3/11/17

"Αλλόκοτος Ελληνισμός", Νικήτας Σινιόσογλου



Το να πεις τι είναι ένα δοκίμιο δεν είναι τόσο εύκολο. Ευκολότερο θα ήταν να πεις τι δεν είναι: συγκεκριμένα, δεν είναι οπωσδήποτε μια έκθεση και προπαντός δεν είναι μια πραγματεία.


Ποιος άραγε έκανε την ελληνική μετάφραση: "δοκίμιο"; Η λέξη είναι επιτυχημένη, όπως και η πρωτογενής γαλλική: essai. Στη σκέψη των δόκιμων συγγραφέων που τη χρησιμοποίησαν σημαίνει ένα σύντομο, γρήγορα γραμμένο, ευπρόσιτο στο πλατύ κοινό κείμενο, που αποτελεί μιαν απόπειρα να προσεγγίσει κανείς, σε αρκετό βαθμό, ένα θέμα κριτικής, επιστήμης, τέχνης, ηθών κτλ. με γνώση και καλλιέπεια, χωρίς όμως να το εξαντλεί - γιατί τούτο θα απαιτούσε συστηματική και διεξοδική διερεύνηση, επομένως μια πολυσέλιδη "πραγματεία" (tractatus, traite, treatise). [...]
Στην "πραγματεία" περιμένεις και ανέχεσαι πολλά πράγματα: όγκο σελίδων, βάρος εννοιών, περίπλοκη, κουραστική γραφή. Στο δοκίμιο όχι όμως. Αυτό πρέπει να είναι σύντομο, ευσύνοπτο (ίσως γι' αυτό ο Σεφέρης ονόμασε τις φιλολογικοκριτικές μελέτες του "δοκιμές" και όχι δοκίμια). Εύληπτο και καλογραμμένο.

(Ε. Π. Παπανούτσος)

Το δοκίμιο, στην ακαδημαϊκή του τουλάχιστον εκδοχή, βρίσκεται στο διάμεσο της λογοτεχνίας και της πληροφορίας. Η σύνταξη του είναι λιγότερο ελεύθερη από εκείνην του λογοτεχνήματος αλλά πιο προσωπική από εκείνην της πληροφοριακής ανακοίνωσης. Τέλος, το δοκίμιο είναι κατά βάση λόγος διδακτικός, καθώς δεν επικαλείται την ανιδιοτέλεια της τέχνης, αλλά ούτε και την ουδετερότητα της επιστήμης. Αν δεν κινδύνευα να παρεξηγηθώ, θα έλεγα ότι η δοκιμιακή έκφραση είναι κατεξοχήν παράδειγμα ιδεολογικής ομολογίας για θέματα και προβλήματα επίμαχα και ριψοκίνδυνα.






Το δοκίμιο στην Ελλάδα είναι μια έννοια σχεδόν παρεξηγημένη. Δεν πρόκειται σίγουρα για ακαδημαϊκό κείμενο, με ανεξάντλητη παράθεση πηγών και επιστημονικό λόγο, από την άλλη, όσες λογοτεχνικές δάφνες και να δρέπει, υπόκειται σε περιορισμούς που δεν έχει η υπόλοιπη λογοτεχνία. Πρόκειται ένα είδος μεταιχμιακό: στις ωραίες στιγμές του είναι γοητευτικό και μεγαλειώδες, στις κακές είναι στριφνό και καταπιεστικό. 

Ο "Αλλόκοτος Ελληνισμός" ανήκει σε εκείνα τα δοκίμια που χαίρεσαι να τα διαβάζεις. Ήδη, η ιδέα που είχε ο συγγραφέας του, ο Νικήτας Σινιόσογλου- που οι ακαδημαϊκές του περγαμηνές εγγυώνται για την εγκυρότητα των πληροφοριών αν μη τι άλλο- είναι άκρως σαγηνευτική. Ένας φιλόσοφος αποφασίζει να ασχοληθεί όχι με τα μεγάλα Ελληνικά πνεύματα, αλλά με τους παρίες, αυτούς που τους έκαναν πέρα, ή έθεσαν οι ίδιοι τους εαυτούς στους στο περιθώριο · παρ’ όλα αυτά οι ιδέες τους, συχνά πρωτοποριακές για την εποχή τους, έβαλαν ένα λιθαράκι για να προχωρήσουμε παρακάτω. 

