17/7/14

"Εμείς τα θηρία", Justin Torres



"Θέλω να μου υποσχεθείς κάτι" είπε. "Να μου υποσχεθείς ότι θα μείνεις για πάντα έξι χρονών".
"Πως;"
"Είναι απλό. Δεν είσαι εφτά∙ είσαι έξι συν ένα. Και του χρόνου θα είσαι έξι συν δύο. Κι έτσι θα πάει για πάντα"
"Γιατί;"
"Όταν θα σε ρωτάνε πόσο χρονών είσαι, εσύ θα απαντάς "Είμαι έξι συν ένα, συν δύο, συν όσα είναι", θα τους  λες πως όσο χρονών κι αν είσαι, είσαι ακόμα το αγοράκι της μαμάς σου. Κι αν εξακολουθήσεις να είσαι το αγοράκι μου, θα σε έχω για πάντα και δε θα με αποφεύγεις, δε θα γίνεις καπάτσος και σκληρός, κι εγώ δε θα πρέπει να κάνω την καρδιά μου πέτρα"

Τρία αδέλφια, από μητέρα λευκή και πατέρα Πορτορικανό, μεγαλώνουν στην Νέα Υόρκη, σε μια οικογένεια που έχει πολλές δυσκολίες, οικονομικές και σχέσεων, που η βία κυριαρχεί, κάποτε παρατημένα από τους γονείς κι άλλοτε πολύ αγαπημένα. Τρία αδέλφια που είναι οι καλύτεροι φίλοι και οι συνένοχοι στην σκανδαλιά. Μέχρι να  αποδείχθει πως ο μικρότερος είναι διαφορετικός από τους άλλους."Ήμασταν έξι χέρια που άρπαζαν κι έξι πόδια που βροντοχτυπούσαν∙ ήμασταν αδέλφια, αγόρια, τρεις μικροί βασιαλιάδες έτοιμοι να χύσουν αίμα για περισσότερα"

Γραμμένο στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, το "εμείς τα θηρία" του Τζάστιν Τόρρες είναι ένα εντυπωσιακότατο πρωτόλειο, ένα βιβλίο με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία που έχει πράγματα να πει για το πως και πόσο μας καθορίζει η οικογένεια, για τους δεσμούς που δημιουργούνται ανάμεσα σε ανθρώπους που αγαπιούνται, αλλά μες στην μιζέρια και την φτώχεια μπορεί να σπάσουν.

"Δεν θα ξεφύγουμε ποτέ από αυτό" είπε. "Ποτέ"
Εμείς δεν ξέραμε σε ποιόν απευθυνόταν αλλά καταλαγιάσαμε. Οι γροθιές μας πάνω στο τραπέζι χαλάρωσαν κι έγιναν ελαφρά χτυπήματα∙ συνεχίζαμε τις ρυθμικές φωνές, μόνο που τώρα είχαν γίνει σχεδόν ψίθυρος και δεν είχε πια πλάκα.
"Από τι δε θα ξεφύγουμε;" ρώτησε η μαμά
"Κανένας" είπε ο μπαμπάς. "Ούτε εμείς, ούτε αυτά. Κανένας μας δεν θα ξεφύγει από αυτό"

Οι γονείς παντρεύτηκαν μικροί, η μητέρα δουλεύει την νυχτερινή βάρδια σε ένα ζυθοποιείο, ο πατέρας από δω κι από κει. Κάποτε εκείνη είναι βαριά χτυπημένη με το πρόσωπο σακατεμένο, άλλοτε ο πατέρας τους παρατά για μιαν άλλη γυναίκα. Όμως δεν λείπουν κι οι στιγμές οικογενειακής θαλπωρής, σαν τότε που ο πατέρας έκανε τα τρία αγόρια μπάνιο κι έπειτα ξεκίνησε μπροστά τους να κάνει έρωτα στη  μάνα τους.

Μια ιστορία ενηλικίωσης που δεν κατρακυλά σε καμία στιγμή προς το μελό, ένα βιβλίο που δεν θέλεις να το αφήσεις από τα χέρια σου. Κι όταν φτάνει το τέλος, ίσως μια ιδέα αναμενόμενο, συμπάσχεις τελικά με αυτό το αγόρι που διαφέρει από τους αδελφούς του.

