13/4/16

«καρδιά τόσο άσπρη», Javier Marías



Ανάποδη σε όλα και αντιδραστική από μικρή, όταν ξεκίνησα να διαβάζω Javier Marías έπειτα από την επιμονή του no14me δεν διάβασα την «Καρδιά τόσο άσπρη», το βιβλίο που καθιέρωσε τον Μαρίας στην συνείδηση του αναγνωστικού κοινού, αλλά το «Αύριο στη μάχη να με σκεφτείς». Ζημιωμένη δεν βγήκα, γιατί είναι ένα από τα σημαντικότερά του, αλλά όλο ανέβαλλα πια την Καρδιά. Φοβόμουν, μήπως τελειώσει το παραμύθι. 

Διάβασα την «Καρδιά τόσο άσπρη» πλήρως υποψιασμένη κι όμως δεν απογοητεύτηκα στιγμή. Ένιωσα έκπληξη για την αριστουργηματική πρώτη σκηνή, και για την ακόμα ωραιότερη δεύτερη, μπήκα στον λεξιλάγνο κόσμο του, αφέθηκα, στην στιγμή, την σκέψη, την λέξη. Μέθυσα πάλι από τις φιλοσοφικές του παρεκβάσεις που κρατάνε για σελίδες χωρίς στίξη. 

Ο Μαρίας έχει την ικανότητα να γράφει μυθιστόρημα ιδεών και εικόνων, ενώ κρατά στην πλοκή στα προσχήματα κι έτσι δεν μπαίνεις στον πειρασμό να το παρατήσεις. Ομολογουμένως απαιτεί να μπεις στον κόσμο του, δεν είναι ανάγνωσμα για ανόρεκτους αναγνώστες, ούτε κάτι ελαφρύ για να περνάει η ώρα. Ο Χαβιέρ Μαρίας θα πρέπει να είναι γυναίκα. Γιατί ποτέ άλλοτε δεν είδα άντρα που να μπορεί με τόση ενάργεια να κλωθογυρίσει μέσα του όλα τα πιθανά σενάρια και να βγάλει συμπεράσματα για την ζωή, από αυτά που δεν έχουν τέλος. 

«Πολλοί άντρες πιστεύουν ότι οι γυναίκες έχουν ανάγκη να νιώθουν ότι τις επιθυμούν πολύ και να τις κολακεύουν, ακόμη και να τις παραχαϊδεύουν, ενώ αυτό που τελικά μας ενδιαφέρει περισσότερο είναι να μας διασκεδάζουν, δηλαδή να μας εμποδίζουν να σκεφτόμαστε υπερβολικά τον εαυτό μας. Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους θέλουμε να κάνουμε παιδιά. Εσείς θα πρέπει να το γνωρίζετε καλά, γιατί εσείς σίγουρα αγαπηθήκατε πολύ», λέει η Λουίσα προς το τέλος του βιβλίου φλερτάροντας ανοιχτά με τον πεθερό της Ρανθ. 

Η Λουίσα κι ο Χουάν είναι δύο μεταφραστές, διερμηνείς που γνωρίστηκαν στην δουλειά και παντρεύτηκαν. Κατά την διάρκεια του ταξιδιού του μέλιτος, κρυφακούν δυο ξένους να κάνουν έρωτα. Η γυναίκα πιέζει τον άντρα να σκοτώσει την άρρωστη σύζυγό του και να μείνει μαζί της. Όλο αυτό ξεκινά μια προσχηματική αστυνομική πλοκή, με βάση την αυτοκτονία της θείας του Χουάν όταν ήταν πολύ μικρή και παντρεμένη με τον πατέρα του. Ο Χουαν αναρωτιέται για τον γάμο, την μονογαμία, τον έρωτα, για το ποιος είναι, πόσο τον καθόρισαν οι γονείς του, οι πράξεις του, την σχέση του με αυτούς, με την γυναίκα του. Βλέπει το θέμα σφαιρικά και ταυτόχρονα τελείως προσωποκεντρικά, τον ενδιαφέρει αυτό που του συμβαίνει εδώ και τώρα. 

Τα αγαπημένα θέματα του Μαρίας είναι όλα εδώ. Και φυσικά το θέμα της γλώσσας, της επικοινωνίας, της μεταγραφής, της μετάφρασης, της λέξης. Δεν είναι τυχαία διερμηνείς αυτοί οι δυο, ούτε τυχαία ερωτεύονται όταν ο ένας κάνει το «δίχτυ», δηλαδή την ασφαλιστική δικλείδα του διερμηνέα παρατηρητή, στον άλλον. Όπως κι ο θανατος. Πανταχού παρόν και πουθενά. Όπως κι ο Μάκμπεθ. 

Αγάπησα την «Καρδιά τόσο άσπρη, τον Μαρίας τον αγαπώ ήδη, δεν παίρνει άλλο. Και μου φαίνεται πως πάντα θα κρατώ καβάντζα έναν Μαρίας, για τις δύσκολες ώρες. 

