21/7/16

"Καλοκαίρι", Edith Wharton




Η Έντιθ Γουάρτον δεν είναι πολύ γνωστή στη χώρα μας. Κακώς. Η λογοτεχνική της παρουσία ήταν σημαντική στις αρχές του περασμένου αιώνα, έγραψε για τα ήθη της εποχής και τα γυναικεία θέματα χωρίς ταμπού. Κυρίως όμως έγραψε λογοτεχνία που μπορεί να διαβαστεί με μεγάλη ευχαρίστηση ως σήμερα.

Κεντρική ηρωίδα της στο "Καλοκαίρι" είναι η Τσάριτι, ένα δεκαοκτάχρονο κορίτσι στην πρώτη κάψα της νιότης, που ζει σε ένα μικρό Αγγλικό χωριό. Είναι πολύ όμορφη, προσπαθεί να ανακαλύψει τον εαυτό της, όμως δεν μπορεί να ξεφύγει από τα στενά πλαίσια του χρόνου και του χώρου. Ο κηδεμόνας της, ο δικηγόρος Ρόγιαλ, την κατέβασε από το Βουνό όταν ήταν πολύ μικρή κι έκτοτε μεγάλωσε με εκείνον και την γυναίκα του, χωρίς ποτέ πραγματικά να την υιοθετήσουν. Το Βουνό είναι ένα μέρος ανομίας δίπλα στο χωριό και η καταγωγή της Τσάριτι είναι στίγμα, κάτι που δεν συζητιέται με ευχαρίστηση από κανέναν.

Όταν πέθανε η γυναίκα του κηδεμόνα της, της πρότεινε να πάρει την θέση της στο πλευρό του. Όμως η Τσαριτι είχε άλλα σχέδια. Πλησίασε την πλούσια γεροντοκόρη του χωριού, την δεσποινίδα Χάτσαρντ, της ζήτησε να γίνει βιβλιοθηκάριος σε μια μικρή βιβλιοθήκη. Εκεί δεν ασχολήθηκε ποτέ με τα βιβλία, βαριόταν οικτρά, αλλά τουλάχιστον πληρωνόταν κι έκανε μεγαλεπίβολα όνειρα για το μέλλον. Ώσπου γνώρισε τον Χάρνει, έναν γοητευτικό νεαρό αρχιτέκτονα και ανιψιό της δεσποινίδος Χάτσαρντ. 

Αν και οι περιπτώσεις γυναικών στο χωριό που παραδόθηκαν στα ένστικτά τους και είχαν σεξουαλικές σχέσεις με νέους από την πόλη ήταν αρκετές, κι όλες χωρίς ευτυχισμένο τέλος, η Τσάριτι  δεν θα διστάσει να ακούσει την καρδιά και το κορμί της, θα ερωτευτεί τον Χάρνει χωρίς να νοιαστεί για τις συνέπειες, θα ονειρευτεί μαζί του μια ζωή μακριά από την κλειστή κοινωνία του χωριού. Και στο τέλος θα πληρώσει για την ύβρι.

Η συγγραφέας αποδίδει με λεπτότητα και τόλμη τα ήθη της εποχής, τους περιορισμούς των γυναικών αλλά και της επαρχίας. Δεν σοκάρουν τόσο οι περιγραφές της- εξάλλου υπαινίσσεται μόνο τις ερωτικές σκηνές- όσο η τόλμη της να μιλήσει για θέματα που δύσκολα θίγονταν τότε- την γιατρό με τις εκτρώσεις, την τύχη των ανυπάκουων γυναικών. Η Τσάριτι δεν είναι πάντα συμπαθής, τις περισσότερες φορές φέρεται σαν μια θερμοκέφαλη έφηβη. Όμως αυτό είναι το θέμα, πως έχει το δικαίωμα στο λάθος, στον έρωτα και την κατανόηση του εαυτού της κι ας μην είναι ακόμα ολοκληρωμένη. 

Η  δε ιστορία με τους ανυπότακτους ανθρώπους του Βουνού που πήγαν κόντρα στο σύστημα και για αυτό ζουν εκεί σε συνθήκες ελευθερίας μεν αλλά απόλυτης φτώχιας και εξαθλίωσης, είναι ένα πολύ εύστοχο κοινωνικό σχόλιο που δεν θα περίμενε κανείς από μια απόγονο καλης κοινωνικής τάξης, όπως ήταν η Γουάρτον.

Σε γενικές γραμμές απόλαυσα την ανάγνωση του "Καλοκαιριού" που δεν είναι ένα "βιβλίο για το καλοκαίρι". Θα αναζητήσω πια κι άλλα δικά της, κατά προτίμηση "Τα χρόνια της αθωότητας". Την ταινία την έχω δει πολλά χρόνια πριν.







"Καλοκαίρι", Edith Wharton, μετ. Έλλη Έμκε, εκδ. Παπαδόπουλος, 2016, σελ. 223


17/7/16

«Confiteor», Jaume Cabré



Ένα σπουδαίο βιβλίο, από αυτά που αξίζει να μείνουν κλασικά, ένα σημαντικό μυθιστόρημα. Αυτό είναι το πρώτο που σου έρχεται στον νου όταν κλείνεις και την τελευταία σελίδα του Confiteor.

Το μυθιστόρημα είναι μια τεράστια επιστολή του Αντριά Αρντέβολ στην αγαπημένη του Σάρα. Λίγο πριν το Αλτσχάιμερ του στερήσει για πάντα τη μνήμη, τη λογική και τη φωνή του, προσπαθεί να ανασυνθέσει τα γεγονότα της ζωή του(ς), να της πει αυτά που δεν κατάφερε να ξεστομίσει όταν ήταν ζωντανή, να εξιλεωθεί και να συγχωρήσει, να εξομολογηθεί· να πει για τις ενοχές και τα πάθη του, να της αναλύσει το Κακό που κληρονομικώ δικαιώματι στοιχειώνει τους ανθρώπους.