"Εμείς τα θηρία", Τζάστιν Τόρρες, μετ. Θωμάς Σκάσσης, εκδ. Πατάκης, 2014, σελ. 172

Υ.Γ. 42 Το βιβλίο το διάβασα γιατί ενθουσίασε την Μαρία Ξυλούρη, να τα λέμε κι αυτά. 


14/7/14

"Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν", Juan Gabriel Vásquez





Με τον εξαιρετικά ποιητικό τίτλο «Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν», ο Juan Gabriel Vásquez γράφει ένα μυθιστόρημα αριστουργηματικό. Βασισμένος πάνω στην πρόσφατη ιστορία της Κολομβίας, στην ζωή σε μια Μποκοτά που προσπαθεί να συνέλθει από τα χρόνια κυριαρχίας του καρτέλ των ναρκωτικών, ο Βάσκεζ κατορθώνει να μας μιλήσει για τους ανθρώπους, και τις σχέσεις, την μοίρα και τον θάνατο. Τον φόβο που τρυπώνει ύπουλα στις ζωές των ανθρώπων και κάνει τις αναμνήσεις να μοιάζουν σημαντικότερες από το τώρα. 

Πρωταγωνιστής ο νεαρός καθηγητής της Νομικής Αντόνιο Γιαμάρα που γνωρίζεται στα μπιλιάρδα με έναν περίεργο τύπο, τον Ρικάρδο Λαβέρδε. Για τον Λαβέρδε ακούγεται πως ήταν χρόνια στη φυλακή και τώρα ζει μόνος. Οι δυο άντρες ξεκινούν μια ιδιότυπη φιλία που θα καταλήξει κάποια χρόνια μετά σε έναν πυροβολισμό στην μέση του δρόμου που σκοτώνει τον Λαβέρδε κι αφήνει σακάτη τον Αντόνιο.

Αυτή η ιστορία σημαδεύει τον Γιαμάρα που δεν μπορεί να βρει ησυχία, δεν μπορεί καν να απολάυσει την γέννηση της κόρης του και την αγαπημένη του γυναίκα Αούρα. Αρχίζει να ψάχνει και καταλήγει σε μια επίσκεψη στην κόρη του Λαβέρδε, όπου θα μάθει πράγματα για τον φίλο του, για την ιστορία του, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό.

Το μυθιστόρημα είναι γραμμένο με τέτοιο τρόπο που ώρες ώρες μοιάζει να αψηφά τον χρόνο, οι ιστορίες- παλιές και νέες μπλέκονται μεταξύ τους – και αποπνέει μια ατμόσφαιρα θλίψης που μόνο όποιος έχει ζήσει σε ταραγμένους καιρούς μπορεί να μεταφέρει στο χαρτί. Είναι ευκολοδιάβαστο, σχεδόν δεν θέλεις να το αφήσεις από τα χέρια σου. Κι ο Βάσκεζ ίσως το καινούργιο αστέρι της λογοτεχνίας της Κολομβίας έπειτα από τον  Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες.



«Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν», Juan Gabriel Vasquez, μετ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Ίκαρος 2014, σελ.294 

10/7/14

"Άγρια Ακρόπολη", Νίκος Α. Μάντης


Ελληνική επιστημονική φαντασία στα καλύτερά της είναι η «Άγρια Ακρόπολη» του Νίκου Μάντη. Το βιβλίο- που προς τιμήν του περιοδικού «Αναγνώστη» πήρε το βραβείο μυθιστορήματος για την χρονιά που μας πέρασε- είναι ένα κείμενο ολοκληρωμένο, στα χνάρια των μαέστρων του είδους. Παρά τις κάποιες αβλεψίες στην πλοκή κατορθώνει να στήσει ένα σύμπαν εναλλακτικό, διαφορετικό- ή όχι και τόσο- από το δικό μας, αλλά το ίδιο ζοφερό.

