12/5/13

Έφτασαν πριν δυο εβδομάδες...




αλλά σήμερα παρουσιάζονται πανηγυρικά. Κρατήθηκα σχεδόν δυο μήνες και μετά σαν τον πρεζάκια στην απεξάρτηση επιβράβευσα τον εαυτό μου με το προϊόν της έξης μου.... 

Λοιπόν πήρα:

τον "Υπόγειο κόσμο" του Ντελίλλο, που ευπειθώς αναφέρω πως επιτέλους τελείωσα, τη "Σκακιστική νουβέλα",  έναν Όστερ, τη συνέχεια του "Γυρίστε τον Γαλαξία με Οτοστόπ", το "Στίλερ" του Μαξ Φρις γιατί θα με αποκλήρωνε ο Johnny Panic, "Το γονίδιο της αμφιβολίας" του Νίκου Παναγιωτόπουλου,  τον "Κυανοπώγονα" του Βόνεγκαρτ που τον θυμηθήκαμε πρόσφατα, το "Σβήσιμο" του Έβερετ (πρόταση της Βιβής), την "Άβυσσο" για την οποία επέμενε η Α.,  τη "Στιγμή της ελευθερίας" του Γιανς Μπέρνεμπο (πρόταση του librofilo) έναν Τανιζάκι που δεν έχω ποτέ διαβάσει και τέλος δυο ήδη διαβασμένα, τη "Βουή και τη μανία", που την είχα σε άλλη μετάφραση και το Αλεξανδρινό κουαρτέτο που το έχω διαβάσει νήπιο και για 11 ευρώ του το χρωστούσα του Ντάρελ... 





11/5/13

"Το Ρεστωράν στο τέλος τους Σύμπαντος", Douglas Adams




Γραμμένο στο γνωστό μοτίβο του «Γυρίστε τον Γαλαξία με ωτοστόπ», το «Ρεστωράν στο τέλος τους σύμπαντος» είναι το ίδιο ξεκαρδιστικό με το πρώτο βιβλίο, προσφέρεται για ώρες χαλάρωσης και παιγνιώδους ανάγνωσης και φυσικά προχωρά την πλοκή ένα βήμα παραπέρα και εμβαθύνει ακόμα περισσότερο στους αγαπημένους μας χαρακτήρες (ε;).

Ο Ζαφόντ Μπλήμπλιμπροξ, που υπήρξε πρόεδρος του Σύμπαντος αλλά για κάποιο λόγο που ούτε εκείνος ξέρει έκλεψε το διαστημόπλοιο της άπειρης απιθανότητας, ψάχνει (αυτός και τα δυο του κεφάλια) γιατί το έκανε, συναντά τον προπαππού του, που στην πράξη είναι μικρότερος του, μεταφέρεται στο χρόνο και στο χώρο, τρώει στο ρεστωράν στην άκρη του σύμπαντος (το πιο πρόθυμο μοσχάρι που έχεις δει ποτέ) σέρνει μαζί του και τους δυο γήινους, τον Άρθουρ και την Τρίλιαν και τελικά καταλήγει να βρει τις απαρχές του ανθρώπινου γένους στη Γη.

42.

"Το Ρεστωράν στο τέλος τους Σύμπαντος", Douglas Adams, μετ. Δημήτρης Αρβανίτης, εκδ. Φανταστικός κόσμος, 2005, σελ.223

9/5/13

Μα τί παθαίνουμε στις αργίες και δε διαβάζουμε;


Στις γιορτές πάντα διάβαζα και έγραφα λιγότερο. Κι ας ήταν ο ελεύθερος χρόνος περισσότερος, σα να σχετίζεται με τις ανάσες και το καθημερινό μου πρόγραμμα η ανάγνωση, χαλαρώνει κι αυτή όσο ξεκουράζεται το κορμί μου. Ή μάλλον είναι θέμα προγραμματισμού, η ανάγνωση είναι σε τέτοιο βαθμό μέρος της καθημερινότητάς μου που μόλις η τελευταία γίνεται ακανόνιστη και χαλαρή, η πρώτη χάνει τη θέση της μέσα στη μέρα.