Ο Αντριά υπήρξε χαρισματικό παιδί, με μεγάλη έφεση στο διάβασμα και τις γλώσσες. Ο πατέρας του, ένας μανιώδης συλλέκτης αντικών, ένας άνθρωπος που δεν δίσταζε να πατήσει επί πτωμάτων για να κατακτήσει αυτό που επιθυμούσε, ήθελε να τον κάνει διανοούμενο, ενώ η μητέρα του, μια γυναίκα στεγνή από αγάπη, να τον κάνει βιολονίστα. Ο Αντριά, που τα κατάφερνε εξίσου καλά στη γλωσσομάθεια και τη μουσική, κατέληξε ένας σοφός παλαιάς κοπής, ένας homo universalis με τεράστια βιβλιοθήκη, που όμως δεν γνώρισε ποτέ την αγάπη ως παιδί. Ο βίαιος θάνατος του πατέρα του όσο ο Αντριά ήταν στην εφηβεία, τον οδήγησε να μάθει περισσότερα για την ζωή του και να μπει στην πλοκή η ίδια η Ιστορία. Ιεροεξεταστές, παπάδες, μοναχοί, Ναζί, το Άουσβιτς, όλα μπλέκονται στη μεγάλη αφήγηση για τον Κακό που επιχειρεί μέσω του Αρντέβολ ο συγγραφέας.

Τον Αντριά τον βαραίνουν τα κρίματα του πατέρα του, και η κληρονομική μανία για συλλογή σπάνιων πραγμάτων- δεν μπορεί να αποχωριστεί ένα εξαιρετικό βιολί, ένα Στοριόνι, το Βιάλ, που ο πατέρας του είχε αποκτήσει άνομα από έναν ναζί μετά τον πόλεμο. Αυτό, καθώς και η αντιπαλότητά των οικογενειών τους, θα δημιουργεί συνέχεια προβλήματα στη σχέση του με την Σάρα.

Ο έρωτας, αλλά και η φιλιά- ο έτερος πρωταγωνιστής του βιβλίου είναι ο Μπερνάτ, ο μοναδικός κολλητός του Αντριά- διαδραματίζουν σπουδαίο ρόλο, υμνούνται και αποκαθηλώνονται με μοναδικό τρόπο. Όμως αυτό που προέχει είναι η αναμέτρηση με την Ιστορία, την φιλοσοφία, και την τέχνη. Ο χαρισματικός Αντριά δεν μπορεί να ξεφύγει από το παρελθόν, από αυτά που θέλουν οι άλλοι για κείνον.

Τα ερωτήματα που βάζει το Confiteor είναι βαθιά και φιλοσοφικά. Ξεκινούν από τον θεό και καταλήγουν στον άνθρωπο, περνάνε από την ανθρώπινη φρίκη για να φτάσουν στον έρωτα, από τα αντικείμενα για να φτάσουν στην τέχνη. Η ματαίωση των προσδοκιών, του Αντριά, του Μπερνάτ, της Σάρας, είναι για τον καθένα διαφορετική υπόθεση, αλλά τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της παραμένουν τα ίδια.

Η μνήμη, το φίλτρο της προσωπικότητας, οι εμμονές, αυτό που κάνει κάποιον μοναδικό ή όχι, η αδικία του ταλέντου στην τέχνη και τη ζωή, το ψέμα, η ρευστότητα της αλήθειας και της πραγματικότητας, απασχολούν τον συγγραφέα· το ηθικό κομμάτι της ζωής, το ποιος είναι κακός κι αν είναι, ο τρόπος που επιλέγει(;) να ζήσει ο καθένας, το ποιος και ποιον συγχωρεί και γιατί.

Το μυθιστόρημα είναι πρωτοποριακό στην αφήγηση, το τρίτο και το πρώτο πρόσωπο συχνά μπερδεύονται ακόμα και στην ίδια πρόταση, ο χρόνος είναι ρευστός, ποτέ δεν ξέρεις αν μιλάμε για το σήμερα, το 1940, ή το 1450. Όμως δεν έχει σκοπό να αποπροσανατολίσει τον αναγνώστη, μόνο να τον γοητεύσει.

Είχα πολύ καιρό να νιώσω με τόση ένταση πως έχω μπροστά μου ένα πραγματικά σπουδαίο βιβλίο. Ο Καμπρέ είναι καθηγητής, είναι όμως ταυτόχρονα και αυθεντικός γραφιάς· έχει μέσα του την πρωτογενή ικανότητα να πει μια ιστορία. Κατάφερε να συνδυάσει το λογοτεχνικό και φιλοσοφικό του υπόβαθρο και να δώσει ένα μυθιστόρημα φτιαγμένο για την αιωνιότητα.