Το 2159 μ.Χ. ο κόσμος έχει πλήρως διαχωρισθεί. Οι τεχνητά αναστημένοι Νεάτερνταλ κάνουν όλες τις χειρωνακτικές εργασίες, μιλούν μονάχα Ελληνικά-όσοι από αυτούς μπορούν να μιλάνε- και δεν λογίζονται μέρος του ανθρώπινου είδους. Οι Χόμο Σάπιενς έχουν εγκαθιδρύσει ένα  γενετικό καπιταλισμό όπου τα χρήματα έχουν αντικατασταθεί από τα αποτελέσματα στα διάφορα τεστ ευφυΐας. Όλοι εμβολιάζονται στην αρχή της ζωής τους με το εμβόλιο της εξυπνάδας κι έπειτα δίνουν απανωτά τεστ για να δουν που θα καταλήξουν. Οι ευφυέστεροι φτάνουν στο υψηλότερο επίπεδο, τον Θόλο, από όπου κυβερνούν με όλες τις ανέσεις∙ ειδικά αν κατάγονται από τους Μετόχους. Οι υπόλοιποι μένουν στην μετριότητα των κατώτερων ορόφων, σίγουροι όμως πως στην αρχή οι ευκαιρίες τους ήταν ίσες, απλά κατέλαβαν την θέση που τους αξίζει σε έναν κόσμο που οι άνθρωποι δεν γεννιούνται ίδιοι.

Πρωταγωνιστής ένας νεαρός Νεάτερνατλ, ο Μάνο, που έχει καταφέρει να ξεφύγει από την χειρωνακτική εργασία, έμαθε τον εαυτό του Αγγλικά από την τηλεόραση και απαντά τηλέφωνα σε ένα τηλεφωνικό κέντρο. Παρ’ όλο που η εργασία του είναι μηχανική και ακούει τρεις τουλάχιστον φορές την ώρα να τον αποκαλούν πίθηκο χωρίς να μπορεί να αντιδράσει, ο Μάνο νιώθει πως ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους της φυλής του- και στο παρουσιαστικό και τις ικανότητες.  Όταν αναπάντεχα του δοθεί η δυνατότητα να ανέλθει στα επόμενα κοινωνικά στρώματα, θα την αρπάξει από τα μαλλιά.

Ο ήρωας, που αλλάζει όνομα ανάμεσα στα μέρη του βιβλίου, αξίζει να πρωταγωιστεί. Η ιδέα πως παρ’ όλες τις επιστημονικές αρνήσεις για κάτι τέτοιο, ένα υβρίδιο, ανάμεσα σε Νεάτερνταλ και Σάπιενς όπως ο Μάνο μπορεί να επιβιώσει και τελικά να πάρει τα καλά χαρακτηριστικά και από τις δυο φυλές, είναι γοητευτική. Παρ’ όλα αυτά ο Μάνο είναι ένας χαρακτήρας υποταγμένος, μαθημένος κάθε φορά να δέχεται αυτό που του σερβίρουν, νίκη ή ήττα, να ακολουθεί το αρχέγονο ένστικτό του αλλά να μην μπορεί να το ορίσει.

 Αυτός ο γενετικός καπιταλισμός μοιάζει πολύ με τον δικό μας, κι ας αλλάζει η μονάδα μέτρησης του πλούτου. Η διαφορά του είναι πως οι κάστες εκεί είναι εντελώς κλειστές, ο πρωταγωνιστής είναι μια εξαιρετική περίπτωση που δεν πρόκειται να επαναληφθεί. Στον κόσμο του 2159 μ.Χ. λείπει η βαλβίδα αποφόρτισης της πίεσης, δεν μπορούν έστω και κάποιοι, πολύ λίγοι, να αποφύγουν την μοίρα τους. Ακόμα κι η αντίσταση δεν έχει κανένα έρεισμα, είναι μια εφηβική οργάνωση καταδικασμένη να αποτύχει.

Το τέλος του βιβλίου είναι βαθιά απαισιόδοξο μες στην γλυκύτητά του, η ιδέα πως ένας άνθρωπος έστω και τόσο ιδιαίτερος θα μπορούσε να είναι η αρχή της αλλαγής εγκαταλείπεται από πολύ νωρίς στο κεφάλι του αναγνώστη. Ο Μάνο ή Άξελ ή Αλεξάντερ θα ακολουθήσει την πορεία της ζωής του, θα παραδοθεί στα ένστικτά του και τελικά θα κάνει μονάχα την δική του, προσωπική επανάσταση.

Είχα καιρό να πιάσω στα χέρια μου μια καλή ελληνική δυστοπία- πιθανολογώ πως η τελευταία ήταν της Ιωάννας Μπουραζοπούλου που είναι εξαιρετική στο είδος. Το βιβλίο του Νίκου Μάντη το διάβασα σχεδόν απνευστί και το καταευχαριστήθηκα.

