14/1/15

"Τα χίλια φθινόπωρα του Γιάκομπ ντε Ζουτ", David Mitchell






Ντροπή μου μεν, δεν είχα διαβάσει Ντέιβιντ Μίτσελ δε. Τα βιβλία του τα μεταφρασμένα  στα Ελληνικά τα έχει φάει η μαύρη μαρμάγκα των «Ελληνικών Γραμμάτων»,  από τα αγγλικά έχω καιρό να παραγγείλω. Έπιασα λοιπόν στα χέρια μου «Τα χίλια φθινόπωρα του Γιάκομπ ντε Ζουτ» νιώθοντας λιγάκι αστοιχείωτη. Δεν έπρεπε. Ο Μίτσελ είναι ένας γραφιάς από τους λίγους, το βιβλίο έχει όλα τα φόντα για να γίνει απίστευτη μπεστσελεριά και ταυτόχρονα σε καμία στιγμή δεν νιώθεις πως σε κοροϊδεύει. Με λίγα λόγια μιλάμε για μυθιστόρημα ρουφηχτό, ιστορία μεγάλη, ιστορίες μέσα σε υποϊστορίες,  ένα ολόκληρο σύμπαν που ανοίγεται μπροστά σου και πρέπει να το ανακαλύψεις. 

Η πλοκή τοποθετείται στα 1799, στο τεχνητό νησί Ντετζίμα στον όρμο του Ναγκασάκι, το μοναδικό μέρος στο οποίο οι Ιάπωνες την εποχή του Έντο – της πλήρους απομόνωσης δηλαδή- άφηναν να γίνει εμπόριο με τους Ολλανδούς. Στο νησί φτάνει ο Γιάκομπ ντε Ζουτ, ένας κοκκινοτρίχης, λιανός άντρας που στην αρχή τουλάχιστον προσπαθεί μαζί με τον διοικητή Βόρστενμπος να καθαρίσουν την Ντετζίμα από την διαφθορά. Ο ντε Ζουτ, που φανερά δεν ταιριάζει με τους υπόλοιπους σκληροτράχηλους ναυτικούς- εμπόρους, είναι εκεί γιατί ήθελε να παντρευτεί μια κοπέλα κι ο πατέρας της τον πρόσταξε να φύγει για πέντε χρόνια στην Ντετζίμα για να κάνει λεφτά. 

Στο νησί θα κάνει φιλίες με έναν νεαρό διερμηνέα, τον Ογκάβα Ουζεαμόν και με τον φημισμένο γιατρό Μαρίνους. Με τους υπόλοιπους θα νιώθει πάντα ξένος. Θα ερωτευτεί μια νεαρή μαθητευόμενη του Μαρίνους, την Ορίτο Αϊμπαγκάβα, την μοναδική Γιαπωνέζα που δικαιούται να είναι στην Ντετζίμα χωρίς να είναι υπηρέτρια ή πουτάνα. 

Το μυθιστόρημα θα συνεχιστεί με την ιστορία των Ολλανδών, την ιστορία της Ορίτο και του Ογκάβα, στο τέλος θα μπλέξουν κι οι Άγγλοι. Για κάποια χρόνια η Ντετζίμα θα μείνει ξεχασμένη από θεό και ανθρώπους, το μόνο μέρος που θα είναι Ολλανδικό χωρίς να είναι υπό κατοχή.

Ο συγγραφέας επιλέγει επίτηδες αυτή την εποχή μεταίχμιο για να στήσει τις ιστορίες του. Φτιάχνει ένα σύμπαν βασιζόμενος στα ιστορικά γεγονότα, χωρίς να μένει πάντα πιστός σε αυτά, γράφει σε μια γλώσσα δικής τους επινόησης, που μοιάζε αλλά δεν είναι αυτό που μιλούσαν τότε. Ο Μίτσελ που είναι παντρεμένος με Γιαπωνέζα και έχει ζήσει στην Ιαπωνία μαγεύτηκε από την ιστορία της Ντετζίμα και την χρησιμοποίησε ως όχημα για να μιλήσει για αυτό που ένιωθε ο ίδιος εκεί. Πάντα ξένος, ενθουσιασμένος από την χώρα, χωρίς ποτέ να ανήκει. Οι ήρωες του είναι εγκλωβισμένοι στα γλωσσικά τους όρια – οι Ολλανδοί απαγορεύεται να μάθουν Ιαπωνικά, οι Ιάπωνες διερμηνείς αναγκάζονται να το κάνουν εμπειρικά, χωρίς βιβλία και βοήθεια. Τα θέματα του ατελείωτα, η μάχη του καλού με το κακό πρωτίστως,  η μάχη της επιστήμης με τη θρησκεία, η θέση της γυναίκας στην Ιαπωνία, η αίσθηση του ανήκειν, ο μυστικισμός, η φιλία, ο έρωτας.


Το μυθιστόρημα είναι σαγηνευτικό,  σε παρασέρνει στους ρυθμούς του, στις ιστορίες της Ανατολής, του ναυτικού, σε χώνει σε κανιβαλιστικά δόγματα, σε μάχες. Δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου. Έκανα τρεις μέρες να τελειώσω τις κοντά εξακόσιες του σελίδες κι άλλες δύο για να συνέλθω και να θέλω να πιάσω άλλο βιβλίο. Περιμένω τώρα με αγωνία να μεταφράσει η Μαρία Ξυλούρη - που σε αυτό έκανε εντυπωσιακή δουλειά- και το Bone clocks - για να δω τον δόκτορα Μαρίνους στην 28η ζωή του. 



