8/11/12

Κρατικά λογοτεχνικά βραβεία



Ανακοινώθηκαν σήμερα οι υποψηφιότητες για τα κρατικά βραβεία λογοτεχνίας. Σε γενικές γραμμές δε διαβάζω επαρκή ποσότητα βιβλίων από την ελληνική παραγωγή  κάθε χρόνου για να έχω άποψη. Φέτος όμως χάρηκα πολύ με την υποψηφιότητα του βιβλίου του Γ. Ξενάριου, "Στην άκρη του κόσμου", κι είπα να το μοιραστώ....

 ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ 
  • Χρήστος Αγγελάκος,  «Το δάσος των παιδιών », εκδόσεις Μεταίχμιο.
  • Ισίδωρος Ζουργός, «Ανεμώλια», εκδόσεις Πατάκης.
  • Μιχάλης Μοδινός, «Η σχεδία», εκδόσεις Καστανιώτης.
  • Κώστας Μουρσελάς, «Στην άκρη της νύχτας », εκδόσεις Πατάκης.
  • Γιώργος Ξενάριος, «Στην άκρη του κόσμου», εκδόσεις Κέδρος.
  • Αλέξης Πανσέληνος, «Σκοτεινές επιγραφές», εκδόσεις Μεταίχμιο.
  • Γιώργος Συμπάρδης, «Υπόσχεση γάμου,», εκδόσεις Μεταίχμιο.

ΠΡΩΤΟΕΜΦΑΝΙΖΟΜΕΝΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ 

  • Κυριάκος Γιαλένιος, «Η νόσος των εραστών», εκδόσεις Μελάνι.
  • Θωμάς Ιωάννου, «Ιπποκράτους 15», εκδόσεις Σαιξπηρικόν.
  • Αλέξιος Μάινας, «Το περιεχόμενο του υπολοίπου», εκδόσεις Γαβριηλίδης.
  • Βασιλική Πέτσα, «Θυμάμαι», εκδόσεις Πόλις.
  • Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος, «Η διάβολος», Εκδόσεις των φίλων.
  • Δημήτρης Τανούδης, «Σπασμός», εκδόσεις Νεφέλη.
  • Θωμάς Τσαλαπάτης, «Το ξημέρωμα είναι σφαγή κύριε Κρακ», εκδόσεις Εκάτη.

Για το σύνολο των υποψηφιοτήτων πατήστε εδώ. 




7/11/12

"Ο Παραγιός", Robert Walser



Ο Μάρτι Γιόζεφ παρουσιάζεται στο σπίτι του μηχανικού Τόμπλερ για να δουλέψει ως βοηθός του μόλις απολύεται από το στρατό. Γρήγορα γίνεται  αναπόσπαστο μέλος της αστικής οικογένειας που μένει σε ένα πανέμορφο σπίτι λίγο έξω από ένα χωριό και αγαπά τα όμορφα πράγματα, το ωραίο φαγητό, το καλό ποτό, τα πούρα και τις διασκεδάσεις. Του φαίνεται πως δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις μιας τόσο καλής δουλειάς και τα βράδια ψέγει τον εαυτό του για τις αδυναμίες του.

Σύντομα όμως θα φανούν οι αδυναμίες του εργοδότη του, ενός μηχανικού που κληρονόμησε μεγάλη περιουσία και την έριξε όλη στην αγορά της βίλας του και στην προώθηση των εφευρέσεων του -ένα ρολόι με φτερά για διαφημίσεις, ένας αυτόματος πωλητής σφαιρών, μια αναπηρική καρέκλα. Ο Τόμπλερ είναι ένας άνθρωπος που αγαπά την καλή ζωή, παραγγέλνει πανάκριβα κρασιά, βάζει να χτίσουν πύργους και σπηλιές στο σπίτι του, αλλά δεν έχει μια για να ξεπληρώσει κανέναν, χρωστάει σε όποιον μιλά Γερμανικά, είναι οξύθυμος, του αρέσουν τα επαγγελματικά «ταξίδια», να περνά ώρες στο καπηλειό. Η γυναίκα του και τα τέσσερα παιδιά μένουν σπίτι. Ο Γιόζεφ γίνεται μέρος της οικογενειακής ζωής, περνά φάσεις κυκλοθυμίας, ανέχεται να μην τον πληρώνουν αλλά παρ’ όλα αυτά να τον ταπεινώνουν, μαθαίνει να αποφεύγει τους πιστωτές του αφεντικού του, θέλει να πει κάτι στην κυρία του για το ένα της παιδί, τη Συλβί, που την κακομεταχειρίζονται, αλλά σιωπά. Φέρεται αλλοπρόσαλλα, ταιριαστά με αυτό που συμβαίνει γύρω του. Και η κυρία Τόμπλερ κάνει αυτό που προστάζει η εποχή : δε μιλά, δεν αντιτίθεται, δέχεται στωικά την αμυαλιά του άντρα της, κρατά ρόλο σχεδόν διακοσμητικό.