«Κοίταξε», της είπα, «οι άνθρωποι που κρατάνε μυστικά για πολύ καιρό δεν το κάνουν πάντα από ντροπή ή για να προστατέψουν τον εαυτό τους, μερικές φορές είναι για να προστατέψουν τους άλλου ή για να διατηρήσουν φιλίες, έρωτες ή γάμους, για να κάνουν τη ζωή πιο ανεκρή για τα παιδιά τους ή για να τα απαλλάξουν από ένα φόβο, άλλωστε υπάρχουν συνήθως αρκετοί. Μπορεί απλά να μην θέλουν να προσθέσουν στον κόσμο την αφήγηση ενός γεγονότος που μπορεί να μην είχε συμβεί.[]


                                                                                     Κατερίνα Μαλακατέ




«καρδιά τόσο άσπρη», Javier Marias, μετ. Έφη Γιαννοπούλου, εκδ. Σέλας, 1995, σελ. 316













Υ.Γ. 42 Η μετάφραση της Έφης Γιαννοπούλου είναι πάντα εξαιρετική. Φαίνεται η διαφορά όταν μεταφράζει εκείνη ή η Βιβή Φωτοπούλου Μαρίας, φαίνεται πως τον αγαπάνε κι οι δύο πολύ. 



11/4/16

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (2 μ.μ.) του Μαραμπού




Αυτό είναι ένα από τα πιο δύσκολα κεφάλαια του Οδυσσέα αλλά και από τα πιο ενδιαφέροντα. Βρισκόμαστε στην Εθνική Βιβλιοθήκη όπου λαμβάνει χώρα μια ιδιωτική συζήτηση για την ζωή και το έργο του Σαίξπηρ. Οι συνομιλητές του Στέφανου (υπαρκτά πρόσωπα, κατά την προσφιλή τακτική του Τζόυς) υποστηρίζουν ότι το έργο ένος ποιητή/συγγραφέα (θα έπρεπε να) είναι ασύνδετο με τη ζωή του, σαν να είναι ξέχωρο από την “ποταπή” ζωή που το γέννησε.



[...] Εννοώ όταν διαβάζουμε την ποίηση του Βασιλιά Ληρ τι μας νοιάζει πώς έζησε ο ποιητής; (...) Κρυφοκοιτάζοντας και σκαλίζοντας μέσα στο αναπαυτήριο το κουτσομπολιό της ημέρας, τα μεθύσια του ποιητή, τα χρέη του ποιητή. Εμείς έχουμε τον Βασιλιά Ληρ και είναι αθάνατος.

Ο Στέφανος με επιμονή και σταθερότητα προσπαθεί να αναπτύξει την θεωρία του ότι ο καλλιτέχνης δεν βρίσκεται έξω από το έργο του αλλά κρύβεται μέσα σε αυτό, σε σπαράγματα, μεταμορφώσεις, συγκαλύψεις, όμως πάντα παρών.

[...] Όπως εμείς, ή η μητέρα Ντάνα, υφαίνουμε και ξευφαίνουμε τα σώματά μας, είπε ο Στέφανος, από μέρα σε μέρα, με τα μόρια μας να πηγαινοέρχονται πέρα-δώθε, έτσι και ο καλλιτέχνης συνθέτει και αποσυνθέτει την εικόνα του.


Για έναν αμύητο αναγνώστη στα έργα και τη ζωή του Σαίξπηρ, το κεφάλαιο στην αρχή φαίνεται πολύ δυσνόητο. Παρουσιάζονται διάφορα γεγονότα από τη ζωή του, εικασίες των μελετητών του, αποσπάσματα από τα έργα του και απαιτείται αρκετή υπομονή μέχρι να αναδυθεί η υπέροχη ιδέα του Τζόυς. Ο Τζόυς εξαπολύει ένα κατηγορώ στο λογοτεχνικό κατεστημένο της εποχής του (αφήνοντάς τους να εκτεθούν μέσα από τα λεγόμενά τους – είναι υπαρκτά πρόσωπα, μην ξεχνιέστε) και αναδεικνύει το δικό του λογοτεχνικό μανιφέστο που φέρνει στην επιφάνεια τον άνθρωπο-καλλιτέχνη, εκείνον που τίποτα ανθρώπινο δεν του είναι ξένο, όσο κοινό και ποταπό και να θεωρείται, εκείνον που με τη ζωή του χαλυβδώνει το έργο του και το αντίστροφο. Σε ένα υπέροχο απόσπασμα που στην αρχή θα νομίζετε ότι αναφέρεται στον Χριστό (σύμφωνα με τον Έλμαν, ο Τζους συχνά ταύτιζε τον εαυτό του με τον Χριστό ή τον Παρνέλ, ως άνθρωπος προδομένος δηλαδή) αλλά στην πορεία θα διαπιστώσετε ότι αναφέρεται στον ίδιο τον Τζόυς, ο Μέγας Ιρλανδός μάς αποδεικνύει ότι με την συγγραφή του Οδυσσέα έκανε πράξη την λογοτεχνική του θεωρία!