Το βιβλίο ασχολείται με επτά φυσιογνωμίες Ελλήνων, από την εποχή περίπου της άλωσης, έως και τις αρχές του 20ου αιώνα, που θεωρήθηκαν λοξές, σαλές, λοιδορήθηκαν και ξεχάστηκαν. Τι τους ενώνει; Για αρχή πως ήταν αλλόκοτοι και διαφορετικοί. Τους ενώνει όμως και κάτι άλλο, δεν πρόκειται για σαλεμένους τρελούς χωρίς γνώση. Είναι άνθρωποι οριακοί, που όμως μελέτησαν και αγάπησαν πολύ το αντικείμενό τους, προσπάθησαν να στήσουν σχολές, να αλλάξουν την Ιστορία. Και απέτυχαν. Πρόκειται επίσης για ανθρώπους που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θέλησαν να ορίσουν την Ελληνικότητα, κινήθηκαν ανάμεσα στον Παγανισμό και την Ορθοδοξία, ασχολήθηκαν ενεργά με τη φιλοσοφία και είχαν πολιτικό ρόλο στα πράγματα. 

Η αφήγηση ξεκινά με τον Κυριακό Αγκωνίτη, γύρω στο 1400, έναν μη Έλληνα, που όμως δραστηριοποιήθηκε στον ελληνικό χώρο, έγινε «περιπατητής ερειπίων» σε μια εποχή που η έννοια της αρχαιολογίας δεν υπήρχε και προσπάθησε να νιώσει εκεί στα ερείπια τι ενώνει το τότε με το τώρα του. Στον Κυριακό οφείλουμε μερικές από τις πιο πρώιμες περιγραφές των αρχαίων μνημείων, αν και η αισθηματοποίηση, μερικές φορές τον οδηγούσε στην ψευδοτεκμηρίωση. 

Δεύτερη προσωπικότητα, ο Γεμιστός Πλήθων, ένας καθαρόαιμος ουτοπιστής, που αντιτάχθηκε σθεναρά στον Γεννάδιο Σχολάριο, που προσπάθησε να στήσει την ουτοπία του στο Μυστρά, που επανέφερε τις ιδέες του Πλάτωνα στο προσκήνιο, και τελικά απέτυχε παταγωδώς. 

Τρίτος ο Μάρουλλος Ταρχανιώτης, ένας Δον Κιχώτης του καιρού του, αναγκασμένος να ζει εκτός Ελλαδικού χώρου ως πληρωμένος μισθοφόρος ιππότης μετά την Άλωση. Ένας ποιητής που τραγούδησε για τον νόστο και τον ανεκπλήρωτο έρωτα.

Ενδιάμεσα ο Χριστόδουλος Παμπλέκης, τον 18ο αιώνα, εκφραστής του ριζοσπαστικού Διαφωτισμού, ο βλάσφημος που ζήτησε την αποδέσμευση της φιλοσοφίας από τα χριστιανικά σημαινόμενα, και τελικά έμπλεξε σε προσωπικές έριδες με εκπροσώπους της Εκκλησίας που τον ισοπέδωσαν.

Ο Θεόφιλος Καΐρης, τον 19ο αιώνα, ένας οπαδός του Ορθού Λόγου που ταυτόχρονα έστησε μια ολόκληρη νέα θρησκεία τη «Θεοσέβεια» με νέα τελετουργικά, μια έλλογη θρησκεία ή έναν ένθρησκο Λόγο, μας προκαλεί σήμερα κατάπληξη, αλλά αν κανείς εξετάσει τα φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής, δεν μπορεί παρά να νιώσει συμπάθεια, για έναν άνθρωπο που έμεινε πιστός στις ιδέες του ως το τέλος.

Ο πολύ γοητευτικός και ειλικρινά αλλόκοτος Παναγιώτης Σοφιανόπουλος ακολουθεί. Οπαδός ενός χαμερπούς Διαφωτισμού, παγανιστής μόνο για το θέαμα, εκδότης και ίσως μοναδικός αναγνώστης περιοδικών, νεολογιστής από τους λίγους, ο άνθρωπος που εισήγαγε τον όρο «νεοελληνικός», είναι προσωπικότητα ειλικρινά οριακή. 

Και τέλος, ο μόνος φιλοορθόδοξος αλλόκοτος, ο Κωνσταντίνος Σιμωνίδης, αυτός που έπαιξε με την έννοια της επιστημονικής τεκμηρίωσης όσο κανένας άλλος, ο ψευδολόγος και κιβδηλοποιός που αρεσκόταν να φτιάχνει πηγές, διακειμενικές αναφορές, να συσκοτίζει την επιστημονική αλήθεια. Ο άνθρωπος που ακόμα και τώρα βασανίζει τους ελληνιστές φιλολόγους που αναρωτιούνται κάθε φορά για κάθε πηγή αν είναι αληθινή ή μια παραχάραξη του Σιμωνίδη. 