Ο Ρόμπερτ Βάλζερ, που υπήρξε κι ο ίδιος βοηθός ενός μηχανικού στα νιάτα του, αντλεί προφανώς αυτοβιογραφικά στοιχεία για να γράψει. Ασκεί κριτική στην δομή της οικογένειας, στην δουλειά, στην κοινωνία. Και τον κάνει σε μια εποχή (ο Βάλζερ γεννήθηκε ακριβώς εκατό χρόνια πριν από μένα) που κάτι τέτοιο δεν είναι αυτονόητο. Με γοήτευσε πιο πολύ από όλα η σχέση του Γιόζεφ με τον Τόμπλερ, ενώ κανείς θα περίμενε ο βοηθός να τρέφει κακία για το αφεντικό του, αντίθετα τα αισθήματά του είναι αυτά της αγάπης, της υποταγής, των ενοχών μήπως δεν έκανε τη δουλειά του αρκετά καλά. Κι ας είναι απλήρωτος.

Το μυθιστόρημα ρέει, είναι ευκολοδιάβαστο και σε παρασέρνει στην ατμόσφαιρα μιας εποχής όχι τόσο μακρινής όσο φαίνεται. Ξεκίνησα το βιβλίο έχοντας κατά νου πως τον Βάλζερ τον λάτρεψε ο Κάφκα, ο Κανέττι, ο Έσσε, ο Σέμπαλντ, ο Βίλα- Μάτας ∙ και ο «Παραγιός» κατόρθωσε παρ’ όλες τις τόσο μεγάλες προσδοκίες να μη με απογοητεύσει. Αυτό κι αν είναι επίτευγμα.   


Υ.Γ. Τα Γερμανικά μου είναι κάτω του μετρίου, πάντως το “Der Gehülfe” δεν θα το μετέφραζα «Ο Παραγιός», θα το έλεγα «Ο Βοηθός».  


"Ο Παραγιός", Ρόμπερτ Βάλζερ, μετ. Ιάκωβος Κοπερτί, εκδ. Ηριδανός, 1992, σελ. 317


5/11/12

Ε..Ε..Έφτασαν....

Μόλις ήρθαν ζεστά και λαχταριστά από την Πολιτεία.



Και τώρα πρέπει πρώτον να βρουν χώρο στη βιβλιοθήκη και δεύτερον να αποφασίσω ποιό θα ξεκινήσω πρώτο.Υποχρεώσεις....



3/11/12

Για όσους ακόμα δεν το πήραν χαμπάρι : ραδιοφωνική εκπομπή για το βιβλίο από το librofilo.

Κι επειδή οι εκπομπές για το βιβλίο σπανίζουν και μάλιστα από ανθρώπους που πραγματικά αγαπάνε το βιβλίο όπως ο librofilo, ακούστε http://amagiradio.com/ κάθε Σάββατο 2 με 4. Σήμερα καλεσμένος του ο Δημήτρης Μαμαλούκας. Οι δυο προηγούμενες εκπομπές ήταν πραγματικά καλές.


1/11/12

"Λαγνεία", Elfriede Jelinek




Η γραφή της Γέλινεκ είναι απάλευτη. Τόσο απλά, είναι μια γραφή κλινικής και νοσηρής ακρίβειας, όπου σε μονόλογο σχιζοφρενούς η συγγραφέας παραθέτει τις πιο φρικαλέες λεπτομέρειες σα να περιγράφει κοσμικό δείπνο σε περιοδικό μόδας, τόσο αδιάφορα. Η βωμολοχία δεν υπάρχει, γιατί όλες οι λέξεις χάνουν κάποια από τη δύναμή τους στη συσσώρευση, μετά από μερικές σελίδες εξοικειώνεσαι με το γεγονός πως η επόμενη πρόταση μπορεί να περιέχει την πιο σαδιστική σκηνή από καταβολής κόσμου.

Η ιστορία έχει ως εξής, σε μια επαρχιακή πόλη ο διευθυντής του τοπικού εργοστασίου είναι ο θεός, καθορίζει τις τύχες των ανθρώπων χωρίς ούτε μια σκέψη, γαμάει τη γυναίκα του με όλους τους σαδομαζοχιστικούς τρόπους χωρίς να τη ρωτά, παντού και πάντα, απαιτεί από το γιο του να είναι ταυτόχρονα το πιο απασχολημένο και το πιο αντιπαθές παιδί του χωριού. Απομακρύνει το γιο από τη μητέρα, κάνοντας τον όμοιο του κι εκείνη την οδηγεί στην απάθεια, αφού αφήνεται να την τρυπά κάθε τόσο με το ευμεγέθες όργανό του, ίσα ίσα για τα λούσα και τα λεφτά. Η κατάληξη της Γκέρτι είναι τραγική, δίχως καν εκείνη να το καταλάβει. Και το τέλος η πιο φρικιαστική σκηνή που έχω διαβάσει∙ και το χειρότερο όχι για αυτό που περιγράφει, που είναι αδιανόητο, αλλά για τον τρόπο που το κάνει.