"Τα χίλια φθινόπωρα του Γιάκομπ ντε Ζουτ", Ντέιβιντ Μίτσελ, μετ. Μαρία Ξυλούρη, εκδ. Τόπος,  2014, σελ.574



Υ.Γ. 42 Ακούστε εδώ την πολύ ενδιαφέρουσα κουβέντα μας με την Μαρία Ξυλούρη για τον Γιάκομπ ντε Ζουτ. Την playlist της εκπομπής θα την βρείτε στο blog της Μαρίας.




11/1/15

Διαβάζοντας @amagi 11 Ιανουαρίου 2015 με καλεσμένη την Μαρία Ξυλούρη




Καλημέρα, καλημέρα. Πρώτη εκπομπή του χρόνου και ποδαρικό θα μας κάνει ένα εξαιρετικά ταλαντούχο πλάσμα, η Μαρία Ξυλούρη, συγγραφέας και εσχάτως μεταφράστρια με το εκπληκτικό (αλλά και εξαιρετικά δύσκολο στην μετάφραση) "Τα χίλια φθινόπωρα του Γιάκομπ ντε Ζουτ" του Ντέιβιντ Μίτσελ. Θα κληρώσουμε 2 αντίτυπα του ογκώδους βιβλίου, ευγενική προσφορά των Εκδόσεων Τόπος. Για να λάβετε μέρος στην κλήρωση πρέπει να πατήσετε λάικ στο αντίστοιχο ποστ στο γκρουπ Διαβάζοντας ή να αφήσετε σχόλιο σε αυτή την ανάρτηση.

Υ.Γ. 42 Στον www.amagiradio.com, στις 2μ.μ. και για ένα ολόκληρο δίωρο 

9/1/15

«Η μεγάλη εικόνα», Μανώλης Ανδριωτάκης



Ένα μεγάλο βιβλίο είναι το μυθιστόρημα  του Μανώλη Ανδριωτάκη, τόσο σε όγκο, όσο και σε προθέσεις. Μια καλά στημένη «μηχανή» που στην αρχή κουράζει με την σβελτάδα της, μέχρι να δεις την «Μεγάλη εικόνα» και να χαρείς που Έλληνας λογοτέχνης προσπάθησε, αν μη τι άλλο, να στήσει όλο αυτό το σύμπαν.

Θεωρώ πως το πρώτο κομμάτι του βιβλίου χρειαζόταν ίσως κάποιο συμμάζεμα σε σελίδες, όμως το δεύτερο ξεπληρώνει τον αναγνώστη για την όποια φλυαρία και βάζει τους μηχανισμούς της μνήμης και της λογικής σε λειτουργία. Ο Ανδριωτάκης, παιδί της τεχνολογίας, έχει χρησιμοποιήσει σε αυτό το βιβλίο πέρα από πλείστα όσα λογοτεχνικά παιχνίδια, και πολλά καθαρά γραφικά. Σκίτσα, αποκόμματα εφημερίδων, σκέψεις τάχαμου γραμμένες με το χέρι στο περιθώριο, αλλαγή γραμματοσειρών, φωτογραφίες. Όλα παίζουν και κάνουν το κείμενο ακόμα πιο παιχνιδιάρικο.

Η ιστορία- ή μάλλον οι ιστορίες- είναι δύσκολο να καταγραφούν. Τρεις είναι οι βασικοί άξονες, ο ένας αφορά σε ένα ανερχόμενο στέλεχος μεγάλης Α.Ε., τον Γιώργο Μοσχονά, που εκτοξεύεται σε διευθυντική θέση, η άλλη ένα χωριατόπαιδο, τον Νικόλα, αγράμματο, ορφανό, που προσπαθεί όπως όπως να βγάλει τα ναύλα του για την Αθήνα όπου ελπίζει να βρει θεραπεία για την νάνο αδελφή του. Η τρίτη μας μιλά για τον φίλο ενός ανθρώπου που χάθηκε, του Γιώργου Μοσχονά, και προσπαθεί μέσα από το σεντούκι με τα γραπτά του να βγάλει άκρη.

Από την στιγμή που μπαίνουμε στα γραπτά του Μοσχονά και αρχίζουν οι ιστορίες να πολλαπλασιάζονται, όπως και οι απορίες και τα γιατί, το βιβλίο ξεκλειδώνει. Ο εγκιβωτισμός μες στον εγκιβωτισμό, οι αφηγητές που δεν είναι αξιόπιστοι και δεν είναι καν αφηγητές, οι ιστορίες που είναι και δεν είναι μέρος του σύμπαντος του Μοσχονά, ο Μοσχονάς που είναι και δεν είναι λογοτεχνικός χαρακτήρας του εαυτού του, όλα μοιάζουν σκηνοθετημένα για να δημιουργήσουν έκρηξη.

Τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται το βιβλίο πολλά. Η ζωή στο χωριό, η αεργία και η αγραμματοσύνη, η δεισιδαιμονία, η ξενοφοβία, η κουλτούρα του σκουπιδιού. Η ζωή στην πόλη, η τρεχάλα για το χρήμα, οι επιφανειακές σχέσεις, η υπόκλιση των πάντων μπροστά σε δυο τρια μπαχτσίσια, η διαφθορά της Εξουσίας, η οικολογία, η ανεργία, η εκμετάλλευση. Και πιο εσωτερικά, η συγγραφή ως λειτουργία, η θέση των αυτοβιογραφικών στοιχείων μέσα στα κείμενα, η αφήγηση ως λύτρωση, η θέση του ανθρώπου σε σχέση με αυτό που είναι ηθικό και δίκαιο.