Ο Νικήτας Σινιόσογλου σκύβει πάνω από το αλλόκοτο με αγάπη, με ειλικρινές ενδιαφέρον, ψάχνει να βρει, εκεί στις παρυφές της φιλοσοφίας, στους ήσσονος σημασίας εκφραστές της, τα σπέρματα για αυτό που συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα. Τον ενδιαφέρει πως οι σαλές και οριακές ιδέες μπορεί τελικά να επηρεάσουν το αύριο. Η γλώσσα του είναι λογοτεχνική, ο τρόπος του σχεδόν βάζει τις βάσεις για ένα νέου τύπου δοκίμιο στην Ελλάδα. Και αυτό καθιστά τον «Αλλόκοτο ελληνισμό» ένα από τα λίγα ελληνικά δοκίμια που απόλαυσα συνολικά. Δεν κουράστηκα, δεν παρέλειψα ούτε μια λέξη. Και νομίζω πως ο Νικήτας Σινιόσογλου πρέπει να ασχοληθεί και με άλλα λογοτεχνικά είδη στο μέλλον.

                                                                                  Κατερίνα Μαλακατέ



"Αλλόκοτος Ελληνισμός. Δοκίμιο για την οριακή εμπειρία των ιδεών", Νικήτας Σινιόσογλου, εκδόσεις Κίχλη, 2017, σελ.357











Ακούστε εδώ τη ραδιοφωνική συνέντευξη που παραχώρησε ο Νικήτας Σινιόσογλου σε μένα και τον Άγη Αθανασιάδη στην εκπομπή Διαβάζοντας: 


23/10/17

“Mr.Vertigo”, Paul Auster



Σε όποιον διαβάζει έστω και λίγο αυτό το blog είναι γνωστή η μανία που έχω με τον Όστερ τα τελευταία χρόνια. Τον ανακάλυψα σχετικά όψιμα και κατά την προσφιλή μου συνήθεια διάβασα αρκετά από τα βιβλία του σε μικρό χρονικό διάστημα. Τώρα βρίσκομαι πια σε πιο ήπια φάση, αν κι έναν Όστερ την χρονιά θα τον διαβάσω για το καλό. Και μιας και ο Πολ είναι πολυγραφότατος – και συνεχίζει να γράφει ακάθεκτος πολλές σελίδες τον χρόνο- όλο και κάποιο βιβλίο του μου κληρώνει.

Έτσι ο Mr Vertigo περίμενε υπομονετικά την ώρα του. Πρόκειται για ένα από τα καλά του μυθιστορήματα, με τη γνωστή καταιγιστική κάποιες στιγμές πλοκή, και τα ερωτήματα που μπαίνουν αβίαστα- για την ταυτότητα, τη ματαιότητα της ζωής, το παράλογο, το λογικό, την τύχη. Πρωταγωνιστής και αφηγητής είναι ο Γουόλτ, ένας άντρας στο τέλος της ζωής του που αναπολεί τα παιδικά του χρόνια και γράφει τα απομνημονεύματά του. 

Ο Γουόλτ ήταν ένα εννιάχρονο ορφανό αλάνι που ζούσε με τους θείους του, όταν τον ανακάλυψε ο Δάσκαλος Γεχούντι. Τον πήρε χωρίς πολλά παρακάλια από τους δικούς του και τον έκανε μέλος της ιδιότυπης οικογένειάς του. Ταυτόχρονα του υποσχέθηκε πως μέσα σε δυο χρόνια θα τον έχει μάθει να αιωρείται και να περπατά στον αέρα. Ο μικρός Γουόλτ στην αρχή δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί στη φάρμα του Δασκάλου στη μέση του πουθενά, με συγκατοίκους τη Μάμα Σιου, μια χοντρή Ινδιάνα, και τον Αίσωπο, έναν ραχιτικό μαύρο έφηβο, που ο Δάσκαλος τον είχε σώσει κι αυτόν και τον προόριζε για μεγαλοφυΐα. 

Ο Δάσκαλος δούλευε εναλλάξ με τα δυο παιδιά, έδινε πνευματική τροφή στον Αίσωπο, και έβαζε τον Γουολτ σε απίστευτα καψώνια. Και η μέθοδος παραδόξως δούλευε. Ο Αίσωπος ήταν ένα απίστευτα έξυπνο και διαβασμένο αγόρι και ο Γουόλτ τα κατάφερε να αιωρηθεί. Και τότε ήρθε η καταστροφή. 

