10/10/13

Στην Alice Munro το Νόμπελ Λογοτεχνίας 2013



Στην Alice Munro το Νόμπελ Λογοτεχνίας 2013. Η Καναδή συγγραφέας που γεννήθηκε το 1931 είναι γνωστή ως εξαιρετική διηγηματογράφος. Πολυβραβευμένη, σήμερα στα 82 της συμπλήρωσε τη συλλογή της από λογοτεχνικά τρόπαια. Στα ελληνικά κυκλοφορούν οι συλλογές διηγημάτων "Μ' αγαπάει, δε μ' αγαπάει" και "Πάρα πολλή ευτυχία". Περισσότερα και καλύτερα στις αναρτήσεις του Librofilo και του NO14ME.

Ομολογώ πως δεν την έχω διαβάσει, αλλά από τις κριτικές που βλέπω, μάλλον θα πρέπει να το κάνω σύντομα. Χάρηκα που το πήρε γυναίκα και μάλιστα συγγραφέας που αγαπά τη μικρή φόρμα. Κι ας είχα κι εγώ μια κρυφή ελπίδα που δεν ευοδώθηκε, όπως όλοι οι βιβλιόφιλοι....

8/10/13

Σημειώσεις από τα παλιά

Χθες διάβασα την εξαιρετική ανάρτηση του no14me για τις σημειώσεις που κρατά για κάθε βιβλίο και θυμήθηκα τα νιάτα μου. Τότε που τα βιβλία ποίησης κυρίως ήταν σημειωμένα μέχρι την τελευταία τους γωνία, με δικά μου πονήματα στα περιθώρια, που πάντα υπήρχε ένα μικρό σημειωματάριο στο προσκεφάλι μου. Τώρα πια στο κομοδίνο αναπαύεται το τάμπλετ που φορτίζει, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Συνειδητοποιώ λοιπόν πως τα τελευταία χρόνια δεν κρατώ καθόλου σημειώσεις παρά μόνον για τα δικά μου κείμενα, ποτέ πια για βιβλία άλλων (βέβαια υπάρχει το μπλογκ και στην τελική κρατάω πολλά κείμενα για βιβλία άλλων). Μέσα σε κείνες τις σημειώσεις υπήρχαν σκέψεις της στιγμής και κομμάτια από το προσωπικό μου ημερολόγιο, ενίοτε φράσεις υπογραμμισμένες με ροζ στυλό κι άλλοτε αράδες γραμμένες με μολύβι. Αναπάντεχες μικρές ανακαλύψεις για πράγματα που ούτε καν ήξερα πως είχα μες στο κεφάλι μου.

Σκεφτόμουν πως αυτές οι σημειώσεις της ανάγνωσης, όταν αρχίσουν να μπλέκονται με τις δικές σου σκέψεις, είναι η μαγιά της γραφής. Από κει ξεκινάς για να στήσεις στην αρχή ένα δικό σου ποίημα κι έπειτα μια δική σου άγαρμπη ιστορία. Αυτές οι σημειώσεις έχουν ένα καλό, δεν τις γράφεις σαν κοριτσίστικο ημερολόγιο με την ελπίδα πως κάποτε θα τις διαβάσει ο ενδιαφερόμενος, τις κρατάς γιατί ο ενδιαφερόμενος είσαι εσύ.

Πολλά από τα τετραδιάκια, τα μπλοκάκια, τα σκόρπια χαρτιά αυτής της διαδικασίας έχουν πεταχτεί μες στα χρόνια, τώρα πια εξάλλου όταν ολοκληρώνω μια ιστορία πετάω συνειδητά τις σημειώσεις μου για αυτή. Πάντως αν ψάξω, όλο και κάποιο σώζεται. Αυτή η άτσαλη έφηβος που το σημειωματάριο της από το 1993 σώθηκε ποιος ξέρει γιατί από χίλιες μετακομίσεις και βρέθηκε μες στα χαρτιά της το 2013 όσο έκανε εκκαθάριση στα συρτάρια για το  δεύτερο μωρό της, υπάρχει ακόμα μέσα μου. Οι σπόροι κι οι ιδέες της είναι εκεί. Με λιγότερα (;) σκοτεινά κομμάτια- ας πούμε απλά με διαφορετικά. Με λιγότερη σιγουριά για τις αλήθειες της ζωής. Μα με την ίδια λαχτάρα, για έρωτα και για βιβλία, για διάβασμα και γράψιμο. Με την ίδια λαχτάρα για το  μέλλον που είναι ακόμα άδηλο. Μια έφηβος ετών 35. Ετοιμόγεννη.