Το βιβλίο βρίθει διακειμενικών αναφορών, αναφορών σε ταινίες και τραγούδια, έχει όλα εκείνα τα δομικά συστατικά για να γίνει σπουδαίο. Θεωρώ πως αν τελικά δεν απογειώνεται είναι μονάχα λόγω απειρίας. Ο Ανδριωτάκης έχει πλούσιο εκδοτικό παρελθόν, αλλά φτωχό σε μυθοπλασία. Το πρωτογενές υλικό του έχει όλα τα φόντα, κάπου στην εκτέλεση ίσως να έχασε κάποια σημεία. Δεν παύει πάντως να είναι αυτό ένα εντυπωσιακό μυθιστόρημα ποταμός που βάζει τις βάσεις για ένα ακόμα καλύτερο στο μέλλον.

«Η μεγάλη εικόνα», Μανώλης Ανδριωτάκης, εκδ. Διόπτρα, 2014, σελ.620



7/1/15

"Καρυότυπος", Άκης Παπαντώνης,



Αυτό που καταφέρνει ο εξαιρετικά λεπτολόγος, λιγόλογος και προσεκτικός Άκης Παπαντώνης με την πρώτη του νουβέλα, τον «Καρυότυπο», είναι μία, γραμμή προς γραμμή, λεπτομερή καταγραφή του πόνου. Ενός πόνου βαλμένου σε κουτάκια, εντοιχισμένου στην αδιάλειπτη ροή της ίδιας καθημερινότητας, απτού σε κάθε μετρημένο βήμα (7 σκαλιά ως τον δρόμο, το γραμματοκιβώτιο, η εγκαταλελειμμένη παμπ, το σπίτι με τους πράσινους τοίχους, ο άστεγος, η βιτρίνα του τεϊοπωλείου) από το ημιυπόγειο δωμάτιο του Ν, «το κλουβί του», ως το εργαστήριο του στο Πανεπιστήμιο.

Ο Ν. φεύγει από την Ελλάδα για να μελετήσει στα ποντίκια «τη βιολογία της στοργικότητας». Όχι της στοργής. Τους κόβει τα χρωμοσώματα, τα απομακρύνει από την μητέρα τους, σε άλλα δίνει ως ερέθισμα την οσμή και την φωνή της, άλλα τα κρατά τελείως μακριά της. Έπειτα τα παρατηρεί, θα γίνουν πιο μικρόσωμα ή πιο μεγαλόσωμα από αυτά που ζουν στην κανονική τους οικογένεια, θα μπορούν να λειτουργήσουν φυσιολογικά ή όχι. Αυτός ζει μια ζωή τελείως αυτοματοποιημένη, κάνει κάθε μέρα τις ίδιες κινήσεις, τρώει τα ίδια τυποποιημένα ντόνατ και σάντουιτς που τόσο διαφέρουν -τι ανακούφιση, πάντα το σιχαινόταν- από το φρεσκοψημένο φαγητό της μαμάς του. Δεν πατάει στην Αθήνα παρά για την βάφτιση των δίδυμων ανιψιών του. Το κινητό του είναι μονίμως στο αθόρυβο.

Ο ήρωας είναι βαθιά μοναχικός, οι σχέσεις του με τις κοπέλες ανύπαρκτες σχεδόν, με τους συναδέλφους του εντελώς τυπικές. Ο. Ν. επιβλέπει  τα ποντίκια του μέχρι και το Σάββατο, πηγαίνει μόνος εκδρομές. Αλληλογραφεί επαγγελματικά. Για τα ποντίκια. Και τα ορφανά του Τσαουσέσκου.

«Στην τελευταία σελίδα το ίδιο χέρι γράφει: “η μοναξιά της μνήμης είναι το μοναδικό απολύτως συντηρημένο χαρακτηριστικό της ζωής από τα βακτήρια ως τα θηλαστικά”. Φέτος κρέμασα στον τοίχο του κλουβιού μου, δίπλα ακριβώς στην εξώπορτα, ένα κίτρινο post-it που λέει : “ η ζωή είναι τόσο προσωπικό ψέμα, που να βρεις την δύναμη να την μοιραστείς;” . Δεν θυμάμαι από ποια σελίδα στο ίντερνετ το ξεσήκωσα αλλά με βρίσκει απολύτως σύμφωνο.»


Η γραφή του Παπαντώνη, εντυπωσιακή μες στην απλότητά της, δουλεμένη ως την τελευταία λεπτομέρεια, θέτει ψηλά τον πήχη για όλους τους νέους λογοτέχνες της γενιάς του, όχι μόνον για τον ίδιο. Το θέμα του- η στοργή, οι σχέσεις, η οικογένεια, η μητέρα, η μοναξιά, το πόσο έχει ή δεν έχει σημασία να πληγωθείς στην παιδική ηλικία- είναι βαθύ, ουσιαστικό και ένα, ενιαίο. Δεν βιάστηκε να μας τα πει όλα μαζί. Στο μέλλον, όταν καταπιαστεί με την επόμενη εμμονή του, θα ανυπομονώ να τον ξαναδιαβάσω.


"Καρυότυπος", Άκης Παπαντώνης, εκδ. Κίχλη, 2014, σελ. 117


5/1/15

"Σταματήστε να κατέβω, του Μαραμπού

   


      Όχι πως ο δικός μας Δάντης έχει να ζηλέψει τίποτα από άλλους προγενέστερους συνονόματους, η πρώιμη αλλά και ύστερη ποιητική του δημιουργία, τον καθιστά άτρωτο σε φτηνιάρικες επιθέσεις συγκρίσεων, αλλά για να μην κατηγορηθούμε για καλλιτεχνικό σοβινισμό, ας ρίξουμε μια ματιά και στο περιβόλι του γείτονα, αυτάρεσκα σίγουροι, ότι οι μαϊντανοί εκεί δεν έχουν τόσο μεγάλη ανάπτυξη όσο στο δικό μας μπαξέ. 