Το Mr. Vertigo είναι ένα μυθιστόρημα που χρησιμοποιεί την απιθανότητα ως κινητήριο δύναμη της αφήγησης. Τίποτα από όλα αυτά που αφηγείται ο γερασμένος πια Γουόλτ δεν έχει ούτε έναν κόκκο αληθοφάνειας, η πλοκή ανατρέπεται συνεχώς, όμως ο αναγνώστης δεν νιώθει πως τον κοροϊδεύουν. Ο Όστερ έχει μεγάλο χάρισμα στην αφήγηση και σε αυτό το μυθιστόρημα το εκμεταλλεύεται στο έπακρο. Ταυτόχρονα δημιουργεί μια υποβλητική ατμόσφαιρα την Αμερικής του Μεσοπολέμου, της ποτοαπαγόρευση, του Κραχ. Το θέμα που ξεπηδά αβίαστα από τις σελίδες είναι ο ρατσισμός. Ρατσισμός στην πιο άχαρη και βίαιη μορφή του, αλλά και στην άλλη, την υποδόρια και υπόκωφη. 

Μιας και πρόκειται για μια ιστορία ενηλικίωσης, το θέμα της ταυτότητας του ήρωα, που αναζητά τις αρχές του, την οικογένειά του, τη μοίρα του, μπαίνει επιτακτικό. Το ίδιο και ο θάνατος, έτσι όπως τον αντιμετωπίζει ένας έφηβος: ως καψώνι, ως συνέχεια της ζωής, ως λόγο εκδίκησης, ως υπέρτατο φόβο. Ο Γουόλτ είναι το μεγάλο ατού του Mr Vertigo. Κάποτε μοιάζει αφελής, άλλες φορές όμως φαίνεται σαν να μιλά ένας μικρός σοφός. Κάποτε μοιάζει μόνο εγωιστής, ενώ άλλες επιδεικνύει μιας σπάνιας ομορφιάς φιλότιμο. Αναγκαστικά δεν μπορείς να τον πιστέψεις. Όμως τελικά σε αναγκάζει να τον πιστέψεις. Κι αυτό το οξύμωρο είναι από τις μεγάλες χαρές της ανάγνωσης λογοτεχνίας. 

Αν και καταλαβαίνω πως ο Όστερ δεν είναι Ο σημαντικότερος εν ζωή Αμερικανός συγγραφέας, για μένα παραμένει ένας από τους πιο αγαπημένους. Τα βιβλία του ενσωματώνουν όλα εκείνα τα στοιχεία που μου αρέσουν, το γράψιμό του είναι εντυπωσιακό, για να μην πούμε πως σε όλα σχεδόν τα βιβλία του αρέσει να βάζει ένα στοιχείο παράδοξου-πράγμα που με γοητεύει. Μένουν ακόμα πολλά μυθιστορήματα του κύριου Πολ Όστερ που δεν έχω διαβάσει. Και με λίγη τύχη θα γράψει και μερικά ακόμα στα επόμενα χρόνια. 



                                                                                Κατερίνα Μαλακατέ



“Mr.Vertigo”, Paul Auster, μετ. Ιωάννα Ηλιάδη, εκδ. Μεταίχμιο, 2015, σελ. 339

20/10/17

"Καραβοφάναρο στο μαύρο νερό", Colm Tóibín



Είχα χρόνια να κλάψω αβίαστα σε σκηνή βιβλίου και το Καραβοφάναρο στο μαύρο νερό με κατέλαβε εξαπίνης. Ήταν όμως συναίσθημα ειλικρινές και ατόφιο, κι έτσι το μυθιστόρημα – που το διάβασα εκπληκτικά γρήγορα, δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου κυριολεκτικά- βάζει υποψηφιότητα για να γίνει «το βιβλίο της χρονιάς μου». Δεν έχω ξαναδιαβάσει Τομπίν και δεν ήμουν προετοιμασμένη για την ατμόσφαιρα που φτιάχνει, ούτε για το πόσο κοντά θα ένιωθα στην ιστορία. Περίπου σαν να μου συνέβαιναν όλα αυτά παράλληλα με ό,τι γινόταν στην κανονική μου ζωή. 

Πρωταγωνίστρια του βιβλίου η Έλεν, μια διευθύντρια σχολείου στην Ιρλανδία, που είναι παντρεμένη με έναν καλόβολο τύπο που την αγαπά, τον Χίου, κι έχει δυο αγοράκια που υπεραγαπά. Η Έλεν είναι πλήρως αποξενωμένη από την μητέρα της, τα παιδιά της δεν έχουν γνωρίσει ποτέ τη γιαγιά τους. Μια μέρα κι ενώ ετοιμάζονται για τις σχολικές διακοπές, χτυπά το κουδούνι ένας άγνωστος και την ενημερώνει πως ο αγαπημένος της αδελφός Ντέκλαν είναι πολύ βαριά άρρωστος, στα τελευταία στάδια του AIDS, και πως ζήτησε να μεταφέρει το νέο εκείνη στη μητέρα τους. 

