29/11/12

"Αξολότλ και άλλα διηγήματα", Julio Cortázar





Ό,τι και να γράψω για τον Κορτάσαρ, μάλλον θα θεωρηθώ προκατειλημμένη. Θα πω λοιπόν πως το σμίξιμο πραγματικού και φανταστικού στα διηγήματά του μου ταιριάζει πιθανότατα περισσότερο από ότι του Μπόρχες. Κι αυτό για μένα που μεγάλωσα με τα διηγήματα του παππού Χόρχε κι ούτε μπορώ να θυμηθώ πόσες φορές τα έχω διαβάσει, είναι σημαντική δήλωση.

            Στο «Αξολότλ και άλλα διηγήματα» περιλαμβάνονται 19 κείμενα που έγραψε ο Κορτάσαρ σχεδόν σε όλη του τη ζωή. Παρ’ όλα αυτά το γράψιμό του δείχνει μια θαυμαστή συνέχεια, ακολουθεί έναν βασικό κανόνα, μας κοιμίζει στην αρχή με μια πραγματική ιστορία, εντελώς ρεαλιστική μέχρι να μπει σαν κλέφτης το φανταστικό και να μας πάρει από το χέρι σε άλλα σύμπαντα. Δε βαρέθηκα σε καμιά, αν όμως έπρεπε κάποιες να ξεχωρίσω, αυτές θα ήταν :

 «Η άλλη. Ημερολόγιο της Αλίνα Ρέγες», ένα διήγημα  για μια όμορφη γυναίκα που νιώθει να την καλεί ο άλλος της εαυτός, κουρελής και πένης κάπου σε μια γέφυρα της Βουδαπέστης.

«Η υγεία των αρρώστων», μια ιστορία για μια γυναίκα τόσο άρρωστη που όλοι ακροπατούν δίπλα της, δεν της λένε πως πέθανε ο γιος της, ούτε πως είναι άρρωστη η αδελφή της, μπαίνουν στην υποκρισία τόσο καλά που γίνεται η ζωή τους.

«Το τέλος του παιχνιδιού», όπου τρία κοριτσάκια κάνουν τα «αγάλματα» για να τους βλέπουν οι επιβάτες του τρένου που περνά.

«Η δεσποινίς Κόρα», όπου ένα αγόρι μπαίνει στο νοσοκομείο για μια απλή εγχείρηση ρουτίνας για σκωληκοειδίτιδα κι αναπτύσσει μια περίεργη σχέση με την παρ’ ολίγο συνομήλικη του νοσοκόμα.

Αν και ο Μπόρχες είπε πως κανείς δεν μπορεί να αφηγηθεί την περίληψη μιας ιστορίας που έγραψε ο Κορτάσαρ, εγώ τα κείμενα αυτά τα έχω βαθιά μέσα στο μυαλό μου. Δεν είναι μόνο διηγήματα γραμμένα με μοντέρνο τρόπο και δεξιοτεχνικό, είναι κείμενα υψηλής συγκινησιακής θερμοκρασίας. Με άλλα λόγια το ταλέντο ενός ανθρώπου που είναι γεννημένος γραφιάς βρίσκει χώρο στη μικρή φόρμα να φανερωθεί στην άγρια μορφή του, χωρίς να καταπιέζεται, με μια ομορφιά δυνατή και ταυτόχρονα οικεία. Ο  Χούλιο Κορτάσαρ δεν κάνει επίδειξη, είναι μεγάλος συγγραφές κι αυτό φαίνεται στην κάθε του λέξη.  

"Αξολότλ και άλλα διηγήματα", Χούλιο Κορτάσαρ, μετ. Ισμήνη Κανσή, εκδ. Πάπυρος, 2009, σελ.309

