαβάσω. Δεν ξέρω αν μου έκανε καλό ή κακό. Μπορεί να ήταν κάθαρση, μπορεί να με βουλιάξει για λίγο. Ίδωμεν. 



18/11/12

"Rewind", Μαρία Ξυλούρη





To «Rewind» η Μαρία Ξυλούρη το εξέδωσε στα 26 της και φαντάζομαι  πως θα το έγραψε ακόμα μικρότερη. Θα σταθώ σε αυτό το- κατά τα άλλα κάπως ρατσιστικό- ηλικιακά θέμα για να πω πως τη θαυμάζω∙ το πρωτόλειό της είναι ολοκληρωμένο μυθιστόρημα με εξελισσόμενους ήρωες, πλοκή και μια ωριμότητα που θα υποπτευόσουν πως προέρχεται από μεγαλύτερο συγγραφέα.

Πρωταγωνιστής του βιβλίου είναι ο Πέτρος, ένα αγόρι κοντά στα τριάντα που έχει ακόμα άλυτα θέματα με την οικογένειά του και δυσκολεύεται στις σχέσεις με τους γύρω του.  Η μητέρα του έχει πεθάνει και ο πατέρας του ζει με τη μητριά του, που είναι χρόνια σε άγρυπνο κώμα, φυτό μεταξύ ζωής και θανάτου. Η πλοκή πηγαίνει σχετικά αργά, ο Πέτρος όμως είναι ενδιαφέρον χαρακτήρας, αν και κάπως άνισος∙ εστιάζει πολύ στην ιστορία του πατέρα και της μητέρας του και χάνονται οι άλλες πτυχές της προσωπικότητάς του.

Η γραφή της Ξυλούρη είναι μοντέρνα, εναλλάσσεται το πρώτο με το τρίτο πρόσωπο καθώς και η οπτική γωνία του αφηγητή ανύποπτα, κάποιες φορές πολύ επιτυχημένα, άλλες κάπως άγαρμπα. Τα θέματα που πραγματεύεται, η οικογένεια, η πολυπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων, η ευθανασία είναι σημαντικά κι ας φαντάζουν τετριμμένα. Το καλύτερο κομμάτι όλου του μυθιστορήματος είναι πάντως το εύρημα της απόκοσμης συγκατοίκου του Πέτρου που με ραμμένο το στόμα είναι η σκιά του σε ό,τι κι αν κάνει. Αυτό και μόνο αρκεί για να διακρίνει κανείς μια σπίθα, μια ελπίδα για το μέλλον της συγγραφέως. Και για αυτό το επόμενο της βιβλίο μπήκε ήδη στη λίστα με τα προσεχώς.

«Rewind», Μαρία Ξυλούρη, εκδ. Καλέντη, 2009, σελ.203


Υ.Γ. Η τελευταία σελίδα που μας εξηγεί τις αναφορές σε κείμενα και τραγούδια που διατρέχουν το βιβλίο δε μου άρεσε. Όποιος κατάλαβε, κατάλαβε, με το ζόρι συνδέσεις δεν γίνονται.

Υ.Γ.2 Εγώ το βιβλίο θα το έλεγα Μέι Ντέι. Έτσι, στα ελληνικοαγγλικά, σε πείσμα όλων.

