23/3/16

"Η πρηνής θέση του σκοπευτή", Jean-Patrick Manchette



Διαβάζω αστυνομικά σχετικά αραιά, εκτός αν θεωρήσουμε αστυνομικά αυτά τα κοινωνικά που έχουν κι ένα αστυνομικό στοιχείο στην πλοκή. Η αλήθεια είναι πως το νουάρ- τόσο σε ταινίες όσο και σε βιβλία- σπανίως με συγκινεί: η μαύρη ατμόσφαιρά του, οι στυλιζαρισμένες εικόνες, οι, εν πολλοίς, στημένοι ήρωες. «Η πρηνής θέση του σκοπευτή» βεβαίως δεν είναι νουάρ με την παλιά έννοια του όρου, είναι ένα πολιτικό νεο-νουάρ.

Ήρωας κεντρικός ο Τεριέ, ένας πληρωμένος δολοφόνος, που «καθαρίζει» με επαγγελματική ακρίβεια τα θύματά του, ψυχρός, που το κάνει μόνον για τα λεφτά. Ο Τεριέ αποφασίζει να παραιτηθεί και να πάει να αναζητήσει στην γενέθλια πόλη του μια γυναίκα που αγαπούσε έφηβος. Φυσικά τα αφεντικά του δεν θα τον αφήσουν, θα σκοτώσουν την ερωμένη του, θα ξεκοιλιάσουν το σκυλάκι του και τελικά θα τον αναγκάσουν να ξαναγυρίσει όταν εξοντώσουν τον χρηματιστή του κι έτσι βρεθεί πάλι άφραγκος.

Στην δε πόλη του, η γυναίκα που αγαπά είναι παντρεμένη με έναν άλλο, κι όταν πάνω στις αλλεπάλληλες συμπλοκές ο σύζυγος της θα σκοτωθεί, θα τον ακολουθήσει εντελώς κυνικά, για να τον παρατήσει όταν διαπιστώσει την σεξουαλική του ανικανότητα. Τελικά ο Τεριέ θα αναγκαστεί να λάβει μέρος σε ένα τελευταίο μεγάλο κόλπο και να γίνει όπως ακριβώς ήταν ο πατέρας του.

Ο Τεριέ μού ήταν από την αρχή εξόχως αντιπαθής ως ήρωας μυθιστορήματος. Καταλαβαίνω τον –χοντροκομμένο είναι η αλήθεια- πολιτικό συμβολισμό: το γρανάζι του συστήματος που αναγκάζεται να αφήσει πίσω του πτώματα για να ανέλθει κοινωνικά, μόνον και μόνον για να τον συντρίψει το σύστημα λίγο μετά, αλλά δεν βρίσκω καμία γοητεία στην ίδια την ιστορία. Αν ήταν απλά ένα σενάριο ταινίας θα προσπερνούσα αυτόν τον ασυγκίνητο δολοφόνο που πετά μυαλά και αίμα στο διάβα του με μεγάλη ευκολία. 

Ο Τεριέ είναι ένας χάρτινος ήρωας, ξέρεις από την αρχή πώς θα καταλήξει κακά στο τέλος. Ταυτόχρονα είναι και αλλοπρόσαλλος ήρωας, ένας αφελής που είναι καλός στο σημάδι και νομίζει πως το σύστημα που τον πληρώνει θα τον αφήσει να παρατηθεί έτσι απλά, πως θα γυρίσει πίσω σε μια γυναίκα που δεν ξέρει κι αυτή θα τον περιμένει με ανοιχτές αγκάλες τόσα χρόνια μετά και θα τον ερωτευτεί. Ίσως έχουμε δει πια πολλές ταινίες με το ίδιο θέμα, ίσως κάποια βιβλία αξίζουν στην εποχή τους για αυτό που ήταν κι έπειτα τα τρώει η λήθη. Πάντως το μυθιστόρημα του Μανσέτ μου θύμισε πως δεν είναι όλα τα βιβλία για όλα τα γούστα. Κι αυτό πολύ απλά δεν είναι του γούστου μου.