27/11/12

Reading is fun




Μεγάλωσα κι όμως ακόμα να καταλάβω τί με κάνει να ξετρελαθώ με ένα βιβλίο και τί να βαρεθώ. Δε μιλάω φυσικά για τα βασικά, ξέρω πια πως χαζοί διάλογοι για να φουσκώνουν οι σελίδες μιας ροζουλί ιστορίας αγάπης δεν μου κάνουν, πολλές φορές βαριέμαι και με τα αντρικά ευπώλητα, αστυνομικά και κατασκοπικά. Από κει και μπρος το χάος∙ διαβάζω «δύσκολα» βιβλία που μου βγαίνουν απνευστί,  «παγκόσμια αριστουργήματα» που μου φαίνονται αφόρητα κλισέ, δεν καταφέρνω να τελειώσω βιβλιαράκια της μοδός, κι άλλοτε πάλι τριγυρνάω με ένα τούβλο 1200 σελίδων στο χέρι και το ευχαριστιέμαι. Παλιά πίστευα πως έχει να κάνει με τη διάθεσή μου και μόνο. Έπειτα άρχισα να βαυκαλίζομαι, όσο πιο πολύ διαβάζω τόσο οι σαχλαμάρες με κάνουν να βαριέμαι και με ενδιαφέρουν τα σημαντικά. Ναι, εντάξει, παίζουν ρόλο κι αυτά, πιο πολύ όμως μετράει η σχέση που αναπτύσσω με το βιβλίο.

Τους τελευταίους μήνες ήμουν στη χειρότερη διάθεση που μπορεί να φανταστεί άνθρωπος. Δεν ευχαριστιόμουν τίποτα, έπεφτα από υπερδιέργερση σε αδράνεια και μετά ξανά από την αρχή, πότε έγραφα σα μανιακή, πότε τίποτα για μέρες. Όμως οι αναγνωστικές μου προτιμήσεις δε διαταράχθηκαν, διαβάζω ακόμα πολύ κι έχω την αίσθηση πως μόνον τότε ξαναγίνομαι αυτό που ήμουν πριν.

Δε θα σας μιλήσω για πλοκή, γλώσσα, ήρωες ένα βιβλίο είναι όλα αυτά και τίποτα μαζί. Δεν μπορώ να τα διαχωρίσω, να τα δω χώρια από το σύνολο, κάποτε δεν μου αρκεί μια επαρκής ιστορία κι άλλοτε δεν χρειάζομαι καν ιστορία. Κατέληξα πως αυτό που μετρά είναι το συναίσθημα και η λογική μου να συγκινούνται, να μπορώ αντικειμενικά σε πρώτο επίπεδο να δω τις αρετές και σε δεύτερο να ταυτιστώ, να νιώσω ένα. Κι αυτό δεν προϋποθέτει μια μαυρομαλλούσα μάνα με παιδί για ηρωίδα, το αντίθετο, μπορεί να ταυτιστώ με έναν εξωγήινο από τον πλανήτη Τραλφαμαντορ, έναν πυροσβέστη που καίει βιβλία, μια γριά που αργοπεθαίνει σε ένα τρελοκομείο ή ένα γεροντοπαλίκαρο που στα εξήντα θέλει να ζήσει τον ανεκπλήρωτο έρωτα.

Η τέχνη, όπως κι αν την αναλύσεις, όσο κι αν την ψειρίσεις, τη χωρίσεις στα συστατικά της και την αναδιοργανώσεις δεν παύει να απευθύνεται στον καθένα χωριστά. Δεν μπορεί να γεννά τα ίδια αισθήματα σε όλους, δεν χωρά πανανθρώπινα μηνύματα, ούτε μεγάλους κομπασμούς. Και η ανάγνωση δεν μπορεί παρά, πέρα από τις αναλύσεις και τις θεωρίες, να είναι πρωταρχικά ψυχαγωγίκη. Και απολαυστική.


25/11/12

Τί πρέπει να διαβάζουν οι συγγραφείς; Ό,τι τους αρέσει...



Μερικές φορές αναρωτιέμαι πως φαντάζονται οι άνθρωποι ότι γεννιέται η τέχνη. Για κάποιους είναι ίσως ένας στίχος που τον σκέφτεσαι τη νύχτα ή μέσα στο λεωφορείο και τον σημειώνεις στο πίσω μέρος των τσιγάρων σου. Για άλλους μια συνεχής σπουδή, στους κλασικούς, τους μοντέρνους, τους ξένους, τους ημεδαπούς. Ε, λοιπόν δεν είναι τίποτα από τα δύο, τουλάχιστον αποκλειστικά. Η γραφή δε μπορεί να είναι ούτε στιγμιαία έμπνευση δίχως δουλειά και γράψιμο, και σβήσιμο, και ξανά γράψιμο, ούτε κατάλογος με πρέπει. Ζω και αναπνέω για τη λογοτεχνία, αλλά οι δυο ιδιότητές μου, του αναγνώστη και του γραφιά, δεν είναι τόσο στενά συνδεδεμένες όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά.