17/11/12

Ο εορτασμός της επετείου του Πολυτεχνείου




«Κορυφώνονται σήμερα οι εκδηλώσεις για τον εορτασμό της επετείου του Πολυτεχνείου». Η φράση κλισέ τριγυρνά σε όλα τα έντυπα, κι από κάτω ακολουθούν οι «κυκλοφοριακές» ρυθμίσεις. Κλειστοί από τις 12 οι σταθμοί του Μετρό σε Πανεπιστήμιο, Σύνταγμα, Ευαγγελισμό, Μέγαρο Μουσικής, Αμπελόκηπους, Ακρόπολη και Μοναστηράκι, καθώς και οι σταθμοί σε Πανόρμου, Κατεχάκη και Εθνική Άμυνα από τις 2 το μεσημέρι και μέχρι η αστυνομία να ανάψει το «πράσινο φώς» για να ανοίξουν και να δοθούν ξανά προς χρήση από το κοινό. Το ίδιο θα συμβεί και με τις στάσεις του Τραμ σε Σύνταγμα και Ζάππειο που θα κλείσουν από τις 2 μ.μ., μέχρι νεωτέρας. Απαγορεύεται η στάθμευση σχεδόν σε όλο το κέντρο από τις 12 τα μεσάνυχτα  και θα γίνεται σταδιακή διακοπή της κυκλοφορίας στους κεντρικούς δρόμους από τις 12 το μεσημέρι. 7.000 αστυνομικοί στο κέντρο. Κάποιος φοβάται.
Θα εξηγηθώ. Έχω χρόνια να πάω στην πορεία, κάποιες χρονιές και από φόβο. Όμως είναι αναφαίρετο δικαίωμα μου να το κάνω, δεν είναι; Όταν αντιμετωπίζεις το κέντρο της Αθήνας σαν εμπόλεμη ζώνη αυτό θα έχεις τελικά∙ πόλεμο. 7000 αστυνομικοί θα παίξουν ξύλο με 300 «άγνωστους» και ανταρτοπόλεμο πίσω από τους φλεγόμενους σκουπιδοτενεκέδες. Οι πολίτες απόντες, μόνο καλά πλάνα για τα τρομολάγνα ΜΜΕ. Αυτό φοβίζει εμένα. Και με κάνει να αναρωτιέμαι.


 Υ.Γ. Το σκιτσάκι πολύ μου αρέσει. Χρωματίστε το κι εσείς. 


15/11/12

"Οι λέξεις", Jean-Paul Sartre





«Ήθελα να είναι ένας αποχαιρετισμός στη λογοτεχνία και την ωραία λογοτεχνική γραφή. Ήθελα οι άνθρωποι που θα το διαβάσουν να βρεθούν παρασυρμένοι σε ένα είδος αμφισβήτησης της λογοτεχνίας από την ίδια την λογοτεχνία». Αυτά μας λέει ο Σαρτρ στη συνέντευξη που παρατίθεται στο επίμετρο του βιβλίου. Έγραψε τις «Λέξεις» με λογοτεχνικότητα γιατί ήθελε να απαλλαγεί από αυτή, να δείξει πως η λογοτεχνικότητα έχει πεθάνει. Μιλούσε ο φιλόσοφος μέσα του∙  ο λογοτέχνης κατάφερε εντελώς το αντίθετο, γράφοντας την αυτοβιογραφία του με όρους τόσο λογοτεχνικούς, με προσεγμένη και την κάθε λεπτομέρεια, άφησε ένα βιβλίο υποδειγματικό στην αφήγηση που μαρτυρά πως εκείνος ο μικρός μυθοπλάστης των νεανικών του χρόνων δεν πέθανε ποτέ.

«Οι Λέξεις» είναι η αυτοβιογραφία του φιλόσοφου του υπαρξισμού που εκτείνεται από την παιδική του ηλικία ως την… παιδική του ηλικία. Καλύπτει το κρίσιμο χρονικό διάστημα από τη στιγμή που κατάλαβε τον εαυτό του γύρω στα 6 ως τα 10-11 περίπου, όπου όλα των έσπρωχναν προς τα βιβλία. Όταν ήταν ακόμα μωρό ο πατέρας του πέθανε, κι αυτό τον σημάδεψε. Λέει ο ίδιος :«αν ζούσε ο πατέρας μου θα είχε πέσει πάνω μου φαρδύς-πλατύς και θα με είχε συνθλίψει. Για καλή μου τύχη πέθανε πολύ νέος∙». Για καιρό μένει με τη μητέρα του που του συμπεριφέρεται περισσότερο σα συνένοχη μεγάλη αδελφή και τους παππούδες του. Το σπίτι του παππού του Καρλ Σβάιτσερ είναι γεμάτο βιβλία κι εκεί μυείται πολύ νωρίς στην τέχνη της ανάγνωσης, διαβάζει αριστουργήματα και καταλήγει να συμπαθεί τις περιπέτειες και τα περιοδικά φαντασίας. Δεν τον στέλνουν σχολείο, είναι ο αγαπημένος του παππού, της μαμάς, τον κανακεύουν, τον λατρεύουν. Και του δίνουν προορισμό στη ζωή «αυτό το παιδί θα γράψει», όπως άλλοι θα έλεγαν «θα γίνει γιατρός ή δικηγόρος». Γράφει μυθιστορήματα και ιστορίες στα 6, τα 7, τα 8 του, τα ξεχνά, τα ξαναπιάνει, είναι ένα μοναχικό παιδί που μεγαλώνει ανάμεσα σε ενήλικες και βιβλία και έχει ανάγκη την αποδοχή και των δυο.