                                                                          Κατερίνα Μαλακατέ




«Confiteor», Ζάουμε Καμπρέ, μετ. Ευρυβιάδης Σοφός, εκδ. Πόλις, 2016, σελ. 725






14/7/16

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (12 τα μεσάνυχτα) του Μαραμπού





Η Κίρκη είναι το εκτενέστερο κεφάλαιο του Οδυσσέα. Περίπου 180 σελίδες. Το κεφάλαιο είναι γραμμένο σε θεατρική μορφή και αυτό έχει τα καλά του και τα κακά του. Το θετικό είναι ότι ύστερα από την συμπύκνωση του λόγου που συναντήσαμε στα Βόδια του Ήλιου, κάθε λευκό κομμάτι σελίδας μοιάζει να είναι σαν καλοκαιρινές διακοπές για το μυαλό! Επίσης, η παιγνιώδης και ερεθιστική διάθεση της πλοκής, ενισχύει αυτήν την εντύπωση. Το αρνητικό (για μένα, μακάρι να βρω και υποστηρικτές) είναι ότι δεν συμπαθώ καθόλου τα θεατρικά κείμενα, νιώθω μια δυσανεξία προς αυτά, τα θεωρώ ατελείς μορφές λόγου. Κυρίως με ενοχλούν οι ατελείωτες παρενθέσεις που μοιάζουν να προοικονομούν την συμπεριφορά και την στάση του ήρωα, μια τεχνική που δεν εκτιμώ διόλου στον γραπτό λόγο. Βέβαια, ο Τζόυς είναι η μεγαλειώδης εξαίρεση που επιβεβαιώνει περίτρανα τον κανόνα (μου).

Εδώ ο Τζόυς πυροδοτεί έναν ανεξέλεγκτο κόσμο φαντασίας με ένα κόντό φιτίλι πραγματικότητας. Βρισκόμαστε στην Νυχτερινή Πόλη, την περιοχή με τους οίκους ανοχής, όπου ο Μπλουμ καθώς την διασχίζει επιστρέφοντας στο σπίτι, βλέπει τον Στέφανο να κινείται στην περιοχή και σχεδόν αθέλητα τον ακολουθεί. Θα τον χάσω. Τρέχα. Γρήγορα. Καλύτερα να περάσω απέναντι εδώ. Μετά τις πρώτες 4-5 σελίδες που παρουσιάζεται το σκηνικό με τους οίκους ανοχής, τις πόρνες στις πόρτες και τους διάφορους πελάτες τους, ο Μπλουμ κυριαρχείται απόλυτα από το υποσυνείδητό του και γίνεται το υποχείριο μιας αλλοπρόσαλλης παραισθητικής ένωσης, σαν να είναι το θύμα μιας διανοητικής σαδομαζοχιστικής σχέσης. Και φυσικά, υποσυνείδητο χωρίς σεξ, τι σόι υποσυνείδητο είναι! Ο Έλμαν ερμηνεύει την απόφαση του Τζόυς να επιλέξει το συγκεκριμένο σκηνικό, ως εξής: Ακολουθώντας την μακρά σειρά των ομηρικών σχολιαστών, οι οποίοι ερμήνευσαν με ηθικούς όρους το άντρο της Κίρκης σαν χώρο πειρασμού, όπου αναδύονται τα ζωώδη ένστικτα των ανδρών, ο Τζόυς αποφάσισε να χρησιμοποιήσει ως σκηνικό του την περιοχή του Δουβλίνου με τα κόκκινα φανάρια.




Σε ένα υποσυνείδητο έχει λόγο το καθετί. Μιλούν οι καρέκλες, το σαπούνι, οι γλάροι, το πιάνο, οι καμπάνες, τα πάντα. Κυρίως όμως μιλάει ο άνθρωπος που κυριαρχείται από αυτό, δεν μπορεί να κρύψει τίποτα, δεν μπορεί να του επιβληθεί, αυτή τη φορά νιώθει ευάλωτος και αδύναμος. Ο Μπλουμ των έντεκα προηγούμενων κεφαλαίων, ο κυρίαρχος και συνειδητοποιημένος Μπλουμ, σε αυτό το κεφάλαιο διαλύεται και σκορπίζεται, και ο αναγνώστης με υπομονή μαζεύει τα κομμάτια του για να προσθέσει ένα ακόμα ψηφιδωτό στην εικόνα του αγαπημένου του ήρωα! Η αθώα Ναυσικά του 13ου κεφαλαίου γίνεται εδώ πόρνη εξαιτίας του Μπλουμ και παρά τις αρνήσεις του τελευταίου.

ΓΚΕΡΤΥ: Με ό,τι έχω και δεν έχω σε σένα κι εσύ. (Μουρμουρίζει) Εσύ το έκανες αυτό. Σε μισώ.

ΜΠΛΟΥΜ: Εγώ; Πότε; Ονειρεύεσαι. Ποτέ δε σε είδα.

ΓΚΕΡΤΥ: (Στον Μπλουμ) Όταν είδες όλα τα μυστικά του βρακιού του πισινού μου. (Πιάνει το μανίκι του, μυξοκλαίγοντας) Βρομερέ παντρεμένε άνρθωπε! Σε αγαπώ που μου το έκανες αυτό.
 
 Το υποσυνείδητο του Μπλουμ διαστρεβλώνει και αναπλάθει κάθε μία σκέψη του που ξέραμε από τα προηγούμενα κεφάλαια, που τίποτα όμως δεν μας επιτρέπει να αμφιβάλλουμε για την γνησιότητά τους (Το ένστικτο κυβερνά τον κόσμο. Στη ζωή. Στο θάνατο). Στην ουσία αυτές οι σκέψεις είναι περισσότερο αληθινές από τις “αληθινές”, δίνουν όλη την ανθρώπινη ουσία και προετοιμάζουν τον Οδυσσέα-Μπλουμ για την επιστροφή του στην Ιθάκη, όπως ονομάζεται το τρίτο μέρος του βιβλίου που ξεκινάει αμέσως μετά. Στο κεφάλαιο Κίρκη, συναντούμε λοιπόν τον Μπλουμ να κυριαρχείται από κρίσεις μεγαλείου και λίγο μετά να αυτοταπεινώται, με την μορφή ενός λαικού δικαστηρίου της συνείδησης που στήνεται εναντίον του. Την ταπείνωση θα γνωρίσει και στα χέρια της Μπέλλα Κοέν (μιας αρχιπουτάνας, υπαρκτό πρόσωπο της Νυχτερινής Πόλης) μέσω μιας σαδομαζοχιστικής σχέσης που θα υποστεί στα χέρια της (του). Ο Τζόυς βάζει τον ανδρόγυνο Μπλουμ να γίνεται υποχείριο στα χέρια της Μπέλλα η οποία σιγά σιγά αποκτά ανδρική υπόσταση και μετατρέπεται σε Μπέλλο.