Ο Ιταλός Αλιγκιέρι, που έγινε και αυτός γνωστός με το καλλιτεχνικό του, έγραψε τρία ομοούσια και αδιαίρετα βιβλία, από τα οποία όμως μνημονεύεται μόνο το ένα προς μεγάλη απογοήτευση των άλλων δύο, και τους έδωσε τον (θεϊκό!) τίτλο, Θεία Κωμωδία.  Όλοι μιλούν για την Κόλαση του Δάντη, σημάδι ότι τόσο στη ζωή όσο και στην λογοτεχνία (όσοι ζητάτε σχετικές αποδείξεις, η Κόλαση βρίσκεται ήδη στην Γ΄ανατύπωση ενώ τα άλλα δύο, μόλις στην Α΄!), ουδείς ενδιαφέρεται για τον Παράδεισο. Εννοείται ότι κανείς δεν αναφέρει ούτε για αστείο το Καθαρτήριο του Δάντη, το οποίο φέρνει αμηχανία στο μυαλό και εκτός των άλλων, αναπάντεχους συνειρμούς σχετικούς με τουαλέτες και καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης! 

Το ποίημα ξαφνιάζει με την εντυπωσιακή συμμετρία του. Αποτελείται από τρεις Ωδές που περιέχουν σχεδόν ισάριθμα άσματα (Κόλαση 34, Καθαρτήριο 33, Παράδεισος 33)  και καθένα απ' αυτά δεν ξεπερνά τους 160 στίχους αλλά ούτε και πέφτει κάτω από τους 110 (με την πλειονότητα των ασμάτων ωστόσο, σχεδόν να ταυτίζεται όσον αφορά το πλήθος των στίχων). Ήδη καταλαβαίνεις από αυτό ότι ο λόγος που κρύβεται μέσα τους είναι φροντισμένος στην εντέλεια και ανυπομονείς να πιαστείς στην σαγήνη του. Στην Κόλαση, ο ζωντανός Δάντης κατεβαίνει στον κόσμο των νεκρών καθοδηγούμενος από τον ποιητή Βιργίλιο. Νιώθουμε έντονα την απορία που νιώθει ο “παρείσακτος” Δάντης καθώς και τον τρόμο που του προκαλούν τα αποτροπιαστικά μαρτύρια αλλά και την συμπόνοια που του γεννά ο διάσπαρτος πόνος των ψυχών. Στο Καθαρτήριο,  ο Δάντης, παρέα με τον Βιργίλιο που συνεχίζει να τον συντροφεύει, ανεβαίνει το βουνό του εξαγνισμού στο οποίο
τιμωρούνται οι μετανοημένες ψυχές πριν μπορέσουν να γίνουν δεκτές στον ουράνιο Παράδεισο. Οι προσευχές που κάνουν οι ζωντανοί γι' αυτές τις μετανοημένες ψυχές, επισπεύδουν την άνοδό τους στο Καθαρτήριο και στον ολικό εξαγνισμό τους. Ο ζωντανός Δάντης ευχαρίστως δέχεται να μεταφέρει τις ιστορίες τους πίσω στη ζωή για να αποκατασταθεί έτσι η τραυματισμένη φήμη τους. Ο Βιργίλιος, το σύμβολο της διανόησης και της λογικής, εξαφανίζεται μόλις κάνει την εμφάνισή της η Βεατρίκη, η προσωποποίηση της Θεολογίας μέσα στο ποίημα, η οποία πλέον κατέχει όλες τις απαντήσεις. Στον Παράδεισο, ο Δάντης καθοδηγείται από την όμορφη κυρά, η οποία του φανερώνει όλα τα θεολογικά μυστικά και τον προετοιμάζει να αντικρίσει μόνος του τη Θεία Ουσία, μια μετάβαση που φανερώνεται στο ποίημα μέσω της ολοένα αυξανόμενης και δυνατότερης όρασης που αντιμάχεται το ολοένα εντονότερο και λαμπρότερο φως. Το ταξίδι του Δάντη είναι από τα πιο ενδιαφέροντα ταξίδια στην παγκόσμια λογοτεχνία, όσοι όμως ετοιμάζεστε να το αντιμετωπίσετε ως μεσαιωνικές ταξιδιωτικές εντυπώσεις θα απογοητευτείτε ολοκληρωτικά, οι υπόλοιποι, απλώς μην λησμονήσετε να συμπεριλάβετε φαντασία και συναίσθημα στις αποσκευές σας, θα χρειαστούν.

Είναι σαν να θαυμάζεις έναν καθεδρικό ναό. Εξαιρετική αρχιτεκτονική, επιβλητικότητα και μια αίσθηση ότι δεν θα δείξει ποτέ παράταιρος μέσα σε ένα σύγχρονο αστικό τοπίο. Τα θεμέλια της σύγχρονης δυτικής λογοτεχνίας φέρουν την υπογραφή ενός ικανότατου μάστορα, τόσο στέρεα, που πάνω τους οικοδομήθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες παράτολμες δημιουργίες και ισορρόπησαν εντυπωσιακά. Χωρίς να ρίξεις ματιά στις σημειώσεις, χωρίς να γνωρίζεις το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής, χωρίς να εντρυφήσεις σε κριτικά δοκίμια για το έργο του Δάντη, μόνο μία απλή ανάγνωση, και θα ενορχηστρώσει μια παλιγγενεσία αναγνωστικών αναμνήσεων που θα αφιερώσουν ολότελα συγκινημένες ευχαριστήριες ψαλμωδίες στον Δημιουργό τους!

