17/10/12

"Sunset park", Paul Auster




Το 16ο βιβλίο του Paul Auster, “Sunset park”,  δεν είναι τόσο εντυπωσιακό όσο τα υπόλοιπα  δικά του που έχω διαβάσει- με κορυφαίο ως τώρα το “New York Trilogy”- αν και  από οποιονδήποτε άλλο θα έλεγα πως πρόκειται για ενδιαφέρον μυθιστόρημα. Όταν όμως έχεις μάθει να περιμένεις το ιδιοφυές, κάπως απογοητεύεσαι.

Τοποθετημένο στην εποχή της αμερικάνικης κρίσης το μυθιστόρημα πραγματεύεται την έλλειψη χρημάτων αλλά όχι μόνον. Κεντρικός ήρωας ο Μάιλς Χέλλερ, ένας 28χρονος που βρίσκεται να συγκατοικεί σε ένα καταπατημένο σπίτι στην Νέα Υόρκη με τον φίλο του Μπίνγκ Νέιθαν, που έχει ένα «Νοσοκομείο για σπασμένα πράγματα» του παλιού καιρού,  την Άλις, που τελειώνει το μεταπτυχιακό της στην φιλολογία και την Έλεν, που φιλοδοξεί να γίνει εικαστική καλλιτέχνης, αλλά δουλεύει ως μεσίτρια. Τους ενώνει η ένδεια σε μετρητό που τους αναγκάζει να μένουν στο ερειπωμένο και εγκαταλελειμμένο κτήριο. Η ιστορία του Μάιλς, που βρέθηκε στη Νέα Υόρκη μετά από χρόνια αποξένωσης από τους γονείς του, την μητριά και τον πατριό του, ξετυλίγεται σταδιακά, αν και σχεδόν από την αρχή ξέρουμε τι ήταν αυτό που τον έκανε να εγκαταλείψει το κολέγιο και τους αγαπημένους του επτά χρόνια πριν και να γυρίσει από Πολιτεία σε Πολιτεία κάνοντας δουλειές του ποδαριού. Ο Auster, μάστορας της γραφής, φροντίζει να αλλάζει συνεχώς την οπτική του αφηγητή, κρατώντας την τριτοπρόσωπη φωνή, κάθε φορά μας λέει την ιστορία από άλλο πρόσωπο, μας δείχνει την ωρίμανση του καθενός όσο προχωρά το βιβλίο.


Το μυθιστόρημα βουτά στα πάθη της ανθρώπινης ψυχής, την ενοχή, την απώλεια, την αποδοχή του αναπότρεπτου. Ακόμα μας διηγείται το αδιέξοδο των νέων που δυσκολεύονται να βρουν μια σταθερά, να καταλάβουν ποιοι είναι, τι θα ήθελαν από τη ζωή τους. Μου άρεσαν οι βιβλιοφιλικές αναφορές,  η σκιαγράφηση των χαρακτήρων, το ότι ασχολήθηκε με την κρίση. Δεν μου άρεσε ο τρόπος που κλιμακώνεται η ιστορία, η γραμμική ροή της αφήγησης, το τέλος που σε αφήνει ξεκρέμαστο και που δεν κατάφερα να ταυτιστώ με κανέναν από τους ήρωες. Ή μάλλον κάνω λάθος, εντελώς ακατανόητα ταυτίστηκα με τον 63χρονο πατέρα του Μάιλς,  Μόρις.

Αυτό είναι το μόνο μυθιστόρημα του Auster ως τώρα που με άφησε με χλιαρή διάθεση. Μένουν πολλά ακόμα που δεν έχω διαβάσει και φυσικά αυτά που θα γράψει ο συγγραφέας στον μέλλον. Στην αναμονή του επόμενου, λοιπόν.