ΜΠΛΟΥΜ: Μη γίνεσαι σκληρή, νοσοκόμα! Όχι!

ΜΠΕΛΛΟ: (Στραμπουλώντας) Ακόμη μια φορά!

ΜΠΛΟΥΜ: (Ουρλιάζει) Ω, η κόλαση η ίδια! Κάθε νεύρο στο κορμί μου πονάει σαν τρελό!

ΜΠΕΛΛΟ: (Φωνάζει) Ωραία, μα τον πισωγλέντη στρατηγό! Αυτά είναι τα καλύτερα νέα που άκουσα αυτές τις έξι βδομάδες. Άρπα τη, μη με κάνεις να περιμένω, π' ανάθεμά σε! (Τη χαστουκίζει στο πρόσωπο).

ΜΠΛΟΥΜ: (Κλαψουρίζοντας) Με χτυπάς. Θα το πω...

ΜΠΕΛΛΟ: Κρατάτε τον, κορίτσια, μέχρι να κάτσω οκλαδόν επάνω του.




Αυτό το επειδόσιο απηχεί τον Σάχερ Μαζόχ και το βιβλίο του “Η Αφροδίτη με την γούνα” που ο Τζόυς γνώριζε καλά. Παρότι ο Τζόυς ακολούθησε την πηγή εκ του σύνεγγυς, προχώρησε σε δυο βασικές τροποποιήσεις. Κατ' αρχάς η δική του εκδοχή του Σάχερ Μαζόχ παραπέμπει στο βαριετέ. Και δεύτερον, οι μαζοχιστικές φαντασιώσεις του Μπλουμ εξελίσσονται στο υποσυνείδητό του: μέμφεται τον εαυτό του και τον παρουσιάζει χειρότερο απ' ό,τι είναι, διότι έχει πλήρη συνείδηση ότι στην πραγματικότητα έχει κάνει υπερβολικά πολλές υποχωρήσεις.

Ο Μπλουμ μέσα στο υποσυνείδητό του φέρεται προστατευτικά απέναντι στον επαναστατημένο νεαρό, τον Στέφανο. Αν και στην αρχή του κεφαλαίου, μια νεαρή πόρνη, η Ζωή, τον ρωτά:

ΖΩΗ: (Καχύποπτα) Δεν είστε ο πατέρας, έτσι;

ΜΠΛΟΥΜ: Όχι εγώ.

...στην συνέχεια “αναιρεί” αυτή του την δήλωση μέσω των προστατευτικών κινήσεων απέναντι στον Στέφανο (τον παροτρύνει να μην πίνει πολυ, να φάει κάτι, κτλ). Αυτή η προστασία φθάνει στην κορύφωσή της μαζί με την κορύφωση του κεφαλαίου, όπου ο Στέφανος απειλείται από έναν στρατιώτη ο οποίος πιστεύει ότι πρόσβαλε την κοπέλα του. Ο  Τζόυς χρησιμοποιεί υπέροχα και το γεγονός ότι μετά τον Πόλεμο των Μπόερς διάφοροι στρατιώτες έβρισκαν παρηγοριά στις αγκάλες της Νυχτερινής Πόλης. Μάλιστα, εκείνη την εποχή ο Γκόγκαρτι (ο Μπακ Μάλλιγκαν του Οδυσσέα) είχε δημοσιεύσει ένα ποίημα γεμάτο συναισθηματισμό για τους ήρωες του πολέμου, που οι πρώτες λέξεις κάθε στίχου όμως σχημάτιζαν την ακροστιχίδα “Θα βρουν δουλειά οι πόρνες”, πράγμα που ήταν αρκετό για να κλείσει η εφημερίδα, όπως μας πληροφορεί ο Έλμαν. Μαζί με την μετέωρη προσβολή προς την κοπέλα του, ο στρατιώτης θίγεται για την ακόμα μεγαλύτερη προσβολή προς τον βασιλιά του.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: [...] (Χτυπάει ελαφρά το κούτελό του) Αλλά μέσα εδώ είναι που πρέπει να σκοτώσω τον ιερέα και τον βασιλιά.

[...]

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΚΑΡ: (Ελευθερώνεται και βγαίνει μπροστά) Τι είναι αυτά που λες για τον βασιλιά μου;

[...]

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: [...] Καταλαβαίνω την άποψή σου, αν και εγώ δεν έχω ο ίδιος βασιλιά προς το παρόν. [...] Εσύ πεθαίνεις για την πατρίδα σου. [...] Όχι ότι σου το εύχομαι. Αλλά εγώ λέω: Ας πεθάνει η πατρίδα μου για μένα.

[...]

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΚΑΡ: [...] Θα του τσακίσω το σβέρκο οποιανού γαμιά πει μια λέξη για τον γαμημένο μου βασιλιά.