Η πρωτοτυπία του Δάντη έγκειται (και) στο γεγονός ότι ήταν από τους πρώτους (αν όχι ο πρώτος) που έβαλε τον εαυτό του ανόθευτο, δίχως συγκαλύψεις, μέσα σε ένα λογοτεχνικό κείμενο – ανάλογης πρωτοτυπίας ήταν και η πράξη του Μονταίνιου, ο οποίος αποφάσισε να συσκεφτεί με τον εαυτό του πολύ προσεκτικά, δημιουργώντας συνειδητά την πρώιμη μορφή του σύγχρονου δοκιμίου. Τα διάφορα ποιοτικά ποιητικά χαρακτηριστικά του αφορούν περισσότερο τους μελετητές και τους λάτρεις της ποίησης. Εγώ αντιμετώπισα το βιβλίο, κάλλιστα, και ως μια μυθιστορηματική περιπέτεια γεμάτη βαθείς συμβολισμούς για τη ζωή και τον τρόπο που την αντιμετωπίζουμε, εξαιρετικά πρωτότυπη, άχρονη και διαχρονική. Συχνά σκέφτομαι πόσο αδημονούν οι αναγνώστες να διαβάσουν το τελευταίο βιβλίο που κέρδισε το βραβείο Μπούκερ και παράλληλα φανερώνουν μια παγερή αδιαφορία προς τα βιβλία που σέρνουν μια αιωνιότητα ξοπίσω τους – τα οποία όμως τους εκδικούνται παραμένοντας αιωνίως επίκαιρα. Ακούς σε συζητήσεις, “Θέλω να μάθω τι ήταν αυτό που έγραψε ο συγγραφέας και κέρδισε το βραβείο Μπούκερ ή Νόμπελ”, αλλά σπανίως λένε, “Θέλω να μάθω τι ήταν αυτό που έγραψε ο συγγραφέας και διήρκεσε 700 χρόνια”! Στα βιβλία, όπως αυτό του Δάντη, αναμετριέσαι με τη ζωή που πέρασε, ξανάρθε και ξαναπέρασε, ομόκεντροι κύκλοι των οποίων το κέντρο παραμένει ο άνθρωπος, έτσι καταλαβαίνεις ποια βιβλία είναι όντως επίκαιρα και ποια απλώς επικαιροποιημένα.

Η συγκεκριμένη έκδοση της Θείας Κωμωδίας είναι αναμφίβολα από τις πιο εντυπωσιακές που έχω ξεφυλλίσει και θαυμάσει. Η μισή απόλαυση κρύβεται στην έκδοση. Καθόλου πρωτόγνωρο όταν μιλάμε για τον Gutenberg (οι εκδόσεις είναι Τυπωθήτω – Γιώργος Δαρδανός, όμως στην ουσία, νομίζω ότι, αποτελούν τον προπομπό του Gutenberg). Κατ' αρχήν, είναι πρακτικά και αισθητικά θετικό το γεγονός ότι οι Ωδές έχουν τυπωθεί ξεχωριστά. Έτσι προσδίδεται αυτονομία και αυθυπαρξία στην κάθε μια μέσω και της όμορφης επιλογής των εξωφύλλων και των χρωμάτων που ντύνουν τις εκδόσεις. Βαθύ κόκκινο για την Κόλαση, ουράνιο μπλε για Παράδεισο και ένα πιο μουντό, αμφίσημο, μεταβατικό χρώμα για το Καθαρτήριο. Όμορφα είναι και τα διακοσμητικά στοιχεία πέριξ των εξωφύλλων, που φέρνουν τον Μεσαίωνα λίγο πιο κοντά μας, πριν αναλάβει ο ίδιος ο Δάντης να μας τον φέρει με τον λόγο του. Ιδιαίτερη μνεία θέλω να κάνω και στις εικόνες των εξωφύλλων – για την Κόλαση και το Καθαρτήριο, οι πίνακες είναι του Heinrich Fussli (1774) και για τον Παράδεισο, του Salvator Dali (1960). Οι εικόνες αυτές περιγράφουν τα τεκταινόμενα συγκεκριμένων ασμάτων, όμως, αν και εφ' όσον, υπάρχουν και άλλοι πίνακές τους που περιγράφουν άλλα άσματα, θα μου άρεσε να μπορούσα να τους απολαύσω εμβόλιμους μέσα στην έκδοση, ακόμα και αν ανέβαινε λίγο η τιμή της.  Σε κάθε οπισθόφυλλο υπάρχει η γνωστή γκραβούρα του Gustave Dore (1868) που απεικονίζει τον Δάντη. Το μέγεθος των βιβλίων είναι το ιδανικό για να απολαύσεις αυτήν την σπουδαία δίγλωσση έκδοση, με αρκετό περιθώριο γύρω από τους στίχους, για σημειώσεις και σχολιασμό. Όσοι πάλι, δεν αρέσκονται σε σημειώσεις, τους προσφέρει μια διεύρυνση του ορίζοντα του ματιού, αντίστοιχη με εκείνη του μυαλού. Μοναδικό αρνητικό σημείο της έκδοσης, είναι η απουσία παραπομπών προς τις σημειώσεις, αδιανόητο, ειδικά όταν οι σημειώσεις δεν είναι τόσο επουσιώδεις για την κατανόηση και απόλαυση του ποιήματος. Για τα μόνα βιβλία που δείχνω σχετική ανοχή για την απουσία παραπομπών, είναι της ιδιαίτερης σειράς “Orbis Literae” του Gutenberg, και αυτό λόγω της μοναδικότητάς τους και μόνο. Για όλα τα υπόλοιπα, ισχύει απαρεγκλίτως, η ακόλουθη οργισμένη σημείωση. 


