22/5/13

Ο δημιουργός υπερήρωας




      Το αν ένα βιβλίο ανήκει στον αναγνώστη ή στο συγγραφέα του με απασχολεί συχνά τελευταία. Διαπιστώνω με τρόμο πως θέλω να κάνω αυτό που κορόιδευα, να υπερασπιστώ τα γραπτά μου, να εξηγήσω την τάδε λεπτομέρεια, να αντικρούσω τη δείνα κατηγορία, να δώσω στους ήρωες μου τα μαλλιά και το πρόσωπο που ονειρεύτηκα∙ κι αυτό θέλω να το περάσω στους άλλους με λόγια. Δε γίνεται. Αν ο αναγνώστης φτιάχνει μιαν εικόνα στο μυαλό του είναι μονάχα αυτή που φαντάστηκε όσο διάβαζε το κείμενο, τα υπόλοιπα είναι απλά κουβέντες για να περνά η ώρα.

      Τα βιβλία δε χρειάζονται υπεράσπιση, ούτε από αυτόν που τα έγραψε, ούτε από αυτόν που τα λάτρεψε – είναι υπάρξεις ξέχωρες από το δημιουργό τους, σαν απόγονοι που διατηρούν κάποια χαρακτηριστικά, αλλά πάντα μπλεγμένα και στρεβλωμένα. Έχουν διαφορετικές σχέσεις με τον κάθε αναγνώστη∙ κάποτε διαπιστώνω πως αυτό που έγραψα κι ήταν μια ποταπή έκφραση χωρίς πολλή σκέψη, δίνει τροφή για κάτι μεγαλειώδες στο μυαλό ενός άλλου. Κι άλλοτε αγαπημένες φράσεις περνούν απαρατήρητες, προσπερνώνται σαν κάτι τετριμμένο. Είναι ο λόγος που μισώ τα αποσπάσματα, δείχνουν μια βιασύνη να προδικάσεις τι θα άρεσε και στον επόμενο.

      Κι όταν διαβάζω κείμενα άλλων αυτή η αίσθηση είναι εντονότερη. Δεν πιστεύω στον συγγραφέα-υπερασπιστή του έργου του με την κόκκινη κάπα του υπερήρωα. Ό,τι κατάλαβα, κατάλαβα, ό,τι ένιωσα, ένιωσα, δε θα αλλάξει, ούτε θα βελτιωθεί αν υπάρξουν ύστερες διευκρινίσεις. Από την άλλη, κανείς επηρεάζεται πολύ περισσότερο από αυτά που έχει ακούσει πριν, από ό,τι κι αν διαβάσει μετά. Είναι η δύναμη της κριτικής, σε προϊδεάζει, μερικές φορές πατά στον εγωισμό σου, κολακεύει τα θέλω σου, ένα «δύσκολο» βιβλίο δε μπορεί παρά να σου αρέσει κι εσένα. Ούτε αυτό μου αρέσει.

     Για μένα το μοναδικό που έχει σημασία είναι η σχέση βιβλίου-αναγνώστη κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης. Το τι θα βγει από αυτό το δεσμό εξαρτάται φυσικά από το ποιος είναι ο αναγνώστης -τι έχει διαβάσει, τι έχει ζήσει- και το τι είναι το βιβλίο. Όμως κάποιες φορές, σε πείσμα της λογικής, των εμπειριών, του γούστου, αυτό που προκύπτει είναι απλά έρωτας.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο διαδικτυακό λογοτεχνικό περιοδικό Bookstand στις 19-2-2013 

21/5/13

"Το γονίδιο της αμφιβολίας", Νίκος Παναγιωτόπουλος





«Το γονίδιο της αμφιβολίας» του Νίκου Παναγιωτόπουλου είναι ένα βιβλίο που διερευνά τα όρια του ταλέντου και της επιστήμης, τη δυνατότητα με μιαν απόφαση να αλλάξεις τον κόσμου σου και των άλλων, τα ρηχά νερά της καλλιτεχνικής αλυσίδας ανάμεσα σε συγγραφέα, ατζέντη, εκδότη και τα βαθιά της ίδιας της αμφιβολίας του καλλιτέχνη για την τέχνη του και το ταλέντο.