7/10/13

"Άνθρωποι, διηγηθείτε την ιστορία σας", Alberto Savinio του Μαραμπού



Μια μέρα βρίσκομαι στο βιβλιοπωλείο να θαυμάζω το ουράνιο τόξο που ξεπροβάλλει από το ράφι της Αστάρτης. Είχα ψαχουλέψει και άλλες φορές με τα ακροδάχτυλα το φάσμα των χρωμάτων, μπας και βρω εκεί μέσα τον αγαπητό Ίταλο Καλβίνο. Αυτή τη φορά όμως είχα πειστεί ότι δεν είχα να περιμένω τίποτα άλλο πέρα από οπτική ευχαρίστηση και κίνησα να φύγω χωρίς βιβλίο στα χέρια μου, ανατρέχοντας νοερά στα αδιάβαστα που με περίμεναν στο σπίτι, ώσπου το βλέμμα μου “τσακίστηκε” στον όρθιο και δυσδιάκριτο τίτλο της λαδί απόχρωσης!

Όταν ο τίτλος ξάπλωσε μπροστά στα μάτια μου, διάβασα Άνθρωποι, διηγηθείτε την ιστορία σας και τον βρήκα αρκετά αβανταρόδικο για να τον προσπεράσω. Ο συγγραφέας Αλμπέρτο Σαβίνιο δεν μου έλεγε απολύτως τίποτα και έτσι έψαξα για μερικά βιογραφικά στοιχεία του. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1891 (πρώτη ένδειξη ενδιαφέροντος) και το πραγματικό του όνομα ήταν Αντρέα ντε Κίρικο (κάτι μου θύμιζε αυτό το “κοκοροειδές” επώνυμο αλλά αδυνατούσα να θυμηθώ), αδερφός του γνωστού υπερρεαλιστή ζωγράφου Τζόρτζιο ντε Κίρικο (α, τώρα εξηγούνται όλα!). Το αγόρασα, σχεδόν αδιαφορώντας για την ιστορία που περιέχει.

Και έπραξα σωστά· γιατί όπως διαπίστωσα σύντομα  δεν ήταν μία η ιστορία αλλά δεκατέσσερις, οι οποίες μετά την ανάγνωση συνθέτουν με μαεστρία στο μυαλό σου, εκείνη την μία και μοναδική ιστορία, της ανθρώπινης ύπαρξης. Δεκατέσσερα πορτρέτα ανθρώπων από όλη την κλίμακα της τέχνης: συγγραφείς, ποιητές, προφήτες, μουσικοί, ζωγράφοι, γλύπτες, κατασκευαστές μουσικών οργάνων, χορευτές, γιατροί, ταυρομάχοι(!), πολιτικοί. Ο Αλμπέρτο Σαβίνιο, σύμφωνα με το σύντομο βιογραφικό του βιβλίου, ήταν ένας εξαιρετικά πολυτάλαντος άνθρωπος: συγγραφέας, δημοσιογράφος, κριτικός, ζωγράφος, σκηνογράφος, σκηνοθέτης, μουσικός, λιμπρετίστας. Όλα αυτά τα στοιχεία τα έχεις στο μυαλό σου, καθώς τον παρακολουθείς να “φιλοτεχνεί” τα πορτρέτα των σπουδαίων ανθρώπων που επέλεξε να διαφυλάξει, μέσω της γραφής, στην αιωνιότητα (για τους περισσότερους από αυτούς, μπορείς να ισχυριστείς ότι καλά τα κατάφεραν και μόνοι τους, κάποιοι άλλοι όμως ίσως, χρειάζονταν αυτή την έξτρα βοήθεια).

