Νομίζω πως όταν μιλάμε για το "Νέο Μεγάλο Αμερικάνικο Μυθιστόρημα" μιλάμε για λάθος Τζόναθαν. Γιατί με πολύ απλά λόγια, θα έπρεπε να μιλάμε για τον Τζόναθαν Σάφραν Φόερ. Το «Extremely loud and incredibly close» το διάβασα στα ελληνικά γιατί το αγόρασα σε βιβλιοπωλείο-υπερκατάστημα όπου ήταν το μόνο που μου κίνησε το ενδιαφέρον. Το μετάνιωσα, σχεδόν θέλω να το ξαναδιαβάσω και στην αυθεντική του γλώσσα.
Όταν πρωτοδιάβασα κριτικές για αυτό το βιβλίο, δεν κρύβω πως φοβήθηκα, Αμερικανός που γράφει για την 11η Σεπτεμβρίου, το μυαλό μου γέμισε ευχολόγια, κακά μοιρολόγια και λατρεία για το σημείο της καταστροφής σε μορφή υστερίας. Εγώ ως μη Αμερικανίδα, πριν συνειδητοποιήσω το μέγεθος της καταστροφής ένα απόγευμα που έπινα καφέ στο πατρικό μου, σχεδόν είχα χαρεί από την έκπληξη που έβλεπα κάποιον να τα βάζει με την υπερδύναμη. Μετά ήρθαν τα υπόλοιπα συναισθήματα, η πίκρα κι ο θυμός που χάθηκαν τόσοι άνθρωποι. Φοβήθηκα λοιπόν πως δεν θα μπορούσα να ταυτιστώ.
Κι όμως μπόρεσα. Αφηγητής ο εννιάχρονος Όσκαρ, που έχασε τον πατέρα του στους Πύργους και προσπαθεί να συνέλθει. Πρωταγωνιστές αυτός, ο μπαμπάς του, ο παππούς και η γιαγιά του, επιζήσαντες του βομβαρδισμού της Δρέσδης, η Νέα Υόρκη. Η θλίψη μέσα από τα μάτια ενός παιδιού είναι ύπουλη, γεμάτη γλυκιά αφέλεια, αλλά ο Όσκαρ δεν είναι ένα οποιοδήποτε παιδί, έχει τις εμμονές του, την προσκόλληση του στο ντέφι του, φτιάχνει ένα ολόκληρο άλμπουμ με πράγματα που του έχουν συμβεί, κι είναι γεμάτο σκληρά αποκόμματα εφημερίδων, στέλνει γράμματα στον Στήβεν Χόκινς. Ο Όσκαρ αλωνίζει όλη τη Νέα Υόρκη, γιατί βρήκε ένα κλειδί σε ένα βάζο στην ντουλάπα του πατέρα του μέσα σε ένα φάκελο που έγραφε Black κι αποφασίζει να επισκεφτεί όλους τους Μπλάκ της πόλης. Κι έχει έναν παππού που έχασε την λαλιά του στο βομβαρδισμό της Δρέσδης, μια γιαγιά που προσπαθεί να επιβιώσει από τις μνήμες. Γιατί οι πράξεις εκδίκησης πάνω στα κεφάλια αθώων αφήνουν κι αυτές θύματα όπως όλες οι άλλες.
Το διάβασα αχόρταγα, μέσα σε λίγες μέρες, δεν ήθελα να το αφήνω για πολύ. Γιατί πέρα από τον πολιτικό συμβολισμό, από τη Δρέσδη και τη Νέα Υόρκη, ο Όσκαρ Σελ είναι ένας εκπληκτικός λογοτεχνικός ήρωας κι η ιστορία του αξιοδιάβαστη. Όσο για τον αφηγηματικό τρόπο του συγγραφέα, πρωτοπρόσωπη αφήγηση μέσα από τα μάτια ενός 9χρονου, γράμματα σε έναν αγέννητο και άγνωστο γιο (από τον άλαλο παππού) και σε έναν γεννημένο και πολύ αγαπημένο γιο (από την πανταχού παρούσα αλλά και διακριτικά απούσα μητέρα), δεν έχω παρά θαυμασμό. Λίγοι μπορούν να σπάσουν έτσι την αφήγηση κι όμως να μη χάσει τίποτε από την συνοχή και τη φρεσκάδα της.
Υ.Γ. Δεν θέλω να δω την ταινία.




