17/12/12

"Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο- τόμος Ι", Marcel Proust




Μου φαίνεται κάπως περίεργο να μιλήσω για ένα τόσο μεγάλο έργο όπως το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο», μιας και μόλις τελείωσα τον πρώτο τόμο που επιγράφεται «Από τη μεριά του Σουάν». Τί θα μπορούσα να προσθέσω άραγε στις κριτικές για τον Προυστ∙ φαντάζομαι τίποτα. Από την άλλη ήταν τόσο έντονα τα συναισθήματά μου που θα ήταν άδικο να μην αναφέρω καν την ανάγνωση, θα ήταν σα να την έκρυβα από τον ίδιο μου τον εαυτό, να την απαρνιόμουν. Ξέρω με σιγουριά πως τον τόμο κάποτε θα τον ξαναδιαβάσω – φαντάζομαι όταν και κάποτε τελειώσω και τους υπόλοιπους- ή ίσως και νωρίτερα.

            Αφηγητής είναι πιθανότατα ο ίδιος ο συγγραφέας, κάποια από τις εκφάνσεις του καλύτερα, μια περσόνα που θέλει να γράψει ένα βιβλίο σαν το "Αναζητώντας", που είναι αλλά δεν είναι ο Προυστ, και τα πρόσωπα είναι και δεν είναι ο δικός του περίγυρος. Το πρώτο πρόσωπο δημιουργεί την ψευδαίσθηση της οικειότητας, που χάνεται στο δεύτερο μέρος κι έπειτα ξαναβρίσκεται μόνο μια μακρινή της ανάμνηση στο τρίτο.

       Στο πρώτο κομμάτι μας αφηγείται το πώς περνούσε ως παιδί στην εξοχική κατοικία της οικογένειας του στο Κομπραί, μας μιλά για την προσκόλληση στη μητέρα του και το πόσο αποζητούσε το βραδινό αποχαιρετιστήριο φιλί της που κάποτε κάποτε το έχανε γιατί τους επισκεπτόταν ο κύριος Σουάν. Κι έπειτα με αφορμή μια μνήμη που ξύπνησε γιατί βούτηξε ένα γλύκισμα σε ένα τίλιο, μας μιλά για την θεία του Λεονί, μια γυναίκα που επέλεξε να μην ξαναβγεί από το δωμάτιο της και την πιστή της υπηρέτρια Φρανσουάζ. Η πασίγνωστη πρώτη φράση "Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς" ήδη οδηγεί σε μια ταύτιση, σε βάζει σε ένα οικείο περιβάλλον, κι ας είναι οι τρόποι της Γαλλικής κοινωνίας των αρχών του περασμένου αιώνα κάπως παλιακοί.

            Στο δεύτερο μέρος παρακολουθούμε τον κύριο Σουάν στον έρωτα του για μια γυναίκα ολίγον παρδαλή, την Οντέτ, που συχνάζει στο σαλόνι των Βεντυρέν που είναι πολύ κατώτερο του επιπέδου του, κι όμως αυτός αποζητά απεγνωσμένα την συντροφιά τους, γιατί ο έρωτάς του είναι στηριγμένος σε ένα κράμα από ζήλια, αποστροφή και επιθυμία.

            Στο τρίτο μέρος, και για μένα δυσκολότερο στην ανάγνωση, ο αφηγητής δεν είναι πια παιδί και μας αφηγείται τη σχέση του με την Ζιλμπερτίν Σουάν, την κόρη του Σουάν και της Οντέτ.

            Αν και φαινομενικά το βιβλίο αποτελείται από αναμνήσεις ατάκτως ερριμένες, διεξοδικά αναλυμένες και πιθανώς άσχετες μεταξύ τους, η δύναμη της αφήγησης είναι τέτοια που σε βάζει απευθείας στην κάθε ιστορία, σε κάνει μέτοχο της κάθε πράξης. Η γραφή είναι συναρπαστική, υποβάλλει έναν σχετικά αργό ρυθμό ανάγνωσης, συχνά είναι αδύνατο να διαβάσει κανείς πάνω από είκοσι, τριάντα σελίδες γιατί εκεί που είναι γλυκά αποκοιμισμένος με τις λεπτομέρειες της κοσμικής ζωής στο Παρίσι του προσφέρεται αναπάντεχα, ίσως και στην ίδια πρόταση ένα κομμάτι από τη σοφία της ζωής.