Σ' αυτό το σημείο ο Τζόυς ανακαλεί ένα αληθινό περιστατικό όπου ο Μπλέηκ έδιωξε δυο στρατιώτες από τον κήπο του παρ' όλες τις διαμαρτυρίες τους ότι ως στρατιώτες του βασιλιά δεν έπρεπε να έχουν τέτοια μεταχείριση. Τους αποκρίθηκε ή φέρεται ότι τους αποκρίθηκε, “Ο διάβολος να τον πάρει τον βασιλιά”. Μπλουμ και Στέφανος αντιτάσσονται στην σκληρότητα με την καλοσύνη, ο Στέφανος με την διανοητική του υπεροχή (Αυτός προσβάλλει την νοημοσύνη μου) και ο Μπλουμ με την σθεναρή απόρριψη της σκληρότητας και της βίας (βλέπε Κύκλωπες). Αυτό είναι σταθερό μοτίβο στο βιβλίο του Τζόυς και έχει σαφώς την πηγή του στον Μπλέηκ (Αυτή είναι η κεντρική ιδέα του Μπλέηκ για την άλωση της τυραννίας με όπλο τη φαντασία). Σύμφωνα με τα λόγια του Έλμαν, ο Τζόυς, ο Στήβεν και ο Μπλουμ συμμερίζονται τη φιλοσοφία της παθητικότητας στην δράση, της ενεργητικότητας στη σκέψη και της εμμονής στις πεποιθήσεις.




Κάπου το έχω ξαναπεί αυτό αλλά δεν βλάπτει μια επανάληψη. Η καλύτερη ανάγνωση του Οδυσσέα είναι πάντα η δεύτερη! Τα περισσότερα κεφάλαια του Οδυσσέα τα διάβασα δύο φόρες και πάντα ένιωθα μια μικρή αποκάλυψη. Μια αίσθηση ότι η λογοτεχνία του Τζόυς ξεδιπλώνει τα θέλγητρά της πολύ καλύτερα έτσι. Μια συνωμοσία, ένα μασονικό νεύμα ανάμεσα σε μένα (τον αναγνώστη) και στο μεγάλο Διδάσκαλο που επιβεβαιώνει την βαθιά μας ένωση και αφήνει όλους εκείνους τους τεμπέληδες της μιας φοράς, έξω από τη μέθεξη. Η δεύτερη ανάγνωση κάνει τις συνδέσεις καθαρότερες, την ενόραση βαθύτερη και την διασκέδαση απόλυτη! Σε ένα πισωξεφύλλισμα της Κίρκης, ο Μπλουμ φαντάζεται τον πατέρα του να του λέει:

ΡΟΥΝΤΟΛΦ: (Αυστηρά) Κάποια νύχτα θα σε κουβαλάνε σπίτι μεθυσμένο σαν σκυλί έτσι που ξοδεύεις τα ωραία σου λεφτά.

Αυτό το απόσπασμα ήταν πολύ στην αρχή και ήταν σχεδόν αδύνατο να το θυμάμαι μετά από 180 σελίδες ψυχεδελικών φαντασιώσεων. Όταν όμως στο τέλος του κεφαλαίου, ο μεθυσμένος Στέφανος εμπλέκεται σε καβγά με τους στρατιώτες για τις προσβολές στην νεαρή πόρνη και τον βασιλιά, ο Μπλουμ βρίσκεται εκεί σαν στοργικός πατέρας που θέλει να τον προστατεύσει.

ΜΠΛΟΥΜ: (Τρέχει στον Στέφανο) Έλα μαζί μου τώρα πριν συμβεί κάτι χειρότερο. Να το μπαστούνι σου.


Ο Στέφανος δέχεται τελικά μερικές γροθιές και κείτεται στο δρόμο μεθυσμένος, με τον Μπλουμ να τον φροντίζει και να ετοιμάζεται να τον πάει σπίτι. Ακριβώς εκείνη την στιγμή, η τελευταία φαντασίωση που περνά από το μυαλό του Μπλουμ είναι ο νεκρός (μόλις 11 ημερών) γιος του Ρούντυ, ο γιος που δεν απέκτησε ποτέ και μοιάζει να αντικαθιστά αυτόν τον ρόλο ο νεαρός Δαίδαλος.

Η Κίρκη είναι ένα θεσπέσιο κεφάλαιο που σε πολλούς ενδεχομένως να φανεί και γελοίο. Άλλωστε, από το θεσπέσιο μέχρι το γελοίο δεν είναι παρά ένα βήμα. Σίγουρα όμως μέσα στα πάμπολλα ετερόκλητα περιστατικά του, γεννάται η ίδια η ουσία του Οδυσσέα, η αποτίναξη της σκληρότητας και η νίκη της καλοσύνης. Η συνειδητοποίηση του ανθρώπου. Η συνειδητοποίηση του εαυτού μας.


ΣΤΕΦΑΝΟΣ: (Απότομα) Αυτό που πήγε μέχρι το τέλος του κόσμου για να μη διασχίσει τον εαυτό του. Θεός, ήλιος, Σαίξπηρ, ένας περιοδεύων εμπορικός αντιπρόσωπος, έχοντας αυτός ο ίδιος διασχίσει στην πραγματικότητα τον εαυτό του, καθίσταται ο ίδιος ο εαυτός.