Αυτός ο Οποίος εγέννησε τον Εαυτόν Του, μεσάζων του Αγίου Πνεύματος, και ο Ίδιος έπεμψε Εαυτόν, Λυτρωτής, μεταξύ Εαυτού και των άλλων, ο Οποίος, κακομεταχειρισθείς ύπο των φίλων Του, γυμνωθείς και μαστιγωθείς, εκαρφώθη ως νυχτερίς επί της θυρός της σιταποθήκης, επείνασε επί του δέντρου του σταυρού, ο Οποίος αφήκε τον Εαυτόν του να ταφεί, ανεστηθή, κατήλθεν εις την κόλασιν, ανήλθεν εις τους ουρανούς και εκεί ταύτα τα χίλια εννιακόσια έτη καθήμενος εκ δεξιών του Ίδιου του Εαυτού Του, αλλά θα επανέλθει την εσχάτην ημέραν ίνα κρίνει ζώντας και νεκρούς όταν άπαντες οι ζώντες θα είναι ήδη νεκροί.

Σταδιακά, ο Στέφανος απογοητεύεται από τις άκαιρες παρεμβάσεις των συνομιλητών του και του σταθερού χλευαστή του Μπακ Μάλλιγκαν, και όταν στο τέλος τον ρωτούν αν όντως πιστεύει στην θεωρία που τους ανέλυσε, εκείνος απαντά χωρίς σκέψη “όχι”. Ωστοσο, ο αναγνώστης έχει προλάβει να καταλάβει ότι παρά την άτονη άρνηση του Στέφανου, ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει.

[...] Κάθε ζωή είναι πολλές μέρες, μέρα τη μέρα. Περπατάμε μέσα από τους εαυτούς μας, συναντώντας ληστές, φαντάσματα, γίγαντες, γέρους, νέους, συζύγους, χήρες, ομοφυλόφιλους, αλλά πάντα συναντώντας τους εαυτούς μας.



Σε αυτό το κεφάλαιο γίνεται περισσότερο ευκρινές, απ' ό,τι σε όλα τα προηγούμενα, ότι ο Μπλουμ είναι η ώριμη εκδοχή του Στέφανου. Όσοι έχουν διαβάσει τα πρώιμα έργα του Τζόυς (Στήβεν ο Ήρωας και Το πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία) γνωρίζουν ότι η περσόνα του Στέφανου είναι ο ίδιος ο συγγραφέας. Από την Βιογραφία του Έλμαν μαθαίνουμε ότι και ο Μπλούμ αποτελεί ένα ώριμο alter ego του Τζόυς. Οι δύο εκδοχές του Τζόυς απέχουν πολλά χρόνια μεταξύ τους όμως μέσα στον Οδυσσέα συνυπάρχουν αρμονικά. Η φράση “καθήμενος εκ δεξιών του Ίδιου του Εαυτού Του” είναι αρκετά ενδεικτική – προφέρεται από τον Στέφανο ο οποίος καθήμενος εκ δεξιών αποτελεί τον “γιο” του “πατέρα” Εαυτού Του (δηλαδή της ώριμης εκδοχής). Αυτό το συμπέρασμα συνάγεται και από διάφορες ενδείξεις των προηγούμενων κεφαλαίων που δείχνουν ότι ο Στέφανος αντιμετωπίζει τον Μπλουμ ως τον πνευματικό του πατέρα. Ωστόσο, στο συγκεκριμένο κεφάλαιο, γίνεται πιο διακριτή η σχέση γιατί καθώς αναπτύσσεται η ανάλυση για τον Σαίξπηρ ο χλευαστής Μάλλιγκαν σε κάποιο σημείο ειρωνεύεται αυτά που λέει ο Στέφανος με την εξής φράση: Ο ίδιος του ο εαυτός πατέρας του εαυτού του, είπε μέσα του ο Μάλλινγκανγιος. Και λίγο παρακάτω, ο ίδιος ο Στέφανος λέει (και πιστεύει κιόλας)

[...] Το αγόρι της πρώτης πράξης είναι ο ώριμος άντρας της πέμπτης πράξης. Όλα σε όλα. (...) Αυτός βρήκε στον εξωτερικό κόσμο ως πραγματικότητα αυτό που ήταν στον εσωτερικό του κόσμο ως δυνατότητα.

Η ταύτιση του Τζόυς με τον Σαίξπηρ γίνεται καθόλη τη διάρκεια του κεφαλαίου, προσφέροντας σε πολλά αποσπάσματα μια γοητευτική διφορούμενη σημασία αλλά και μια απολαυστική παραπλάνηση του νου. Μου άρεσε πολύ η φράση, Γουίλλιαμ Σαίξπηρ και σία, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Ο μεταφραστής μάς θυμίζει την συνάφεια που έχει η παραπάνω φράση με το γεγονός ότι ο Οδυσσέας εκδόθηκε το  1922 από το βιβλιοπωλείο της Σύλβια Μπητς, Shakespear & Co. Άραγε ο Τζόυς πρόσθεσε αυτή την φράση επίτηδες λίγο πριν εκδοθεί το βιβλίο (ξέραμε ότι έκανε συνεχείς διορθώσεις στα έργα του) ή μήπως πρέπει να αναζητήσουμε το νόημά της κάπου αλλού, κάπου που αδυνατούμε να αντιληφθούμε;  Σύμπτωση ή όχι, παραμένει ωστόσο μία εντυπωσιακή αναφορά για τον σημερινό αναγνώστη!

Πού είναι ο αδελφός σου; Στη Στέγη των Φαρμακοποιών. Η ακονόπετρά μου. Αυτός, ύστερα ο Κράνλυ, ο Μάλλιγκαν: τώρα αυτοί. Λόγια, λόγια. Μα πράξε. Πράξε τον λόγο. Λοιδορούν για να σε δοκιμάσουν. Πράξε. Παίξε.