Κάποιοι από τους εικονιζόμενους είναι πασίγνωστοι, Ιούλιος Βερν, Νοστράδαμος, Ελευθέριος Βενιζέλος, Τζουζέπε Βέρντι, Γκιγιόμ Απολινέρ, Παράκελσος· σε κάποιους άλλους, τα ονόματα κάτι μας θυμίζουν, Κολοντί, Αντόνιο Στραντιβάρι, Λορέντζο Μαμπίλι· υπάρχουν και εκείνοι για τους οποίους δηλώνουμε πλήρη άγνοια, Φελίτσε Καβαλότι, Άρνολντ Μπέκλιν, Ισιδώρα Ντάνκαν, Βιντσεντζο Τζέμιτο, Καϊετάνο Μπιενβενίδα.

Η γραφή του Σαβίνιο είναι υπέροχη και αυτό είναι το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του βιβλίου. Παιγνιώδης και ονειρική, γεμάτη λογοπαίγνια και εντυπωσιασμούς, δένει αρμονικά με τις συνήθως σκληρές και βασανιστικές ζωές των ηρώων του. Είναι σαφώς υπερρεαλιστική αλλά όχι σε σημείο να γίνει ανυπόφορη – θα ήμουν ο πρώτος που θα το παραδεχόμουν, πιστέψτε με! Πάρτε μια γεύση:

         Στο διαμερισματάκι όπου ο Λορεντσίνι συγκερνούσε τις αδελφικές λατρείες της Αφροδίτης και του Βάκχου, ένα μικρό μαύρο πιάνο, λοξοβαλμένο, γέμιζε μόνο του μια γωνιά του σαλονιού. Το σκέπαστρο, που πάνω του έπεφταν βροχή τα φύλλα ενός στείρου σπαραγγιού, το γέμιζαν φωτογραφίες από πριμαντόνες με κόμη σαν ιστιοφόρο, στήθος σαν αερόστατο και την αφιέρωση γραμμένη διαγώνια. Εκεί, περιμένοντας την ερωμένη που σε λίγο θα φτάσει, τρεμουλιαστή μες στα φρου φρου και ευωδιάζοντας άνεμο, και θα τυλίξει σαν χταπόδι τα μπράτσα της γύρω απ' το πανύψηλο σκληρό κολάρο του, ο πατέρας του Πινόκιο, με το μάτι ανάστροφο, το μουστάκι μούσκεμα απ' το σάλιο που αναβρύζει μαζί με το τραγούδι, παραδίνεται σε παρατεταμένους αυτοσχεδιασμούς συγχορδιών, που πέφτουν πάνω στα πουφ τα όμοια με τουρκαλάδες που κάθονται οκλαδόν στο χαλί για να φουμάρουν ναργιλέ, και στις πολυθρόνες που είναι μαζεμένες γύρω απ' το τραπεζάκι, σαν κυρίες που συγκεντρώθηκαν για να παίξουν χαρτιά. 


Αυτό που με εντυπωσίασε πολύ, πέρα από την γραφή, είναι τα εκατοντάδες λογοπαίγνια, που παραδόξως φαίνεται να λειτουργούν καθ' ολοκληρίαν, διαμέσου της μετάφρασης. Ίσως επειδή γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ελλάδα και γνωρίζει σε βάθος την νοοτροπία του Έλληνα (υπάρχουν σε μερικά σημεία πολύ εύστοχες παρατηρήσεις για τους Έλληνες),  ίσως επειδή χρησιμοποιεί στο βιβλίο πολλές ελληνικές λέξεις γραμμένες με λατινικούς χαρακτήρες (π.χ. Paidi, didaskalos) για τις οποίες παρέχει επεξήγηση ο ίδιος ο Σαβίνιο στο πρωτότυπο, μου δημιουργήθηκε η ισχυρή εντύπωση ότι όλα αυτά τα γράφει ένας Έλληνας και όχι ένας Ιταλός (που για πολλούς, που συγχέουν φάτσες και ράτσες, δε θα αποτελεί και ιδιαίτερη έκπληξη)!