"Sunset park", Paul Auster, faber and faber, 2010, pg. 308




15/10/12

Αυτό το τούβλο, τί να το κάνω;






Σκέφτομαι συχνά αν ο όγκος των βιβλίων με απωθεί ή με εξιτάρει. Έχω περάσει κι από τις δυο φάσεις, παλιότερα όσο μεγαλύτερο ήταν ένα μυθιστόρημα, τόσο μεγαλύτερη η χαρά μου, θα μου κρατούσε περισσότερο. Μετά με έπιασε μια φοβία, μήπως βαρεθώ στη διάρκεια, μήπως χάσω το ρυθμό μου. Το διάβασμα, όπως όλα τα πράγματα, θέλει ρυθμό. Για αυτό σε πολλές φάσεις δε διαβάζω, σα να το ξεχνάω για μια-δυο εβδομάδες κι έπειτα πάλι να χώνομαι στην έξη, να εγκλωβίζομαι από κάποια ιστορία και να καταβροχθίζω και τις επόμενες με την ίδια μανία. Ένα μεγάλο ανιαρό βιβλίο μπορεί να με πετάξει έξω από τη συνήθεια.

Είναι σίγουρα ευκολότερο να παρακολουθήσω μια καλή ταινία, να χαζέψω στην τηλεόραση, να χαζολογήσω στο ίντερνετ, ένα σωρό σειρήνες με φωνάζουν, ένας τεράστιος τόμος που δεν μπορώ να τον πάρω στο κρεβάτι μου-  σχεδόν πάντα διαβάζω ξαπλωμένη- είναι απωθητικός. Με τα χρόνια ανακάλυψα πως δεν με νοιάζει. Σίγουρα θα εξαρτηθεί και από τον όγκο του βιβλίου το αν θα το πιάσω τώρα ή αργότερα, αλλά δεν με επηρεάζει καταλυτικά. Έχω διαβάσει λεπτεπίλεπτα μικρά αριστουργήματα και ανιαρούς ογκόλιθους, τεράστια τούβλα που με κράτησαν ξάγρυπνη και δεν μπορούσα να τα αφήσω από τα χέρια μου και μικρές χαζομάρες που ακόμα κι οι πέντε σελίδες μου φαινόντουσαν αγγαρεία.

Τώρα πια το μόνο βιβλίο που με τρομάζει είναι ο Οδυσσέας. Και δεν έχει να κάνει με το μέγεθός του. Ή μάλλον έχει να κάνει ακριβώς με αυτό. 


12/10/12

Ποιός πήρε το Νόμπελ Λογοτεχνίας; Δεν τον ξέρω....





Η σχέση μου με τα Όσκαρ, ε…. συγγνώμη με τα Νόμπελ, είναι αν μη τι άλλο αντιφατική- και μιλώ φυσικά πάντα για το Νόμπελ λογοτεχνίας, γιατί για τα άλλα πλην του Ειρήνης δεν μπορώ να έχω άποψη.  Από την μια ως θεσμός μου δημιουργεί  δέος∙ η σκέψη πως ο Ελύτης και ο Σεφέρης είναι νομπελίστες με χαροποιεί. Από την άλλη όλο και συχνότερα τα χλευάζω. Δεν έχω καμία ιδέα ποιος είναι και τι έχει γράψει ο φετινός βραβευμένος, κινέζος Μο Γιάν, όμως έχω μια φριχτή υποψία πως πρόκειται πάλι για μια βράβευση με πολιτική και όχι με λογοτεχνική χροιά.
 Μέσα από τα Νόμπελ διάβασα Ντόρις Λέσινγκ, Ναντίν Γκόρντιμερ και Χέρτα Μύλερ, διάβασα όμως δυστυχώς και Λε Κλεζιό  Δεν μπορείς να διαφωνήσεις όταν δίνεται το βραβείο στον Πίντερ, τον Λιόσα ή τον Σαραμάγκου, από την άλλη είναι τόσοι αυτοί που το άξιζαν και δεν το πήραν ποτέ. Για να μη μιλήσουμε για το αντιαισθητικό σηματάκι του Καστανιώτη, σα στάμπα πάνω σε μοσχάρι, που χαλάει τα εξώφυλλα.
            Κακά τα ψέματα η ταμπέλα «Νόμπελ Λογοτεχνίας» πουλάει, τραβάει τα βλέμματα, οι βιβλιόφιλοι λίγο πολύ, έστω και από καθαρή περιέργεια, κάποιο βιβλίο του βραβευμένου θα διαβάσουν. Επίσης συνοδεύεται από ένα διόλου ευκαταφρόνητο χρηματικό έπαθλο, που πιθανώς κάποιοι από τους βραβευθέντες να μην δουν ποτέ από τις πωλήσεις των βιβλίων τους. Όμως ο θεσμός ολοένα και φθίνει στη συνείδησή μου, γίνεται μέρος ενός συστήματος που δεν μου αρέσει – ποιός ξεχνά τη βράβευση του Κίσινγκερ- και κινδυνεύει να γίνει μια αστειότητα, ένα μέρος της πολιτικής μπίζνας που αφορά όλον τον πλανήτη, μια αξία καταφρονεμένη και λειψή. Και είναι κρίμα. 