                                                                               Κατερίνα Μαλακατέ


"Η πρηνής θέση του σκοπευτή", Jean-Patrick Manchette, μετ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Άγρα, 1998, σελ. 264 











Υ.Γ. 42 Την ταινία δεν την είδα, καταλαβαίνουμε όλοι γιατί. 


21/3/16

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (12 το μεσημέρι) του Μαραμπού



Στον Οδυσσέα και στο Finnegans Wake εκμεταλλεύτηκε ακόμη περισσότερο την ανακάλυψή του αυτή· εκεί η γλώσσα δεν αντανακλά απλώς τους κύριους χαρακτήρες, όπως όταν το ποτάμι περιγράφεται με λέξεις που ηχούν σαν ποτάμια ή όταν το ύφος εναρμονίζεται με την προϊούσα αύξηση της σεξουαλικής διέγερσης της Γκέρτι ΜακΝτάουελ, αλλά και ανάλογα με την ώρα της μέρας ή της νύχτας, όπως όταν αργά το απόγευμα στον αριθμό 7 της οδού Έκκλς, η αγγλική γλώσσα αντανακλά τη φθορά της ημέρας και παράγει μόνο στερεότυπες  εκφράσεις, ή όταν νωρίς το πρωί, καθώς τελειώνει το όνειρο του Ηαργουίκερ, ο ρυθμός σβήνει σταδιακά μαζί με τη νύχτα. Ο Τζόυς κατόρθωσε ακόμη και να κάνει την γλώσσα να αντανακλά στοιχεία του περιβάλλοντος χώρου, όπως στο χασάπικο, όταν το μυαλό του Μπλουμ, δανείζεται ασυνείδητα μεταφορές από το κρέας, τη στιγμή που σκέπτεται εντελώς άσχετα πράγματα. Αυτός ο μαγνητισμός μεταξύ ύφους και λεξιλογίου που προσδιορίζεται από τα συμφραζόμενα του προσώπου, του τόπου και του χρόνου έχει την ταπεινή του προέλευση στις λιγοστές σελίδες που έγραψε ο Τζόυς για το περιοδικό Dana.

Αυτό είναι ένα όμορφο απόσπασμα του Ρίτσαρντ Έλμαν που συμπυκνώνει εντυπωσιακά όλη την συγγραφική τεχνική του Τζόυς. Μπορεί πλέον οι σημερινοί αναγνώστες να έχουμε διαβάσει αρκετά βιβλία που διαθέτουν αυτόν τον μαγνητισμό ύφους και λεξιλογίου, και οι σημερινοί συγγραφείς να έχουν ενστερνιστεί σχεδόν φυσικά αυτή την τεχνική του λόγου, αλλά ποτέ σε τόση έκταση όσο αυτή που συναντούμε στα βιβλία του Τζόυς και πάντα με καθυστέρηση αρκετών χρόνων από την πρώτη εμφάνισή της! Το κεφάλαιο “Αίολος” είναι το πρώτο σε σειρά εμφάνισης που αναπτύσσει στην εντέλεια και καθ'ολοκληρίαν την παραπάνω τεχνική.




Όλο το κεφάλαιο αναπαριστά τον κόσμο των εφημερίδων, των δημοσιογράφων, του Τύπου. Αστείος ο τρόπος που αυτοί οι άνθρωποι των εφημερίδων αλλάζουν πορεία όταν φυσήξει αέρας από καινούργιο άνοιγμα. Ανεμοδείχτες. Η πρωτοτυπία του κεφαλαίου έγκειται στο γεγονός ότι είναι χωρισμένο σε πολλά μικρά υποκεφάλαια τα οποία φέρουν τίτλους εφημερίδων – πηχυαίους, όπως θα λέγαμε στην γλώσσα τους! – που αλλάζουν συνεχώς το ύφος των λεγομένων (σαν ανεμοδούρες) χωρίς να αλλάζουν όμως την πλοκή της ιστορίας, π.χ. ΣΥΝΤΟΜΟ ΑΛΛΑ ΑΚΡΙΒΕΣ, ΔΕΣΜΟΙ ΜΕ ΤΙΣ ΠΕΡΑΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ, ΘΛΙΒΕΡΟ, ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΑΣ, ΣΑΜΑΤΑΣ ΣΕ ΠΟΛΥ ΓΝΩΣΤΟ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ, κτλ.