Σε αυτό το απόσπασμα υπερτονίζεται η σχέση που είχε ο Τζόυς με τον αδελφό του Στανίσλαο, μέσα από την θαυμάσια μεταφορά του λόγου που χρησιμοποιεί: η ακονόπετρά μου. Μέσα σε αυτή την λέξη κρύβεται και μια ενδόμυχη υποτίμηση  προς τον αδελφό του, για την οποία αναφέρθηκα σχετικά στην προηγούμενη ανάρτηση. Γιατί, η ακονόπετρα “παίρνει ζωή” και γίνεται χρήσιμη μόνο εξ' αντανακλάσεως, είναι ετερόφωτη, μετά, είναι απλώς ένα άχρηστο βάρος! Ο Κράνλυ για τον οποίον γίνεται λόγος πιο πάνω (και σε κάνα δυο ακόμα σημεία του Οδυσσέα) είναι ο πιστός φίλος του Στέφανου Δαίδαλου στο Πορτραίτο του καλλιτέχνη – εδώ, την θέση του παίρνει ο Μάλλιγκαν, για τον οποίον ο Στέφανος δεν επιφυλάσσει την ίδια αφοσίωση που έδειχνε στον Κράνλυ.  


Η “Σκύλλα και Χάρυβδις” είναι μια ελεγεία αφιερωμένη στον Σαίξπηρ. Αν έχετε βιβλία του στην βιβλιοθήκη σας, θα ανατρέξετε αμέσως σε αυτά. Αν όχι, θα πάτε να τα αγοράσετε. Μετά τον Θεό ο Σαίξπηρ είναι ο μεγαλύτερος δημιουργός. Και φαντάζεστε την συνέχεια της φράσης, έτσι; Μετά τον Σαίξπηρ ο Τζόυς είναι ο μεγαλύτερος δημιουργός! Αυτό το κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στην λογοτεχνία, την απαιτητική και την ζωογόνα, την δυσνόητη και την θεόπνευστη. Κάθε γνήσιος αναγνώστης θα αναγνωρίσει εκεί τον εαυτό του και θα σκύψει πάνω της με ευλάβεια. Μην φοβάστε, μεγαλοφυίες μου, για όσα λάθη διαπράττετε καθώς προσπαθείτε να ερμηνεύσετε το βιβλίο του Τζόυς. Εξάλλου, ένας μεγαλοφυής δεν κάνει λάθη. Τα λάθη του είναι ηθελημένα και είναι οι πύλες της ανακάλυψης. Θαρσείν χρη! 


                                                                                                    Μαραμπού



"Οδυσσέας", Τζέημς Τζόυς, μετ. Ελευθέριος Ανευλαβής, εκδ. Κάκτος, 2014, σελ 1098

10/4/16

Καλεσμένος μας σήμερα ο Παναγιώτης Χατζηγιαννάκης στις 6μ.μ. στον AmagiRadio




Κλήρωση! Και εκπομπή! Σήμερα στις 6μ.μ. μαζί μας ζωντανά ο Panagiotis Chatzigiannakis, να μιλήσουμε για το τι μας ενθουσίασε και τι όχι μες στην αναγνωστική χρονιά, για αγαπημένους συγγραφείς, για νέες κυκλοφορίες, για εκλεράκια.
Θα κληρώσουμε:
2 αντίτυπα "Τρόποι να γυρίζεις σπίτι" του Αλεχάντρο Σάμπρα, μετ. Αχιλλέα Κυριακίδη, ευγενική προσφορά από τις Εκδόσεις Ίκαρος - Ikaros Publishing και
2 αντίτυπα "Πανοράμα Σίτυ", Αντουάν Γουίλσον, μετ. Αργ. Μαντόγλου, ευγενική προσφορά από τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Για να μπείτε στην κλήρωση πρέπει να πατήσετε "Μου αρέσει" - και ουάου κάνει- και να σχολιάσετε ή να κοινοποιήσετε το ποστ στο γκρουπ στο φβ ως το τέλος της εκπομπής σήμερα κατά τις 7:50μ.μ. Ή απλά να αφήσετε ένα σχόλιο εδώ από κάτου. 

Συντονιστείτε στις 6μ.μ. πάντα στον www.amagi.gr.

Η προηγούμενη μας εκπομπή με την Καρολίνα Μέρμηγκα είναι εδώ:




Γενικά οι εγγραφές της εκπομπής- για να ακούτε όποτε θέλετε- βρίσκονται εδώ:



7/4/16

«Ο Αστράγαλος», Albertine Sarrazini




“Ο ουρανός είχε απομακρυνθεί τουλάχιστον δέκα μέτρα»


Έτσι ξεκινάει το μυθιστόρημα «Άστράγαλος» της Αλμπερτίν Σαρραζέν, έτσι ξεκινάει η απόδραση της Άνν από την φυλακή. Βέβαια η Άνν είναι η Αλμπερτίν και η Αλμπερτίν είναι η Ανν και τα όρια της βιογραφίας και της μυθοπλασίας χάνονται στην αχλή ενός μύθου: η Αλμπερτίν Σαρραζέν είναι ο θηλυκός Ζαν Ζενέ. Δεν με ενδιαφέρει να διερευνήσω αυτόν τον μύθο καθόλου, για την ακρίβεια μού είναι σχεδόν απεχθής όπως όλες οι αντίστοιχες συγκρίσεις. 