            Δεν ξέρω αν θα χαρακτήριζα τον «Αναζητώντας τον καινούργιο χρόνο»  μοντέρνο, έχει πολλά κοινά με τα κλασικά ρεαλιστικά μυθιστορήματα του 19ου αιώνα, αλλά ταυτόχρονα το διέπει μια πνοή σύγχρονη, διαφορετική ∙ πηδά στον συμβολισμό με χαρακτηριστική ευκολία, αποδομεί τον χρόνο - που κάποτε συστέλλεται κι άλλοτε διαστέλλεται μέσα στις λεπτομέρειες με άνεση. Ο Προυστ δε διστάζει να μιλήσει για σχέσεις λεσβιακές ( ο ίδιος ήταν ομοφυλόφιλος χωρίς να το λέει), να μιλήσει για κοκότες σα να ήταν κυρίες, και για κυρίες σα να ήταν αγίες, να δώσει το πλαίσιο της ζωής του σα μια ιστορία που θα μπορούσε να ειπωθεί, ενώ κανείς άλλος δεν θα τολμούσε να το κάνει, θα έμοιαζε με αδιάφορο προσωπικό ημερολόγιο. Αν και οι υπόλοιπες σελίδες είναι το ίδιο δυνατές, υποψιάζομαι πως η ρήση πως "έργα σαν το "Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο" περιόρισαν αισθητά τα όρια του ανείπωτου" δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα.

         
"Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο- Ι - Από τη μεριά του Σουάν", Μαρσέλ Προυστ, μετ. Παύλος Ζάννας, εκδ. Εστία, 2009, σελ. 445. 
         

14/12/12

Μια ελαστική ουσία





Σήμερα θα σας μιλήσω για τον πόνο. Ανακάλυψα λοιπόν πως ο πόνος που λιμνάζει πήζει, δημιουργεί μια ελαστική ουσία σα ζελέ, που εγκαθίσταται κάπου ανάμεσα στην αρχή του οισοφάγου και τις κλείδες. Τον θυμάσαι κάθε φορά που καταπίνεις, ενίοτε και κάθε φορά που ανασαίνεις, θέλεις να βγάλεις ένα μικρό ήχο αλλά φοβάσαι πως θα σε πάρουνε χαμπάρι.
Το πένθος δημιουργεί εμμονές. Μέσα στο πλήθος, ανάμεσα σε πολλά ασημιά αυτοκίνητα, κοντά σε έναν συγκεκριμένο υπολογιστή, όλα τα άλλα μοιάζουν αδιάφορα εκτός από το αναγνωρίσεις κάποιον συγκεκριμένο∙ που αποκλείεται να είναι εκεί.
            Στην αρχή όλων κυριαρχεί η σιωπή. Ναι, παρ’ όλα τα κλάματα και τις κραυγές το μόνο που μένει είναι η έλλειψη της ανάσας. «Βασίλη, ο μπαμπάς μου πέθανε». Μόνο αυτή η φράση, ξαναπαιγμένη και ξαναπαιγμένη. Όλα τα υπόλοιπα τα ανέχεσαι για να μην ουρλιάξεις, ουρλιάζεις για να μην τα ανεχτείς.
            Αναθεωρώ. Ο θάνατος συμβαίνει σε έναν. Σε μας τους υπολοίπους αυτό που συνέβη είναι χωρισμός. Ένας αναπάντεχος αποχωρισμός που πρέπει να το χωνέψουμε κι ας μην είναι εκείνος να μας πει «δε σε θέλω πια, παρ’ το απόφαση, προχώρα». Θα ήταν ευκολότερο αν έλεγε «δε σε θέλω πια». Αλλά αυτό δε γίνεται. Τίποτα δε γίνεται, για την ακρίβεια. Τίποτα δε μπορεί να αλλάξει.
            Δεν έχω πράγματα ανείπωτα. Ούτε κουβέντες, ούτε λόγια. Μου λείπουν οι πράξεις. Το γάλα του παιδιού που έφερνε κάθε πρωί, το ποιος θα φτιάξει τη φορολογική μου δήλωση, ποιος θα μου στείλει πρώτος ανθοδέσμη στο facebook, για ποιόν θα αγοράσω ανάλατα κριτσίνια χωρίς ζάχαρη, να έχει κάτι να μασουλάει στη γιορτή μου. Μου λείπει να λείπει στο παιδί μου. Μου λείπει που δεν θα τον δω γέρο, μισώ τα σταυρόλεξα και τον υπολογιστή του, εκνευρίζομαι που δεν θα πάθαινε άνοια ποτέ, θυμώνω.
            Θυμώνω που άλλοι ζουν και είναι τριάντα χρόνια γηραιότεροι, θυμώνω που η γιαγιά μου όταν έφυγε ήταν πέντε χρόνια μεγαλύτερή του, θυμώνω που είχε να φάει γλυκό και τυρί δώδεκα χρόνια. «Ως τώρα έζησα πολύ καλά, τώρα θα κοιτάξω απλά να ζήσω», είπε τότε. Τι υπόσχεση είναι αυτή ρε άνθρωπε, αν είναι να μην την τηρήσεις;
         Ενίοτε το ζελέ ρευστοποιείται, ανεβαίνει προς τα μάτια και λίγη από την ουσία του χάνεται. Μετά ξαναπαγώνει, το καταλαβαίνεις με το ανεπαίσθητο χμ πριν την καλημέρα και την πρώτη γουλιά του καφέ, τρεμουλιάζει μες στη μέρα και σκληραίνει τις νύχτες, αναρωτιέσαι τι είναι αυτό που θα αλλάξει, πόσο μπορεί «η κατάσταση να εξομαλυνθεί», δε γουστάρεις. Δε θες. Δε θέλω. Δε θέλω. Αυτό.      