«Άγρια Ακρόπολη», Νίκος Α. Μάντης, εκδ. Καστανιώτης, 2013, σελ. 222





7/7/14

"Ιδιοπάθεια", Sam Byers




«Κάθριν, τα χάλια σου έχεις»
«Ευχαριστώ», είπε η Κάθριν
«Δεν χρειάζεται σαρκασμός. Πρόκειται για μητρικό ενδιαφέρον. Τι είναι αυτά που κάνεις στον εαυτό σου;»

Η μητέρα της Κάθριν θα μπορούσε να είναι και δική μου. Μόνο που εγώ δεν ανέπτυξα τον κυνισμό της συνονόματής μου ηρωίδας της «Ιδιοπάθειας», του πρωτόλειου και εξόχως εντυπωσιακού μυθιστορήματος του Sam Byers. Η Κάθριν είναι μια γυναίκα γύρω στα τριάντα που έχει μάθει να εκφράζει την άποψή της, να ξύνει τα νύχια της για καυγά, να είναι δυσάρεστη στους ανθρώπους.

«Η Κάθριν τους άφησε εκεί έξω όσο μπορούσε περισσότερη ώρα, ενώ η ίδια έλεγχε το κτίριο. Ο χρόνος αντίδρασης δεν ήταν καλός. Οι μισοί θα ήταν κανονικά νεκροί. Σκέφτηκε πως αυτές οι ασκήσεις είχαν κάτι το ευχάριστα δαρβινικό.
            Βγήκε έξω και με μεγάλη ικανοποίηση τους πληροφόρησε ότι οι μισοί είχαν πεθάνει»  

Ο Ντάνιελ είναι ο πρώην της. Ζούσαν μαζί ώσπου την παράτησε για μια ξανθούλα, όλο θετική ενέργεια και αρωματικά στικς και ευαισθησίες για το περιβάλλον.  

«Ξυπνούσε μέσα στη νύχτα κι ένιωθε λησμονημένος. Ξάπλωνε πλάι στην Αντζέλικα κι αισθανόταν μόνο τα όρια της οικειότητάς τους. Εκείνη, φαίνεται πως δεν μπορούσε να κοιμηθεί χωρίς να τον ακουμπάει, κι εκείνος δεν μπορούσε να κοιμηθεί όταν τον ακουμπούσαν.»

Η Κάθριν σε αυτόν τον χρόνο που είναι χώρια από τον Ντάνιελ πηδιέται με όλους όσους άλλοτε δεν θα πλησίαζε ποτέ. Ο Ντάνιελ αναρωτιέται αν η Αντζέλικα είναι αυτό που ήθελε ή απλά έπεισε τον εαυτό του πως θέλει μια φυσιολογική κοπέλα «μες στην καλή χαρά». Μισεί τους φίλους της, που διαδηλώνουν έξω απ΄ την δουλειά του και τρώνε με ευχαρίστηση τις φακές της. Αλλά είναι ευτυχισμένος με την αγάπη και την τρυφερότητα.  Η ξαφνική επανεμφάνιση του Νέιθαν, ενός κοινού τους φίλου που φαίνεται να έχει κάνει κακό στον εαυτό του και να έχει περάσει ενάμισι χρόνο σε ψυχιατρείο, θα τους αναγκάσει να ξαναβρεθούν. Εν τω μεταξύ στην Αγγλία τα βοοειδή πάσχουν από μια επιδημία αποβλάκωσης. Κι η μάνα του Νέιθαν έχει γίνει τιβι περσόνα, ως «Μάνα κουράγιο».

Με όπλο του τον άριστο χειρισμό των διαλόγων, ο Sam Byers κατορθώνει να χτίσει ένα σύμπαν σύγχρονο και παλλόμενο, γεμάτο χιούμορ, και πίκρα και να πει δυο λόγια για τους ανθρώπους, τον τρόπο που βλέπει ένας τριαντάρης τον εαυτό του, τις σχέσεις με τους άλλους, τους χωρισμούς, την Αγγλία, το περιβάλλον και τις… αγελάδες. Μιλάμε για ένα κατεξοχήν Βρετανικό μυθιστόρημα, περίπου στα χνάρια του Κόου και του Λοτζ, ευκολοδιάβαστο και διαφορετικό από ό,τι θα έγραφε ποτέ ένας Έλληνας.