Η ιστορία ξεκινά με τον πρόλογο ενός γιατρού, που βρήκε το τελευταίο έργο ενός ετοιμοθάνατου συγγραφέα, του James Wright, και θέλει να το δημοσιοποιήσει στον κόσμο. Το έργο έχει τη μορφή επιστολής προς το γιατρό και είναι η εξομολόγηση ενός ανθρώπου που αρνήθηκε να κάνει το τεστ Τσίμερμαν. Το τεστ αυτό καταδεικνύει πέρα πάσης αμφιβολίας ποιος έχει ή όχι λογοτεχνικό ταλέντο. Ο Wright αρνήθηκε να το κάνει, γιατί τότε είχε εκδώσει ήδη δυο επιτυχημένα κι ένα αποτυχημένο βιβλίο και αρνούνταν να υποβληθεί σε μια τέτοια διαδικασία. Έτσι καταδίκασε τον εαυτό του από την πλευρά των αποτυχημένων, εκείνων που δε θα εκδίδονταν ποτέ ξανά. Γιατί το τεστ Τσίμερμαν διαμόρφωσε μια νέα εκδοτική πραγματικότητα, με τους "ανέγγιχτους"- τους καθιερωμένους δηλαδή που αρνήθηκαν να κάνουν το τεστ αλλά κανείς δεν μπορούσε να τους αρνηθεί να εκδώσουν, τα «σοφά μωρά», που κάναν το τεστ από την κούνια κι έπειτα χωρίς να κουνήσουν το δαχτυλάκι τους ό,τι και να έγραφαν θα εκδιδόταν και τους ΑΑ, εκείνους που αρνήθηκαν το τεστ πριν προλάβουν να καθιερωθούν και δεν θα έβλεπαν ποτέ πια τίποτα δικό τους τυπωμένο. Αυτή η κατάσταση στην αρχή συνέφερε τους πάντες, καταργήθηκαν οι υπάλληλοι των εκδοτικών, οι κριτικοί, όλη η αλυσίδα. Μόνο που γιατί να γράψει κανείς αν θεωρείται από τα γεννοφάσκια του καλλιτεχνική ιδιοφυία; Η εκδοτική παραγωγή έπεσε.

Το μυθιστόρημα είναι καλογραμμένο, μας αποκαλύπτει σχεδόν από την αρχή το σημαντικό εύρημα- το τεστ Τσίμερμαν- και επικεντρώνεται στις επιπτώσεις με τρόπο θαυμαστό. Από την άλλη πέφτει στην παγίδα πολλών αντίστοιχων βιβλίων επιστημονικής φαντασίας που έχουν για βάση μια καλή και πρωτότυπη ιδέα κι έπειτα χάνουν στην πορεία τη δυνατότητα να μας εκπλήξουν και να μας συναρπάσουν. Είναι η φόρα της αρχής τέτοια που ως το τέλος περιμένεις κάτι μεγαλειώδες που δεν έρχεται. Δεν πιστεύω πως θίγει επαρκώς το θέμα της γενετικής βιοηθικής- που ίσως να μοιάζει και κάπως ξεπερασμένο στην εποχή μας με τόσο χονδροειδείς όρους- κι αυτό είναι στα υπέρ του. Είναι ευκολοδιάβαστο, με ενδιαφέρουσα αφηγηματική δομή, διαφορετικό από τα άλλα και του αξίζει σίγουρα μια θέση στην ελληνική λογοτεχνία- πιθανώς να γινόταν και best seller αν ήταν γραμμένο σε άλλη γλώσσα. Ίσως να περίμενα να με απογειώσει και να έμεινα μονάχα στην αρχή της πτήσης. Ή πάλι έχοντας τόσο πρόσφατα διαβάσει δυο ακόμα βιβλία με θέμα τον εκδοτικό κόσμο, του Πενάκ και του Έβερετ, κάνω άδικες συγκρίσεις.