Οι βιογραφίες των ηρώων του, διαπλέκουν το ψέμα με την αλήθεια, ως είθισται και όπως είναι και το σωστό. Ο αναγνώστης θα κρίνει, ανάλογα με τα ενδιαφέροντά του και τον βαθμό τεμπελιάς, αν θα ψάξει να βρει τι ισχύει. Οι αφορμές είναι πάμπολλες και δίνονται αφειδώς σε κάθε σελίδα· ζωγραφικοί πίνακες, τίτλοι ποιημάτων, γλυπτά, όπερες, πολιτικές καταστάσεις, ονόματα προσώπων, κτιρίων, δρόμων. Και μόνο ότι θα μπείτε στον πειρασμό να αναζητήσετε τις φυσιογνωμίες αυτών των πορτρέτων, είναι ήδη η επιτυχία του βιβλίου! Εγώ, αν και με δυσκολία κρατήθηκα να μην αναζητήσω όλους τους ζωγραφικούς πίνακες που αναφέρονταν στο βιβλίο, εκεί που υπέκυψα ήταν, όταν διάβασα (και ύστερα επιβεβαίωσα) ότι ο Λορέντζος Μαβίλης είχε συνθέσει μερικά σκακιστικά προβλήματα τα οποία μνημονεύονται από την διεθνή σκακιστική βιβλιογραφία (σαν να λέμε ο Έλληνας Ναμπόκοφ, ως προς την σχέση τους με το σκάκι και μόνο, μην τρελαθούμε τελείως κιόλας!).

Ο Αλμπέρτο Σαβίνιο, πιστός στην εποχή του, δεν “φιλοτέχνησε” παρά μόνο ένα γυναικείο πορτρέτο, αλλά θα μπορούσαμε να πούμε, εν είδει τύψεων που δεν μπορούσε να προσφέρει και άλλα, του έδωσε την μεγαλύτερη έκταση και το περισσότερο ενδιαφέρον. Η Ισιδώρα Ντάνκαν (κυκλοφορεί η αυτοβιογραφία της με τίτλο “Ιζαντόρα Ντάνκαν, Η ζωή μου” από τις εκδόσεις Νεφέλη – εντάξει, το παραδέχομαι, έκανα και άλλες αναζητήσεις πέρα από τα σκακιστικά προβλήματα του Μαβίλη), σπουδαία χορεύτρια που προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στο χώρο της, με την χειραφετημένη αλλά και τραγική ζωή της, επέφερε μια άτυπη ισορροπία στο μισογυνισμό του υπόλοιπου βιβλίου.
Από το πορτρέτο της Ισιδώρας Ντάνκαν, παραθέτω ένα ακόμα απόσπασμα, όπου στην Αθήνα του 1906 παρατηρούνται κινήσεις αρχαίων Ελλήνων και στην προσπάθεια των (τότε) σύγχρονων να ανακαλύψουν αν είναι αληθινοί ή ψεύτικοι, ο Σαβίνιο παρατηρεί:

        Εδώ που τα λέμε, αυτή η δεύτερη υπόθεση ούτε καν πέρασε απ' το μυαλό των Αθηναίων. Ψεύτικοι αρχαίοι Έλληνες κυκλοφορούσαν ελεύθεροι στην Μονμάρτη, στο Χάιντ Παρκ, στο Σβαμπινγκ του Μονάχου· αποτελούσαν τμήμα εκείνων των πληθυσμών, των φριχτά ανάμικτων, μαζί με τους ψεύτικους Χριστούς που φόραγαν σανδάλια και είχαν μαλλιά ως τους ώμους και γυαλιά· αλλά η Αθήνα είχε ανοσία σε παρόμοιες μολύνσεις, κι επιπλέον βρισκόταν πολύ μακριά τους. Η σύγχρονη Ελλάδα ήταν τότε η μόνη χώρα στην οποία την αρχαία Ελλάδα δεν την αναθυμούνταν ούτε την παράφραζαν με διανοουμενίστικο τρόπο. (Αργότερα, υπέκυψε και αυτή στη μόλυνση). 