Είναι η ανάγνωση κάπως σαν τη δουλειά, το πλύσιμο των ρούχων και το μαγείρεμα; Θέλω να πω είναι δυνατόν να έχει ενταχθεί στο πρόγραμμα με τέτοιο τρόπο που να γίνεται ρουτίνα; Προφανώς σε ένα βαθμό είναι. Κι αν η απάντηση είναι ναι σε αυτό το ερώτημα, τότε που πάει η απόλαυση; Αν, όπως συχνά διατείνομαι «για μένα το διάβασμα είναι ξεκούραση και ευχαρίστηση πάνω από όλα», πως και γιατί δεν ταιριάζει με την ίδια ένταση στις σχόλες. Δεν ξέρω.

Δεν είναι πως δε διαβάζω στις διακοπές. Όχι όμως με την ίδια λύσσα. Και η μόνη πιθανή δικαιολογία που μπορώ να σκεφτώ, είναι αυτή: στις μέρες της ξεκούρασης δεν έχω ανάγκη την ανάγνωση για να χαλαρώσω. Αντίθετα όταν δουλεύω, σκέφτομαι με ηδονή σχεδόν την ώρα που όλα θα έχουν τελειώσει, το παιδί θα έχει αποκοιμηθεί κι εγώ θα αράξω στο κρεβάτι με το βιβλίο μου∙  το διάβασμα γίνεται ανάγκη και κάποιες φορές μονομανία.


Κάποτε μετανιώνω που πλένω τα πιάτα αντί να διαβάζω, άλλοτε που πρέπει να πάω στην τάδε ή στη δείνα υποχρέωση. Διαβάζω λιγότερο, όταν όλα συνηγορούν πως έχω χρόνο για να το κάνω. Και περισσότερο, όταν τα είκοσι λεπτά που ξεκλέβω είναι αταξία και αμαρτία, όταν αισθάνομαι την σκανταλιά του να μην εκπληρώνω κάποια από τις άλλες μου υποχρεώσεις. Για μένα η ανάγνωση είναι το παιχνίδι, η απιστία και η λαιμαργία μου. Κι ένας τρόπος να παραμένω παιδί, να σπάω τους κανόνες, να αποδυναμώνω τη ρουτίνα και να ταυτόχρονα να της κλείνω το μάτι. Κάπως σαν το κάθε βιβλίο να είναι και μια μικρή τολίπα καπνού που βγαίνει από τη φλεγόμενη χύτρα.



Υ.Γ. Δικαιολογίες που λιβανίζω τον "Υπόγειο κόσμο" μια εβδομάδα τώρα. 950 σελίδες είναι αυτές...



7/5/13

"Σκακιστική νουβέλα", Stefan Zweig


H  "Σκακιστική νουβέλα» του Στέφαν Τσβάιχ είναι ένα μικρό κομψοτέχνημα. Στις λιγότερες από εκατόν τριάντα σελίδες του το μικρό – και σε σχήμα-  βιβλιαράκι περιγράφει με οικονομία μια ιστορία απίστευτης αγριότητας, μέσα στην ηπιότητα του σκακιού.

Πάνω σε ένα καράβι που κατευθύνεται προς τη Βραζιλία βρίσκεται ένας φημισμένος πρωταθλητής σκακιού. Πρόκειται για τον Τσέντοβιτς, ένα αγόρι άξεστο, με εξαιρετική δυσκολία στη γραφή και την ανάγνωση, οριακό ως προς τη γενική ευφυΐα, αλλά ιδιοφυΐα όταν πρόκειται για το σκάκι. Ο αφηγητής της νουβέλας ενδιαφέρεται πάντα για κάτι τέτοιες ιδιοτροπίες του ανθρώπινου μυαλού και προσπαθεί να προσεγγίσει τον πρωταθλητή. Στήνει μια σκακιέρα, βρίσκει συμπαίκτη και τελικά καταφέρνει να κάνει τον Τσέντοβιτς να ενδιαφερθεί. Για 250 δολάρια την παρτίδα δέχεται να παίξει εναντίον όλων των ερασιτεχνών σκακιστών του πλοίου. Στην πρώτη παρτίδα κερδίζει χωρίς καν να κάτσει στην καρέκλα, στη δεύτερη όμως εμφανίζεται μέσα στο πλήθος ένας άνθρωπος που καταφέρνει να του πάρει μια εντυπωσιακή ισοπαλία.