"Το γονίδιο της αμφιβολίας", Νίκος Παναγιωτόπουλος, εκδ. Μεταίχμιο, σελ 243, 2012

Υ.Γ. Το Γονίδιο της Αμφιβολίας πρωτοκυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 1999 από τις εκδόσεις Πόλις και επανεκδόθηκε τον Οκτώβριο του 2012 από το Μεταίχμιο. Έχει μεταφραστεί στα Γερμανικά από τον Ulf-Dieter Klemm (Reclam Verlag), στα Γαλλικά από τον Gilles Decorvet (ed. Gallimard), στα Ιταλικά από τον Alberto Gabrieli (Ponte alle Grazie), στα Σλοβενικά από την Klarisa Jovanovic (Modrijan publ.), στα Σερβικά από τη Σιμωνίδα Αργυράκου (Stampar Makarije ed.), στα Κινεζικά (New Star Press publ.) και στα Πορτογαλικά από τον Jose Antonio Costas Idea (Babel ed.)




19/5/13

Απολογισμός εν τω μέσω του Μαγιού





Δεν ξέρω πως και γιατί μου βγήκε η διάθεση απολογισμού μες στα μέσα του Μαΐου, είναι όμως το 2013 ως τώρα μια χρονιά για μένα ξεχωριστή, διαφορετική από πολλές που έχω ζήσει στη ζωή μου. Η πρώτη χρονιά χωρίς τον πατέρα μου και συνειδητοποίησα μέσα από όλο αυτόν τον ορυμαγδό- το θόρυβο της ψυχής που τον αναχαίτισα γιατί έχω άντρα και παιδί και μια μάνα σε κατάθλιψη- πως ο άλλοτε τρόπος μου έχει αλλάξει∙ τώρα τα πράγματα μπαίνουν μέσα μου αντί να τα φτύνω έξω με ουρλιαχτά. Ανακαλύπτουν τις ρωγμές και διεισδύουν σε τόπους παλαιότερα τελείως κλειστούς για μένα.

Ταυτόχρονα δυο κοσμογονικές αλλαγές συμβαίνουν στη ζωή μου. Στο σώμα μου μεγαλώνει ένα ακόμα μωράκι, θα ξεμυτίσει σε 5,5 μήνες, αν όλα πάνε σύμφωνα με το πρόγραμμα. Λείπει η συγκίνηση της πρώτης φοράς, ίσως λίγο και η προσοχή. Όμως αυτή η μοναδική στιγμή που μια γυναίκα -καλά μαζί με έναν άντρα- φτιάχνει ζωή είναι το ιερότερο αγαθό, μια αίσθηση μοναδική και διαφορετική από τις άλλες που σε αρπάζει από τα μούτρα και σου χαλάει δυο τρεις από τις ψευδαισθήσεις σου.

Η δεύτερη είναι ακόμα στα σκαριά. Αν μου κάτσει θα το μάθετε λίαν συντόμως γιατί πρώτη φορά σχεδιάζω μαζί με έναν φίλο κάτι που έχει να κάνει με τα βιβλία. Όχι, δεν θα μπορώ αμέσως να αλλάξω επαγγελματική δραστηριότητα, ίσως και ποτέ- η φαρμακοτρίφτισσα δε θα πεθάνει. Όμως η ιδέα με εξιτάρει και με ενθουσιάζει.