Η πλοκή στο κεφάλαιο αυτό είναι σχεδόν ανύπαρκτη και εν πολλοίς ασήμαντη – βέβαια και εδώ ο Τζόυς μέσα από τις συζητήσεις των δημοσιογράφων και λοιπών παρισταμένων, δεν ξεχνά να ενσταλάξει λίγη ιρλανδική ιστορία και αυτό ίσως δεν είναι τελικά και τόσο ασήμαντο. Όσον αφορά την εξέλιξη της πλοκής, ο Μπλούμ (που είναι διαφημιστικός πράκτορας) προσπαθεί να κλείσει μια δουλειά με τον Αλέξανδρο Κλειδιά (Keyes), έμπορο τεΐου, οίνων, ποτών. Μίλησα με τον κ. Κλειδιά μόλις τώρα. Θα κάνει ανανέωση για δυο μήνες, λέει. Μετά θα δει. Αλλά θέλει μια παράγραφο για να τραβήξει την προσοχή και στον Τηλέγραφο, τη ροζ του Σαββάτου. Και θέλει να είναι παρόμοια με αυτή στην Κίλκεννυ Πήπολ αν δεν είναι πολύ αργά μίλησα με τον σύμβουλο Ναννέτι. Μπορώ να τη βρω στην εθνική βιβλιοθήκη. Οίκος κλειδιών, καταλαβαίνετε; Το όνομά του είναι Κλειδιάς. Είναι λογοπαίγνιο με το όνομα. Αλλά υποσχέθηκε ουσιαστικά να κάνει την ανανέωση. Αλλά θέλει απλώς ένα μικρό εγκώμιο. Τι να του πω, κ. Κρώφορντ; Στην προπάθεια να κλείσει την δουλειά με τον πελάτη του, αποχωρεί για λίγο από την εφημερίδα (ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΜΠΛΟΥΜ), ώρα κατά την οποία κάνει την εμφάνισή του ο Στέφανος για να παραδώσει όπως υποσχέθηκε το άρθρο που του είχε δώσει ο κύριος Ντήζυ, λευκό κομμάτι του οποίου είχε χρησιμοποιήσει για να αποτυπώσει τις σκέψεις του στην ακτή του Σαντυμάουντ. Ποιος το' σκισε αυτό; Τον έπιασε κόψιμο;