Πιθανολογώ πως ξεκίνησα να γράφω από φυσική κλίση, αλλά και την αγάπη μου στην ανάγνωση. Συνέχισα να γράφω γιατί αυτό θέλω και μπορώ να κάνω. Η αναγνωστική πορεία του  κάθε συγγραφέα τον βοηθά να αγαπήσει την τέχνη του, να μεστώσει ως άνθρωπος- αναγκαστικά τα βιβλία που διαβάζει καθορίζουν κι αυτά την κοσμοθεωρία του- αλλά δεν προσδιορίζουν το γράψιμό του. Θεωρώ πως το «θαυμάζω έναν μεγάλο και τον αντιγράφω» έχει λίγα να δώσει στην πρωτοπορία, αντίθετα κανείς πατάει στο παλιό για να χτίσει το νέο χωρίς συμβιβασμούς ως προς τί είναι αυτό το παλιό. Το παλιό είναι αυτό που του αρέσει, χωρίς περιορισμούς, εθνικούς, υφολογικούς, είδους. Ό,τι έχει διαβάσει κανείς, ό,τι έχει γράψει βαραίνουν στη συνείδησή του, χάνονται στο ασυνείδητο, μπαίνουν και βγαίνουν από τα γραπτά του, όπως ακριβώς και τα βιώματά του, οι σκέψεις, ακόμα κι αυτό που άκουσε χθες στην τηλεόραση. Δεν μπορώ να διανοηθώ έναν συγγραφέα που δε διαβάζει, γιατί τότε μάλλον δεν αγαπά τη λογοτεχνία. Ούτε όμως μπορώ να φανταστώ γραφιά με «αναγνωστικό πρόγραμμα» και ειδική «κούρα συγγραφέων» που θα καθορίσει το πώς θα γράφει∙ θα ήταν απίθανο μάλλον και δε θα το ευχόμουν εκτός των άλλων.


   

23/11/12

«Καντίς για ένα αγέννητο παιδί», Imre Kertész





Όταν πρωτοδιάβασα το «Καντίς για ένα αγέννητο παιδί»- λίγο μετά την εποχή που πήρε ο Ίμρε Κέρτες το Νόμπελ- ήμουν σε μια διαφορετική φάση ζωής κι η stream of consciousness γραφή του, που μου θύμισε έντονα Μπέρνχαρντ, με άγγιξε αλλά δε με συγκλόνισε. Κοντά δέκα χρόνια μετά ξαναγύρισα στο Καντίς, γιατί μάλλον είχαμε αφήσει ανοιχτούς λογαριασμούς κι η κραυγή του συγγραφέα είχε πάνω μου πολύ μεγαλύτερο αντίκτυπο.

Η νουβέλα ξεκινά με ένα εμφατικό «Όχι», όχι στη συνέχιση της ζωής, στη διαιώνιση του είδους, στην προσπάθεια για ένα παιδί. Όχι στην ίδια την επιβίωση. Όπως και στο «Ο άνθρωπος δίχως πεπρωμένο», ο συγγραφέας μας λέει εμφατικά πως μετά την εμπειρία του στο Άουσβιτς δε θέλει να συνεχίσει να ζει ∙ έχοντας ζήσει αυτήν την αγριότητα, αυτή την εξαθλίωση, δε θέλει να εξακολουθήσει να είναι άνθρωπος και πολύ περισσότερο να φτιάξει ένα άλλο ανθρώπινο ον.

Ο λόγος του Κέρτες, μακροπερίοδος, γεμάτος επαναλήψεις, δυσκολεύει την ανάγνωση (πιθανώς και τη μετάφραση), δε μιλάμε για ένα βιβλίο που θα το ρουφήξεις, αλλά για μια επίμονη προσπάθεια κατάδυσης σε μια ψυχή ανεξίτηλα στιγματισμένη. Ο αποτυχημένος γάμος, οι δυσκολίες στην καριέρα,  η εβραϊκότητά του, γίνονται σημαία για την τέχνη του, αφορμή, αιτία, δικαιολογία για την άρνηση, την επιθυμία του να παραμείνει στη μιζέρια.