Η Αλμπερτίν Σαρραζέν ήταν μια γυναίκα που ήξερε να γράφει, που η βιογραφία-μυθιστόρημα της ζωής της, «Ο Αστράγαλος», ενέπνευσε γενιές. Αν μπορεί να το κάνει ακόμα, δεν ξέρω, φαντάζομαι πως όχι, είναι πια λίγο παρωχημένη η εικόνα του καταραμένου καλλιτέχνη που πέθανε στα 30. Παρ’ όλα αυτά το βιβλίο παραμένει εξαιρετικά καλογραμμένο και για αυτό αξιοδιάβαστο. 

Η Ανν αποδρά από την φυλακή, έχοντας εκτίσει μόλις τα δύο από τα επτά χρόνια της ποινής για τη ληστεία που διέπραξε με την φίλη και ερωμένη της Ρολάντ. Έχοντας ζήσει μια περιθωριακή ζωή, παρατημένη από την μητέρα της, κατέληξε στα ναρκωτικά, την πορνεία και την μικροαπάτη από νωρίς. Ξεφεύγει πηδώντας από τον τοίχο της φυλακής, κάνει τον αστράγαλό της ένα κομμάτι κρέας και κόκκαλα. Εκεί την βρίσκει ο Ζυλιέν, την βάζει στην άκρη του δρόμου και της υπόσχεται πως θα έρθει να την πάρει. Έτσι ξεκινά μια ιδιότυπη ελευθερία, με την Ανν αποκλεισμένη σε διάφορα «φιλικά» σπίτια του Ζυλιέν, χωρίς να μπορεί να περπατήσει, να τον περιμένει και να τον ερωτεύεται ολοένα και περισσότερο. Και να φοβάται, πως θα την ακρωτηριάσουν και δεν θα περπατήσει ποτέ ξανά. 

«Ο Αστράγαλος» υμνεί μια ολόκληρη εποχή, αυτήν την δεκαετίας του ’60, είναι μια ιστορία για την αναζήτηση της ελευθερίας και της ταυτότητας, για τον έρωτα, το πάθος, το σεξ, την αυτοδιάθεση, τα τραύματα- ψυχικά και σωματικά. Είναι ταυτόχρονα και ένα γυναικείο μυθιστόρημα, εξερευνεί τα όρια των δυνατοτήτων της γυναίκας, τον τρόπο να είναι διαφορετική αλλά αυτόνομη. 

Δεν ξέρω αν θα λάτρευα τον Αστράγαλο, όπως η Πάτι Σμιθ, αν τον ανακάλυπτα μικρότερη. Τώρα κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο. Πάντως αναγνωρίζω την καλή γραφή, την καθαρότητα και την ικανότητα στην αφήγηση και την γλώσσα. Καθώς και την πολύ καλή μετάφραση από την Σώτη Τριανταφύλλου. 



«Ο Αστράγαλος», Αλμπερτίν Σαρραζέν, μετ. Σώτη Τριανταφύλλου, εκδ. Πατάκη, 2015, σελ. 254









Υ.Γ. 42 Το βιβλίο περιέχει πρόλογο από την Πάτι Σμιθ και εισαγωγή από τον Ζαν Ζακ Πωβέρ, κι είναι από αυτούς που αξίζει να διαβαστούν.



5/4/16

"Άλικο γράμμα", Nathaniel Hawthorne





Ο Ναθάνιελ Χόθορν ήταν ιδιοφυής, ένας άνθρωπος πάνω και πέρα από την εποχή του, που έγραψε μυθιστορήματα απίστευτης καθαρότητας και έντασης. Από τα καλύτερά του μάλλον, το «Άλικο γράμμα», καταπιάνεται με ένα δύσκολο για την εποχή του θέμα, τον Πουριτανισμό και την υποκρισία που τον συνόδευε τον 17ο αιώνα. Ο Χόθορν γράφει το 1850 όμως οι ιδέες του, ο τρόπος και η ματιά του στα πράγματα, θα μπορούσαν να είναι εντελώς σημερινές.

Το βιβλίο αρχίζει με 80 σελίδες απαράμιλλης ομορφιάς, όπου με αφορμή το πρόσχημα πως το μυθιστόρημα το έγραψε γιατί βρήκε ένα κουρέλι χρώματος κόκκινου με χρυσή κλωστή σε ένα σεντούκι, ο συγγραφέας μας αφηγείται την ιστορία του σε ένα τελωνείο ως δημόσιος υπάλληλος. Κοντά 200 χρόνια έχουν περάσει από τότε αλλά η κατάσταση στο δημοσιουπαλληλίκι και τα τελωνεία δεν έχει αλλάξει, ίσως μόνο λίγο μονάχα οι ενδυμασίες. 