Τα βιβλία υπήρξαν πάντα για μένα τροφοδότης. Ελπίζω μες στο 2013 να κυκλοφορήσει και το μυθιστόρημά μου, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Για μένα τα βιβλία των άλλων είναι το ζήτημα, πάντα. Βρίσκομαι σε καλή αναγνωστική φάση, με ρυθμό. Σε αυτό δεν ντρέπομαι να πω πως συνεισφέρει το μπλογκ. Με δυο τρόπους, οι συνεχείς προτάσεις μέσα από αυτό με κρατούν σε εγρήγορση, αποκαλύπτουν τα κενά μου, μου μαθαίνουν συγγραφείς, με κατευθύνουν. Κι από την άλλη φέτος περισσότερο από κάθε άλλη φορά γνώρισα ανθρώπους που κόλλησα μαζί τους κι είναι το ίδιο χτυπημένοι όσο κι εγώ- βαθαίνουν οι παλιές βιβλιοφιλικές μου φιλίες κι οι καινούργιες έρχονται με φόρα.     

Την περασμένη φορά που ήμουν έγκυος οι ρυθμοί ανάγνωσης έπεσαν σχεδόν στο μισό, για τρία χρόνια διάβαζα καμιά τριανταριά βιβλία ανά έτος. Τούτη τη φορά- ίσως γιατί πια ξέρω τι με περιμένει ως μωρομάνα, κι έχουν μειωθεί σημαντικά και οι ώρες που δουλεύω- διαβάζω με τη λύσσα και τη μανία κάποιων χρόνων πριν. Και ναι, τα διαβάζω όλα αυτά τα βιβλία, για να λύσω την απορία στην προηγούμενη ανάρτηση. Και ναι ταυτοχρόνως είμαι μάνα, εργαζόμενη (τώρα λιγότερο, τα περισσότερα απογεύματα δεν πηγαίνω) και σύζυγος και νοικοκυρά και βάφω και τα νύχια μου. Α, και συνεχίζω να γράφω. Όμως μου συμβαίνει κάτι αναπάντεχο. Τώρα γράφω για την καθημερινότητα, αντλώ από μένα για να πλάσω χαρακτήρες της διπλανής πόρτας. Οι ρωγμές  που λέγαμε.



Υ.Γ. 42 Τούτο το χρόνο γνώρισα δια ζώσης αρκετούς από του βιβλιόφιλους μπλόγκερς και πολύ τους συμπάθησα τους περισσότερους. Αλλά συνειδητοποίησα πως, αν και στην Ελλάδα διαβάζουν κυρίως γυναίκες όπως παρατήρησε πρόσφατα κι ο Coe, βιβλιοφιλικά μπλογκς διατηρούν κατά κανόνα άντρες. Γιατί;  



17/5/13

"Το σβήσιμο", Percival Everett




Πρόταση της αγαπημένης μου Βιβής, το «Σβήσιμο» του Πέρσιβαλ Έβερετ είναι μια επιλογή για την οποία δεν μετανιώνει κανείς. Βιβλίο καλογραμμένο, απαιτητικό μόνο ως προς τη σκέψη και όχι την ανάγνωση, που ρουφιέται με κέφι και σου φτιάχνει τη μέρα όσο το βλέπεις ακόμα μισοδιαβασμένο στο κομοδίνο σου.

Ήρωας του μυθιστορήματος είναι ο Θελόνιους Έλισον που τον φωνάζουν Μονκ (η μάνα του και Μόνξι)*,  ένας μαύρος συγγραφέας που αρέσκεται να γράφει στρυφνά μυθιστορήματα με παραλλαγές αρχαιοελληνικών θεμάτων και δεν τον διαβάζει σχεδόν κανείς. Οι περισσότεροι τον κατηγορούν πως «δεν είναι αρκετά μαύρος συγγραφέας» και τη σταγόνα στο ποτήρι ξεχειλίζει η τρομακτική επιτυχία ενός κακογραμμένου μυθιστορήματος μιας μαύρης που όμως περιγράφει τη ζωή στο γκέτο. Οι συγκυρίες το φέρνουν έτσι που πρέπει να φροντίσει τη γριά μάνα του που υποφέρει από Αλτσχάιμερ και χρειάζεται χρήματα. Κάθεται λοιπόν και σε τρεις βδομάδες μέσα γράφει μια παρωδία του μυθιστορήματος της νεαράς, που όμως κανείς δεν την εκλαμβάνει ως τέτοια. Πριν ακόμα εκδοθεί- με ψευδώνυμο εννοείται, γιατί δε θα υπέγραφε ποτέ μια τέτοια αηδία- το μυθιστόρημα γίνεται μπεστ σέλερ και πωλούνται τα κινηματογραφικά δικαιώματα για αστρονομικό ποσό. Μόνο που τα πράγματα περιπλέκονται όταν ως κριτής για το παναμερικάνικο λογοτεχνικό βραβείο πρέπει να κρίνει τον εαυτό του.