Όλοι οι βραβευμένοι λογοτέχνες βρίσκονται εδώ


10/10/12

"Οι ξένες λέξεις", Βασίλης Αλεξάκης



Μου πήρε μέρες να τελειώσω το μυθιστόρημα του Βασίλη Αλεξάκη «Οι ξένες λέξεις», αλλά το ευχαριστήθηκα. Η εμμονή του συγγραφέα με τη λέξη, την πρόταση, τη γλώσσα, φαίνεται ανάγλυφα στο βιβλίο, είναι το θέμα του. Και η αργή ανάγνωση με βοήθησε να το εμπεδώσω, νομίζω πως κατάλαβα και στο τέλος τις λίγες αμετάφραστες φράσεις στα σάνγκο.
Η υπόθεση έχει ως εξής, ο Νικολαΐδης είναι ένας συγγραφέας γεννημένος στην Ελλάδα που μετανάστευσε στην Γαλλία επί Χούντας κι έκτοτε έμεινε εκεί, γράφει τα μυθιστορήματά του και στις δυο γλώσσες ανάλογα με το θέμα και τα κέφια του, ό,τι γράφει στη μια το μεταφράζει και στην άλλη. Μετά το θάνατο του πατέρα του- εδώ υποβόσκει και η απώλεια ως θέμα- αποφασίζει να μάθει μια καινούργια ξένη γλώσσα και διαλέγει τα σάνγκο, μια γλώσσα που μιλάει ο πληθυσμός στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, που όμως δεν διδάσκεται επίσημα πουθενά, γιατί τα μικρά αφρικανάκια ακόμα και μετά την αναχώρηση των αποικιοκρατών, μαθαίνουν Γαλλικά στο σχολείο και μόνον. Τη διαλέγει τυχαία, σχεδόν από διαίσθηση, μάλλον γιατί μια αδελφή του πατέρα του ήταν μετανάστρια εκεί, αλλά καταλήγει να περνά πολύ χρόνο μαζί της, στην αρχή με το λεξικό και τη μέθοδο κι έπειτα στην ίδια την χώρα.
Η πλοκή είναι εσωτερική και πολύ αργή όσον αφορά τις καταστάσεις, είναι όμως ρέουσα σε σχέση με το πραγματικό θέμα που είναι η γλώσσα, πόσο επηρεάζεται από το ποιος τη μιλάει, και πόσο αλλάζει κι αυτή από τις εποχές, τις καταστάσεις, τους ανθρώπους. Ακόμα τη διαφορά ανάμεσα στην καθομιλουμένη και τη γραπτή εκδοχή, την αδυναμία να τη μάθεις ουσιαστικά αν δεν την ακούς. Και φυσικά το μεγάλο ερώτημα, μια γλώσσα που δεν έχει τα εφόδια να ανταποκριθεί στην τεχνολογική και επιστημονική πρόοδο πρέπει να αποκλείεται από τα σχολεία, είναι δυνατόν τα μικρά να διδάσκονται κάτι που δεν ξέρουν να μιλούν και τελικά πόσα πράγματα επιβάλλει η ίδια η αίσθηση της κατωτερότητας για την κληρονομιά μας.
Ο συγγραφέας κατάφερε να με βάλει σε σκέψεις για τη δομή της πρότασης και τη χρήση της κάθε λέξης∙ σκέψεις που κάνει κάθε ενήλικας που μαθαίνει μια ξένη γλώσσα, μου είχε συμβεί με τα γαλλικά που τα ξεκίνησα στο Πανεπιστήμιο, πόσο μάλλον μια γλώσσα τόσο διαφορετική σε νοοτροπία, προφορά και λεξιλόγιο. Α, και να με βάλει να κάνω αναζήτηση στο google για το αν τα σάνγκο υπάρχουν και δεν είναι επινόησή του. Ψάχνοντας βρήκα πως μετά το βιβλίο του Αλεξάκη τυπώθηκε κι ένα βιβλίο στα σάνγκο με διηγήματα, και χάρηκα.