Και έπειτα από αυτό το εξόχως χιουμοριστικό προλογικό σημείωμα, μπαίνουμε στην καθ’ αυτή ιστορία με μια πολύ δυνατή σκηνή. Μια γυναίκα διαπομπεύεται γιατί έμεινε έγκυος από τον εραστή της και γέννησε το παιδί του, όσο ο άντρας της έλειπε σε μακρινό ταξίδι. Παρ’ όλο που το πλήθος την προπηλακίζει βάναυσα, αρνείται να αποκαλύψει το όνομα του εραστή κι έτσι η τιμωρία της είναι να φορά για πάντα ένα κόκκινο πανί στο στήθος με κεντημένο ένα χρυσό Α (Adultress-μοιχαλίδα). Η γυναίκα δεν φεύγει για άλλα μέρη, όπου θα μπορούσε να κρυφτεί, να αλλάξει όνομα και να απαλλαγεί από το Άλικο γράμμα. Αντίθετα, αποφασίζει να μείνει σε ένα καλύβι στην άκρη της πόλης με το παιδί της, ένα χαρισματικό και πανέμορφο κοριτσάκι, την Περλ. Σιγά σιγά, χάρη στην επιδεξιότητά της με το βελόνι, γίνεται απαραίτητη στην πόλη, που την φοβάται, την μισεί και την έχει ανάγκη ταυτοχρόνως. Οι φτωχοί που τους πηγαίνει φαγητό και ρούχα της ρίχνουν και μια βρισιά για ευχαριστώ. Όμως με τον καιρό την συνηθίζουν, μαθαίνουν να την σέβονται κι ας μην θέλουν να την κάνουν δικιά τους. 

Η Έστερ Πριν φροντίζει να κρύβει την ομορφιά της, ενώ ράβει για την μικρή Περλ τα πιο όμορφα φορέματα. Δεν θέλει να δίνει δικαιώματα. Κρατάει δύο μυστικά, την ταυτότητα του εραστή της, αλλά και την ταυτότητα του συζύγου της. Την ημέρα της διαπόμπευσής της ήρθε ο γέρος άντρας της από το εξωτερικό και την έβαλε να του υποσχεθεί πως δεν θα αποκάλυπτε ποιος είναι. Αυτός ο άνθρωπος προσκολλάται στον ενάρετο πάστορα της πόλης και τον οδηγεί σιγά σιγά στον θάνατο. 

Βιβλίο βαθιά ανατρεπτικό, με χιούμορ, στηλιτεύει την υποκρισία των Πουριτανών, μιλά για τον έρωτα, την τιμωρία, τις τύψεις, την υποκρισία του κλήρου, την καταπιεσμένη σεξουαλικότητα των ανθρώπων. Το βιβλίο δεν κάνει πουθενά κοιλιά, διαβάζεται σχεδόν μονορούφι και διακρίνει κανείς εν σπέρματι ιδέες που θα αναπτυχθούν αργότερα σε μεγάλα μυθιστορήματα. Η κατατρεγμένη Έστερ Πριν που στέκεται σε ένα δυσθεώρητο ηθικό ύψος αν και μοιχαλίδα, είναι ηρωίδα ολοκληρωμένη, με όλες τις πλευρές της. Ο νεαρός πάστορας μας εμφανίζεται σε όλο του το μεγαλείο. Ενώ ο γέρος σύζυγος και το κοριτσάκι Περλ είναι τόσο διεστραμμένα χαριτωμένοι δευτερεύοντες χαρακτήρες. 

Με λίγα λόγια, ο Ναθάνιελ Χόθορν γράφει με το «Άλικο γράμμα» ένα μυθιστόρημα υποδειγματικό, με σωστές δόσεις χιούμορ και συγκίνησης, κλείνει το μάτι ακόμα και στον αναγνώστη του σήμερα και σε κάνει να αναρωτιέσαι· για αυτούς τους ανθρώπους που κατορθώνουν να βγουν από την εποχή τους, να είναι διαχρονικοί πάντα και παντού, να γράφουν και να αναρωτιέσαι αν έγραψαν το 1850 ή το 2000.


                                                                                      Κατερίνα Μαλακατέ




«Άλικο γράμμα», Ναθάνιελ Χόθορν, μετ. Γωγώ Αρβανίτη, εκδ. Μεταίχμιο (pocket), 2015, σελ.433

4/4/16

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (1 μ.μ.) του Μαραμπού


Αν στο προηγούμενο κεφάλαιο μετά βίας μπαίναμε στο κεφάλι του Μπλουμ, σε ετούτο εδώ μετά βίας βγαίνουμε! Είναι η ώρα του φαγητού. Αυτή είναι η χειρότερη ώρα της ημέρας. Ζωτικότητα. Μουντή, σκυθρωπή: τη μισώ αυτή την ώρα. Αισθάνομαι σαν να με κατάπιαν και με έφτυσαν. Στις “Λαιστρυγόνες” ο μαγνητισμός μεταξύ ύφους και λεξιλογίου για τον οποίον μιλούσαμε τις προάλλες, παίρνει ασύλληπτες διαστάσεις. Ο Τζόυς μας μαγειρεύει, μας σερβίρει, μας μπουκώνει, μας χορταίνει και μας προκαλεί εμετό, με πεντανόστιμες και λιγωτικές μεταφορές του λόγου! Όλα έχουν να κάνουν με το φαγητό. Το κεφάλαιο έιναι γραμμένο με εξαιρετικά θερμιδοφόρες λέξεις.