Ο Έβερετ πραγματεύεται ένα θέμα που μάλλον δεν είναι πολιτικά ορθό, ειδικά στην Αμερική. Το «πόσο μαύρος είσαι», πόσο μέρος της αφροαμερικάνικης κουλτούρας, το γιατί θα έπρεπε ένα καλό παιδί μεσοαστικής οικογένειας να το εκφράζει το γκέτο μόνο και μόνο γιατί το δέρμα του είναι σοκολατί. Κι από την άλλη ένα θέμα εκτός φυλής, την απόσχιση από τον εαυτό, την απομάκρυνση από όλα κανείς πιστεύει θεμιτά και τελικά το ξεπούλημα. Την σχίζα της εποχής ανάμεσα στο χρήμα και την πραγματική πραγματικότητα, την εικόνα που καθορίζει το ποιος είσαι ή το ποιος μπορείς να είσαι.

Το πιο αστείο κομμάτι είναι φυσικά το μυθιστόρημα μέσα στο μυθιστόρημα που υπογράφει με ψευδώνυμο ο ήρωας, αλλά κι οι συναντήσεις που έχει ο Θελόνιους Έλισον με διάφορους ανθρώπους του σιναφιού ντυμένος το ρόλο του alter ego του, του συγγραφέα του μπεστ σέλερ για τους μαύρους, του ανθρώπου που έχει κάνει και «μέσα». Η γραφή του Έβερετ έχει ρευστότητα και πλαστικότητα, σε αποκοιμίζει γλυκά πως διαβάζεις μια απλή ιστορία και λέει δυο τρία σκληρά πραγματάκια στην πορεία. Η μόνη ένστασή μου είναι πως ίσως ένα παρόμοιο μυθιστόρημα γραμμένο από έναν λευκό θα χαρακτηριζόταν πιθανώς ρατσιστικό και δε θα μπορούσε να εκδοθεί.  

«Το σβήσιμο», Πέρσιβαλ Έβερετ, μετ. Χίλντα Παπαδημητρίου, εκδ. Πόλις, 2004, σελ. 341

*σαφής αναφορά στους δυο «εμβληματικούς μαύρους», τον τζαζίστα Θελόνιους Μονκ και τον Ραλφ Έλισον, δημιουργό του «απόλυτου αφροαμερικάνικου μυθιστορήματος», Αόρατος άνθρωπος.




16/5/13

"Τα διηγήματα της φωτιάς", Aleksandr Puskin




Για κάποιο λόγο δεν κατάφερα να απολαύσω τα διηγήματα του Αλεξάντρ Πούσκιν με την ίδια ένταση όπως άλλων Ρώσων ομότεχνων του, ας πούμε του Γκόγκολ. Και ναι, κατανοώ πως αυτές οι ιστορίες γράφτηκαν κοντά 200 χρόνια πριν στην τσαρική Ρωσία, όμως κάτι τέτοιες λεπτομέρειες ποτέ δεν με απέτρεψαν από το να χαρώ ένα καλό κείμενο.

Υπάρχει στα διηγήματα του Πούσκιν αυτής της μικρής συλλογής η κλασική ατμόσφαιρα της Ρωσίας της εποχής μαζί με μια παιγνιώδη διάθεση για τα ήθη των καιρών, αλλά στάθηκε αδύνατο να ταυτιστώ με τους χαρακτήρες.