Το βιβλίο του Σαβίνιο είναι επιεικώς υπέροχο! Όλες οι τέχνες σχεδόν, πηγάζουν από μέσα του και περιβάλλονται με στοργή από την Μητέρα πασών των τεχνών, την τέχνη του Λόγου. Πολλές φορές έχω σκεφτεί ότι, αν αναγκαζόμουν για τρεις μήνες να διαβάζω ξανά και ξανά ένα μόνο βιβλίο, ποιο θα ήταν αυτό το βιβλίο. Πάντα επέλεγα, ένα κείμενο απαιτητικό και στριφνό, έναν Τζόυς ίσως ή Πύντσον (αλλά αν το τελείωνα πριν τους τρεις μήνες, θα είχα την δύναμη και τη διάθεση να το πιάσω από την αρχή;)· τότε αναθεωρούσα και επέλεγα, ένα βιβλίο και μεγάλο και ευχάριστο, ιδανικό για επαναλαμβανόμενες αναγνώσεις, ας πούμε τον Μόμπι Ντικ του Μέλβιλ· τέλος πάντων,  με τα πολλά, είχα καταλήξει στα Ταξίδια του Γκιούλιβερ· μα, έπειτα από την ανάγνωση του Σαβίνιο, αναθεώρησα εκ νέου· δικαίωμά μου, δεν είναι;

Μοναδική έντονη ένσταση είναι η μικροσκοπική γραμματοσειρά της Αστάρτης που έρχεται σε τρομακτική σύγκρουση με την μεγαλόπρεπη λαμπρότητα της γραφής του Σαβίνιο. Συνεχώς φλέρταρα με την σκέψη να το παρατήσω εξαιτίας της, αν δεν υπέκυψα είναι γιατί, η ομορφιά του πνεύματος (όπως και του σώματος) απαιτεί θυσίες.


                                                                                                            Μαραμπού




"Άνθρωποι, διηγηθείτε την ιστορία σας", Αλμπέρτο Σαβίνιο, μετ. Παναγιώτης Σκόνδρας, εκδ. Αστάρτη, 1989, σελ.300 


Όλα τα κείμενα του Μαραμπού στο Διαβάζοντας θα τα βρείτε εδώ 

5/10/13

«Η αδελφή μου», Σταύρος Ζουμπουλάκης





«Σπαρακτικό», «συγκινητικό», «ανθρώπινο», θα μπορούσαν να είναι κάποιες από τις λέξεις κλισέ που λατρεύουν οι δημοσιογράφοι και θα χαρακτήριζαν το βιβλίο του Σταύρου Ζουμπουλάκη «Η αδελφή μου». Αυτά για όσους αγαπούν να μένουν στα γεγονότα, όπως στην χρόνια και δύσκολο να ελεγχθεί επιληψία της Γιούλας Ζουμπουλάκη και τον πρόωρο θάνατό της στα εξήντα της από καρκίνο. Δεν πιστεύω όμως πως ο συγγραφέας είχε πρόθεση να γράψει μια «αληθινή ιστορία», μια ιστορία επιληψίας ή έστω μιαν εν μέρει αυτοβιογραφία. Πρόθεσή του είναι να μείνει το όνομά της μαζί με το δικό του στην αιωνιότητα, όποτε σκέφτονται εκείνον να θυμούνται κι εκείνη. Κι έπειτα να μας πει δυο τρεις από τις σοφίες για τη ζωή που ζυμώνονται μόνο μέσα από τον πόνο και στον καλλιεργημένο άνθρωπο μπορεί να μεταλλαχθούν σε φιλοσοφία.