Δε σας κρύβω ότι στις πρώτες σελίδες του κεφαλαίου κάπως βαρέθηκα, το θεώρησα λίγο υποτονικό, μέτριο, ειδικά έπειτα από την τεχνική πρωτοτυπία και αρτιότητα του “Αίολου”. Το διάβαζα άκεφος. Στην πορεία το πράγμα έφτιαξε, σαν κυρίως πιάτο που έσβησε την άνοστη γεύση ενός αδιάφορου ορεκτικού. Όταν μάλιστα διάβασα ότι το κρασί Βουργουνδίας που απολαμβάνει ο Μπλουμ έδιωξε την πρότερη ακεφιά του (Η απαλή φωτιά του κρασιού άναβε τις φλέβες του. Το ήθελα πολύ. Αισθανόμουν τόσο άκεφος.), επηρέασμενος και από την δύναμη με την οποία φορτίζει ο Τζόυς τις λέξεις του, πίστεψα ότι οι πρώτες 15 σελίδες ήταν όντως γραμμένες άκεφα για να μπορούν να αντικατοπτρίζουν και την ακεφιά του ήρωά τους! Φυσικά κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Αν ίσχυε όμως, δε θα ήταν ωραίο;

Διαβάζοντας τον Οδυσσέα είναι εκπληκτικό πόσο εύκολα αιχμαλωτίζεσαι από δύο αντιτιθέμενες σκέψεις: στο βιβλίο αυτό δεν συμβαίνει τίποτα/στο βιβλίο αυτό συμβαίνουν τα πάντα! Ο Μπλουμ θέλει να φάει κάτι στα όρθια πριν πάει στην βιβλιοθήκη να ψάξει σχετικά με την διαφήμιση του Κλειδιά. Αυτό είναι το “τίποτα” του κεφαλαίου. Όσοι θέλετε να μάθετε πώς χωράει το “πάντα” μέσα στο “τίποτα” πρέπει να διαβάσετε το βιβλίο του Τζόυς. Το “πάντα” του Τζόυς είναι υπεράνω κάθε περιγραφής!! Ας το προσπαθήσουμε όμως. Όταν ο Μπλουμ εισέρχεται στο εστιατόριο του Μπάρτον, αφήνεται σε νοερές περιγραφές αηδίας για όσα αντικρίζει εκεί – οι εικόνες που βλέπει, εικόνες συνηθισμένων ανθρώπων να γευματίζουν συνηθισμένα, του προκαλούν αναγούλα (κάτι που αισθάνεσαι μέσω της γραφής) και φθάνουν από τα ψημένα και άνοστα φαγητά πίσω στην διαδικασία παρασκευής ή σφαγής των κάποτε ζωντάνων υλικών τους.

[...] Οδυνηρό για τα ζώα επίσης. Ξεπουπούλιασμα και αφαίρεση εντοσθίων από τα πουλερικά. Φουκαριάρικα ζωντανά εκεί στην κρεαταγορά να περιμένουν τον πέλεκυ να σχίσει στα δύο το κρανίο τους. Μούου. Κακόμοιρα μοσχάρια που τρέμουν. Μέε. Τρεκλίζοντα μοσχαράκια. Μοσχαρήσιο κρέας και λάχανο τηγανητό. Κουβάδες χασάπηδων με τρεμουλιαστά πνευμόνια. Πιάσε αυτό το στήθος από το τσιγκέλι. Φλαπ. Ωμό κεφάλι και ματωμένα κόκκαλα. Γδαρμένα με γυάλινα μάτια αρνιά κρεμασμένα από τα λαγόνια τους, προβατομουσούδες τυλιγμένες με αίματα στο χαρτί κλαψουρίζοντας πηχτό αίμα από τη μύτη πάνω στο πριονίδι. Τ' απομεινάρια για πέταμα. Μην πιάνεις αυτά τα κομμάτια, νεαρέ. 

Θυμάστε πώς μας συστήθηκε ο Μπλουμ στο τέταρτο κεφάλαιο; Πάνω από το τηγάνι να αδημονεί για το χοιρινό νεφρό (θα προτιμούσε αρνίσιο αλλά δεν μπόρεσε να βρει στην αγορά) που τσιτσίριζε – σχεδόν νιώθαμε το ρίγος της ηδονής που καταλαμβάνει έναν καλοφαγά όταν οσφραίνεται το έδεσμα του πόθου του! Προς τι λοιπόν η παραπάνω μετραστροφή; Ο Τζόυς ίσως θέλει να μας παρουσιάσει με αυτόν τον τρόπο, ένα ηθικό δίλημμα που αντιμετωπίζουν πολλοί άνθρωποι, όταν θέλουν αφ' ενός να γευτούν νόστιμες μαγειρεμένες σάρκες χωρίς αφ' ετέρου να γαρνίρονται με τις ματωμένες τύψεις να ουρλιάζουν στο πιάτο τους, από τον άδικο πόνο που προκάλεσαν σε ζωντανά πλάσματα.
George William Russell

Αυτές οι σκέψεις του Μπλουμ έρχονται σε ελαφρά σύγκλιση με κάποιες άλλες σκέψεις που έκανε πριν μπει στο εστιατόριο, όταν είδε στον δρόμο τον ποιητή Τζωρτζ Γουίλλιαμ Ράσσελ (τον οποίο καθόλου δεν εκτιμούσε ο Τζόυς) να βγαίνει από ένα χορτοφαγικό εστιατόριο και οδηγήθηκε μέσα απο την απροθυμία αυτών των ανθρώπων να γευτούν κρέας, να κάνει μια σύνδεση μεταξύ φαγητού και τέχνης.