Η Έλενα τα παρατά όλα- τα παιδιά είναι έτσι κι αλλιώς με τον μπαμπά τους στην πεθερά της- και κάνει το ταξίδι ως τη γενέθλια πόλη της. Πρώτα πηγαίνει στη γιαγιά της, που μένει σε ένα σπίτι που οριακά δεν το έχει γκρεμίσει η θάλασσα, παλιά πανσιόν. Έπειτα στη μαμά της. Τελικά καταλήγουν στην παλιά πανσιόν η γιαγιά, η μαμά της, η Έλεν, ο Ντέκλαν και δυο γκέι φίλοι του, ο Πολ κι ο Λάρι. 

Ο Τομπίν χειρίζεται το θέμα του AIDS αλλά και της ομοφυλοφιλίας με εξαιρετική ευαισθησία. Όμως αυτό κυρίως που τον νοιάζει είναι το πώς διαμορφώνονται οι σχέσεις και οι χαρακτήρες των ανθρώπων όταν πρέπει αναγκαστικά να έρθουν ξανά κοντά κι όταν συμβαίνει κάτι τόσο εξουθενωτικά απίστευτο, ένας νέος άνθρωπος που είναι αδελφός, παιδί, κολλητός σου,  να πεθαίνει. 

Η Έλεν και η μητέρα της η Λίλι προσπαθούν η καθεμιά με τον δικό της- αρκετά ψυχρό και απόλυτο τρόπο- να λύσουν τις χρόνιες διαφορές και τα τραύματά τους. Από κοντά κι ο Ντέκλαν που δεν έχει καλύτερες αναμνήσεις από την μητέρα του. Όλο αυτό έρχεται σε μεγάλη αντίθεση με τη σχέση των τριών νεαρών φίλων, ο Λάρι κι ο Πολ φαίνεται να υποκαθιστούν την οικογένεια όσον αφορά την υγεία του φίλου της, γίνονται αυτοί που λύνουν τα πρακτικά ζητήματα και τον στηρίζουν. Η πιο έντονη στιγμή για μένα είναι αυτή που η Έλεν, πάντοτε δυναμική και κυρίαρχη, σπάει και ζητάει επιτέλους από τον άντρα της να έρθει να τη βοηθήσει, ξορκίζοντας τα βάρη του παρελθόντος σε σχέση με τη δική της παιδική ηλικία. 

Η ατμόσφαιρα του βιβλίου είναι βαριά, σε ρουφάει μέσα του και δεν ξέρεις πώς ακριβώς να αντιμετωπίσεις όλο αυτό. Παρ’ όλο που τυπικά η ιστορία προχωρά πολύ αργά, είναι τέτοια η ένταση μεταξύ των ηρώων που δίνει εξαιρετικό ρυθμό στην ανάγνωση. Έχεις την παράλογη ιδέα πως διαβάζεις συγγραφέα παλιό, κλασικό, αναγνωρισμένο, κι όχι σύγχρονό μας. Και μιας και τη στοίβα με τα αδιάβαστα την κοσμούν αρκετά δικά του βιβλία, νομίζω πως ήρθε η ώρα του. 


                                                                            Κατερίνα Μαλακατέ



"Καραβοφάναρο στο μαύρο νερό", Colm Tóibín, μετ. Αθηνά Δημητριάδου, εκδ. Gutenberg, 2016, σελ. 330











Υ.Γ. 42 Η μετάφραση είναι εξαιρετική και η Aldina σκίζει. 


17/10/17

"Το κήτος", Ούρσουλα Φωσκόλου



Άρχισα χθες να ξεσκονίζω το σαλόνι: το βαρύ ξύλινο τραπέζι, τους καναπέδες, τις κορνίζες επάνω στο μπουφέ, ως και τους τοίχους έπιασα να τρίβω με μανία. Θα 'χε περάσει μια ώρα γεμάτη, όταν μέσα από τα ντουβάρια, αποκαλύφθηκε η μορφή της μάνα μου. Ήταν άσπρη, χτισμένη, λες, μες στο σπίτι μας. Σήκωσε το δεξί της πόδι και μ' έναν αργό διασκελισμό βγήκε και κάθισε στον καναπέ. Άρπαξα τότε το πανί κι άρχισα να την ξεσκονίζω. 