Στο «Η πιστολιά», ο συγγραφέας μας περιγράφει έναν αξιωματικό άσο στο σημάδι που ποτέ δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του κι όμως άφησε κάποτε κάποιον σε μια μονομαχία να φύγει ζωντανός. Αυτό τον σημάδεψε για πάντα και τον οδήγησε πολλά χρόνια μετά στην εκδίκηση.

Στο «Η δεσποινίς χωριατοπούλα» σε μια επαρχιώτικη πόλη καταφτάνει ένας νεαρός περιζήτητος από όλες τις κοπέλες, που κάνουν ουρά για να τον γνωρίσουν. Όλες εκτός από την κόρη του άσπονδου εχθρού του πατέρα του που δεν την αφήνουν. Εκείνη όμως θα σκαρφιστεί ένα τέχνασμα για να υπερνικήσει το εμπόδιο της παλιάς έχθρας των δυο οικογενειών.

Στο «Ο πεθαμεναντζής» ένας τσιφούτης ιδιοκτήτης γραφείου κηδειών θα βρει τον δάσκαλο του.

Στο «Ο επόπτης του σταθμού» μια κοπέλα όμορφη πολύ και συμπαθητική θα εγκαταλείψει τον επόπτη πατέρα της για τα λούσα και τις υποσχέσεις ενός άγνωστου.

Και τέλος στο πιο πρωτότυπο «Η χιονοθύελλα» μια νεαρά το βράδυ που είναι να κλεφτεί με τον αγαπημένο της θα αντιμετωπίσει δυσκολίες που αργότερα θα της φέρουν τον πραγματικό της άντρα.

Ένιωσα τη θεματολογία μακριά μου, τη γραφή κάπως παλιά και ξεπερασμένη. Πιθανολογώ πως χρειάζεται η ιδιοφυία ενός Ντοστογιέφσκι για να μην αφήνουν τα 200 χρόνια που χωρίζουν τη γραφή από την ανάγνωση αυτή την ταγκή γεύση.

"Τα διηγήματα της φωτιάς", Αλεξάντρ Πούσκιν, μετ. Κώστας Μιλτιάδης, εκδ. Κοροντζή, 2007, σελ 128
  

14/5/13

"Υπόγειος κόσμος", Don Delillo





Χρειάζεται μια ιδιαίτερη αφηγηματική δεινότητα και συγγραφική ικανότητα για να χειριστείς ένα βιβλίο 950 σελίδων με τον τρόπο που το έκανε ο Ντον Ντελίλο στον «Υπόγειο Κόσμο». Μιλάμε για μια αφήγηση σε σπαράγματα, που ξεκινά το 1951 και πηδά από χρονολογία σε χρονολογία ως τη δεκαετία του 90, μια πλειάδα χαρακτήρων με τυπικό μόνο πρωταγωνιστή έναν τύπο, τον Νικ Σέυ, που μεγάλωσε στο Μπρονξ με καθολική ανατροφή και στα δεκαεφτά του έκανε αναμορφωτήριο. Είναι τόσοι οι ήρωες του βιβλίου- σε πολλά στιγμιότυπα μπλέκονται και υπαρκτά πρόσωπα, ο Σινάτρα, ο Έντγκαρ Χούβερ- οι αφηγητές, οι τόποι και οι χρόνοι που θα ήταν αδιανόητο κανείς να προσπαθήσει μια περίληψη της πλοκής.