Τέτοιοι είναι όλοι αυτοί οι αιθέριοι άνθρωποι της λογοτεχνίας. Ονειροπαρμένοι, νεφελώδεις, συμβολιστές. Είναι εστέτ. Δεν θα με εξέπληττε αν μάθαινα πως είναι αυτό το είδος της τροφής που παράγει τα παρόμοια κύματα του εγκεφάλου τα ποιητικά. Για παράδειγμα από κάποιον από αυτούς τους αστυφύλακες που ιδρώνουν ιρλανδικό στιφάδο στα πουκάμισά τους δεν θα μπορούσες να στείψεις ούτε μια γραμμή ποίησης. Ούτε και που ξέρουν τι είναι ποίηση.

Τελικά ο Μπλουμ φεύγει αηδιασμένος από το εστιατόριο του Μπάρτον και καταλήγει να απολαμβάνει ένα ποτήρι κρασί Βουργουνδίας και ένα απλό σάντουιτς με μουστάρδα και τυρί, στο μαγαζί του Ντέιβιντ Μπάυρν, εμπόρου οινοπνευματωδών και κρασιών. Ο Μπλουμ για ακόμα μια φορά αναμιγνύει τα υλικά της ιρλανδικής ιστορίας σε μια συνταγή για χύτρα που είναι έτοιμη να εκραγεί! Όταν ο Μπλουμ βλέπει από μακριά στον δρόμο τον αδελφό του σπουδαίου Παρνέλ, σκέφτεται, Αδελφός μεγάλου άνδρα: αδελφός του αδελφού του. Ο μεταφραστής μάς επεξηγεί το νόημα της φράσης. Θεωρείται ότι, αν ο ένας αδελφός είναι πολύ έξυπνος, ο άλλος σε αντιστάθμιση δεν θα είναι. Αμέσως το μυαλό μας πηγαίνει στον αδελφό του Τζόυς, Στανίσλαο, για τον οποίο ο ίδιος ο Τζέημς Τζόυς κρατούσε αμφίθυμη και ελαφρώς υποτιμητική στάση. Μπορεί η λογοτεχνική ιστορία (και όλες οι άλλες, αυτοί οι καταραμένοι εφιάλτες!) να απέδειξε ότι ο Στανίσλαος ήταν απλώς... αδελφός του αδελφού του, όμως ο Ρίτσαρντ Έλμαν, μέσα από αναρίθμητα περιστατικά και γεγονότα, μας πληροφορεί ότι ο Στανίσλαος για αρκετό καιρό και με εξαιρετική διεισδυτικότητα, έκρινε σωστά την σκέψη του... μεγάλου άνδρα και τον βοήθησε ουσιωδώς όταν η εξαιρετική ευφυία του δεύτερου τον έκανε να φέρεται χαζά.


Και φυσικά ο Τζόυς, δε θα μπορούσε να ολοκληρώσει κεφάλαιο δίχως να αφήσει μια μικρή αλλά αρκούντως χολερική παρατήρηση για το αγαπημένο του θέμα. Στην αναφορά που γίνεται στον παγανιστή ιρλανδό βασιλιά Κόρμακ ο οποίος πνίγηκε τρώγοντας κάτι, μια ευλογοφανής απάντηση για τον θάνατό του είναι και η ακόλουθη: Ο Άγιος Πατρίκιος τον προσηλύτισε στον χριστιανισμό. Όμως δεν μπόρεσε να το καταπιεί αυτό ολόκληρο. Όλο αυτό το όργιο των λογοτεχνικών γεύσεων βρίσκει την ολοκλήρωση στο σημείο που οι θύλακες της στοματικής κοιλότητας μπλέκονται αρμονικά με τις ερεθισμένες εγκεφαλικές συνάψεις. Ποτέ δεν ξέρεις ποιανού τις σκέψεις μασάς. Αυτή η φράση είναι η συμπύκνωση όλου του Οδυσσέα. Να την θυμάστε σαν μότο σε κάθε σελίδα που διαβάζετε και ειδικότερα στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο, εκεί που ο Σαίξπηρ θα διεκδικήσει μερικές μασημένες σκέψεις!

Επιτρέψτε μου για το τέλος να σας σερβίρω και ένα γλυκόπικρο επιδόρπιο αλλά θα σας ζητήσω ο καθένας να το χωνέψει με τις δικές του δυνάμεις. Μπορείτε ακόμα και να μην το φάτε, αν νιώθετε ήδη σκασμένοι.


Δαγκώνει περισσότερο απ' όσο μπορεί να μασήσει. Είμαι και εγώ σαν αυτόν; Ας βλέπουμε τους εαυτούς μας όπως μας βλέπουν οι άλλοι. 



                                                                                       Μαραμπού






"

Οδυσσέας", Τζέημς Τζόυς, μετ. Ελευθέριος Ανευλαβής, εκδ. Κάκτος, 2014, σελ 1098