                                                                     Μαραμπού





"Οδυσσέας", Τζέημς Τζόυς, μετ. Ελευθέριος Ανευλαβής, εκδ. Κάκτος, 2014, σελ 1098


5/7/16

Οι φυλές των Eλλήνων βιβλιόφιλων



Κάθε άνθρωπος είναι ξεχωριστός. Κάθε αναγνώστης, ανάλογα με το παρελθόν, τις προτιμήσεις, τη ζωή του και το μυαλό που κουβαλάει, διαβάζει με διαφορετικό τρόπο, άλλα βιβλία. Όμως για την πλάκα του πράγματος- και την χαριτωμένη αυταπάτη πως μπορείς να χωρέσεις τους ανθρώπους σε καλούπια- θα σας γράψω σήμερα τις βασικές κατηγορίες των αναγνωστών. Τόσα χρόνια στο λογοτεχνικό κουρμπέτι, μετά από τέτοια μακραίωνη πείρα, ιδού οι 10 βασικοί τύποι:


1. Η κυρία με τα ροζ


Μπαίνει στο βιβλιοπωλείο και αγνοεί επιδεικτικά τους πάγκους, τους φορτωμένους με δοκίμια, μεταφρασμένα αριστουργήματα, graphic novels, ελληνική λογοτεχνία αξιώσεων και ρωτάει – χωρίς να ξέρει φυσικά τον τίτλο, την υπόθεση κτλ και δίχως να την νοιάζει: «Το τελευταίο της Μαντά το έχουμε; Εγώ θέλω κάτι ελαφρύ για τον ύπνο, αλλά να ξέρεις είμαι μεγάλη βιβλιόφιλη, διαβάζω τουλάχιστον τρία βιβλία τον μήνα». 






2. Ο φετιχιστής

Ξέρει πριν από σένα, για σένα, και σου στέλνει μήνυμα να το φέρεις, πότε θα εκδοθεί το επόμενο παγκόσμιο αριστούργημα, που δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα στα Ελληνικά. Δεν διαβάζει συγγραφείς αν δεν έχουν πεθάνει. Κι αν έχουν πεθάνει, καλό θα ήταν να είναι πεθαμένοι καμιά 50αριά χρόνια. Αγαπάει τα βιβλία όπως τη ζωή του, δεν αφήνει να του τα πειράζουν, δεν τα δανείζει, τα κρατάει αρχειοθετημένα, τα καταγράφει σε καρτέλες, στην ελληνική, την αγγλική, την γαλλική μετάφραση και στο πρωτότυπο. Αν είσαι εκδότης, καλά θα κάνεις να τον προσεγγίσεις. Είναι ο μόνος που μπορεί να σου πει τι μπορεί πραγματικά να πουλήσει από ποιοτική λογοτεχνία στην Ελλάδα. 

3. Ένα παιδί με μούσια



Διαβάζει fantasy, νεανική λογοτεχνία, λατρεύει comics, graphic novels, τον Τομ Ρόμπινς, τον Ντάγκλας Άνταμς και τον Κωστάκη τον Ανάν. Βλέπει σειρές μετά μανίας και βασικός του φόβος είναι πως θα πεθάνει ο R.R.Martin πριν γράψει το γαμημένο το έκτο. Αν τελικά αυτό γίνει, θα αιτηθεί να τον βαλσαμώσουν για να προσκυνά το πασουμάκι του. 





4. Ο παρεάκιας

Η αλήθεια είναι πως δεν διαβάζει πολύ. Αλλά θα ήθελε να διαβάζει πολύ. Στην πραγματικότητα του αρέσουν οι άνθρωποι που διαβάζουν πολύ, να τους ακουμπά, να τους ακούει, να τους μυρίζει, να τους αισθάνεται. Τα φτιάχνει με βιβλιόφιλους για να λέει μετά πως έχει διαβάσει τα βιβλία που διάβασαν αυτοί το καλοκαίρι. Με τηλεπάθεια. 

5. Ο Λεσχάκιας

Είναι μέλος σε τρεις Λέσχες Ανάγνωσης και συντονιστής σε δύο. Αλλά όταν του προτείνει ένα ακόμα βιβλιοπωλείο να συντονίσει μια τρίτη, δεν θα πει ποτέ όχι.







6. Ο δοκιμιάκιας

Είναι αυστηρός. Αυτός δεν διαβάζει αηδίες που βγάζουν κάτι τύποι από το κεφάλι τους, διαβάζει ιστορία, και φιλοσοφία και επιστήμη. Στην ξαπλώστρα θα τον δεις το λιγότερο με έναν Καστοριάδη. Για την ευκολία του. 

7. Ο κουλτουριάρης

Αυτός δεν κάνει παρέα με όποιους κι όποιους. Αν δεν έχεις διαβάσει- ή έστω δεν διατείνεσαι πως έχεις διαβάσει- όλον τον Προυστ (και τους 7 τόμους), τον Οδυσσέα και τον Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες, ούτε που θα σε πλησιάσει. Παλιομίασμα.

8. Ο σποιλεράς


Σου λέει- ή σου γράφει- την γνώμη του για το βιβλίο. Σου λέει την πλοκή περίπου ως τα ¾. Μερικές φορές και τον δολοφόνο. Παίρνεις μια κατάνα. Τον σκοτώνεις. Τώρα ξέρεις και εσύ τον δολοφόνο. 







9. Ο εραστής της τελευταίας σελίδας

Αυτός ο τύπος αντί να διαβάσει οπισθόφυλλο, κριτικές και να μυρίσει το βιβλιαράκι, γυρίζει στην τελευταία σελίδα να δει την τελευταία φράση για να αποφασίσει αν θα το πάρει. Φυλαχτείτε, θα θέλει να ξέρει πως θα τελειώσει η σχέση σας, πριν καν αρχίσει. 

10. Ο πολυγαμικός

Δεν μπορεί να αποφασίσει ποιο θα πάρει. Τα παίρνει όλα. Τα αρχίζει μαζί. Έχει πέντε ανοιχτές μυθιστορηματικές πληγές στο κομοδίνο του. Παράλληλα δυο συλλογές διηγημάτων και τρία δοκίμια. Τον συμπονώ. 

Και για το τέλος ο πιο σοβαρός αναγνώστης, αυτός που είναι μέσα στην καρδιά μου, και εκεί που ανήκω κι ΕΓΩ. 