Ως τώρα δεν έχω διαβάσει βιβλίο του Κέρτες που να μην είναι αυτοβιογραφικό. Αυτό κάποτε πίστευα πως είναι μειονέκτημα, δείχνει έλλειψη φαντασίας και ίσως αντίκειται στον ορισμό της τέχνης. Γραφιάδες σαν κι αυτόν όμως με κάνουν να αλλάξω γνώμη, δε χρειάζεται πάντα ένας φανταστικός κόσμος για να συγκαλύψεις την αλήθειά σου, μπορείς να την πεις ανοιχτά, βασανιστικά, φορτικά. Ειδικά όταν αυτή κρύβει τόσο πόνο.

«Καντίς για ένα αγέννητο παιδί», Ίμρε Κέρτες, μετ. Μάγκυ Κοεν, εκδ Καστανιώτη, 2003

* το κείμενο δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό λογοτεχνικό περιοδικό bookstand

20/11/12

"Η χρονιά της μαγικής σκέψης", Joan Didion





Επώδυνο, επώδυνο, επώδυνο∙ αυτές οι τρεις λέξεις μπορούν μόνο να χαρακτηρίσουν την ανάγνωση του βιβλίου της Τζόαν Ντιντιον «Η χρονιά της μαγικής σκέψης» τόσο κοντά σε ένα δικό μου πένθος. Η συγγραφέας με μια καθαρή, σχεδόν δημοσιογραφική γραφή περιγράφει πώς ανταπεξήλθε τη χρονιά που πέθανε από ανακοπή ο άντρας της, με τον οποίο ήταν πολύ στενά συνδεδεμένοι και παντρεμένοι για κοντά σαράντα χρόνια. Στις 30 Δεκεμβρίου του 2003 κι ενώ η κόρη της Κιντάνα είναι στην εντατική σε σηπτικό σοκ λόγω μιας γρίπης που εξελίχθηκε άσχημα, ο Τζον  πέφτει νεκρός όσο τρώνε το βραδινό τους. Η ίδια η σκηνή του θανάτου του, το τι ακολούθησε, η φροντίδα της κόρης της που η υγεία της ολοένα επιδεινωνόταν, είναι το θέμα του βιβλίου που δεν είναι τίποτα άλλο από ημερολόγιο καταστρώματος μιας γυναίκας που αυτό ξέρει να κάνει καλά, να γράφει, και αυτόν μόνον τον τρόπο έχει στα δύσκολα για να επιβιώνει.

Τι κάνει το βιβλίο της Ντίντιον εκπληκτικό; Μα ο ίδιος ο πόνος. Έχοντας πρόσφατα βιώσει μια ανάλογη ξαφνική απώλεια, μπήκα για λίγο στα παπούτσια της μαμάς μου που κι εκείνη έχασε το ταίρι της των τελευταίων σαράντα χρόνων, τον κολλητό, τον αδελφό, τον σύντροφό της μέσα σε μια στιγμή. "Η ζωή αλλάζει γρήγορα. Η ζωή αλλάζει κάθε στιγμή που περνάει. Κάθεσαι για δείπνο κι η ζωή που ήξερες τελειώνει", λέει η ίδια. Συχνά χρειάστηκε να το κλείσω- η σκηνή που μια μέρα μετά κορφολογείς το πορτοφόλι του ανθρώπου σου (μέσα όπως κι ο μπαμπάς μου είχε διάφορες κάρτες, επαγγελματικές ταυτότητες και την καρτούλα του βηματοδότη- απινιδωτή – της ίδιας μάρκας αν είναι δυνατόν) είναι τόσο φρικτά καταγεγραμμένη στις δικές μου μνήμες, που μου ήταν αδύνατον να την ακολουθήσω- κι άλλες φορές έβαλα τα κλάματα. Κλάματα που όπως και στη Ντίντιον δεν μου έρχονται εύκολα, αντίθετα η αίσθηση του συνεχούς ιλίγγου που περιγράφει μου είναι απείρως πιο οικεία.

Ο θάνατος καταγράφεται στις (εξω)πραγματικές του διαστάσεις, το πένθος σαν αυτό που είναι, μια κρίση παραφροσύνης. Ταυτίστηκα με πολλά, κυρίως όμως  με την πεποίθηση πως αν με κάποιον τρόπο μπορούσες να γυρίσεις πίσω την ταινία, κάτι θα άλλαζες κι ο θάνατος δεν θα ερχόταν ∙ και την  ενοχή, μήπως αν τον είχα σύρει στο γιατρό, φαινόταν κουρασμένος, εκείνος το έλεγε, ο χρόνος μου είναι δανεικός. Και τελικά  με  την αδυναμία να αποδεχτείς την απώλεια, με την σιγουριά πως ο άλλος θα φανεί από τη γωνία, με  την αίσθηση πως είσαι εύθραυστος και μόνος, με αυτό βλέμμα που  συναντάς στα μάτια εκείνων μόνο που το έχουν βιώσει και που πριν δεν το αναγνώριζες καν.