Μια σημείωση* για τις σημειώσεις. Όταν δεν υπάρχει παραπομπή προς τις σημειώσεις ενός βιβλίου εξοργίζομαι τόσο πολύ που θέλω να κοπανήσω το βιβλίο στον απέναντι τοίχο! Είναι το ίδιο σαν να βάζεις τους υπότιτλους μιας ταινίας να περάσουν κατεβατοί λίγο πριν τους τίτλους τέλους! Αν επιλέξεις να βάλεις σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου πρέπει να σιγουρευτείς ότι ο αναγνώστης θα τις συναντά εγκαίρως αλλιώς μη βάζεις καθόλου σημειώσεις. Η δικαιολογία ότι οι παραπομπές στο κυρίως σώμα του βιβλίου αναχαιτίζουν την απόλαυση της ανάγνωσης, δεν αποκλείει καθόλου και το ενδεχόμενο, εξαιτίας μιας τόσο αφελούς κίνησης, να καταστρέψει ολοσχερώς μια ανάγνωση εν τη γενέσει της. Θα σας φέρω ένα παράδειγμα. Για το βιβλίο του Σταντάλ, “Αναμνήσεις εγωτισμού”, όπου ουσιαστικά το κείμενο του Σταντάλ δεν ξεπερνά τις 150 σελίδες, υπάρχουν 80(!) σελίδες με σημειώσεις (συγκεκριμένα 373 σημειώσεις). Πώς θα νιώθατε αν δεν υπήρχε παραπομπή προς αυτές αλλά σας τις κοπανούσαν κατακέφαλα χωρίς προειδοποίηση; Είναι θεμιτό να αγνοείς τις σημειώσεις αλλά ανεπίτρεπτο να σε αγνοούν εκείνες. Μακάρι να μην ξαναχρειαστεί να σημειώσω ιδιοχείρως τις παραπομπές, δεν είναι δουλειά μου και επιπλέον δε με ευχαριστεί! 

Η μετάφραση του Ανδρέα Ριζιώτη είναι αρκετά καλή, χρησιμοποιεί την ομοιοκαταληξία όπου αυτό είναι εφικτό για να προσφέρει περισσότερο ρυθμό στην αφήγηση και κάπου κάπου προχωρά σε αντιμεταθέσεις των λέξεων (π.χ. “Και λέει μου ο δάσκαλος” αντί “Και μου λέει ο δάσκαλος”) με σκοπό να κάνει την γλώσσα να δείχνει πιο ποιητική. Αυτό το τελευταίο ίσως θα μπορούσε να αποφευχθεί αλλά παρόλα αυτά δεν ενοχλεί διόλου κατά την ανάγνωση. Η γλώσσα του Δάντη έτσι και αλλιώς είναι απλή στην χρήση της, χωρίς συντακτικές περικοκλάδες, αλλά ταυτόχρονα βαθυστόχαστη και συνταρακτική. Εξάλλου, υπάρχει το αντικαθρέφτισμα του πρωτοτύπου στην αριστερή σελίδα, για όποιον θέλει να “επιπλήξει” ή να “συγχαρεί” τον μεταφραστή. Η έκδοση εμπλουτίζεται με έναν σπουδαίο πρόλογο του Στέφανου Ροζάνη που καταλαμβάνει επάξια τη θέση του κριτικού δοκιμίου και ολοκληρώνει θεαματικά αυτή την θαυμάσια έκδοση. 

Προς θεού, μην επιχειρήσετε να διαβάσετε την Θεία Κωμωδία σε μετάφραση Καζαντζάκη! Ο Καζαντζάκης φαίνεται πως μεταφράζει ένα, δικής του επινόησης, ποίημα που το μόνο που καταφέρνει είναι να σας κάνει να βγάζετε σπυράκια στο άκουσμα και μόνο, του ονόματος, Δάντης! Η ιδιαίτερη γλώσσα του και το χαρακτηριστικό ύφος του οικειοποιούνται το ποίημα και το μετατρέπουν σε κάτι αλλότριο και ανοίκειο. Η λέξη “μετάφραση” καταντά ένας σαρκαστικός ευφημισμός, σχεδόν αισθάνεσαι ότι πιο πολλά θα καταλάβαινες  στο πρωτότυπο. Στην σελίδα τίτλου της Θείας Κωμωδίας υπάρχει η φράση “Γραμμένη και στη γλώσσα που μιλάμε με το χέρι του Ανδρέα Ριζιώτη”. Αυτό το “στη γλώσσα που μιλάμε”, ύστερα και από την βραχύβια εμπειρία μου με την μετάφραση του Καζαντζάκη, μου προκάλεσε αισθήματα ανακούφισης και έντονης θυμηδίας. Πάνω κάτω, τα ίδια ισχύουν και με τον Νίτσε. Αν ο Νίτσε διάβαζε την μετάφραση του Καζαντζάκη θα πετούσε το βιβλίο στο τζάκι, φωνάζοντας οργισμένος “Τάδε έφη Καζαντζάκης”! Στα κείμενά του μπορεί να είναι ο εαυτός του όσο θέλει, στις μεταφράσεις όμως, θα ήταν πολύ καλύτερα αν ήταν λιγότερο ο εαυτός του. Να με συγχωρείτε, αλλά κάθε φορά που διαβάζω Καζαντζάκη, νιώθω ότι ο Υπεράνθρωπος που ενοικεί μέσα μου ροχαλίζει του καλού καιρού, όταν όμως διαβάζω μεταφράσεις του, ο Υπεράνθρωπος ξυπνάει έντρομος από εφιάλτη, και αυτό, όπως και να το κάνουμε, δεν είναι καθόλου καλό για την φήμη του Υπερανθρώπου! 