Η εναρκτήρια σκηνή είναι μια στιγμή του Μπέιζμπολ που έμεινε στην ιστορία (για ένα κοριτσάκι που γεννήθηκε στην Ελλάδα μιλάμε για ό,τι πιο βαρετό μπορεί να φανταστεί άνθρωπος, αν και καταλαβαίνω το πολιτικό σχόλιο) όπου η μπάλα αποκρούεται, βρίσκεται στις κερκίδες και κερδίζει η ομάδα που έχανε ως τότε. Ο μύθος λέει πως αυτή η μπάλα δεν βρέθηκε ποτέ, όμως ο Ντελίλο βάζει ένα μαύρο αγόρι να τη διεκδικεί και να την παίρνει σπίτι μαζί του. Γύρω της θα στηθεί το γαϊτανάκι των ηρώων, των γενεών, της ιστορίας. Την ίδια μέρα η ΕΣΣΔ πραγματοποιεί την πρώτη της επιτυχημένη σχάση πυρηνικής βόμβας σε πεδίο.

Η ανάγνωση απαιτεί γερό στομάχι, δεν είναι ούτε εύκολη, ούτε βολική, στο πρώτο μέρος ζητά έναν αναγνώστη αφοσιωμένο που το μυαλό του θα μένει συγκεντρωμένο στο στόχο. Έπειτα το βιβλίο ανοίγεται και κάνει ιλιγγιώδεις πτήσεις σε αυτό που ο Ντελίλο μόνος ίσως από τους Αμερικάνους ομότεχνους του μπορεί να κάνει τόσο καλά, να δίνει πολιτική χροιά στην καθημερινότητα. Μιλάμε για ένα βιβλίο βαθιά πολιτικό, με πρωταρχικό θέμα τα σκουπίδια, τα απόβλητα, αλλά και την πυρηνική απειλή, την αναίτια βία που γίνεται συνήθεια, τη θεοποίηση του χρήματος, τη χρήση του σεξ ως μέσο κι όχι ως ατόφια ευχαρίστηση, την μαζική κουλτούρα της τηλεόρασης και του αθλητισμού, της τέχνης που δεν οδηγεί πουθενά. Ο Ντελίλο πιάνει τον σφυγμό της Αμερικής, αλλά με έναν τρόπο βαθύ, χρησιμοποιεί το περιτύλιγμα για να το ανοίξει και να μπει στην ουσία. Ο λόγος του είναι σύγχρονος και ταυτόχρονα αρχέγονα λογοτεχνικός.

Ο σουρρεαλισμός της κοινωνίας έτσι όπως διαμορφώθηκε το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα είναι το μόνιμο μοτίβο των έργων του Αμερικάνου συγγραφέα. Εδώ όμως τα πράγματα πάνε ένα βήμα παραπέρα, απογειώνονται σε έναν λογοτεχνικό θρίαμβο. Όχι, δεν είναι ο «Υπόγειος κόσμος» ένα έργο «για δεκάδα», όπως θα έλεγε μια φίλη. Είναι όμως παρ’ όλα αυτά ένα από τα ελάχιστα έργα που μπορούν να εκφράσουν με σύγχρονο τρόπο- πέρα από την ξύλινη γλώσσα των πολιτικών- πολιτικό λόγο. Με τη μόνη δυνατότητα που έχει μείνει πια στο σύγχρονο κόσμο για να ειπωθεί κάτι τέτοιο, μπαίνοντας στο δέρμα αυτής της κουλτούρας για να μπορέσει να χώσει το μαχαίρι στο κόκαλο.

«Υπόγειος κόσμος», Ντον Ντελίλο, μετ. Έφη Φρυδά, εκδ. Εστία, 2000, σελ.947

Υ.Γ. Το βιβλίο ήταν εξαιρετικά κακά δεμένο, η ράχη του ξερνούσε κόλλες σε μπαστουνάκια, και τελικά κατέληξε χωρίς εξώφυλλο. (Δεν μου έχει ξανασυμβεί ποτέ, για όσο μεγάλο βιβλίο κι αν μιλάμε). Παρ’ όλα αυτά, το πολυτονικό, πολυτονικό. Μάλλον θα επέμενε ο ίδιος ο συγγραφέας…

Υ.Γ. 42 Στο δεκαήμερο που το διάβαζα, δεν του απίστησα στιγμή.