Ένα αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό αυτού του κεφαλαίου είναι ότι ο Τζόυς δεν δίνει τόση σημασία στις εσωτερικές φωνές των ηρώων του όπως στα προηγούμενα κεφάλαια – ο Μπλούμ αποχωρεί νωρίς, ο Στέφανος συμμετέχει στην κουβέντα με νεκρωμένες τις σκέψεις του όπως και όλοι οι παριστάμενοι οι οποίοι κάνουν θυελλώδεις συζητήσεις αλλά ξέπνοες σκέψεις. Έτσι παρατηρείται το φαινόμενο μερικές σκέψεις να ανήκουν στον ίδιο τον Τζόυς με μία χαρακτηριστική περίπτωση να τοποθετεί σαφώς τον συγγραφέα μέσα στο βιβλίο του! Όταν ο διευθυντής της εφημερίδας τελειώνει ένα λογύδριο, χωρίς κάποιο μυαλό να διεκδικεί εμφανώς την πατρότητα της μετέωρης σκέψης, διαβάζουμε το εξής εντυπωσιακό: Το στόμα του συνέχισε να συσπάται χωρίς να μιλάει με νευρικούς σπασμούς περιφρόνησης. Θα επιθυμούσε καμιά αυτό το στόμα για το φιλί της; Πώς το ξέρεις; Γιατί το γράφεις τότε; Μερικές ακόμη διάσπαρτες σκέψεις, παρότι ξεπηδούν από τα μυαλά του Μπλουμ και του Στέφανου, απηχούν περισσότερο τις σκέψεις του Τζόυς. Όταν ο Μπλουμ παρατηρεί μαγεμένος την δύσκολη δουλειά του στοιχειοθέτη, σκέφτεται ότι η εξάσκηση κάνει την τελειότητα. Μοιάζει να βλέπει με τα δάχτυλά του. Καθώς ο Τζόυς σταδιακά τυφλωνόταν, έβλεπε ολοένα και περισσότερο με τα δάχτυλα και  με την αδιάκοπη εξάσκηση κάθε νέο βιβλίο του έφτανε σε επίπεδα τελειότητας που δεν μπορούσες να υποψιαστείς από πριν. Κάπου αλλού, όταν ζητείται από τον Στέφανο να γράψει ένα άρθρο για την εφημερίδα, ο Τζ. Τζ. Μόλλου κοροϊδεύοντας τον διευθυντή, λέει στον Στέφανο: Ελπίζω να ζήσεις να το δεις δημοσιευμένο. Όποιος έχει διαβάσει την Βιογραφία του Ρίτσαρντ Έλμαν και ξέρει τα μακροχρόνια βάσανα που πέρασε ο Τζόυς μέχρι να δει δημοσιευμένους τους Δουβλινέζους (αλλά και την δυσκολία που αντιμετώπιζε σε κάθε νέο του εγχείρημα),  καταλαβαίνει αμέσως το γλυκόπικρο της φράσης αυτής. Σε ένα τελευταίο απόσπασμα, όπου γίνεται λόγος για την σπουδαιότητα των Ελλήνων, διαβάζουμε την φράση: Όφειλα να κατέχω τα ελληνικά, τη γλώσσα του νου. Ο Τζόυς ένιωθε απογοητευμένος που δεν είχε μάθει ελληνικά στο πανεπιστήμιο και είχε προτιμήσει τα πιο χρήσιμα γαλλικά. Αυτό προσπάθησε να το αλλάξει κάπως κατά τους χρόνους διαμονής του στην Τεργέστη και τη Ζυρίχη όπου με την βοήθεια Ελλήνων φίλων έκανε φιλότιμες προσπάθειες χωρίς ποτέ να αγγίξει την επιθυμητή επάρκεια (έχει εκδοθεί και ένα σχετικό βιβλίο που έχει γράψει η σημαντική μελετήτρια του έργου του, Μαντώ Αραβαντινού).



Ο Μπλουμ επιστρέφει στην εφημερίδα την ώρα που οι υπόλοιποι με προτροπή του Στέφανου πάνε για ποτό και φαγητό. Καθώς βλέπει τις πλάτες τους, σκέφτεται, Αναρωτιέμαι αν είναι αυτός ο νεαρός Δαίδαλος το κινούν πνεύμα. Και ήδη, οι λέξεις “κινούν πνεύμα” αποκτούν παραπάνω της μιας σημασίες! Έχει πλάκα αυτό το κρυφτούλι που σκαρώνει ο Τζόυς για τους δύο ήρωές του. Άραγε θα βρεθούν ποτέ από κοντά; Θα μιλήσουν; Ακόμα και αν ξέρετε την απάντηση, δεν είναι ανάγκη να την μαρτυρήσετε! Αν το προηγούμενο κεφάλαιο, ο “Άδης”, ήταν η αποθέωση της αφήγησης, ο “Αίολος” είναι η αποθέωση του λογοτεχνικού πειραματισμού. Από δω και κάτω, με κάθε πείραμα του Τζόυς, θα ανατρέχεις νοερά με πείσμα αλλά και ευχαρίστηση στα πρότερα διαβάσματά σου ψάχνοντας να βρεις ποιους επηρέασε η πρωτοτυπία του και πόσο! Εγώ σε αυτό το κεφάλαιο διέκρινα μία εκλεκτική συγγένεια με τις “Ασκήσεις ύφους” του Ραιημόν Κενώ. Κάποια άλλη πρόταση; 



                                                                                   Μαραμπού





"Οδυσσέας", Τζέημς Τζόυς, μετ. Ελευθέριος Ανευλαβής, εκδ. Κάκτος, 2014, σελ 1098



20/3/16

Συνέντευξη του Τάκη Θεοδωρόπουλου live στον www.amagi.gr στις 6μ.μ.