Η Θεία Κωμωδία έχει προκαλέσει μια σωρεία επιρροών σε όλες τις μορφές της τέχνης. Όπου και αν κοιτάξεις θα ανακαλύψεις μικροσυνδέσεις με τον Δαντικό κόσμο. Αποτελεί ένα λογοτεχνικό μεταίχμιο, ένα ορόσημο μεταξύ ενός παλιού και ενός νέου κόσμου. Η Ανθρώπινη Κωμωδία του Μπαλζάκ είναι ένας φόρος τιμής προς την Θεία, το άλμπουμ “Η ζωή μετά” του Άρκά, μια χιουμοριστική και σπιρτόζα εκδοχή της και το Seven, μια κολασμένη αναπαράστασή της που μεταφέρει τον θεατή μέσω της κάθαρσης, στον παράδεισο της κινηματογραφικής μαγείας.

Η καλή λογοτεχνία σού προσφέρει ένα ανεκτίμητο δώρο – φιλτράρει  τις δύσοσμες και βλαβερές ουσίες του ανθρώπου και σου δίνει μια πρόγευση του μέλλοντος, αφήνοντας παράλληλα και μια ξεχωριστή επίγευση παρελθόντος στο μυαλό. Ο Δάντης, ένας άνθρωπος βουτηγμένος στις πολιτικές και θρησκευτικές αναταραχές της εποχής του, συντηρητικός και οπισθοδρομικός, γράφει ένα βιβλίο εξευγενισμένο (παρ' όλη την σκληρότητά του) και έντιμο, δείγμα λογοτεχνικού πολιτισμού εν μέσω άγριων εποχών. Φτιάχνει με τους στίχους του, μια εικόνα του Θείου (πατώντας στην στερεότυπη θρησκευτική ρητορική, Κόλαση, Καθαρτήριο, Παράδεισος) που δε θα αφήσει ασυγκίνητο κανέναν πιστό της λογοτεχνίας. Ο Θεός (ό, τι και αν σημαίνει αυτό για τον καθένα) μέσα στο έργο του παίρνει μορφή, χωρίς να παίζει ρόλο, πόσο πιστός ή όχι υπήρξε ο συγγραφέας του, πόσο πιστός ή όχι υπήρξε ο κάθε αναγνώστης του!  
Είτε διαβάζεις...

Αν όσα μέχρι εδώ γι' αυτήν σας έχω γράψει
μπορούσαν όλα σ' έναν μοναχά έπαινο να' χανε κλειστεί
δε θα' ταν αρκετός την τωρινή της όψη για να περιγράψει.
Η ομορφιά που αντίκρισα δε θα μπορούσε
μ' ανθρώπινες εκφράσεις να ζωγραφιστεί:
θαρρώ μονάχα ο δημιουργός της ολότελα μπορεί να τη χαρεί.
Γι' αυτό και στο σημείο ετούτο πιότερο νιώθω νικημένος
απ' όσο ο κωμικός ή τραγικός ο συγγραφέας
στο θέμα του ξεπερασμένος:
όπως στον ήλιο τ' αδύνατο το μάτι τρέμει,
έτσι σκοτίζεται κι ο νους μου
τ' ολόγλυκο το γέλιο σαν αναθυμάμαι.
Από την πρώτη μέρα που είδα τη μορφή της,
σε τούτη τη ζωή, μέχρι την όψη της την τωρινή,
ποτέ δεν εσταμάτησα, ακολουθώντας την, να την υμνώ˙
τώρα όμως να σταματήσω πρέπει
στην ομορφιά της στίχους να κεντώ,
όπως σα φτάνει ο καλλιτέχνης στο σημείο το πιο ψηλό.

είτε...

Μπαίνω
Μπαίνω σε δρόμους
σε διαδρόμους γεμάτους φωτιά
κι ατέλειωτους νόμους
Μπαίνω
στη γη που γυρίζει
και φέρνει βόλτες με χίλιες στροφές
κι ανθρώπους φοβίζει

Με σώζει μονάχα που ζεις και υπάρχεις
φωνάζω να 'ρθω να σε βρω

Σταματήστε να κατέβω
την αγάπη μου μόνο γυρεύω
Σταματήστε να κατέβω
δεν αντέχω άλλο σας ικετεύω
Σταματήστε

Θέλω
θέλω να αντέξω
και να παλέψω με χίλιες φωτιές
κοντά σου να τρέξω
Θέλω
να περιμένεις
δεν θέλω τίποτα μόνο αυτό
κοντά μου να μένεις

Με σώζει μονάχα που ζεις και υπάρχεις
φωνάζω να 'ρθω να σε βρω

...  νιώθεις ότι η καλή λογοτεχνία ποτέ δεν πεθαίνει (αλλά αυτό το τελευταίο, είναι θέμα κάποιου άλλου, αιρετικού ποιήματος που δεν έχει ακόμη γραφτεί). 
Τελικά, κάθε Δάντης και η Κόλασή του, ή πιο ορθά, κάθε Κόλαση και ο Δάντης της;;




* Να σημειωθεί ότι η σημείωσή μου για τις σημειώσεις, αποτελεί καίριο σημείο για να απολαύσει ένας αναγνώστης ολοκληρωτικά ένα βιβλίο και παρακαλώ θερμώς να μην αντιμετωπίζεται ως σημείο των (λογοτεχνικών) καιρών.



Υ.Γ. 42 Ουδέν σχόλιο!