Μικρά και μεγάλα πεζά, επιγράφεται το λιανό βιβλιαράκι «Το κήτος» από τις εκδόσεις Κίχλη με το οποίο κάνει το πρώτο πεζογραφικό της βήμα η Ούρσουλα Φωσκόλου. Και πρόκειται ακριβώς γι' αυτό. Στο πρώτο μέρος κείμενα στα όρια του μπονζάι, με έντονο ρυθμό και ποιητικότητα, και στο δεύτερο διηγήματα δύο-τριών σελίδων, περισσότερο σαν σκηνές από ταινία, και λιγότερο με την τυπική δομή τους. 

Η γραφή της Φωσκόλου έχει ένα μεγάλο ατού, είναι ιδιαίτερα προσεγμένη δεν λείπει ούτε μια λέξη· ούτε περισσεύει. Επίσης παρ’ όλη την ποιητικότητα και την υπαινικτικότητα, το θέμα της είναι σαφές: σε όλα τα πεζά έχουμε έναν ενήλικα- μάλλον άφυλο- αφηγητή που ψηλαφεί εικόνες και αισθήματα της παιδικής του ηλικίας. Και νοσταλγεί με κάποιο τρόπο, και φοβάται, τη φθορά του χρόνου. 

Δεσπόζουσα η φιγούρα της μητέρας, και των νεκρών, ενώ τα μικρά κείμενα τα διαπερνά και μια αίσθηση ερωτική που δεν μένει απαρατήρητη. Οι μυρωδιές παίζουν καταλυτικό ρόλο, το ίδιο κι η σκόνη κι η καθαριότητα, ενώ κυρίαρχο είναι το αίσθημα της πείνας- της σωματικής αλλά και της ψυχολογικής. 

«Το κήτος» είναι ένα έντιμο, χαμηλότονο βιβλίο, που δεν υποκρίνεται πως είναι κάτι μεγαλύτερο από αυτό που είναι: ένα πρώτο βήμα, μια πρώτη απόπειρα να συνομιλήσει η συγγραφέας του με τον αναγνώστη. Θα είχε πολύ ενδιαφέρον να δούμε πώς όλη αυτή η σπουδή στη γλώσσα, ο ρυθμός και η ποιητικότητα, μπορούν να μετουσιωθούν σε μεγαλύτερα κείμενα. 


                                                                                          Κατερίνα Μαλακατέ


"Το κήτος", Ούρσουλα Φωσκόλου, εκδ. Κίχλη, 2016, σελ. 88












Υ.Γ. Η έκδοση της Κίχλης είναι άψογη, το εξώφυλλο ένα από τα ωραιότερα φετινά- δεν είναι τυχαίο πως η Φωσκόλου είναι γραφίστρια, κι αγαπά πολύ τα εικαστικά.

Υ.Γ. 42 Ακούστε την ίδια τη συγγραφέα εδώ: 




Υ.Γ. γκρίνιας: Δεν μου αρέσει το πολυτονικό όταν διαβάζω βιβλία σύγχρονων που αποκλείεται να έγραψαν σε αυτό. 

Υ.Γ.42-42 Η Ούρσουλα μού πήρε μέσα από τα χέρια το "Βραβείο Νέου Λογοτέχνη" του περιοδικού Κλεψύδρα για το οποίο ήμασταν συνυποψήφιες φέτος και για αυτό τη μισούμε! 

12/10/17

«Middlesex. Ανάμεσα στα δύο φύλα», Jeffrey Eugenides





Διάβασα πρώτη φορά το Middlesex σχετικά μικρή, όταν πρωτοβγήκε. Κι άλλη μια πρόσφατα, πριν από δεκαπέντε μέρες, ως εργαλείο για κάτι που γράφω. Έτσι νόμιζα. Γιατί η αναγνωστική απόλαυση παρέμεινε ατόφια, ξέχασα πως θα μελετούσα το βιβλίο με «συγγραφική διαστροφή», το τελείωσα, γρήγορα, αχόρταγα, όπως παλιά. 

Την ιστορία αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο ο Καλ, που δουλεύει στο Βερολίνο κι έχει αφήσει πίσω την παλιά του ζωή ως Καλλιόπη ή Κάλλι, στην Αμερική. Ο Καλ είναι ίντερσεξ, κοινώς ένας άνθρωπος που πάσχει από ένα σύνδρομο που τον κάνει να έχει και θηλυκά και αρσενικά χαρακτηριστικά. Όταν γεννήθηκε ο γηραιός γιατρός της οικογένειας έκρινε από τα εξωτερικά του όργανα πως είναι κορίτσι. Η Κάλλι έζησε ως τα δεκατέσσερα ως κορίτσι, οπότε και τραυματίστηκε ελαφρά και στο νοσοκομείο αποκαλύφθηκε πως είχε μικτά γεννητικά όργανα και πως ο καρυότυπός της ήταν αρσενικός. Μετά από μια προσπάθεια να τη "διορθώσουν" για να μοιάζει ολότελα με κορίτσι, η Κάλλι το έσκασε και αποφάσισε πως είναι Καλ και πως δεν έχει ανάγκη καμία διορθωτική επέμβαση. 