12/12/12

"Ο ονειροπόλος και άλλες ιστορίες", Robert Walser

          

                                           «Μικρή οδοιπορία», Ρόμπερτ Βάλζερ

Βάδιζα σήμερα πάνω στα όρη. Ο καιρός ήταν υγρός και όλη η περιοχή γκρίζα. Μα ο δρόμος ήταν ελάχιστα θαμπός και σε μερικά σημεία ολοκάθαρος. Στην αρχή φορούσα το παλτό μου∙ ύστερα όμως το έβγαλα, το δίπλωσα και το κρέμασα στο μπράτσο μου.
Το περπάτημα στο θαυμάσιο δρόμο, που πότε ανηφόριζε και πότε κατηφόριζε πάλι απότομα, μου προκαλούσε ολοένα και μεγαλύτερη ευχαρίστηση. Τα βουνά ήταν μεγάλα, έμοιαζαν να στριφογυρίζουν. Ολόκληρος ο κόσμος των βουνών μου φαινόταν σαν ένα τεράστιο θέατρο. Υπέροχα έστριβε ο δρόμος στις απόκρημνες πλαγιές. Κατέβηκα σε ένα βαθύ φαράγγι, στα πόδια μου βούιζε ένα βαθύ ποτάμι, η αμαξοστοιχία πέρασε από μπροστά μου με έναν υπέροχο άσπρο ατμό. Σαν ακύμαντος ποταμός προχωρούσε ο δρόμος μέσα στο φαράγγι, κι όπως περπατούσα, η στενή κοιλάδα μου φαινόταν να περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό της. Γκρίζα σύννεφα υπήρχαν πάνω στα βουνά, λες και αναπαύονταν εκεί. Συνάντησα έναν νεαρό χειροτέχνη με σακίδιο στον ώμο, που με ρώτησε αν είχα δει άλλους δυο νεαρούς.
  «Όχι», αποκρίθηκα.
            Ύστερα ρώτησε αν έρχομαι από μακριά.
       «Ναι», είπα και συνέχισα το δρόμο μου. Δεν πέρασε πολλή ώρα, και είδα τους δυο νεαρούς οδοιπόρους να έρχονται τραγουδώντας. Ένα χωριό με χαμηλά σπίτια κάτω από τους άσπρους βράχους ήταν ιδιαίτερα ωραίο. Συνάντησα μερικά κάρα και είδα μερικά παιδιά στη δημοσιά, άλλο τίποτα. Δε χρειάζεται να δει κανείς κάτι το ιδιαίτερο. Ούτως ή άλλως βλέπει πολλά.
           