Η ιστορία του ανθρώπου που φαίνεται με το μυαλό να νικά τον άξεστο Τσέντοβιτς που δεν μπορεί αν δεν έχει μια μικρή σκακιέρα πάνω του να φανταστεί μια παρτίδα  έχει να κάνει με το σκάκι, την τρέλα, τη βαναυσότητα, την μονομανία, την ικανότητα του ανθρώπινου μυαλού να επιβιώνει  Αυτός ο Αυστριακός έπεσε στα χέρια των Ναζί και υποβλήθηκε σε ένα σχετικά πρωτότυπο βασανιστήριο, απόλυτη  απομόνωση δίχως κανένα τρόπο να απασχοληθεί το μυαλό.

Η αφήγηση είναι λιτή, δίχως άσκοπες λεπτομέρειες και μεταφέρει με νηφαλιότητα αυτό που συνέβη, μέχρι να φτάσουμε στο φινάλε. Αν και φυσικά μιλάμε για ένα βιβλίο βασανιστικό, δεν υπάρχει πουθενά ζοφερή ατμόσφαιρα ούτε κατάθλιψη. Μόνο η έκπληξη για την ανθρώπινη φύση και τις εκφάνσεις της.

"Σκακιστική νουβέλα", Στέφαν Τσβάιχ, μετ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Άγρα, σελ. 127 


4/5/13

"Ιστορίες από ένα παγκάκι"


Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε το δωρεάν e-book "Ιστορίες από ένα παγκάκι", συλλογικό έργο πολλών και τελικά όπως αποδείχτηκε εκλεκτών ανθρώπων. Όταν δέχτηκα την πρόσκληση να γράψω κι εγώ ένα διήγημα, δεν ήξερα ποιοί άλλοι θα συμμετάσχουν στο εγχείρημα, και τελικά χάρηκα πολύ γιατί είδα πως ασχολήθηκαν με το ίδιο θέμα συγγραφείς που εκτιμώ πολύ, ο Δημήτρης Αλεξίου, ο Νίκος Καρακάσης, ο Δημήτρης Νίκου, ο Γιάννης Φαρσάρης∙ γραφιάδες- εγγύηση για να πουν μια καλή ιστορία. Αλλά και τα  περισσότερα από τα υπόλοιπα διηγήματα με εξέπληξαν ευχάριστα, είχαν ρυθμό και αφηγηματική τεχνική που συχνά δε συναντάμε στα μεγάλα κείμενα. Το διήγημα, η μικρή φόρμα, είναι μέρος της ευκολίας μας. Από την άλλη, όποιος μπορεί να εκφραστεί με σαφήνεια στις 1000 ή στις 2000 λέξεις και να συγκινήσει έχει από την αρχή ένα πλεονέκτημα, δεν κινδυνεύει να χάσει στην πορεία τον αναγνώστη του.

Αν θελήσετε να κατεβάσετε δωρεάν το ψηφιακό βιβλίο ή απλά να το διαβάσετε on line δεν έχετε πάρα να επισκεφτείτε την σελίδα των εκδόσεων Σαΐτα. Το δικό μου διήγημα έχει τον εξαιρετικό τίτλο "Δυο κοτσίδες".

http://www.saitapublications.gr/2013/04/ebook.28.html

Κι ελπίζω να μην το μετανιώσετε.


2/5/13

"Κείμενα νεοελληνικής λογοτεχνίας"


Τα σχόλια στην ανάρτηση για το βιβλίο του Δημήτρη Χατζή με έβαλαν σε σκέψεις. Πως γίνεται ένα παιδί σαν κι εμένα, που διάβαζε με πάθος από μικρό, να απεχθάνεται τα «κείμενα νεοελληνικής λογοτεχνίας».  Ως τώρα είχα μια αίσθηση πως αυτά τα κείμενα ήταν κακοδιαλεγμένα, εθνοπατριωτικά αποσπάσματα, τώρα συνειδητοποιώ πως μπορεί η μνήμη μου να τα αδικεί και να φταίει η διδασκαλία τους. Οι φιλόλογοί μου σε γενικές γραμμές ακολουθούσαν το "πρόγραμμα", έκαναν καλολογικές παρατηρήσεις από κάποιο κοινό λυσάρι, βάζαν χαζές εργασίες του τύπου στον στίχο 25 τι θέλει να μας πει ο ποιητής. Αμ, έτσι δεν αγαπάς τη λογοτεχνία, το πολύ πολύ να αγαπήσεις τη φιλολογία∙ που πολύ αμφιβάλλω.