Καλημέρα, καλημέρα. Κλήρωση και εκπομπή σήμερα, όπως κάθε Κυριακή (σχεδόν). Στο Διαβάζοντας@amagi έχουμε την χαρά να φιλοξενούμε τον Theodoropoulos Takis. Θα μιλήσουμε για το "Βερονάλ", την κλασική αρχαιότητα, το "γλωσσικό", τον έρωτα, την αυτοκτονία και φυσικά τον Ιωάννη Συκουτρή.
Κληρώνουμε 3 αντίτυπα "Βερονάλ", ευγενική προσφορά από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο - Ekdoseis Metaixmio. Για να πάρετε μέρος στην κλήρωση πατήστε "Μου αρέσει" και σχολιάστε ή κοινοποιήστε τούτο δω το ποστ.
Μην μας χάσετε, 6-8μ.μ. ζωντανά πάντα στον www.amagi.gr

Ακούστε την προηγούμενη εκπομπή μας με την Δημήτρη Σωτάκη εδώ:






Όλες οι υπόλοιπες εκπομπές ανεβαίνουν εδώ:
www.mixcloud.com/katerinamalakate/

18/3/16

"Τόνιο Κρέγκερ", Thomas Mann




Η σχέση μου με τον Τόμας Μαν αριθμεί πολλά χρόνια. Το "Μαγικό βουνό" ήταν και παραμένει ένα από τα πιο αγαπημένα μου βιβλία όλων των εποχών. Διάβασα πρόσφατα το τελευταίο μεγάλο του βιβλίο, τον "Δρ. Φάουστους"- ομολογουμένως με αρκετό κόπο. Η γραφή του ήταν τόσο πολύπλοκη στην ώριμη ηλικία που απαιτούσε ίσως ειδικούς αναγνώστες. Ένιωσα δε πως οι περιγραφές επί εκατό σελίδες και βάλε συγκεκριμένων μουσικών ειδών ίσως και να είχαν πολυκαιρίσει το κείμενο, αφαιρούσαν και δεν πρόσθεταν στην γοητεία του.

Δεν ήθελα να μείνω με την γεύση του Φάουστους, που είναι αριστούργημα μεν, ταυτόχρονα δε σε απωθεί η σχολαστικότητά του. Για αυτό τόσο σύντομα διάβασα το Τόνιο Κρέγκερ που μου έφερε δώρο το αγαπημένο μου λεμονάκι. Η νουβέλα αυτή είναι από τα πρώτα έργα του Τόμας Μαν και για αυτό διαφέρει αρκετά από τα άλλα του. Βλέπεις όμως εν σπέρματι όλες τις ιδέες που τον απασχολούσαν ως το τέλος. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, πως όποτε τον ρωτούσαν αυτό το βιβλίο ανέφερε ως αγαπημένο του.

Ο Τόνιο Κρέγκερ είναι ένας νεαρός που δεν τον αγαπούν οι συμμαθητές του, δεν τον αγαπούν οι καθηγητές του, λέει και κάνει "ανάρμοστα" πράγματα, διαβάζει βιβλία και είναι προσκολλημένος με αγάπη βαθιά και εφηβική στον Χανς Χάνσεν, έναν όμορφο και εντελώς συνηθισμένο νεαρό, που αγαπά την ιππασία και κάνει όλα όσα πρέπει για να είναι κοινωνικά αποδεκτός. Όταν μεγαλώσει ο Τόνιο γίνεται συγγραφέας, όμως ακόμα τον απασχολεί η σύγκρουση μεταξύ του καλλιτέχνη και του αστού, νιώθει παρείσακτος. Αλλά τώρα μπαίνει στην μέση και η έπαρση του λογοτέχνη.