Η γραφή του Σαρτρ είναι μαγνητική, δε σε αφήνει να αφήσεις το βιβλίο κάτω. Κατάφερα να ταυτιστώ με την παιδική ηλικία ενός νομπελίστα (κι ας το αρνήθηκε), υπαρξιστή φιλοσόφου που έμεινε ορφανός μωρό και γεννήθηκε εκατό χρόνια πριν από μένα, να βρω κομμάτια του εαυτού μου, να κάνω μαζί του την δική μου αυτοκριτική∙ άντε τώρα βρες άκρη. Ο ίδιος λέει πως στάθηκε αυστηρός απέναντι στο παιδί που ήταν, για μένα η διάθεση ακύρωσης έβγαλε συμπάθεια και ευαισθησία για το παιδάκι που υπήρξε. Αποφάσισε, όπως λέει στη συνέντευξη, να μη συμπεριλάβει το σεξουαλικό του ξύπνημα (παίζαν με ένα κοριτσάκι το γιατρό), ούτε τα μετέπειτα χρόνια του σε μια επαρχιακή πόλη όταν η μαμά του ξαναπαντρεύτηκε (τα πιο δύσκολα της ζωή του). Με λίγα λόγια προστάτεψε τον νεαρό μυθιστορηματικό Σαρτρ  από τις κακουχίες του μέλλοντος, τον άφησε παιδικό και ατόφιο στα μάτια του λογοτεχνικού κοινού και νόμισε πως τελείωσε με αυτόν. Αμ δε, εξήντα χρόνια μετά αποδεικνύεται πως μέσα από την πένα του τον παρέδωσε στην αιωνιότητα. 

"Οι λέξεις", Ζαν-Πωλ Σαρτρ, μετ. Ειρήνη Τσολακέλλη, εκδ. Άγρα, 2003, σελ. 331


13/11/12

Ψάχνοντας για εκδότη (στα αλήθεια αυτή τη φορά)





Πριν από έντεκα περίπου μήνες ανακοίνωσα στον εαυτό μου πως το μυθιστόρημά μου είχε ολοκληρωθεί. Άρχισα να ψάχνω στο διαδίκτυο για εκδότες, το ανακοίνωσα μέσα από αυτό το blog και το έδωσα στον άντρα μου να το διαβάσει. Δεν πρόλαβα να χαρώ, ο Β. γνωστός αντιδραστικός τύπος, βρήκε την ιδέα ενδιαφέρουσα και τη γραφή μου καλή αλλά όχι εξαιρετική. Επίσης θεώρησε πως χρειάζονταν πολλές περικοπές και διευκρινήσεις γιατί τη μισή ιστορία την είχα μέσα στο κεφάλι μου, πήρε χαρτί και μολύβι κι έκανε τον επιμελητή. Τα σχέδια για αποστολή ναυάγησαν, άρχισε ένα σβήσε- γράψε που κατέληξε σε ένα βιβλίο σαφώς μικρότερο από το προηγούμενο, αλλά θέλω να πιστεύω πιο ενδιαφέρον.

Κοντά ένα χρόνο μετά (είμαι μια εργαζόμενη μάνα που γράφει τα χαράματα, μην ξεχνιόμαστε) είμαι πάλι στην ευχάριστη θέση να αναφωνήσω «Τελείωσα». Αυτή τη φορά δεν θα το δώσω στον Β., αντίθετα άρχισα ήδη να το στέλνω σε εκδότες και σε ανθρώπους που η γνώμη τους μετράει για μένα, αποφάσισα να εκτεθώ. Χθες ένας φίλος που μόλις εξέδωσε το δεύτερο βιβλίο του μου είπε: «το πρώτο στο συγχωρούν, το δεύτερο ποτέ»∙ άρα έχω λίγο καιρό ακόμα να μπουρδολογήσω. Ξέρω τα ζόρια των εκδοτών, τη δυσκολία της εποχής, όμως δε μπορώ παρά να ελπίζω.

Το έστειλα και σε συμβολαιογράφο. Το ξέρω πως στην ελληνική αγορά δεν υπάρχουν ακόμα περιπτώσεις λογοκλοπής, όμως ποτέ δεν ξέρεις ποιά θα είναι η πρώτη φορά. Μου φαίνεται ανήκουστο που δεν υπάρχει κανένας άλλος τρόπος πια στην Ελλάδα να κατοχυρώσει κανείς τα πνευματικά του δικαιώματα. Αλλά τί λέω, εδώ σε λίγο δε θα υπάρχει άλλος τρόπος να αποδείξεις πως είσαι νεκρός.

Ευχηθείτε μου καλή επιτυχία.

Υ.Γ. Αν κανείς επιθυμεί να γενεί πειραματόζωο και να διαβάσει αυτό το πόνημα πριν την κυκλοφορία του δεν έχει παρά να μου γράψει στο mail. Έπειτα μπορεί να βαρέσει αλύπητα. 

10/11/12

Αυτόν τον e-reader ποιός θα τον πάρει;






Κοιτάζω τις βιβλιοθήκες μου και δυσκολεύομαι να πιστέψω πως όλα αυτά τα βιβλία είναι δικά μου, πως τα έχω διαβάσει κι έχω ζήσει μαζί τους από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Όπως κάθε βιβλιόφιλος που σέβεται τον εαυτό του έχω μια στοίβα με αδιάβαστα που μεγαλώνει ή μικραίνει ανάλογα με τα οικονομικά, ποτέ όμως δεν είναι δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με τα διαβασμένα. Με άλλα λόγια δεν είμαι συλλέκτης βιβλίων, δεν τα κυνηγάω στα παλαιοβιβλιοπωλεία για να τα σωρεύσω και να μην τα διαβάσω, δεν τα έχω τρόπαια, συχνά δεν ασχολούμαι με τις εκδόσεις, δε με νοιάζει καθόλου το χαρτί, το εξώφυλλο, ο τρόπος που είναι τοποθετημένα. Αγαπώ τις ιστορίες τους, τους ήρωες, τα νάζια της γραφής τους, όμως δεν είμαι φανατικός συλλέκτης του αντικειμένου. Τότε γιατί αντιστέκομαι τόσο στην ιδέα ενός ηλεκτρονικού αναγνώστη;

       Στην αρχή κρυβόμουν πίσω από τον αστιγματισμό, ό,τι φωτίζεται μου δημιουργεί δυσκολία∙ τώρα όλοι με διαβεβαιώνουν πως τέτοιο θέμα δεν υπάρχει, πως το ηλεκτρονικό χαρτί δεν κουράζει, πως ίσα ίσα κάνει την ανάγνωση ευκολότερη, και ίσως και πιο πλήρη με την άμεση πρόσβαση στο ίντερνετ. Έπειτα αποφάσισα πως τα ηλεκτρονικά μαραφέτια είναι για κείνους μόνον που μετακινούνται με τα ΜΜΜ και δε θέλουν να σέρνουν μαζί τους ογκόλιθους. Μάλλον κι αυτό ήταν ψέματα. Τώρα κρύβομαι πίσω από την τιμή τους, περιμένω εκείνο το καλύτερο μοντέλο που θα αρχίσει να διατίθεται στη χώρα μας – αλλά μπορεί και να (ελπίζω πως θα) αργήσει- ανησυχώ για τη χρήση της πιστωτικής στο διαδίκτυο, και άλλα τέτοια

       Ο πραγματικός λόγος είναι εγωιστικός. Τα βιβλία που διάβασα στην εφηβεία από την δανειστική βιβλιοθήκη του σχολείου, κι ας ήταν πολλά, τα θεωρώ  χαμένα. Δεν τα βλέπω κάθε μέρα και για αυτό δεν υπάρχουν. Έτσι θα είναι και με έναν ηλεκτρονικό αναγνώστη, θα έχω τις ευκολίες του, το διάβασμα θα στοιχίζει λιγότερο, αλλά θα λείπει η φυσική παρουσία των βιβλίων, η πρώτη ματιά το πρωί με τον καφέ. Κι ας μην τα λογαριάζω μετά, ας τους τσακίζω τις ακρούλες, ας τα στοιβάζω στην αποθήκη, ας τα χρησιμοποιώ για να στηρίζουν το κομοδίνο- κάποτε τα είχα ακόμα και σα στόπερ για να μην χτυπάει η πόρτα. Τα θέλω κοντά μου.


* Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό Bookstand.