11. Ο σαβούρας

Διαβάζει ο,τι πέσει στα χέρια του, από τις ετικέτες στα σαμπουάν, ως την επιστημονική φαντασία, τα αστυνομικά, την βαριά κουλτούρα, τα δοκίμια, τα comics, δεν ζει και δεν ανασαίνει χωρίς γραπτό κείμενο. Ξεκινάει καινούριο βιβλίο το μεσημέρι, αν το προηγούμενο έχει τελειώσει το πρωί. Έχει πάντα βιβλίο στην τσάντα του, δυο τρία e-pubs στο κινητό του, χιλιάδες κατεβασμένα στο τάμπλετ. Έτσι ξεπερνάει τους κινδύνους. Γιατί δέκα λεπτά στο λεωφορείο χωρίς βιβλίο μπορεί και να του προκαλέσουν εγκεφαλικό.






                                                                             Κατερίνα Μαλακατέ




Υ.Γ. 42 Αν δεν αναγνωρίσατε τον εαυτό σας σε κανέναν τύπο, μην φοβάστε. Είναι που δεν γουστάρετε τα κλισέ. 




4/7/16

«Το μονοπάτι για τα βάθη του βορρά», Richard Flanagan



Ένα επικό βιβλίο που δεν θέλεις να αφήσεις από τα χέρια σου είναι «Το μονοπάτι για τα βάθη του βορρά» του Ρίτσαρντ Φλάναγκαν. Ένα μυθιστόρημα, για τον πόλεμο και τον έρωτα, αλλά κυρίως για την ανθρώπινη φύση, που κάθε κατάσταση την αντιλαμβάνεται και την διαχειρίζεται διαφορετικά. 

Ο Ντορίνγκο Έβανς είναι ένας νεαρός Αυστραλός γιατρός που αναγκάζεται να φύγει για τον πόλεμο. Πίσω αφήνει την πολύ όμορφη, χαριτωμένη και αξιόλογη και πλούσια αρραβωνιαστικιά του Έλλα, για την οποία νιώθει συμπάθεια, και την Έιμι, την γυναίκα του θείου του για την οποία νιώθει ανεξέλεγκτο ερωτικό πάθος. Το μεγαλύτερο μέρος του Πολέμου θα το περάσει αιχμάλωτος των Ιαπώνων, στην Ταϋλάνδη, πάνω στην Γραμμή. Οι Ιάπωνες, με το όραμα μιας ανέφικτης σιδηροδρομικής γραμμής θα βάλουν τους αιχμαλώτους να δουλέψουν μέχρι θανάτου, σε συνθήκες πλήρους ασιτίας, με τις ασθένειες- την χολέρα, το μπέρι μπέρι- να τους θερίζουν. Η αγριότητα της κατάστασης θα αναδείξει την ανθρωπιά του Ντορίνγκο, μια ανθρωπιά κάπως αντισυμβατική, που θα τον κάνει όμως πολύ αγαπητό στους εξαθλιωμένους άντρες του. 

Γυρίζοντας στην πατρίδα οκτώ χρόνια μετά, ένας από τους ελάχιστους επιζήσαντες, ο Ντορίνγκο θα παντρευτεί την Έλλα, την οποία θα κερατώνει ανά πάσα στιγμή στην μνήμη του έρωτα του για την Έιμι, θα γίνει τυχαία λόγω ενός ντοκιμαντέρ «ήρωας». Θα ζήσει γεμάτη ζωή, όχι προσπαθώντας να ξεχάσει, αλλά ανά διαστήματα ξεχνώντας, με το μυαλό του πάντα στις λίγες στιγμές που ζήσαν με την γυναίκα που πραγματικά πόθησε. 

Το μυθιστόρημα είναι τόσο εξαιρετικό γιατί έχει αυτόν τον ήρωα. Ο Ντορίνγκο Έβανς, με τις αντιθέσεις και τα πάθη του, την μεγαλοψυχία και τις αδυναμίες του, είναι ένας ολοκληρωμένος χαρακτήρας, στιβαρός, πάνω στον οποίο στηρίζεται ένα λογοτεχνικό οικοδόμημα άρτιο αλλά όχι βατό. Δεν είναι για τους λιπόψυχους το βιβλίο του Φλάναγκαν, ο συγγραφέας αφήνεται να περιγράψει την φρικαλεότητα του Πολέμου, πηδά από εποχή σε κατάσταση, από ήρωα σε ήρωα. Αυτό είναι το ατού του, η λιτότητα μέσα στην πολυπλοκότητα. Είναι λυρικός αλλά δεν είναι μελό, είναι σπουδαίος αφηγητής αλλά δεν το επιδεικνύει. 

Από τα κορυφαία σημεία του βιβλίου είναι ο χειρισμός των Ιαπώνων και δη του διοικητή και βασικού βασανιστή των αντρών. Ο Νακαμούρα χρόνια μετά είναι ένας καλός άνθρωπος. Αυτό είναι το σοκαριστικό. Είναι ένας άνθρωπος που δεν έχει ξεχάσει, ούτε έχει δικαιολογήσει την φρίκη, ούτε νιώθει τύψεις για την φρίκη. Παρ’ όλη την φρίκη που την θεωρούσε μέρος απλά του Πολέμου, τελικά ήταν ένας καλοσυνάτος άνθρωπος. 

Νομίζω πως θα κάνω καιρό να ξεχάσω τον Ντορίνγκο Έβανς, τον άνθρωπο που δεν επεδίωξε να γίνει ήρωας, αλλά δεν τον χαλούσε κιόλας όταν έτυχε, τον ερωτευμένο που δεν ξέχασε, αλλά απιστούσε συστηματικά και ήταν μάλλον κακός με την γυναίκα του που δεν του έφταιξε σε τίποτα, δεν έφταιγε αυτή που δεν ήταν ερωτευμένος μαζί της. Ο Ντορίνγκο είναι αφόρητα ανθρώπινος. Ο έρωτας και ο πόλεμος είναι για τους ανθρώπους. Και μέσα σε αυτές τις γραμμές κρύβεται όλη η πίκρα του να βλέπεις την ζωή σου να ορίζεται από συνθήκες έξω από σένα. 