Όπως όλα τα βιβλία του Μαν, κι αυτό είναι μια νουβέλα ιδεών. Με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία και πολλές από τις σκέψεις που θα στοιχειώσουν τον Μαν σε όλη του ζωή. Οι κρυφές ομοφυλοφιλικές του τάσεις, η αγάπη για κείνον που δεν σε αγαπά, οι σχέσεις ενός ατόμου που διαφέρει με τους υπολοίπους. Τελικά η ίδια η διαφορετικότητα. Πώς μπορείς να είσαι ο εαυτός σου όταν οι άλλοι δεν σε αποδέχονται.

"Ήταν γεγονός πως ο Τόνιο αγαπούσε τον Χανς Χάνσεν και είχε κιόλας υποφέρει πολύ εξαιτίας του. Εκείνος που αγαπάει περισσότερο είναι ο ηττημένος, εκείνος που πάντοτε υποφέρει- αυτό το απλό και σκληρό μάθημα το είχε πάρει κιόλας απ' τη ζωή η δεκατετράχρονη ψυχή του"

Από την άλλη το επαναλαμβανόμενο μοτίβο του καλλιτέχνη που βασανίζεται είναι κι εδώ το σώμα του βιβλίου. Ενός καλλιτέχνη που τα βάζει με τις λέξεις, αλλά και τους ανθρώπους και την εποχή. Στο αριστουργηματικό μεσαίο κομμάτι του βιβλίου ο Τόνιο φτασμένος πια, μιλά με την φίλη του Λισαβέττα, ζωγράφο, και αναλύει σε βάθος αυτό που πάντα του φαινόταν να τον απασχολεί, την ίδια τη φύση της καλλιτεχνικότητας.

[]Όχι, Λισαβέττα δεν τον ακολουθώ, και μάλιστα για τον μοναδικό λόγο, ότι πότε πότε είμαι σε θέση να ντρέπομαι λιγάκι για την "καλλιτεχνική μου άνοιξη". Κοιτάξτε, παίρνω συχνά γράμματα αγνώστων, επαινετικά γράμματα γεμάτα ευχαριστίες από το κοινό μου, επιστολές γεμάτες θαυμασμό συγκινημένων ανθρώπων. Διαβάζω αυτές τις επιστολές και με κυριεύει συγκίνηση μπροστά στο ζεστό, ανίσχυρο συναίσθημα που ξύπνησε η τέχνη μου, ένα είδος οίκτου με κυριεύει για την αφέλεια, την γεμάτη ενθουσιασμό, που μιλάει μέσ' απ΄' αυτές τις γραμμές και κοκκινίζω στην σκέψη ότι αυτοί οι έντιμοι άνθρωποι θ' απογοητεύονταν, αν μπορούσαν ποτέ να ρίξουν μια ματιά στα παρασκήνια, αν αντιλαμβανόταν η αθωότητά τους πως ένας τίμιος, υγιής καθωσπρέπει άνθρωπος ούτε γράφει, ούτε μιμείται, ούτε συνθέτει... Ολ' αυτά βέβαια δεν μ' εμποδίζουν να χρησιμοποιώ το θαυμασμό αυτό για την μεγαλοφυΐα μου, να ερεθίζομαι και να καλυτερεύω, να τον παίρνω πολύ στα σοβαρά, για να κατασκευάσω ένα πρόσωπο μ' αυτόν, όπως ένας πίθηκος που παίζει το μεγάλο άντρα... Αχ, μη με διακόπτετε Λισαβέττα! Σας λέω πως είμαι συχνά πεθαμένος από κούραση προσπαθώντας να παραστήσω το ανθρώπινο, χωρίς να παίρνω μέρος στα "ανθρώπινα"...[]

Ο Τόνιο Κρέγκερ μιλάει σε κάθε άνθρωπο γιατί διερευνά αυτό που μας κατατρώει: ποιοί είμαστε, είμαστε διαφορετικοί από τους άλλους, αν είμαστε τι θα κάνουμε για αυτό, θα τους αγαπήσουμε, θα τους νοσταλγήσουμε, θα γίνουμε ένα μαζί τους; Θα τους αγνοήσουμε; Θα γράψουμε για αυτούς, για μας, για την τέχνη, θα διαβάζουμε για ποιον. Πόσο διαφορετικά από τους άλλους. Πόσο ίδια.