Δεν είναι λοιπόν το λιανό βιβλιαράκι μια απαρίθμηση των δεινών της Γιούλας Ζουμπουλάκη, είναι μια φιλοσοφική πραγματεία για τον πόνο και την ασθένεια. Αυτά τα δυο τόσο άδικα ως το προς ποιόν πλήττουν και εντελώς δυσεπίλυτα προβλήματα της ανθρώπινης φύσης είναι πανανθρώπινα. Για αυτό η ταύτιση είναι έντονη και συναισθηματική. Δεν είναι τυχαίο πως αρκετές φορές σταμάτησα, αποσυνδέθηκα από την ιστορία κι έστησα πάνω της τη δική μου ιστορία, βαστώντας μόνο μια-δυο φράσεις του συγγραφέα.

«Δεν πιστεύω διόλου σε όλη αυτή τη μεταφυσική του πόνου ούτε στην εξαγνιστική λειτουργία του, πιστεύω μόνο πως όποιος δεν έχει πονέσει θα γίνει μοιραία ένας ρηχός και λίγο ως πολύ ανόητος άνθρωπος. Αλλά πάλι όποιος δεν έχει γευτεί τη χαρά είναι ένας άρρωστος άνθρωπος, που μπορεί εύκολα να γίνει φθονερός, χαιρέκακος και μνησίκακος»

Ο Ζουμπουλάκης και η αδελφή του ήταν βαθιά θρησκευόμενοι- παιδιά παπά και μιας αφοσιωμένης στη θρησκεία μάνας. Τούτη η πίστη που σε καταστάσεις ασθένειας μωραίνει πολλούς, στο βιβλίο αν και προβάλλεται, δεν καταπατεί τη σκέψη, είναι μέρος μιας φιλοσοφίας ζωής που μπορεί να μην ενστερνίζεσαι, αλλά κατανοείς. Κι αν η αδελφή του συγγραφέα θέλησε να ματώσει τα γόνατά της στην Τήνο σε τάμα, αυτό είναι μια προσωπική υπόθεση, τελείως διαφορετική από το γνωστό πανηγυράκι που στήνεται εκεί.

Εντύπωση βαθιά μου έκανε πέρα από το φιλοσοφικό κομμάτι, η αντίδραση της Γιούλας όταν στα πενήντα της η επιληψία τιθασεύτηκε επιτέλους με φάρμακα και έπαψε να έχει κρίσεις. Δεν μπόρεσε να προσδιορίσει τον εαυτό της έξω από την ασθένεια, αφέθηκε, δεν προσπάθησε να κερδίσει τα «χαμένα χρόνια». Δεν ήξερε να υπάρχει χωρίς το βάσανο, να αλληλεπιδρά με τους άλλους δίχως αυτή τη συνιστώσα στις σχέσεις της. Αυτό δεν το έχω δει να εκφράζεται πουθενά αλλού με τέτοια απλότητα και ευκρίνεια, το ξέρω για τους δικούς μου, το φοβάμαι για τον εαυτό μου και στην τελική ανάλυση το καταλαβαίνω.


«Η αδελφή μου», Σταύρος Ζουμπουλάκης, εκδ. Πόλις, 2012, σελ.69   


 Υ.Γ. Αιτία για να αγοράσω το βιβλίο ήταν αυτή η ανάρτηση του Ναυτίλου. 

3/10/13

Αηδία




Είχα υποσχεθεί να μην ξαναγράψω πολιτικά εδώ μέσα. Οι αναγνώστες δεν μπορεί να έχουν τις ίδιες πολιτικές πεποιθήσεις, δε γίνεται. Είχα υποσχεθεί να μην ασχοληθώ παρά μόνον με τα βιβλία. Όμως τα βιβλία, κακά τα ψέματα, δεν μπορεί παρά να διαμορφώσουν πεποιθήσεις.