Αντίθετα, στο χαρούμενο σχολείο που πήγαινα υπήρχε ένα μάθημα «Αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας», πολλές ώρες την εβδομάδα. Από κει θυμάμαι σχεδόν τα πάντα. Κι αν εξαιρέσει κανείς τον απαραίτητο Σαίξπηρ κάθε χρόνο (και γιατί να τον εξαιρέσει εδώ που τα λέμε), τα βιβλία αυτά τα κρατάω ακόμα στην τωρινή βιβλιοθήκη μου κι όχι σε κούτες στο πατρικό μου. Φυσικά και εκεί υπήρχε η ιστορία της λογοτεχνίας τους (έμαθα όλα όσα δεν ήθελα να ξέρω για τον Beowulf), όμως σε αυτά τα βιβλία πρωτοδιάβασα Poe, και T.S.Eliot, και Thoreau. Με αυτά έμαθα να αγαπώ τον Byron, τον Shelley, τον Yeats για να τους απομυθοποιήσω μετά, δεν έχει σημασία. Όχι, ούτε κι εδώ μιλάμε για πρωτοποριακά κείμενα, ούτε καν για πολύ μοντέρνα. Ήταν η διδασκαλία διαφορετική. Και ναι, ίσως ήταν παράλογο να περιμένεις εργασία από ένα παιδί της δευτέρας γυμνασίου για το «Άνθρωποι και Ποντίκια». Από την άλλη, αφού μια χαρά την έβγαλα εις πέρας και θυμάμαι με ευκρίνεια το βιβλίο, μπορεί να μην ήταν και τόσο.




Τη μοναδική φορά που υπήρξε φιλόλογος που ενδιαφερόταν και μας έβαλε να διαβάσουμε βιβλίο για εργασία, ήμουν άτυχη. Μου διάλεξε το «Στου Χατζηφράγκου». Έκτοτε αν και καταλαβαίνω την πρωτοπορία του Κοσμά Πολίτη σε σχέση με την υπόλοιπη γενιά του ‘30 δεν κατάφερα ποτέ να τον αγαπήσω. Τυχαίο; Δε νομίζω.





Δεν ξέρω πως και γιατί, ούτε τι θα έπρεπε να γίνει για να φτιάξει  η κατάσταση. Υποψιάζομαι πως όσο βγαίνουν φιλόλογοι που διαβάζουν με το ζόρι τις «Ακυβέρνητες Πολιτείες» για να περάσουν την ελληνική λογοτεχνία στο Φιλολογικό και μετά συνεχίζουν ακάθεκτοι να διαβάζουν (μόνο) το Τσάο, τόσο τα «κείμενα νεοελληνικής λογοτεχνίας» θα απαξιώνονται, θα είναι μια αγγαρεία ακόμα για να περάσει κανείς την τάξη.

Για να δημιουργήσεις κουλτούρα, πρέπει να έχεις κουλτούρα. Ίσως να μην είμαστε πολύ πρωτοποριακοί στο μυθιστόρημα, αλλά έχουμε αρκετά διαμάντια που ξεχωρίζουν. Ήμασταν όμως κορυφαίοι στην ποίηση. Κι ανάθεμα αν θυμάμαι ένα καλό απόσπασμα του Σεφέρη. Τον Καρυωτάκη τον κάναμε από φυλλάδια, γιατί είχε τρέλα η τότε φιλόλογος μαζί του. Δεν μπορεί η παιδεία στην ανάγνωση να αφήνεται στην ατομική πρωτοβουλία- ένας φιλόλογος που νοιάζεται, ένας γονιός αναγνώστης. Δεν ξέρω καν αν μερικά σεμινάρια θα άλλαζαν την κατάσταση. Όταν δεν διαβάζεις, δεν μπορείς να μεταδόσεις την αγάπη της ανάγνωσης∙ τόσο απλά. Και ο κύκλος θα συνεχίζεται, φαύλος, για καιρό. Ώσπου να γίνουμε πολλοί και να τον σπάσουμε.