"Οι ξένες λέξεις", Βασίλης Αλεξάκης, εκδ. Εξάντας, 2003, σελ.334

6/10/12

Οι ειδήσεις της νυφίτσας



Αυτόν τον καιρό βρέθηκα σπίτι μου παραπάνω ώρες από ό,τι συνήθως και επιδόθηκα σε ένα σπορ κάπως επικίνδυνο, είδα τηλεόραση. Πέρα λοιπόν από τη χαζοχαρούμενη σούπα, του τι φόρεσε ο κάθε ανθυποαστέρας της σόουμπιζ (της ποιάς;) είδα και ειδήσεις. Και τρόμαξα, και ενοχλήθηκα, και αηδίασα και τους μούτζωσα. Και την έκλεισα. Και μετά φοβήθηκα πιο πολύ. Γιατί σε ένα κράτος όπου όλα τα ΜΜΕ αποτελούνται από λαμόγια, εγκάθετους, προδότες, συνειδητούς ψεύτες και κατασκευαστές ειδήσεων υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να βρεθούμε με έναν από αυτούς και τους ομοίους του τυραννίσκο πάνω από το κεφάλι μας.
Όλες οι ειδήσεις λένε τα ίδια, με τον τρόμο ζωγραφισμένο στο μάτι, ανεξακρίβωτα πράγματα που δεν μπαίνουν στον κόπο να διασταυρώσουν, για τα οποία δεν ζητούν συγγνώμη μετά. Κι αυτό που με τρομάζει πιο πολύ είναι η ομοιότητα. Α, και αυτή η μάσκα που φοράνε οι νέοι άνθρωποι, γιατί από τους δεινοσαύρους το περίμενα. Όμως οι νέοι ρεπόρτερ έχουν μια μάσκα για πρόσωπο. Πιθανολογώ πως γνωρίζουν σε πολύ συνειδητό επίπεδο πως λένε ψέματα και ταυτόχρονα δε βγάζουν πολλά λεφτά από αυτό τους το ξεπούλημα, γι’ αυτό δεν έχουν τη φάτσα του καρχαρία αλλά της τρομοκρατημένης νυφίτσας.
Βαρέθηκα τους δημόσιους κατήγορους με στόμφο, που δεν ξέρουν γιατί μιλούν, που παπαγαλίζουν κείμενα που υπαγορεύει η «γραμμή του σταθμού». Όμως αυτός είναι ο σκοπός τους, να βαρεθώ, να μην ασχολούμαι, να τους αφήσω να κάνουν ανενόχλητοι τη «δουλειά» τους και μετά να βρεθώ καπελωμένη, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Γιατί υπάρχει πιθανότητα σε λίγο να πέσουν τα προσχήματα.
 Από την άλλη, αυτή η έμμεση και αποσπασματική πληροφόρηση που λαμβάνουμε από το ίντερνετ, μου θυμίζει τους πατεράδες μας που έψαχναν με το ραδιοφωνάκι μήπως βρουν κανέναν πειρατικό σταθμό για να ξεφύγουν από τα εμβατήρια της χούντας. Κάποτε, όχι πολύ παλιά, ίσως δέκα χρόνια πριν, αν διάβαζες δυο-τρεις εφημερίδες συνέθετες μέσες άκρες το πώς έχουν τα πράγματα, τώρα αυτή η δυνατότητα δεν υπάρχει. Μας αφήνουν σιγά σιγά απληροφόρητους, έρμαια στις διαθέσεις τους, μας ταΐζουν μίσος και έγκλημα, μας αηδιάζουν επίτηδες για να μάθουμε να μην ακούμε και να μην βλέπουμε, να κλείσουμε μόνοι μας τις αισθήσεις. Φοβάμαι για έναν καινούργιο πόλεμο και μια καινούργια χούντα. Μακάρι να βγω ψεύτρα.