Νομίζω πως αν κατατάσσαμε τους συγγραφείς βάσει προσωπικού ύφους η Γέλινεκ θα κέρδιζε με άνεση την πρώτη θέση, κανείς άλλος δεν γράφει όπως αυτή, δεν τολμά να θίξει θέματα όπως εκείνη. Τα όρια της σεξουαλικότητας, ο τρόπος που κατανέμεται η δύναμη ανάμεσα στους ανθρώπους- μέσα στα πλαίσια της οικογένειας, του χωριού, της πόλης, της χώρας κ.ο.κ. - η σαδιστική φύση μας, της βγαίνουν αβίαστα, λες και ξεκινά ένα ποτάμι από μέσα της και πρέπει να πει και την χειρότερη αισχότητα που συμβαίνει, να την ξεσκεπάσει. Μπορεί να το τραβά στα άκρα, δε νομίζω πως οι περιγραφές της για το σεξ, αποτρόπαιες, εκφράζουν τη μέση σεξουαλική σχέση. Όμως για τη συγγραφέα το θύμα είναι και θύτης, κανείς δεν είναι άμοιρος ευθυνών, όσο άβουλος κι αν είναι. Κι αυτό απαλύνει τις υπερβολές στη φρίκη.

"Λαγνεία", Ελφρίντε Γέλινεκ, μετ. Λευτέρης Αναγνώστου, εκδ. Εκκρεμές, 1999, σελ.260


30/10/12

"Δημιουργική γραφή" στο ελληνικό πανεπιστήμιο;


Χθες το απογευματάκι ανηφόρισα (με κάποιο κόπο - δεν είμαι πια καμιά παιδούλα) στους Αέρηδες στην Πλάκα, γιατί το Ελληνοβρετανικό Συμβούλιο και το ΕΚΕΒΙ οργάνωναν μια ανοιχτή συζήτηση με Άγγλους και Έλληνες συγγραφείς για τη δημιουργική γραφή. Μέρος ενός διήμερου εργαστηρίου (στο οποίο δε συμμετείχα) , η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από δυο άξονες. Ο πρώτος, αν η δημιουργική γραφή διδάσκεται και αν βγαίνουν συγγραφείς άξιοι λόγου από αυτή τη διαδικασία. Δεύτερον, γιατί και τέτοιο δεν υπάρχει στην Ελλάδα σε πανεπιστημιακό επίπεδο όπως στην Αγγλία κι αν θα ήταν είναι σκόπιμο να γίνει μέρος της ανώτατης εκπαίδευσης ένα τέτοιο αντικείμενο.

Οι δυο Άγγλοι συνομιλητές (Rachel Cusk και Adam Baron)- καθηγητές και οι δυο στο Κίνγκστον σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα δημιουργικής γραφής- ήταν αναφανδόν υπέρ∙ μέχρι προσηλυτισμού. Το Κίνγκστον έχει άλλωστε ένα low residency course, όπου σπουδάζεις από μακριά και πας στην Αγγλία μόνο δυο εβδομάδες τον χρόνο και ενθαρρύνει την πολυπολιτισμικότητα –αρκεί να γράφεις στην αγγλική γλώσσα, καταλαβαίνετε…

Οι Έλληνες  (ο Βαγγέλης Ραφτόπουλος και η Αμάντα Μιχαλοπούλου) ήταν πιο προσγειωμένοι στην ελληνική πραγματικότητα, αναγνωρίζοντας πάντως πως το να κάνει κανείς δέκα τρίωρα σεμινάρια το εξάμηνο δεν ισοδυναμεί με «σπουδή στο αντικείμενο» παρά με μια γεύση. Επίσης ξέροντας πως αυτά τα σεμινάρια καμιά φορά προσελκύουν κόσμο που δεν ξέρει πώς να περάσει τον χρόνο του και γράφει λίγο κρατούσαν πιο μικρό καλάθι.

Η γνώμη μου είναι πως ένα πανεπιστημιακού επιπέδου τμήμα δημιουργικής γραφής στην Ελλάδα μοιάζει στην παρούσα φάση με επιστημονική φαντασία, όταν στα πανεπιστήμια λείπουν τα βασικά. Από την άλλη, ίσως λόγω και της ροπής μας προς τη γαλλική κουλτούρα που προστάζει τους συγγραφείς να κινηθούν μακριά από φόρμες και κανόνες στην τέχνη τους, αμελήσαμε να γίνει κάτι τέτοιο όταν ήταν δυνατό. Πιστεύω πως αν η επιλογή υπήρχε το 1996 που έδινα πανελλήνιες η ζωή μου θα είχε πάρει τώρα διαφορετική ρότα. Και για αυτό λυπάμαι…