Δυο μέρες πριν σκεφτόμουν αφελώς πως αν ήταν να τους πιάσουν αλλά να είναι το κατηγορητήριο σωστό και δεμένο, καλά έκαναν και περίμενα. Στην άκρη του μυαλού μου είχα τη μητέρα του Φύσσα «ήταν ανάγκη να σκοτώσουν τον γιο μου;», έλεγε. Αλλά την έβαλα στην άκρη για το «κοινό καλό». Εκεί σε αυτή την άκρη έβαλα και τους κρετίνους που ψήφισαν Χρυσή Αυγή, αυτούς τους γελοίους που βγήκαν από τη ναζιστική τρύπα τους στα δυο μεγάλα κόμματα και εκδηλώθηκαν ανοιχτά για αυτό που είναι. Για να μας βγάλουν από την εθνικιστική αυταπάτη του «δημοκρατικού λαού». Αν και η πρόσφατη ιστορία πλειστάκις μας είχε αποδείξει πως οι Έλληνες δεν είναι όλοι και τόσο δημοκράτες. Εκεί σε αυτή τη γαμημένη άκρη – πολλές άκρες έχει το μυαλό μου τελικά- τοποθέτησα πως τους πιάσαν σαν κοινούς εγκληματίες αλλά παραμείναν βουλευτές, πως τόσα χρόνια τους χρηματοδοτούσαν ως παρακρατικούς, πως τους έθρεψαν καλά και τώρα τους πρόσφεραν θυσία.

Χθες οι άκρες του μυαλού μου άρχισαν να λύνονται. Στο αλαζονικό μειδίαμα του Κασιδιάρη όσο κλωτσούσε. Στην θριαμβολογία των μωρών οπαδών που ξαναβγήκαν από το λαγούμι. Στον τρόμο των "κρυφών" μαρτύρων, αυτών που αν τα καταφέρουν και επιζήσουν δεν θα εμφανιστούν ποτέ στη δίκη – ούτε κι εγώ θα εμφανιζόμουν. Την ελληνική δικαιοσύνη την είχα πάντα για ξεφτιλισμένη, ξέρω τις αδυναμίες της, τον τρόπο της να χειρίζεται τα πράγματα, να είναι υποχείριο του καθεστώτος όταν θέλει και «ανεξάρτητη» όταν διακυβεύονται άλλα. Την ελληνική δικαιοσύνη την ξέρω, την ελληνική πολιτική σκηνή την ξέρω. Βλέπω και γύρω μου. Πέρα από μια χούφτα λαμόγια, ίσως και μια μεγάλη μερίδα ηλιθίων, βλέπω αξιόλογους ανθρώπους. Αυτά τα γλοιώδη υποκείμενα που μας κυβερνούν, που το παίζουν αξιωματική αντιπολίτευση και θιγμένα μικρομέγαλα κόμματα, που μας δικάζουν και μας αστυνομεύουν που τα βρήκαμε, δεν ξέρω…  



2/10/13

«Η πόρτα στη σκάλα», Lorrie Moore




Βιβλίο εξαιρετικά καλογραμμένο, αλλά κάπως άνισο είναι «Η πόρτα στη σκάλα» της Λόρι Μουρ. Η συγγραφέας έχει ευχέρεια στο λόγο, αγαπά τα λογοπαίγνια (η μετάφραση της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου είναι εμπνευσμένη και τα καταφέρνει πολύ καλά στα περισσότερα από τα «επικίνδυνα» κομμάτια) και φαίνεται πως έχει δουλέψει τη γραφή της διεξοδικά. Η ιστορία είναι ενδιαφέρουσα και ο κεντρικός χαρακτήρας, η Τάσι Κέλττζιν, οδηγείται με αργά αλλά σταθερά βήματα προς μια εσωτερική ωρίμανση.