                                   
                                                                                                                                                                                                                

  
                                            

2/1/15

"O Δράκος της Πρέσπας Ι- Η κοιλάδα της λάσπης", Ιωάννα Μπουραζοπούλου





Είναι γνωστό πως μια αδυναμία - και δύο και τρεις- στην γραφή της Ιωάννας Μπουραζοπούλου την έχω. Μου αρέσει η καθαρότητά της, ο τρόπος που καμιά κλωστή δεν μένει να αιωρείται στις ιστορίες της, η εμμονή της στην δυστοπία σε πείσμα του ελληνικού αναγνωστικού κοινού που θέλει συνέχεια να διαβάζει για τις χαμένες του πατρίδες και το γλυκό κυδώνι.

Στην "Κοιλάδα της Λάσπης" - το πρώτο μέρος της Τριλογίας "Ο Δράκος της Πρέσπας"- η Μπουραζοπούλου για πρώτη φορά αφήνει τον εαυτό της να ανοιχτεί, φαίνεται να μην κρατά με την ίδια σταθερότητα την μπαγκέτα της πλοκής. Αυτό είναι και κακό και καλό. Χάνει κάτι από την ενάργεια που χαρακτηρίζει τα άλλα της βιβλία, αλλά κερδίζει σε επικές-μυθικές διαστάσεις.

Σε χρόνο μελλοντικό λοιπόν, οι Πρέσπες έχουν γίνει μία λίμνη κι εκεί δεσπόζει ο Δράκος. Ένα πλάσμα με αρκετές δρακολογικές και θεϊκές ιδιότητες, που μπορεί να ελέγχει τα καιρικά φαινόμενα, που βιάζει και δολοφονεί, που δημιουργεί πάθη έντονα, επιστημονικά, ερωτικά, θεολογικά, εθνικά. Στις τρεις όχθες στήνονται τρεις διαφορετικές κοινότητες δρακολόγων, ο δράκος κυρήσσεται πατέντα, μια βιομηχανία χρημάτων στηρίζεται πάνω του. Η Παγκόσμια Τράπεζα Ανάπτυξης υπόσχεται να σώσει την Βαλκανική από την χρεοκοπία, βάζει τοποτηρητές Εφόρους με μόνη την υπόσχεση πως θα εκμεταλλεύεται εκείνη τα έσοδα του δράκου.

Στην ελληνική όχθη της Πρέσπας, την "Κοιλάδα της Λάσπης", βρέχει συνεχώς κι όλα βουλιάζουν συνέχεια. Εκεί οι δρακολόγοι διαμορφώνουν ομάδες των τριών, και στηριγμένοι σε ένα σύστημα ανάμικτα επιστημονικό και θεολογικό εδραιώνουν την δρακολογία τους. Η πρώτη δρακολογική ομάδα απαρτίζεται από τον λυγκέα, ένα ναρκοληπτικό που την βγάζει όλη μέρα μέσα στο νερό, τον λαοκόοντα, έναν επιστήμονα που είναι ο διερμηνέας του λυγκέα μιας και μόνον αυτός καταλαβαίνει τους ακατάληπτους χρησμούς του και τον λέανδρο, έναν θηριώδη Ρουμάνο πρώην νοσοκόμο που θέλει να προσκαλέσει τον δράκο σε μονομαχία. Στην ομάδα τους ανήκει και η λιράνα, η μοναδική γυναίκα του οικισμού αλλά και ο Εμμανουήλ, το παιδί του δράκου με την πρώτη γυναίκα που βίασε.

Στο πρώτο κομμάτι του μυθιστορήματος, όπου όλα μοιάζουν μυθικά, η συγγραφέας ακολουθεί την πεπατημένη των άλλων της βιβλίων και μας δίνει μια εξαιρετική εικόνα. Στα επόμενα, όπου η πολιτική αρχίζει να υπερτερεί, το κείμενο χάνει κάτι από την δύναμή του, πλατειάζει. Το τέλος, που μένει ανοιχτό, σχεδόν με ενόχλησε.

Το βιβλίο πραγματεύεται ένα σωρό θέματα, αλλά το βασικό του είναι το χρήμα και η εξουσία. Το πως οι κυβερνήσεις και οι τράπεζες ορίζουν την ζωή μας, η τοποτήρηση από έναν μεγάλο ελεγκτικό χρηματοοικονομικό μηχανισμό. Ενδιάμεσα βέβαια μας μιλά και για την ανάγκη των ανθρώπων να πιστέψουν σε κάτι- έστω κακό, μοχθηρό και απαίσιο- στην ευκολία των δοξασιών, την σημασία του να μεγαλώνεις ένα παιδί, να ανήκεις κάπου. Α, και για τον έρωτα.

Βιβλίο πολλαπλών αναγνώσεων, από τις λίγες φορές που η Μπουραζοπούλου μου θύμισε Ζατέλη- αν και είναι η μόνιμη "κατηγορία" που της προσάπτουν- η "Κοιλάδα της Λάσπης" απογοητεύει ελαφρώς μιας και δεν στέκεται αυτόνομα δίχως τα επόμενα μέρη της τριλογίας. Από την άλλη, όταν κανείς μπορεί να γράφει με τόση δύναμη και να χειρίζεται τόσες επιμέρους υποπλοκές με τέτοια δεινότητα, δεν μπορεί παρά να του βγάλεις το καπέλο.

"Ο δράκος της Πρέσπας Ι- Η κοιλάδα της λάσπης", Ιωάννα Μπουραζοπούλου, εκδ. Καστανιώτη 2014, σελ. 580

Υ.Γ 42 Το χαρτί της έκδοσης είναι πια τόσο κακό, που το βιβλίο βογκάει κυριολεκτικά όταν το ανοίγεις βγάζοντας έναν θόρυβο σαν ντοσιέ με ξεχασμένα έγγραφα σε εφορία.