4/10/12

"Η αρχή του Ντ' Αλαμπέρ", Andrew Crumey





Όσο διαβάζω βιβλία του, όλο και περισσότερο πείθομαι πως ο Andrew Crumey είναι  ο αγαπημένος μου σύγχρονος Αγγλοσάξονας συγγραφέας. Η γραφή του έχει μια εγκεφαλικότητα που με συνεπαίρνει∙ ενώ οι ιστορίες του βγαίνουν αβιάστα γιατί είναι γεννημένος παραμυθάς, ταυτόχρονα το λογοτεχνικό αλλά και επιστημονικό του υπόβαθρο των οδηγούν σε πιο ενδιαφέροντα μονοπάτια. Τα κείμενά του είναι μοντέρνα κι αποδομημένα όσο πρέπει για να ενεργοποιούν το μυαλό- τη μνήμη, τη λογική και τη φαντασία. Η «Αρχή του Ντ’ Αλαμπέρ είναι μια τριλογία σε λίγες σελίδες, τρία κομμάτια πολύ χαλαρά συνδεδεμένα μεταξύ τους, που σε καμιά στιγμή δε σε κάνουν να αναρωτιέσαι το ένα για το άλλο, ακόμα και να μην ξέρεις, σου δίνει ο ίδιος ο συγγραφέας τα εργαλεία για να μαντέψεις τη σύνδεσή τους.
Στο πρώτο κομμάτι πρωταγωνιστεί ο ίδιος ο Ντ’ Αλαμπέρ, φυσικός και φιλόσοφος του Διαφωτισμού, μια ιδιάζουσα προσωπικότητα, ένα εγκαταλελειμμένο ανθρωπάκι που δε γνώρισε καν τη μητρική αγάπη και που στο τέλος διαλύθηκε για τον ανεκπλήρωτο έρωτα μιας γυναίκας. Και συγχρόνως ένα από τα λαμπρότερα πνεύματα όλων των εποχών, με την ομώνυμη αρχή που διεύρυνε την θεωρία του Νεύτωνα και τη συγγραφή της Εγκυκλοπαίδειας, μαζί με τον Ντιντερό, τον Ρουσσώ, τον Βολταίρο, στο ενεργητικό του. Ο Κρούμει είναι μάστορας στο στήσιμο του σκηνικού του 18ου αιώνα, η καθεμιά από τις ιστορικές προσωπικότητες ζωντανεύει σε όλο το μεγαλείο και τη μικρότητά της∙ κυριαρχούν η ατμόσφαιρα του Παρισιού τότε, τα λογοτεχνικά σαλόνια οπού πνέουν οι αρχές της αλλαγής και στον αντίποδα ο σκοταδισμός, η θρησκευτική μισαλλοδοξία και η απολυταρχία, το μπέρδεμα ανάμεσα στον παλιό κόσμο που πεθαίνει και τον καινούργιο που έρχεται.
Στο δεύτερο κομμάτι, την Κοσμογραφία του Μάγκνους Φέργκιουσον, ένας άντρας βρίσκει τον εαυτό του σε μιαν άλλη διάσταση, σε μια άλλη εκδοχή από τις πολλαπλές και άπειρες της πραγματικότητας για τον καθένα μας, προσγειώνεται σε μια ζωή που έχει ήδη πεθάνει, αλλά το αφεντικό του και η γυναίκα του τον δέχονται σαν να είναι ή σαν να μην είναι αυτός.
Στο τρίτο, τις Ιστορίες από το Ράινσταντ, ο Γκόλντμαν, ένας άντρας πλούσιος, βολεμένος και χοντρός, καταλήγει στο κρατητήριο από μια παρεξήγηση μαζί με έναν ζητιάνο, τον Πφιτζ, που σαν άλλη Χαλιμά, έχει ένα σωρό ιστορίες να του διηγηθεί, πλαστές ίσως κι αληθινές, μέσα κι έξω από τη φαντασία και το χρόνο.
Όπως καταλαβαίνετε μιλάμε για ένα κομψοτέχνημα, ένα δείγμα μεταμοντέρνας γραφής, με όλα τα στοιχεία για να συγκινήσει και να εξάψει τη φαντασία, ένα βιβλίο παρ’ όλα αυτά ευκολοδιάβαστο που απαιτεί την προσοχή και την κερδίζει.   

" Η αρχή του Ντ' Αλαμπέρ", Άντριου Κρούμει, μετ. Τεύκρος Μιχαηλίδης, εκδ. Πόλις, 2002, σελ. 283