Ο Τόμας Μαν δεν ήταν ένας απλός άνθρωπος. Κάποιοι παρεξηγούνται όταν λέω πως ήταν και είναι αμφιλεγόμενος. Ο ίδιος το ένιωθε και το ήξερε. Ταυτίζεται σχεδόν με τον Τόνιο, τον βάζει να έχει παρόμοια καταγωγή -μισός Γερμανός, μισός λατινοαμερικάνος- την ίδια σχέση με τον πατέρα και την μητέρα του, αλλά και τον κόσμο, την τέχνη, την γραφή, την πολιτική. Και γράφει έτσι μια εξαιρετικά γοητευτική νουβέλα, ένα ίσως λιγότερο αριστουργηματικό, αλλά με έναν τρόπο πολύ πιο ανθρώπινο βιβλίο από τα άλλα του. 


                                                                                                Κατερίνα Μαλακατέ



"Τόνιο Κρέγκερ", Τόμας Μαν, μετ. Αλέξανδρος Ίσαρης, εκδ. Ύψιλον,1985, σελ. 107

15/3/16

"Η ιστορία ενός σούπερ μάρκετ", Δημήτρης Σωτάκης




Σταθερός στον τρόπο του, ο Δημήτρης Σωτάκης γράφει ένα ακόμα μυθιστόρημα αλληγορικό, με πικρό χιούμορ και ειρωνεία. Ένα βιβλίο που επειδή σέβεται τον εαυτό του είναι γεμάτο αναληθοφάνειες, ακραία γεγονότα και ελάχιστα ψήγματα πραγματικής πραγματικότητας.

Ο Ροβήρος Άνθρωπος (οκ, ναι, το όνομα δεν είναι εξαιρετικά πετυχημένο, καταλαβαίνουμε τον  συνειρμό με τον Ροβινσώνα και το επίθετο Μαν χωρίς κάποιος να μας τον δώσει τροφή μασημένη) ζούσε μια μετρημένη και τακτοποιημένη ζωή στην Ν. Ζηλανδία ως συντάκτης σε ένα φοιτητικό περιοδικό, το Νέξους. Όλο αυτό ανατρέπεται όταν βρίσκεται ναυαγός σε ένα νησί στην μέση του πουθενά. Το νησί είναι όλοδικό του, κανένας άνθρωπος δεν κατοικεί εκεί, παρά μόνον μια αγέλη από αγριοκάτσικα και αγριόχοιρους, και ο Ροβήρος μετά το αρχικό σοκ νιώθει καταγοητευμένος. Αποφασίζει να ανοίξει ένα σούπερ μάρκετ - όχι κάτι μεγάλο, ούτε και κάτι μικρό. Είναι καταχαρούμενος με την αλλαγή καριέρας, ευτυχισμένος που επιτέλους του δίνεται η δυνατότητα να κάνει "κάτι με την ζωή του" και να γίνει "κάποιος" και για αυτό στρώνεται στην δουλειά. Το μαγαζί είναι μετά από πολύ κόπο έτοιμο και η ευτυχία του ολοκληρώνεται όταν μια πανέμορφη αρκούδα, η Νάνση, θα βγει ωσάν γοργόνα από την θάλασσα. Σύντομα θα την ερωτευτεί και θα περάσει μια μαγική νύχτα μαζί της.

[] Τότε έσκυψα απαλά και την φίλησα. Και μετά ξανά. Και συνέχισα μέχρι που καταλήξαμε γυμνοί κι αγκαλιασμένοι μπροστά στη φωτιά που αργοπέθαινε, με τον πόθο μας μισοσβησμένο, δυο απελπισμένα σώματα στην άκρη της γης.Την ερτεύτηκα εκείνο το βράδυ. Σχεδόν έκλαψα από ευτυχία. Μείναμε αγκαλιασμένοι μέχρι το ξημέρωμα, γελάσαμε με την καρδιά μας με τις ιστορίες από τη θάλασσα και πριν αποκοιμηθούμε σμίξαμε άλλη μια φορά κάτω από το γυμνό, ουράνιο φως.