            Το διήγημα προέρχεται από τη συλλογή «Ο ονειροπόλος και άλλες ιστορίες»,  του Ρόμπερτ Βάλζερ, εκδ. Πατάκης, 1997, ένα βιβλιαράκι από χρόνια εξαντλημένο που περιέχει μερικά απίστευτα κομψοτεχνήματα, ανάμεσα στην πεζογραφία και στην ποίηση, κι ήρθε στα χέρια μου κάπως ανορθόδοξα∙ ο αγαπητός Ναυτίλος το φωτοτύπησε για τον Johnny Panic κι αυτός είχε την καλοσύνη να το φωτοτυπήσει και να μου το στείλει.
             Τα μικρά κείμενα του Βάλζερ έχουν μια στιλπνότητα σπάνια, αφορούν άλλοτε θέματα εντελώς πεζά και συνηθισμένα κι άλλοτε τελείως υπερβατικά, κι αφήνουν μια γεύση ειρωνείας κι αβάσταχτης αγάπης ανάμικτης, σα να σου μιλά ένας φίλος για αυτό που είναι στο μυαλό μου μόλις εκείνη τη στιγμή.
             Είναι παράδοξο που μια πένα σαν του Βάλζερ έχει τόσο παραγνωριστεί στην Ελλάδα. Ελπίζω στο μέλλον να διορθωθεί. 



10/12/12

Πρόσκληση




Οι εκδόσεις «ΙΒΙΣΚΟΣ» σας προσκαλούν
στην παρουσίαση του νέου τους μυθιστορήματος,
«ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΕΣ ΑΠΩΛΕΙΕΣ» του Άγγελου Χαριάτη,
στις 11 Δεκεμβρίου 2012, ημέρα Τρίτη και ώρα 19:00,
στο café «Floral» (Θεμιστοκλέους 80 – 10681 Αθήνα)
Για το βιβλίο θα μιλήσουν η Κατερίνα Μαλακατέ - blogger,
ο Στέφανος Ξένος – βιβλιοκριτικός - συγγραφέας
καθώς και ο συγγραφέας του βιβλίου.

Αποσπάσματα του βιβλίου θα διαβάσει ο ηθοποιός Χάρης Βεραμόν.




9/12/12

Αυτόν τον ήρωα ποιός θα τον πάρει;





Τον τελευταίο καιρό αναρωτιέμαι συχνά πυκνά για το πώς διαλέγει κανείς το θέμα του σε ένα μυθιστόρημα. Για μένα ως τώρα αυτή η διαδικασία είχε ως εξής, άνοιγα ένα φύλλο του επεξεργαστή κειμένου (το word ντε) και άρχιζα με μια φράση που μου είχε κολλήσει∙ έτσι συχνά προέκυπτε ένα διήγημα. Από τα διηγήματά μου- πιθανότατα από 2-3 από αυτά που είχαν θέμα συναφές- αναδύονταν κάποιοι ενδιαφέροντες χαρακτήρες που τους δούλευα μες στο μυαλό μου για καιρό ώσπου έφτανα να ξέρω απίθανες λεπτομέρειες για αυτούς και πάνω τους στηνόταν ολόκληρο το βιβλίο. Και στα τρία μου μεγάλα κείμενα, αυτό έχει συμβεί, επαφίεμαι δηλαδή σε αυτό που λέμε έμπνευση και μετά προκύπτει η βούληση.

            Ξέρω πια πολλούς μυθιστοριογράφους που ξεκινούν να γράψουν ένα βιβλίο αφού η πλοκή έχει ολοκληρωθεί μέσα τους, κάποιες φορές στήνοντας επί τούτου μια ιστορία γιατί θέλουν να πουν κάτι πολύ συγκεκριμένο, κι έχω αρχίσει να αμφισβητώ τις μεθόδους μου. Εγώ όσο γράφω έχω μιαν ιδέα για το τι θα γίνει μέχρι το επόμενο κεφάλαιο, και μόνο μια σκιώδη υπόνοια για το τέλος.
Ίσως για αυτό τα μεγάλα μου κείμενα χωλαίνουν στις τελευταίες σελίδες∙ στο στήσιμο μιας ιστορίας, στους χαρακτήρες, τη βιογραφία τους που υποβόσκει είμαι καλή (συνήθως έχω και το πρωτογενές υλικό των διηγημάτων να στηριχθώ), όταν έρθει η ώρα να ολοκληρώσω την περιπέτεια τους γίνομαι βιαστική, τους ξέρω πια καλά και για μένα χάνουν το ενδιαφέρον τους.