Δεν ξέρω πως θα αξιολογούσα πριν 3 μήνες αυτό το βιβλίο, μπορεί να το έβρισκα υπερβολικό, ίσως κάπως κλινικό, άλλοτε τραβηγμένο από τα μαλλιά. Τρεις μήνες μετά ξέρω πως είναι αληθινό. 

"Η χρονιά της μαγικής σκέψης", Τζόαν Ντίντιον, μετ Ξένια Μαυρομάτη, εκδ. Κέδρος, 2011, σελ. 272

Υ.Γ. Όταν πρωτοείδα το βιβλίο στην ανάρτηση της αναγνώστριας είχα αποφασίσει να μην το διαβάσω. Δεν ξέρω αν μου έκανε καλό ή κακό. Μπορεί να ήταν κάθαρση, μπορεί να με βουλιάξει για λίγο. Ίδωμεν. 



18/11/12

"Rewind", Μαρία Ξυλούρη





To «Rewind» η Μαρία Ξυλούρη το εξέδωσε στα 26 της και φαντάζομαι  πως θα το έγραψε ακόμα μικρότερη. Θα σταθώ σε αυτό το- κατά τα άλλα κάπως ρατσιστικό- ηλικιακά θέμα για να πω πως τη θαυμάζω∙ το πρωτόλειό της είναι ολοκληρωμένο μυθιστόρημα με εξελισσόμενους ήρωες, πλοκή και μια ωριμότητα που θα υποπτευόσουν πως προέρχεται από μεγαλύτερο συγγραφέα.

Πρωταγωνιστής του βιβλίου είναι ο Πέτρος, ένα αγόρι κοντά στα τριάντα που έχει ακόμα άλυτα θέματα με την οικογένειά του και δυσκολεύεται στις σχέσεις με τους γύρω του.  Η μητέρα του έχει πεθάνει και ο πατέρας του ζει με τη μητριά του, που είναι χρόνια σε άγρυπνο κώμα, φυτό μεταξύ ζωής και θανάτου. Η πλοκή πηγαίνει σχετικά αργά, ο Πέτρος όμως είναι ενδιαφέρον χαρακτήρας, αν και κάπως άνισος∙ εστιάζει πολύ στην ιστορία του πατέρα και της μητέρας του και χάνονται οι άλλες πτυχές της προσωπικότητάς του.

Η γραφή της Ξυλούρη είναι μοντέρνα, εναλλάσσεται το πρώτο με το τρίτο πρόσωπο καθώς και η οπτική γωνία του αφηγητή ανύποπτα, κάποιες φορές πολύ επιτυχημένα, άλλες κάπως άγαρμπα. Τα θέματα που πραγματεύεται, η οικογένεια, η πολυπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων, η ευθανασία είναι σημαντικά κι ας φαντάζουν τετριμμένα. Το καλύτερο κομμάτι όλου του μυθιστορήματος είναι πάντως το εύρημα της απόκοσμης συγκατοίκου του Πέτρου που με ραμμένο το στόμα είναι η σκιά του σε ό,τι κι αν κάνει. Αυτό και μόνο αρκεί για να διακρίνει κανείς μια σπίθα, μια ελπίδα για το μέλλον της συγγραφέως. Και για αυτό το επόμενο της βιβλίο μπήκε ήδη στη λίστα με τα προσεχώς.

«Rewind», Μαρία Ξυλούρη, εκδ. Καλέντη, 2009, σελ.203


Υ.Γ. Η τελευταία σελίδα που μας εξηγεί τις αναφορές σε κείμενα και τραγούδια που διατρέχουν το βιβλίο δε μου άρεσε. Όποιος κατάλαβε, κατάλαβε, με το ζόρι συνδέσεις δεν γίνονται.

Υ.Γ.2 Εγώ το βιβλίο θα το έλεγα Μέι Ντέι. Έτσι, στα ελληνικοαγγλικά, σε πείσμα όλων.