Η «Ιδιοπάθεια» είναι βιβλίο που ρουφιέται- πολύ λίγο με κούρασε εκεί περίπου στην μέση- που αξίζει να το διαβάσει κανείς για την καθαρή, αγνή, ατόφια, χαρά της ανάγνωσης. Και φυσικά για την εξαιρετική του μετάφραση που κρατά τον ρυθμό αμείωτο και το ύφος συγκεκριμένο.



«Ιδιοπάθεια», Sam Byers, μετ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Ίκαρος, σελ. 374, 2013

3/7/14

"Τηλεφωνήματα", Roberto Bolaño





Το βασικό στην γραφή του Ρομπέρτο Μπολάνιο είναι όλα αυτά που δεν λέγονται. Οι αφηγήσεις του αγαπούν την σιωπή και το ανείπωτο, οι χαρακτήρες του, θλιμμένοι και ενίοτε γκροτέσκοι, κρύβονται από τον ίδιο τους τον εαυτό και από τους άλλους. Ο Μπολάνιο, εραστής της μικρής φόρμας που έγραψε παρ’ όλα αυτά δυο κολοσσιαία μυθιστορήματα κοντά 1000 σελίδες το καθένα, είναι μαέστρος στα διηγήματα. Ξέρει να υποβάλλει την ατμόσφαιρα στον αναγνώστη, να λέει και να ξαναλέει τον δικό του καημό ιδωμένο κάθε φορά από μια διαφορετική γωνία.

Τα «Τηλεφωνήματα» είναι λιγότερο εντυπωσιακά από τις «Πουτάνες φόνισσες», έχουν όμως μια συνοχή που δίνει ίσως τις πρώτες υπόνοιες για τους Άγριους Ντετέκτιβ και το 2666 που θα ακολουθήσουν. Στα πρώτα ήρωες είναι συγγραφείς, στα επόμενα η πολιτική και στα τελευταία οι γυναίκες. 

Στο εναρκτήριο κείμενο ένας νεαρός συγγραφέας συμμετέχει σε ένα διαγωνισμό διηγήματος. Εκεί συνειδητοποιεί πως το πρώτο βραβείο το παίρνει ένας αγαπημένος του γηραιότερος συγγραφέας. Ο μεγαλύτερος θα αρχίσει αλληλογραφία με τον μικρότερο με βάση την έξη του από τους διαγωνισμούς, τον μόνο τρόπο να θρέψει την οικογένειά του.

Στο τελευταίο, μια γυναίκα, η Ανν Μουρ, συνεχώς κινείται ανάμεσα σε τόπους, άντρες, δουλειές. Η καταγραφή των συνεχών φυγών της μοιάζει αέναη, και το κείμενο θα μπορούσε να είναι για οποιαδήποτε γυναίκα.

Από τα υπόλοιπα, συγκρατώ το «Μια λογοτεχνική περιπέτεια», όπου ο Β. άσημος συγγραφέας, γράφει ένα μυθιστόρημα που διακωμωδεί τον διάσημο συγγραφέα της γενιάς του Α. Μόνο που ο Α. γράφει για αυτό μια διθυραμβική κριτική. Και φυσικά την «Τζοάννα Σιλβέστρι», για την γηρασμένη πορνοστάρ που αναπολεί την πολύ σύντομη αναζωπύρωση της σχέσης της με έναν συνάδελφό της που έπασχε από AIDS λίγο πριν εκείνος πεθάνει.

Αυτό που διαθέτει ο Μπολάνιο είναι η ικανότητα να μπλέκει το πολύ εσωτερικό με το συλλογικό, να μιλά για κάτι εντελώς δικό του –όπως στα διηγήματα με ήρωες συγγραφείς ή αυτά με ηρωίδες τις γυναίκες της ζωής του- αλλά ταυτοχρόνως να ξεμπερδεύει το κουβάρι που είναι η πολιτική στις χώρες όπου έζησε. Λένε πως το σεντούκι με τα ανέκδοτά του κείμενα δεν έχει στερέψει ακόμα. Ο άνθρωπος που βάλθηκε να γράψει όσο περισσότερο μπορούσε μόνο όταν έμαθε πως θα πέθαινε μάλλον θα έχει- από κει που βρίσκεται- κι άλλους άσσους  κρυμμένους στο μανίκι του. 

«Τηλεφωνήματα», Ρομπέρτο Μπολάνιο, μετ. Έφη Γιαννοπούλου, εκδ. Άγρα, 2009, σελ. 296