            Αν λοιπόν ξεκινούσα από την πλοκή και όχι από τους χαρακτήρες πιθανολογώ πως θα έγραφα λιγότερο άνισα, θα ανακάλυπτα μαζί με τον αναγνώστη τις ιδιότητες τους. Από την άλλη αυτό κάποιες φορές οδηγεί σε ήρωες τέρατα, ανακόλουθους, που δεν εξελίσσονται ή που μας δηλώνουν από την αρχή ποιοί είναι με τέτοια αυστηρότητα που δεν αφήνουν περιθώριο στη φαντασία να ξεστρατίσει. Είμαι κακή στα σχεδιαγράμματα πλοκής, τα καταστρατηγώ επανειλημμένα, γράφοντας μου προκύπτει συχνά κάποιος νέος ήρωας ή κατάσταση που τα κάνει όλα μαντάρα. Κι όταν γράφω με πρόγραμμα φαίνεται στις σελίδες, το ήδη λιτό ύφος μου αποκτά μια κλινικότητα σα να πρόκειται για εργασία για το μεταπτυχιακό, αφυδατώνεται. Πρέπει ανάμεσα στην ανοργανωσιά μου και την οργανωτικότητα να μπει ένα φράγμα, ένα όριο, να μάθουν αυτά τα δυο να συνεργάζονται. Μου λείπει από τη ζωή μου- αν είμαι σε φάση μπορώ να ακολουθώ πρόγραμμα σα ρομποτάκι, αν δεν είμαι όλα γίνονται ένα πυκνό χάος- φαίνεται και στα γραπτά μου. Πάντως δεν είμαι τόσο σίγουρη πως η αναγνώριση του προβλήματος μπορεί να φέρει τη λύση.


7/12/12

"Η επιστροφή του Φρόυλερ", Περικλής Μονιούδης





Θα ήταν μάλλον ψέμα να πω πως ενθουσιάστηκα με το βιβλίο του Περικλή Μονιούδη «Η επιστροφή του Φρόυλερ». Ο ελληνικής καταγωγής συγγραφέας γεννήθηκε στην Ελβετία και ζει εκεί, γράφει στα Γερμανικά και το βιβλίο είναι μεταφρασμένο. Πρόκειται για μία κλασική αστυνομική ιστορία. Ο ανακριτής Φρόυλερ γυρίζει πίσω στην πόλη των παιδικών του χρόνων, τη Γλαρούς και αναλαμβάνει μια υπόθεση που στη αρχή φαίνεται ως αυτοκτονία.


       Ένας σχετικά ηλικιωμένος άντρας, ο Μόζερ, βρίσκεται νεκρός από πυροβολισμό στη βίλα που έμενε μόνος του. Στην πορεία ο ανακριτής θα ανακαλύψει πως κανείς δεν ενδιαφέρεται για την αποκάλυψη της αλήθεια, ούτε τα παιδιά του Μόζερ, ο Τόμας, ένα χαρτόμουτρο και η Βερόνικα μια σκληροπυρηνική επιχειρηματίας που πριν κάποια χρόνια είχε αναλάβει τις δουλειές του πατέρα της. Αλλά και οι άνθρωποι στην πόλη, ο βοηθός του, ο προϊστάμενος εισαγγελέας, ο δημοσιογράφος, ο πρόεδρος του κυνηγετικού συλλόγου φαίνονται δυσαρεστημένοι που ο ανακριτής ακόμα ψάχνει.

Αν και πρόκειται για μια αστυνομική ιστορία η πλοκή δεν είναι ιδιαίτερα σφιχτοδεμένη και η αφήγηση έκανε σε αρκετά σημεία κοιλιά. Ο ανακριτής Φρόυλερ είναι ένας συμπαθητικός χαρακτήρας και το κύριο εύρημα του βιβλίου πως ο Φρόυλερ σε αρκετές φάσεις νιώθει να ταυτίζεται με το θύμα, ενδιαφέρον. Πέρα από αυτό όμως όταν διαβάζεις ένα βιβλίο που δεν ζητά πολλή από την προσοχή σου όπως αυτό- ανάπαυλα από τον Προυστ- τότε περιμένεις να μην σε κουράσει. Κι εμένα σε αρκετά σημεία με έκανε να βαρεθώ.   

"Η επιστροφή του Φρόυλερ", Περικλής Μονιούδης, μετ. Σπύρος Μοσκόβου, εκδ. Εστία, 2009, σελ.242