Με αφορμή αυτή την ιστορία ο Ευγενίδης αρχίζει να μας μιλά για το ταξίδι του ελλατωματικού γονιδίου του Καλ, από τα βάθη της Μικράς Ασίας, τότε που οι παππούδες του μετανάστευσαν εν μέσω της Μικρασιατικής καταστροφής στην Αμερική και επανεφήυραν τους ευατούς τους από αδέλφια, σε αντρόγυνο. Έπειτα μιλά για το Ντιτρόιτ, και αναλύει διεξοδικά την ιστορία του για 75 χρόνια, μέσα από τους γονείς του Καλ. 

Ο Ευγενίδης γράφει ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης και ταυτόχρονα μια τεράστια οικογενειακή σάγκα, μας περνά από τη Μικρά Ασία στην Αμερική, δεν κρύβεται πίσω από το δάχτυλό του για τους ερμαφρόδιτους, δίνει πληροφορίες για το σύνδρομο, μιλά ανοιχτά για τις αιμομικτικές σχέσεις, για την αίσθηση της πατρίδας, του πρόσφυγα, για την ενσωμάτωση. Μιλά για το διαφορετικό σε όλες τις εκφάνσεις του.

Δεν διστάζει να βγάλει τη γλώσσα στους φιλολόγους, να χρησιμοποιήσει τον αφηγητή του όπως του γουστάρει, να απεραντολογήσει όποτε το επιθυμεί, να ξεχάσει την κεντρική του ιστορία και να την ξαναβρεί δεκάδες σελίδες μετά. Στήνει έναν χορό από επεισόδια, από ιστορικά γεγονότα, αντλεί από προσωπικές μνήμες, βάζει τον εαυτό του και τους παππούδες του μέσα, χρειάζεται σχεδόν συνέχεια να δηλώνει αργότερα πως δεν είναι ο ίδιος ίντερσεξ. Όλο αυτό είναι το μεγαλείο του βιβλίου, αυτό που τραβάει τους αναγνώστες χρόνια τώρα, που το ξεχωρίζει και δεν αφήνει κανέναν να το χαρακτηρίσει «προκλητικό» και μόνο. 

Αγαπώ το Μίντλσεξ. Γιατί έφερε στο προσκήνιο ένα σημαντικό θέμα- αυτό της ρευστότητας του φύλου- σε μια εποχή που κανείς δεν μιλούσε για αυτό. Αλλά κυρίως το αγαπώ γιατί είναι ένα σπάνιο δείγμα υψηλής λογοτεχνίας που κατάφερε να περάσει και στις πλατιές μάζες, να το διαβάσουν εκατομμύρια άνθρωποι. Κι αυτό το διπλό επίτευγμα, ποιότητα και ποσότητα, το έχουν στο ενεργητικό τους ελάχιστα βιβλία. 


                                                                                                Κατερίνα Μαλακατέ



«Middlesex. Ανάμεσα στα δύο φύλα», Jeffrey Eugenides, μετ. Άννα Παπασταύρου, εκδ. Libro, 2003, σελ. 751 












4/10/17

«Και βιασταί αρπάζουσιν αυτή», Flannery O' Connor





Ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο της Φλάννερυ Ο ‘Κόννορ με πολύ μεγάλες προσδοκίες. Ήδη φίλοι έλεγαν πως πρόκειται για ένα από τα βιβλία της χρονιάς τους, για το πόσο σημαντικό και σπουδαίο το βρήκαν. Εν μέρει, αυτές οι προσδοκίες διαψεύστηκαν. Ίσως γιατί υπήρχαν.

Το «Και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» είναι μια πρωτότυπη ιστορία που εκτυλίσσεται αργά και εσωτερικά, σε ένα σκηνικό σχεδόν γκροτέσκο και φτάνει στη λύση της σχεδόν υπόκωφα. Πρωταγωνιστής ο νεαρός Ταργουότερ, ένα αγόρι δεκατεσσάρων χρονών που ζει μέσα στην ερημιά με τον υπερήλικα θείο της μητέρας του. Ο θείος Ταργουότερ είναι ένα άνθρωπος που έχει ακούσει το κάλεσμα του Θεού και θεωρεί τον εαυτό του προφήτη, αν και δεν προφητεύει σε κανέναν εκτός από το αγόρι. Το αγόρι ο θείος του το άρπαξε όταν ήταν βρέφος από τον ανιψιό του, που ήθελε να το μεγαλώσει αυτός όταν πέθανε η αδελφή του. 