Δεν έχω διαβάσει κανένα άλλο βιβλίο του Φλάναγκαν. Νομίζω πως και τα δυο άλλα του μεταφρασμένα βιβλία στα Ελληνικά είναι εξαντλημένα. Αλλά θα τα αναζητήσω στο πρωτότυπο και θα τα διαβάσω. 


                                                                                         Κατερίνα Μαλακατέ



«Το μονοπάτι για τα βάθη του βορρά», Ρίτσαρντ Φλάναγκαν, μετ. Γιώργος Μπλάνας, εκδ. Ψυχογιός, 2015, σελ. 480

1/7/16

"Πνεύματα", Ευθυμία Ε. Δεσποτάκη



Επιτέλους ένας οίκος με προοπτικές ασχολείται με την λογοτεχνία του φανταστικού στην Ελλάδα. Την πραγματική, όχι αυτοί που γράφουμε εμείς που βρισκόμαστε στα όριά της, αλλά εκείνη που αντλεί από τα αντίστοιχα μυθιστορήματα του εξωτερικού, πατάει στον απίστευτο πλούτο της ελληνικής μυθολογίας και φτιάχνει ολοκαίνουρια, άφθαρτα σύμπαντα, που θυμίζουν αλλά και δεν θυμίζουν το δικό μας. 

Αρχή έκαναν οι mamaya με το Δράκων και τώρα συνεχίζουν με τα Πνεύματα της Ευθυμίας Δεσποτάκη κι αν κατάλαβα καλά, θα συνεχίσουν με βιβλία της ομάδας ΑΡΠΗ που μαζί με το www.sff.gr, κάνουν την πιο σοβαρή προσπάθεια στην Ελλάδα να συγκεντρωθεί και να ακμάσει η λογοτεχνία του φανταστικού.

Βρισκόμαστε λοιπόν στο βασίλειο της Αισωπείας. Ο στρατηγός Δάμας έχει νικήσει όλους τους άλλους δυο γενιές πριν και τώρα στην Δαμασινή Ιασώ, την πόλη που ιδρύθηκε για να τον τιμήσουν, επικρατεί ειρήνη. Ένας νεαρός με ταλέντο στην μηχανική, ο Παγκράτης- Απελλάτης εκ Δαμασινής- ζει με τον Εραστή του Θεόδωρο, έναν εφευρέτη που μοιάζει χαμένος στις σκέψεις του. Ο Παγκράτης ελίσσεται εξαιρετικά στο δύσκολο κοινωνικό σύστημα της Δαμασινής, ξέρει ανθρώπους, είναι εραστής της πιο ισχυρής χήρας. Η ζωή του θα αλλάξει όταν ένας Νεσίλιος πρίγκηπας θα εμφανιστεί στην Δαμασινή Ιασώ μαζί με την μάγισσα δούλη του κι έναν γέρο. 

Το βιβλίο εκτός από την πλούσια φαντασία, πραγματεύεται δύο μεγάλα θέματα και ακανθώδη. Το πρώτο είναι η επιστήμη, η μηχανική και η θρησκεία, σε σύνθεση και αντιπαράθεση. Η μαγεία του ενός, που γίνεται και δεν γίνεται θρησκεία, οι θεοί, που κάποτε ήτανε θνητοί, η επιστήμη και η μηχανική, που έρχεται αρωγός, που βοηθάει, αλλά παρά τον πόνο, δεν ορκίζεται. 

Το δεύτερο είναι η γνώση, ως πηγή καλού και κακού,η συγκέντρωσή της στα χέρια ποιου και γιατί. Οι βιβλιοθήκες που πρέπει ή δεν πρέπει να καούν, η ανάγνωση, ως φορέας ηθικής. 

Νομίζω πως στο σύμπαν των «Πνευμάτων» με κούρασαν οι πολλές λεπτομέρειες, που ξέρω όμως πως αρέσουν στους σκληροπυρηνικούς οπαδούς του fantasy. Με ενθουσίασε η μυθολογία που στήνεται, ακόμα κι αν κάποιες εκφάνσεις της μοιάζαν άσχετες με την δομή του συγκεκριμένου βιβλίου. Φαντάζομαι όμως πως θα είναι χρήσιμες στην συνέχεια, στις συνέχειες- ένα τέτοιο σύμπαν είναι κρίμα να πάει χαμένο. Επίσης θεωρώ κάπως άστοχο τον τίτλο. Είναι πολύ έξυπνος αν τον αναλογιστείς μετά την ανάγνωση του βιβλίου, αλλά για μένα θα ήταν απωθητικός, δεν θα έπιανα το βιβλίο αν δεν ήξερα από πού προέρχεται και γιατί· κοινώς από την ιέρεια του ελληνικού μυθιστορήματος του φανταστικού.

Εν πολλοίς ελπίζω η προσπάθεια των εκδόσεων Mamaya να ευοδωθεί. Δεν είναι λίγοι οι οπαδοί του fantasy στην Ελλάδα, κι ως τώρα οι Έλληνες συγγραφείς του δεν είχαν τύχει και της καλύτερης μεταχείρισης. Ήρθε η ώρα τους. 



                                                                                 Κατερίνα Μαλακατέ




"Πνεύματα", Ευθυμία Ε. Δεσποτάκη, εκδ.Mamaya, 2016, σελ. 327