Η Τάσι είναι μια εικοσάχρονη φοιτήτρια από τα Μεσοδυτικά των Η.ΠΑ., κόρη ενός «χομπίστα αγρότη» που αγαπά να βγάζει διάφορα είδη πατάτας και μιας Εβραίας μάνας με αρκετά ψυχολογικά. Όταν βρίσκεται στην σχετικά μεγάλη πόλη, το Τρόι, στην αρχή νιώθει σα χαμένη. Για να συμπληρώσει το εισόδημά της ψάχνει δουλειά ως babysitter. Έτσι γνωρίζεται με την Σάρα Μπρινκ, μια σαρανταπεντάρα ιδιοκτήτρια ενός ψαγμένου εστιατορίου της πόλης, που θέλει να υιοθετήσει ένα παιδί.

Η Τάσι ακολουθεί την Σάρα στις διαδικασίες της υιοθεσίας, ανάμεσα στις ιδιωτικές εταιρείες που σχεδόν σαν πραμάτεια χειρίζονται «φυσικές μητέρες», μωρά και νήπια και υποψήφιους γονείς-αγοραστές. Όταν η Σάρα τελικά υιοθετεί ένα όμορφο, δίχρονο, μιγάδικο κοριτσάκι, θα νιώσει στο πετσί της το πόσο τα στεγανά δεν έχουν αλλάξει όσον αφορά το χρώμα των ανθρώπων.

Το βιβλίο κυλά πολύ ομαλά ως περίπου τη μέση, η πλοκή μεστώνει αργά αλλά με νόημα. Από τη μέση και μετά όμως αρχίζουν να εκρήγνυνται τα γεγονότα γύρω από τη νεαρή φοιτήτρια, να συμβαίνουν τραγικά πράγματα που το καθένα θα μπορούσε να είναι η κορύφωση και να φέρει την κάθαρση, όλα μαζί όμως φέρνουν κάποια σύγχυση. Ο νεαρός Βραζιλιάνος με τον οποίο έχει δεσμό αποδεικνύεται πολύ διαφορετικός από ότι φαινόταν, η εργοδότρια της η Σάρα έχει ένα ένοχο (και κάπως αναληθοφανές για οποιαδήποτε μάνα ενός 4χρονου παιδιού), εξοντωτικό μυστικό  που θα κάνει την υπόθεση της υιοθεσίας περίπλοκη, η συγκάτοικός της από ατυχία θα κοντέψει να πεθάνει, ο αδελφός της θα καταταγεί στο στρατό κι αυτό θα οδηγήσει σε μια τραγωδία.

Το βιβλίο πραγματεύεται πολλά θέματα μαζί, άλλα βαθιά κι άλλα κάπως επιφανειακά. Το θέμα της υιοθεσίας- πονεμένο παντού στον κόσμο αλλά ιδιαίτερα στην Αμερική όπου όλα πουλιούνται κι όλα αγοράζονται-, τον φυλετικό ρατσισμό, την Ισλαμική απειλή, τους «Αμερικάνικους πολέμους» στην Μέση Ανατολή, την αθωότητα του μέσου Αμερικανού νέου, την πορεία προς την ενηλικίωση μιας νεαρής γυναίκας στην μετεφηβεία.

Υπάρχει προς το τέλος μια κορυφαία στιγμή πένθους, κι άλλες μικρότερες που αναδεικνύουν το βιβλίο, τη συγγραφέα, την ηρωίδα. «Η πόρτα στη σκάλα» είναι ένα κείμενο που ξεκινά με όλα τα εχέγγυα για να μείνει στην μνήμη σου για καιρό, κάποια στιγμή όμως ίσως από υπερβολική αυτοπεποίθηση η αίσθηση του μέτρου χάνεται και ο καταιγισμός των γεγονότων πνίγει τη γοητευτική ηρωίδα. Σίγουρα πάντως είναι ένα μυθιστόρημα που αξίζει να διαβαστεί∙ κι η Λόρι Μουρ μια συγγραφέας που αξίζει να ασχοληθεί κανείς μαζί της και στο μέλλον.


«Η πόρτα στη σκάλα», Λόρι Μούρ, μετ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Πόλις, 2013 σελ.410