Το αγόρι δεν πάει στο σχολείο, κι έχει ελάχιστη μόρφωση εκτός από τις θρησκευτικές εξάρσεις του μεγάλου του θείου. Όταν αυτός σε ηλικία 84 ετών πεθαίνει, ο νεαρός δεν κατορθώνει να τον θάψει. Έτσι τον καίει μαζί με το σπίτι και ξεκινάει για την πόλη, να ζήσει με τον θείο του Ρέυμπερ. Από το σπίτι του Ρέυμπερ τον είχε κλέψει ο γερό- Τάργουότερ όταν ήταν μωρό. Ο Ρέυμπερ είναι δάσκαλος, άθεος, έχει ένα αγοράκι πνευματικά καθυστερημένο, τον Μπίσοπ, και έχει υποστεί κι αυτός μια αντίστοιχη εμπιρία όταν ήταν μικρός, τον είχε απαγάγει κι αυτόν ο γέρο Τάργουότερ. 

Ο νεαρός είναι πραγματικά χαμένος. Από τη μια η ανατροφή του με τον γερο προφήτη τον οδηγεί να πιστεύει πως η αποστολή του είναι να βαφτίσει τον κακόμοιρο Μπίσοπ και να θάψει τον γέρο. Από την άλλη ο θείος του Ρέυμπερ που θέλει να τον μορφώσει και να τον εντάξει στην κοινωνία είναι εντελώς ξένος, όσο κι αν προσπαθεί. Η πάλη ανάμεσα στο καλό και το κακό, στο τι είναι ηθική υποχρέωση και τι όχι, τι καθορίζει η μοίρα και τι εμείς, ταλανίζει τους δυο πρωταγωνιστές- τον ανιψιό Ταργουότερ και τον θείο Ρέυμπερ. Και απάντηση δεν υπάρχει.

Το σίγουρο είναι πως και οι δυο κεντρικοί χαρακτήρες φέρονται με βαναυσότητα στον μικρό ηλίθιο Μπίσοπ. Ο νεαρός Τάργουότερ τον σιχαίνεται και δεν τον θέλει κοντά του, ενώ ο πατέρας του τον έχει ως διακοσμητικό, χωρίς να έχει καμία προσδοκία ή αγάπη. 

Η γοητεία του βιβλίου της Φλάννερυ Ο’ Κόννορ είναι η πολύ αργή πλοκή που οδηγεί βήμα βήμα στην καταστροφή. Οι χαρακτήρες της είναι ακραίοι, σχεδόν εξωπραγματικοί και τα διλήμματά τους σε τέτοιο βαθμό υπαρξιακά που μοιάζει η ζωή και ο θάνατος να έχουν λίγη σημασία μπροστά τους. Η έννοια του πατέρα, ως θεού, ως διαπαιδαγωγού, ως προστάτη, διερευνάται διεξοδικά. Το ίδιο και το θέμα της θρησκευτικής πίστης και της ηθικής. Μιας ιδιότυπης, προσωπικής ηθικής που δεν μας κάνει καλούς ή κακούς, απλά αυτό που είμαστε. Όλα μοιάζουν φτιαχτά, κατασκευασμένα, σαν να μην ανήκουν στα ανθρώπινα, σαν να δημιουργήθηκαν για το μεταφυσικό βάσανο- ακόμα και οι βασικές λειτουργίες όπως το φαγητό ή ο ύπνος.

Δεν απόλαυσα όσο περίμενα το μυθιστόρημα της Ο’ Κόννορ, αλλά θα το θυμάμαι. Δεν ξέρω αν αυτό μετράει κάπως ή όχι, δεν έχω ιδέα πώς αυτό θα μεταφραστεί μέσα μου στο τέλος. Προς το παρόν παραμένω αμφίθυμη απέναντί του· εγκεφαλικά καταλαβαίνω την αξία του, αισθάνομαι όμως σαν να μου στέρησαν την πρωταρχική λειτουργία της ανάγνωσης- την ψυχαγωγία.



«Και βιασταί αρπάζουσιν αυτή», Φλάνερυ Ο’ Κόννορ, μετ. Αλέξανδρος Κοτζιάς, εκδ. Αντίποδες, 2016, σελ.300 









Υ.Γ. 42 Ο πρωτότυπος τίτλος είναι: "The Violent Bear It Away". Πρόκειται για την αντίστοιχη φράση της Βίβλου.