Το θέμα του Δημήτρη Σωτάκη είναι και σε αυτό το βιβλίο το διακύβευμα της ευτυχίας. Ο κόσμος μας, καπιταλιστικός και στριμωγμένος που δεν δίνει δυνατότητα να ονειρευτείς και να αλλάξεις το κλειστοφοβικό σου μέλλον, ο τρόπος του καθενός να αναζητήσει τον εαυτό του. Εδώ βέβαια βλέπουμε έναν ήρωα στα όρια της τρέλας που παρ' όλα αυτά δεν μπορεί να ξεφύγει από τα τα τετρημένα, θέλει να γίνει επιχειρηματίας, δεν θέλει να απελευθερωθεί, αντιθέτως, θέλει να πετύχει σε αυτή την κοινωνία.

Ένα σούπερ μάρκετ διαθέτει το απαιτούμενο ειδικό βάρος αναφορικά με το κοινωνικό στάτους του επιχειρηματία, δεν είναι ένας ποταπός ψιλικατζής, δεν συντηρεί ένα μαγαζάκι για να πληρώνει το νοίκι και να καλύπτει τις ανάγκες του και επίσης δεν είναι απ' την άλλη κανένας κολοσσός, δεν έχει ένα τεράστιο -ας πούμε- εμπορικό κέντρο, που ναι μεν περνά τον ιδιοκτήτη σε μια άλλη σφαίρα, εκείνη των κροίσσων, όμως τον αποξενώνει από τον κοινωνικό ιστό, δηλαδή από τους απλούς πολίτες, οι οποίοι τον θεωρούν πια έναν ανάλγητο νεόπλουτο, που δεν υπολογίζει τίποτα άλλο παρά μόνον το χρήμα. 


Κείμενο σφιχτοδεμένο, με συνοχή και χιούμορ αγγλοσαξονικού τύπου, θα με εντυπωσίαζε αν τον διάβαζα πρώτη φορά. Καθώς όμως η σχέση μου με τα γραπτά του μετρά πολλά χρόνια, έχει χαθεί το στοιχείο της έκπληξης. Αντίθετα, λες "α, κλασικός Σωτάκης" και το προσπερνάς. Ο Δημήτρης Σωτάκης νομίζω πως έχει όλα τα αφηγηματικά όπλα για να μας εκπλήξει ξανά στο μέλλον. Μόνο που ίσως πρέπει να εγκαταλείψει την - κατά τα άλλα συμπαθέστατη και γοητευτικότατη- αρκούδα και να προσγειωθεί στα καθ' ημάς.



                                                                                          Κατερίνα Μαλακατέ



"Η ιστορία ενός σούπερ μάρκετ", Δημήτρης Σωτάκης, εκδ. Κέδρος, σελ. 201, 2015


Ακούστε εδώ την πολύ ενδιαφέρουσα κουβέντα μας, όπου μεταξύ (πολλών) άλλων- Κινεζικών και εξαιρετικών- ο Δημήτρης Σωτάκης δίνει και μια είδηση.


13/3/16

Συνέντευξη του Δημήτρη Σωτάκη στον www.amagi.gr στις 6μ.μ.


Κλήρωση! Και εκπομπή βεβαίως. Μαζί μας live στον www.amagi.grσήμερα στις 6μ.μ. ο Dimitris Sotakis. Θα μιλήσουμε για το καινούριο του βιβλίο "Η ιστορία ενός σούπερ μάρκετ", για την λογοτεχνία του φανταστικού και φυσικά την μουσική.
Κληρώνουμε 3 αντίτυπα "Η ιστορία ενός σούπερ μάρκετ", ευγενική προσφορά από τις Εκδόσεις Κέδρος - Kedros Publishers. Για να πάρετε μέρος στην κλήρωση πατήστε "Μου αρέσει" και κοινοποιήστε ή σχολιάστε το ποστ στο φβ. Άλλως αφήστε απλά ένα σχόλιο εδώ από κάτω.

Ακούτε τα podcasts των προηγούμενων εκπομπών εδώ: