6/12/12

Ανοίγοντας τον Προυστ


Δεν ξέρω τι ακριβώς πρέπει να αισθάνεται κάποιος όταν ξεκινά να διαβάζει ένα από τα μεγαθήρια της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Πιθανότατα όχι δέος, γιατί τότε ίσως να μην έχει νόημα η ανάγνωση, είναι από την αρχή προκαθορισμένο το τι θα αισθανθείς, οριοθετημένο από τις κριτικές και τελικά ίσως και ανούσιο. Αγόρασα τον πρώτο τόμο
του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» πιστεύοντας πως θα περνούσε καιρός να το πάρω στα χέρια μου– για αυτό άλλωστε δεν έχω και τους επόμενους. Όμως κάτι με έτρωγε (ίσως και η γκρίνια μερικών μερικών σε αυτό το μπλογκ) πως αυτό  θα είναι το σημαντικότερο από τα βιβλία που έχω διαβάσει και με αυτό πρέπει ουσιαστικά να πορευτώ.
Είμαι στα μισά του πρώτου τόμου και φυσικά οι εντυπώσεις μου για το ίδιο το κείμενο δεν μπορούν να καταγραφούν, αν ήμουν στα μισά του πέμπτου θα το συζητούσαμε. Είναι ένα έργο που απαιτεί την προσοχή σου, που ο ίδιος ο Προυστ του αφιέρωσε ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής του∙ λένε πως τα τρία τελευταία χρόνια από τα σχεδόν δεκαέξι που του πήρε να το ολοκληρώσει δε βγήκε από το δωμάτιο του. 3500 σελίδες, 7 τόμοι, και μια γραφή που εντρυφεί στη λεπτομέρεια, την προεκτείνει ως την τελευταία της δυνατότητα, αποκωδικοποιεί κάθε μικρό για να το εντάξει στο μεγάλο. Αλλά ποιο μεγάλο; Αυτό είναι ένα θέμα.

Προς το παρόν πάντως, ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, που από την αρχή υποψιάζεσαι πως είναι ο ίδιος ο Προυστ, ή τέλως πάντων κάποιο από τα καθρεφτίσματά του ως άνθρωπος, είναι ένας γαλαντόμος παραμυθάς, ένα παιδί που ξέρει πως κάνει σκανταλιά εκθέτοντας έτσι όλα όσα τον αφορούν, αλλά έχει ανάγκη να το κάνει όπως κάθε μεγάλος συγγραφέας που σέβεται τον εαυτό του. Θα πω πως είμαι γοητευμένη κι ας μου επιβάλλει έναν ασυνήθιστο ρυθμό ανάγνωσης, κάποτε εντελώς ράθυμο, και πως επιφυλάσσομαι για το μέλλον. 



3/12/12

Ω, ναι, έφτασαν οι πρώτες κριτικές....



Πέρασαν περίπου δεκαπέντε μέρες από κείνη τη Δευτέρα που το πήρα απόφαση πως το κείμενό μου τελείωσε και θέλησα να το εκθέσω στον έξω κόσμο. Έχει ήδη σταλεί στους περισσότερους εκδοτικούς οίκους από αυτούς που ήθελα, σε κάποιους (λίγους) που το δέχονταν ηλεκτρονικά και σε περισσότερους χειρόγραφα. Πολύ χαρτί πηγαίνει χαμένο κάθε φορά που κάποιος επίδοξος αποζητά την έκδοση και αρκετό χρήμα- ακόμα και με τον laser εκτυπωτή που ρίχνει το κόστος της κάθε σελίδας, η εκτύπωση, το σπιράλ και τα έξοδα του ταχυδρομείου είναι μια σπατάλη που υποψιάζομαι πως θα πάψει στα χρόνια που θα έρθουν∙ δε μπορεί κάποτε θα περάσουν οι επαγγελματίες αναγνώστες στην ψηφιακή εποχή.

          Σε αυτή τη διαδικασία έμαθα για πολλούς εκδοτικούς οίκους πως είναι τα όρια της οικονομικής κατάρρευσης κι αυτό ξύπνησε τα αναγνωστικά κι όχι τα συγγραφικά μου ένστικτα- να πάρω τα βιβλία τους που με αφορούν πριν κλείσουν και καταλήξουν εξαντλημένα. Ως αναγνώστης είχα τις προτιμήσεις μου σε κάποιες εκδόσεις γιατί μου άρεσαν οι επιλογές τους, αλλά σπανίως ασχολήθηκα με τους εκδοτικούς οίκους αυτούς καθ’ αυτούς, τώρα αναγκαστικά αρχίζω να καταλαβαίνω τι αρέσει στον καθένα να εκδίδει, πού ένα κείμενο κάπως ριζοσπαστικό σαν το δικό μου θα έχει μια κάποια τύχη και πού εκδίδονται μονάχα οι ίδιες και οι ίδιες ιστορίες∙ σε γενικές γραμμές παντού. Επίσης έμαθα το εξής: τουλάχιστον δυο οίκοι έχουν περιορισμό σελίδων, αν δεν είναι το γραπτό σου αρκετά μεγάλο, πάνω από 400 σελίδες, δεν υπάρχει περίπτωση να το εκδώσουν. Σας αφήνω να μαντέψετε ποιοί είναι πρώτον γιατί ο ένας είναι προφανής και δεύτερον γιατί έχει πλάκα.

        Από το blog μού ζήτησαν πολλοί να διαβάσουν το χειρόγραφο κι έχουν αρχίσει ήδη (ανάμεσά τους και πολύπειροι αναγνώστες, bloggers ή μη, που τη γνώμη τους εκτιμώ βαθύτατα) να στέλνουν την αναγνωστική τους εμπειρία. Όπως είναι φυσικό οι κριτικές ποικίλουν ανάμεσα στις εξαιρετικά καλές, που με αναπτερώνουν και στις περισσότερο μαγκωμένες που βρίσκουν κακά και καλά στοιχεία, που θα ήθελαν πολλά να αλλάξουν ή να γράψω κάτι άλλο πιο βατό. Κανείς ως τώρα δε μου έχει πει «άσε μας κουκλίτσα μου», κάτι που καταγράφεται στα θετικά. Περίμενα, λοιπόν, πως ανάλογα με την κριτική θα ένιωθα διαφορετικά για τη διαδικασία, στις καλές θα χαιρόμουν που το έκανα κι άφησα το κείμενό μου εκτεθειμένο στα μάτια των πιθανών αναγνωστών και στις όχι και τόσο πως θα με έπιανε μια αίσθηση πως το γρουσουζεύω, θα εκνευριζόμουν που ο καθένας λέει το μακρύ του και το κοντό του. Τελικά δεν είναι έτσι, προς το παρόν μού έδωσε μόνο χαρά, μια κάπως άγρια αίσθηση ξεγυμνώματος αλλά ταυτόχρονα ανακούφισης που αποφάσισα να αφεθώ στην κρίση μεγαλύτερου αριθμού ατόμων, αγνώστων. Είναι μια πιο προσωπική βουτιά στα βαθιά- το ήδη τυπωμένο βιβλίο σε κρατά σε μεγαλύτερη απόσταση και δημιουργεί σεβασμό- από ό,τι συνηθίζεται, αλλά παρ’ όλα αυτά μου χαρίζει συγκίνηση δυνατή που φαντάζομαι πως θα δεκαπλασιαστεί αν και όποτε κάποιο βιβλίο μου εκδοθεί.

             

1/12/12

" Aimé Degaré", Ειρήνη Βακαλοπούλου


To Aimé Degaré είναι ένα μικρό βιβλιαράκι, 57 σελίδες όλες κι όλες, σε πολύ μικρό σχήμα, ένα διήγημα που διαβάζεις με τον καφέ σου. Ήρωας ένας άνθρωπος- τέρας, απομονωμένος από όλους και όλα, που έχει μάθει να κοιτάει τη δουλειά του και να κρύβει καλά τη φύση του. Μια γυναίκα θα διαταράξει την ηρεμία του, θα τον κάνει να ερωτευτεί κι αυτό θα είναι το τέλος. 

Η ιδέα του διηγήματος είναι καλή κι ο ήρωας συμπαθητικός, σε κάνει να ταυτιστείς μαζί του κι ας ξέρεις πως κάτι δεν πάει καλά. Από την άλλη η ιστορία δεν έχει δουλευτεί όσο θα της άξιζε, η γραφή μοιάζει κάποιες φορές παιδική, τα γεγονότα ξεπετιούνται με δυο γραμμές, η πλοκή δεν εξελίσσεται. Μια σκοτεινή ιστορία σαν κι αυτή απαιτεί λεπτοδουλεμένη, σφιχτή γραφή, χωρίς χάσματα. 

Στα υπέρ του βιβλίου θα προσθέσω πως πρόκειται για μια σχετικά πρωτότυπη και τολμηρή ιστορία σε ένα βάλτο κανονικότητας στην ελληνική πεζογραφία. Στα κατά, την ίσως τραβηγμένη προσπάθεια για τρόμο και αηδία στις τελευταίες περιγραφές∙ σε ένα βιβλίο που παίζει με την ψυχολογία, μου φάνηκαν περιττές. 

Δεν ξέρω αν θα το σύστηνα,  πάντως από τη στιγμή που βρέθηκε στη βιβλιοθήκη μου όλο και το χάζευα, ένα μικρό μαύρο σημειωματάριο. Και τελικά δεν απογοητεύτηκα.


"Aimé Degaré", Ειρήνη Βακαλοπούλου, εκδ. Ο κήπος με τις λέξεις, 2012, σελ.57

Update: Εδώ μπορείτε να δείτε και τη γνώμη του Γιάννη Πλιώτα για το βιβλίο που με πρόλαβε για μια μέρα, αλλά υποψιάζομαι πως το διαβάζαμε ταυτόχρονα. Μεγάλα πνεύματα....

29/11/12

"Αξολότλ και άλλα διηγήματα", Julio Cortázar





Ό,τι και να γράψω για τον Κορτάσαρ, μάλλον θα θεωρηθώ προκατειλημμένη. Θα πω λοιπόν πως το σμίξιμο πραγματικού και φανταστικού στα διηγήματά του μου ταιριάζει πιθανότατα περισσότερο από ότι του Μπόρχες. Κι αυτό για μένα που μεγάλωσα με τα διηγήματα του παππού Χόρχε κι ούτε μπορώ να θυμηθώ πόσες φορές τα έχω διαβάσει, είναι σημαντική δήλωση.

            Στο «Αξολότλ και άλλα διηγήματα» περιλαμβάνονται 19 κείμενα που έγραψε ο Κορτάσαρ σχεδόν σε όλη του τη ζωή. Παρ’ όλα αυτά το γράψιμό του δείχνει μια θαυμαστή συνέχεια, ακολουθεί έναν βασικό κανόνα, μας κοιμίζει στην αρχή με μια πραγματική ιστορία, εντελώς ρεαλιστική μέχρι να μπει σαν κλέφτης το φανταστικό και να μας πάρει από το χέρι σε άλλα σύμπαντα. Δε βαρέθηκα σε καμιά, αν όμως έπρεπε κάποιες να ξεχωρίσω, αυτές θα ήταν :

 «Η άλλη. Ημερολόγιο της Αλίνα Ρέγες», ένα διήγημα  για μια όμορφη γυναίκα που νιώθει να την καλεί ο άλλος της εαυτός, κουρελής και πένης κάπου σε μια γέφυρα της Βουδαπέστης.

«Η υγεία των αρρώστων», μια ιστορία για μια γυναίκα τόσο άρρωστη που όλοι ακροπατούν δίπλα της, δεν της λένε πως πέθανε ο γιος της, ούτε πως είναι άρρωστη η αδελφή της, μπαίνουν στην υποκρισία τόσο καλά που γίνεται η ζωή τους.

«Το τέλος του παιχνιδιού», όπου τρία κοριτσάκια κάνουν τα «αγάλματα» για να τους βλέπουν οι επιβάτες του τρένου που περνά.

«Η δεσποινίς Κόρα», όπου ένα αγόρι μπαίνει στο νοσοκομείο για μια απλή εγχείρηση ρουτίνας για σκωληκοειδίτιδα κι αναπτύσσει μια περίεργη σχέση με την παρ’ ολίγο συνομήλικη του νοσοκόμα.

Αν και ο Μπόρχες είπε πως κανείς δεν μπορεί να αφηγηθεί την περίληψη μιας ιστορίας που έγραψε ο Κορτάσαρ, εγώ τα κείμενα αυτά τα έχω βαθιά μέσα στο μυαλό μου. Δεν είναι μόνο διηγήματα γραμμένα με μοντέρνο τρόπο και δεξιοτεχνικό, είναι κείμενα υψηλής συγκινησιακής θερμοκρασίας. Με άλλα λόγια το ταλέντο ενός ανθρώπου που είναι γεννημένος γραφιάς βρίσκει χώρο στη μικρή φόρμα να φανερωθεί στην άγρια μορφή του, χωρίς να καταπιέζεται, με μια ομορφιά δυνατή και ταυτόχρονα οικεία. Ο  Χούλιο Κορτάσαρ δεν κάνει επίδειξη, είναι μεγάλος συγγραφές κι αυτό φαίνεται στην κάθε του λέξη.  

"Αξολότλ και άλλα διηγήματα", Χούλιο Κορτάσαρ, μετ. Ισμήνη Κανσή, εκδ. Πάπυρος, 2009, σελ.309

27/11/12

Reading is fun




Μεγάλωσα κι όμως ακόμα να καταλάβω τί με κάνει να ξετρελαθώ με ένα βιβλίο και τί να βαρεθώ. Δε μιλάω φυσικά για τα βασικά, ξέρω πια πως χαζοί διάλογοι για να φουσκώνουν οι σελίδες μιας ροζουλί ιστορίας αγάπης δεν μου κάνουν, πολλές φορές βαριέμαι και με τα αντρικά ευπώλητα, αστυνομικά και κατασκοπικά. Από κει και μπρος το χάος∙ διαβάζω «δύσκολα» βιβλία που μου βγαίνουν απνευστί,  «παγκόσμια αριστουργήματα» που μου φαίνονται αφόρητα κλισέ, δεν καταφέρνω να τελειώσω βιβλιαράκια της μοδός, κι άλλοτε πάλι τριγυρνάω με ένα τούβλο 1200 σελίδων στο χέρι και το ευχαριστιέμαι. Παλιά πίστευα πως έχει να κάνει με τη διάθεσή μου και μόνο. Έπειτα άρχισα να βαυκαλίζομαι, όσο πιο πολύ διαβάζω τόσο οι σαχλαμάρες με κάνουν να βαριέμαι και με ενδιαφέρουν τα σημαντικά. Ναι, εντάξει, παίζουν ρόλο κι αυτά, πιο πολύ όμως μετράει η σχέση που αναπτύσσω με το βιβλίο.

Τους τελευταίους μήνες ήμουν στη χειρότερη διάθεση που μπορεί να φανταστεί άνθρωπος. Δεν ευχαριστιόμουν τίποτα, έπεφτα από υπερδιέργερση σε αδράνεια και μετά ξανά από την αρχή, πότε έγραφα σα μανιακή, πότε τίποτα για μέρες. Όμως οι αναγνωστικές μου προτιμήσεις δε διαταράχθηκαν, διαβάζω ακόμα πολύ κι έχω την αίσθηση πως μόνον τότε ξαναγίνομαι αυτό που ήμουν πριν.

Δε θα σας μιλήσω για πλοκή, γλώσσα, ήρωες∙ ένα βιβλίο είναι όλα αυτά και τίποτα μαζί. Δεν μπορώ να τα διαχωρίσω, να τα δω χώρια από το σύνολο, κάποτε δεν μου αρκεί μια επαρκής ιστορία κι άλλοτε δεν χρειάζομαι καν ιστορία. Κατέληξα πως αυτό που μετρά είναι το συναίσθημα και η λογική μου να συγκινούνται, να μπορώ αντικειμενικά σε πρώτο επίπεδο να δω τις αρετές και σε δεύτερο να ταυτιστώ, να νιώσω ένα. Κι αυτό δεν προϋποθέτει μια μαυρομαλλούσα μάνα με παιδί για ηρωίδα, το αντίθετο, μπορεί να ταυτιστώ με έναν εξωγήινο από τον πλανήτη Τραλφαμαντορ, έναν πυροσβέστη που καίει βιβλία, μια γριά που αργοπεθαίνει σε ένα τρελοκομείο ή ένα γεροντοπαλίκαρο που στα εξήντα θέλει να ζήσει τον ανεκπλήρωτο έρωτα.

Η τέχνη, όπως κι αν την αναλύσεις, όσο κι αν την ψειρίσεις, τη χωρίσεις στα συστατικά της και την αναδιοργανώσεις δεν παύει να απευθύνεται στον καθένα χωριστά. Δεν μπορεί να γεννά τα ίδια αισθήματα σε όλους, δεν χωρά πανανθρώπινα μηνύματα, ούτε μεγάλους κομπασμούς. Και η ανάγνωση δεν μπορεί παρά, πέρα από τις αναλύσεις και τις θεωρίες, να είναι πρωταρχικά ψυχαγωγίκη. Και απολαυστική.


25/11/12

Τί πρέπει να διαβάζουν οι συγγραφείς; Ό,τι τους αρέσει...



Μερικές φορές αναρωτιέμαι πως φαντάζονται οι άνθρωποι ότι γεννιέται η τέχνη. Για κάποιους είναι ίσως ένας στίχος που τον σκέφτεσαι τη νύχτα ή μέσα στο λεωφορείο και τον σημειώνεις στο πίσω μέρος των τσιγάρων σου. Για άλλους μια συνεχής σπουδή, στους κλασικούς, τους μοντέρνους, τους ξένους, τους ημεδαπούς. Ε, λοιπόν δεν είναι τίποτα από τα δύο, τουλάχιστον αποκλειστικά. Η γραφή δε μπορεί να είναι ούτε στιγμιαία έμπνευση δίχως δουλειά και γράψιμο, και σβήσιμο, και ξανά γράψιμο, ούτε κατάλογος με πρέπει. Ζω και αναπνέω για τη λογοτεχνία, αλλά οι δυο ιδιότητές μου, του αναγνώστη και του γραφιά, δεν είναι τόσο στενά συνδεδεμένες όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά.

Πιθανολογώ πως ξεκίνησα να γράφω από φυσική κλίση, αλλά και την αγάπη μου στην ανάγνωση. Συνέχισα να γράφω γιατί αυτό θέλω και μπορώ να κάνω. Η αναγνωστική πορεία του  κάθε συγγραφέα τον βοηθά να αγαπήσει την τέχνη του, να μεστώσει ως άνθρωπος- αναγκαστικά τα βιβλία που διαβάζει καθορίζουν κι αυτά την κοσμοθεωρία του- αλλά δεν προσδιορίζουν το γράψιμό του. Θεωρώ πως το «θαυμάζω έναν μεγάλο και τον αντιγράφω» έχει λίγα να δώσει στην πρωτοπορία, αντίθετα κανείς πατάει στο παλιό για να χτίσει το νέο χωρίς συμβιβασμούς ως προς τί είναι αυτό το παλιό. Το παλιό είναι αυτό που του αρέσει, χωρίς περιορισμούς, εθνικούς, υφολογικούς, είδους. Ό,τι έχει διαβάσει κανείς, ό,τι έχει γράψει βαραίνουν στη συνείδησή του, χάνονται στο ασυνείδητο, μπαίνουν και βγαίνουν από τα γραπτά του, όπως ακριβώς και τα βιώματά του, οι σκέψεις, ακόμα κι αυτό που άκουσε χθες στην τηλεόραση. Δεν μπορώ να διανοηθώ έναν συγγραφέα που δε διαβάζει, γιατί τότε μάλλον δεν αγαπά τη λογοτεχνία. Ούτε όμως μπορώ να φανταστώ γραφιά με «αναγνωστικό πρόγραμμα» και ειδική «κούρα συγγραφέων» που θα καθορίσει το πώς θα γράφει∙ θα ήταν απίθανο μάλλον και δε θα το ευχόμουν εκτός των άλλων.